Το πηγάδι είναι μια τρύπα στο χώμα, μα δεν είναι ποτέ
μόνο αυτό. Είναι άνοιγμα προς τα κάτω και, ταυτόχρονα, προς τα μέσα. Ένα όρυγμα
που σκάφτηκε με κόπο, με ιδρώτα και προσμονή, για να συναντήσει το κρυφό νερό
της γης. Στα παλιά χρόνια το πηγάδι ήταν υπόσχεση ζωής. Όποιος το άνοιγε, δεν
έψαχνε απλώς νερό, έψαχνε μέλλον. Από εκεί ξεδιψούσαν άνθρωποι και ζώα,
ποτίζονταν τα χωράφια, στεκόταν όρθιο το σπίτι και η κοινότητα. Το πηγάδι ήταν
κέντρο και σύνορο: όσο είχε νερό, υπήρχε ελπίδα, όταν στέρευε, ερχόταν ο φόβος.
Η κίνηση της άντλησης ήταν απλή μα κοπιαστική. Ο κουβάς
κατέβαινε στο σκοτάδι, άδειαζε από φως, και ξανανέβαινε γεμάτος βάρος και ζωή.
Έτσι μοιάζει συχνά και η ανθρώπινη σκέψη: για να βρεις κάτι αληθινό, πρέπει να
κατέβεις βαθιά, εκεί όπου δεν φαίνονται τα πράγματα καθαρά, και να επιστρέψεις
κρατώντας κάτι που δεν υπήρχε στην επιφάνεια. Το πηγάδι μάς έμαθε πως ό,τι
είναι πολύτιμο δεν βρίσκεται εύκολα, ούτε δωρίζεται χωρίς κόπο.
Γι’ αυτό και στη γλώσσα μας το πηγάδι έγινε μεταφορά.
Στο καφενείο στήνονται πηγαδάκια, μικροί κύκλοι ανθρώπων σκύβουν ο ένας προς
τον άλλον, όπως σκύβουν πάνω από το στόμιο ενός πηγαδιού. Οι κουβέντες
κατεβαίνουν χαμηλά, γίνονται πιο μυστικές, πιο βαριές, πιο φορτισμένες. Άλλοτε
αντλούν αλήθειες, άλλοτε φήμες, άλλοτε φόβους. Κάθε πηγαδάκι έχει το δικό του
βάθος και τη δική του στάθμη νερού: άλλα ξεδιψούν, άλλα θολώνουν.
Στα παραμύθια, το πηγάδι παύει να είναι απλώς
ανθρώπινη κατασκευή και γίνεται πύλη. Το μαγεμένο πηγάδι δεν οδηγεί μόνο στο
νερό, αλλά σε άλλους κόσμους. Όποιος σκύψει κινδυνεύει να χαθεί, όποιος πέσει
δοκιμάζεται, κι όποιος επιστρέψει δεν είναι ποτέ ο ίδιος. Εκεί κατοικούν
ξωτικά, δράκοι, μοίρες και δοκιμασίες, γιατί το πηγάδι συμβολίζει το άγνωστο
βάθος της ύπαρξης. Είναι το σημείο όπου το φανερό συναντά το κρυφό, όπου η
επιφάνεια παραδίδει τη θέση της στο μυστήριο.
Ίσως τελικά κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του ένα πηγάδι.
Άλλοι το αφήνουν σκεπασμένο, φοβούμενοι τι θα βρουν. Άλλοι το πλησιάζουν μόνο
για να καθρεφτιστούν στο νερό του. Κι άλλοι τολμούν να ρίξουν τον κουβά, να
ακούσουν τον ήχο του να χάνεται στο βάθος, και να περιμένουν. Γιατί ξέρουν πως
χωρίς αυτό το κατέβασμα, χωρίς αυτή τη σιωπή, δεν ανεβαίνει ποτέ νερό. Και
χωρίς νερό, καμιά ζωή -ούτε η εξωτερική ούτε η εσωτερική- δεν μπορεί να
κρατηθεί.
































