Η
Μεγάλη Παρασκευή είχε πάντα έναν άλλο αέρα στο χωριό. Από το πρωί ο ουρανός
έμοιαζε πιο χαμηλός, σαν να βάραινε κι αυτός από το πένθος. Τα αγόρια, με τα
καλαθάκια τους στολισμένα μόνο με πασχαλιά, ετοιμάζονταν να πουν το τραγούδι
τους: «Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα».
Από
το βράδυ της Πέμπτης οι μάνες τους είχαν φροντίσει τα καλάθια - χωρίς
παπαρούνες και χρώματα αυτή τη φορά. Μόνο πασχαλιά. Λιτή, ευωδιαστή, πένθιμη. Η
ίδια διαδικασία όπως και με εμάς τα κορίτσια στο Σάββατο του Λαζάρου, μα τούτη
τη φορά χωρίς γέλια και πειράγματα. Τα αγόρια δεν έλεγαν πολλά τραγούδια, μόνο
εκείνο το ένα, το θλιμμένο, που ταίριαζε με τη μέρα.
Η
σιωπή απλωνόταν στους δρόμους καθώς περνούσαν από σπίτι σε σπίτι. Οι φωνές τους
δεν είχαν παιδική σκανταλιά, είχαν κάτι βαθύ, σχεδόν ώριμο. Κι εμείς τα
κοιτούσαμε από τις αυλόπορτες, νιώθοντας πως εκείνη η μέρα δεν ήταν σαν τις
άλλες.
Από
νωρίς, οι κοπέλες του χωριού -μικρές, μεγάλες, ακόμη και γυναίκες παντρεμένες-
έβγαιναν με τα κοφίνια τους για να μαζέψουν λουλούδια. Χτυπούσαν πόρτες,
έσκυβαν σε κήπους, γέμιζαν τα πανέρια με γαρίφαλα, βιολέτες, πασχαλιές. Όλα για
τον Επιτάφιο.
Στην
εκκλησία επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Ο Επιτάφιος στεκόταν γυμνός στην αρχή, κι
ύστερα, σιγά-σιγά, μεταμορφωνόταν σε κήπο ανθισμένο. Τα κορίτσια, σκυμμένα με
υπομονή και φροντίδα, τοποθετούσαν ένα-ένα τα λουλούδια. Τα δάχτυλά τους
κινούνταν απαλά, με αίσθηση ομαδικότητας, σαν να έπλεκαν προσευχή.
Γύρω
γύρω κάθονταν οι γιαγιάδες και οι πιο μεγάλες γυναίκες, όλες ντυμένες στα
μαύρα. Κάθε Μεγάλη Παρασκευή φορούσαν τα πένθιμά τους. Δεν μιλούσαν. Μόνο
παρακολουθούσαν. Μα στα πρόσωπά τους υπήρχε μια γλυκύτητα παράξενη. Θλίψη και
γαλήνη μαζί.
Θυμάμαι
το βλέμμα τους. Δεν ήταν απλώς λυπημένο. Ήταν φωτισμένο από πίστη. Σαν να
ένιωθαν μέσα τους τον πόνο της Παναγίας που χάνει το παιδί της. Ήταν μάνες κι
εκείνες. Ήξεραν τι θα πει αγωνία, φόβος, αγάπη άνευ όρων. Εκείνη την ώρα δεν
έβλεπες μόνο γυναίκες του χωριού - έβλεπες ψυχές αγνές, που συμμετείχαν σιωπηλά
σε ένα πανανθρώπινο πένθος.
Το
βράδυ ξενυχτούσαν με βάρδιες, όπως ξενυχτούν τους δικούς τους ανθρώπους.
Καθισμένες δίπλα στον Επιτάφιο, με τα χέρια σταυρωμένα, ψιθυρίζοντας προσευχές.
Η εκκλησία μοσχοβολούσε λουλούδια και κερί.
Κι
ύστερα, σαν να γύριζε ο κόσμος σελίδα, ερχόταν η Ανάσταση. Το βράδυ του Μεγάλου
Σαββάτου, περιμέναμε με τις λαμπάδες αναμμένες. Κι όταν ακουγόταν το «Χριστός
Ανέστη», έσπαγε η σιωπή, άναβαν χαμόγελα, αγκαλιαζόμασταν. Το φως περνούσε από
κερί σε κερί, από πρόσωπο σε πρόσωπο.
Γυρίζαμε
στα σπίτια και στρωνόταν τραπέζι μεγάλο. Αυγά κόκκινα, μαγειρίτσα αχνιστή.
Τρώγαμε μέχρι σκασμού, γελούσαμε, τσουγκρίζαμε τα αυγά με πείσμα για το ποιο θα
μείνει γερό.
Το
πρωί της Κυριακής μαζευόμασταν γύρω από το αρνί. Ο πατέρας το ετοίμαζε κι εμείς
τριγυρίζαμε ανυπόμονα. Δεν προλάβαινε να μας δίνει πετσούλες - τις παίρναμε
ζεστές-ζεστές και τις τρώγαμε γελώντας. Η μυρωδιά του ψητού γέμιζε την αυλή,
ανακατευόταν με τον καπνό και τις φωνές.
Για
δυο μέρες δεν έμενε τίποτα. Ούτε κοκαλάκι. Το σπίτι γέμιζε κόσμο - οι θείοι από
την Αθήνα, ξαδέλφια, φίλοι. Η αυλή αντηχούσε από κουβέντες και πειράγματα. Κι
όταν έφευγαν οι επισκέπτες, άδειαζε ξαφνικά το σπίτι και επέστρεφε η γνώριμη
ησυχία. Ξαναβρίσκαμε τον ρυθμό μας.
Κάθε
Πάσχα έσπαγε η μονοτονία της χρονιάς. Ανταμώναμε, θυμόμασταν, γελούσαμε. Ήταν
μια γιορτή όχι μόνο της πίστης, αλλά και της ζωής.
Τώρα
που τα χρόνια κύλησαν, αναπολώ εκείνες τις μέρες και δακρύζω. Εκεί μεγάλωσα.
Εκεί έτρεξα μέσα στον κουρνιαχτό του δρόμου. Εκεί έκλαψα όταν μια πρόκα μου
τρύπησε το πόδι, όταν έπεσα από το δέντρο, όταν η μάνα σκόνταψε και αντί να
φοβηθεί, έβαλε τα γέλια. Εκεί χάρηκα για τα παπούτσια με τα φιογκάκια.
Μου
λείπει το χωριό μου. Τα ποτάμια του, τα λιβάδια του, οι καλοπροαίρετοι
χωριανοί. Μου λείπει το ποτάμι, η Παναγία με το δάσος της, οι φίλοι και οι
συγγενείς μου.
Κι
αν μπορούσα να κρατήσω κάπου ζωντανές αυτές τις μνήμες, θα τις φύλαγα σαν
αναμμένη λαμπάδα - να μη σβήσουν ποτέ.