Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Επτά χρόνια αγκαλιάς

 

Επτά συνεχόμενα χρόνια, από το 2019 έως σήμερα, ο παππούς Δημήτρης Η. Μαντέλας στέκεται στο ίδιο σημείο της ζωής του: με τα εγγόνια του στην αγκαλιά. Και όμως, κάθε φωτογραφία είναι διαφορετική, γιατί ο χρόνος δεν επαναλαμβάνεται - μόνο συνεχίζεται.

Η λιτή φράση που συνοδεύει την ανάρτησή του, «Άλλη μια ευλογημένη χρονιά. 7ος χρόνος», κρύβει μέσα της μια βαθιά φιλοσοφία ζωής. Δεν είναι απλώς μια καταγραφή επετείου, είναι μια σιωπηλή ευχαριστία προς τον χρόνο που κυλά και επιτρέπει στην αγάπη να παραμένει ζωντανή. Η λέξη «ευλογημένη» εδώ αποκτά βαρύτητα σχεδόν ιερή. Ευλογημένος δεν είναι μόνο ο χρόνος που περνά, αλλά κυρίως η δυνατότητα να τον μοιράζεσαι με τους ανθρώπους που αποτελούν τη συνέχειά σου.

Στις φωτογραφίες βλέπει κανείς τα παιδιά να μεγαλώνουν. Τα πρόσωπά τους αλλάζουν, τα σώματά τους ψηλώνουν, τα βλέμματα ωριμάζουν. Εκείνο όμως που μένει αναλλοίωτο είναι η μορφή του παππού στο κέντρο: μια σταθερά τρυφερότητας, προστασίας και μνήμης. Η αγκαλιά του γίνεται σύμβολο. Είναι η αγκαλιά που ενώνει γενιές, που κρατά μέσα της το παρελθόν του τόπου και το μέλλον της οικογένειας.

Ο Δημήτρης Μαντέλας, με καταγωγή από το Βαλτινό και ζωή εργατική, κουβαλά μέσα του δύο πατρίδες: τη γενέθλια γη της μνήμης και την πόλη της βιοπάλης. Όμως μέσα σε αυτό το ετήσιο τελετουργικό της φωτογράφησης φαίνεται πως επιστρέφει κάθε φορά στην ουσία του ανθρώπου: στη ρίζα, στην οικογένεια, στη συνέχεια του αίματος και της αγάπης. Είναι σαν να δηλώνει πως όσα κι αν αλλάζουν στον κόσμο, η οικογένεια παραμένει το πιο ασφαλές καταφύγιο.

Το κολάζ αυτό λειτουργεί σαν ένα άτυπο ημερολόγιο ζωής. Δεν μετρά μόνο χρόνια, αλλά στιγμές ευγνωμοσύνης. Κάθε φωτογραφία είναι μια νίκη απέναντι στη φθορά του χρόνου, γιατί αποδεικνύει πως η μνήμη μπορεί να γίνει εικόνα και η αγάπη παράδοση.

Η μεγαλύτερη αξία αυτής της ανάρτησης ίσως να βρίσκεται στο ότι μας θυμίζει κάτι απλό και βαθύ: η ζωή δεν μετριέται μόνο με τα χρόνια που περνούν, αλλά με τις αγκαλιές που παραμένουν.

Από τον παππού στα εγγόνια, περνά αθόρυβα η σκυτάλη της ζωής. Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή διαδοχή των γενεών κρύβεται η πιο όμορφη μορφή αθανασίας.

Υ.Γ. 

Εμείς θα θέλαμε να ευχηθούμε να είναι όλοι τους πάντα γεροί και ευλογημένοι, ώστε η αγκαλιά αυτή να συνεχιστεί για πολλά ακόμη χρόνια.


ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ ΘΕΟΔΟΣΗΣ Π. ΤΑΣΙΟΣ Αρχαία Ελληνική Στρατιωτική Τεχνολογία

 ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ Α. ΝΗΜΑ, δ.φ. 

Ο αειθαλής καθηγητής Θεοδόσης Π. Τάσιος είναι γνωστός και καταξιωμένος όχι μόνο στο Πανελλήνιο αλλά και διεθνώς  για το υψηλού επιπέδου έργο του, αλλά και ως δασκάλου στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και ως πνευματικού ανθρώπου γενικότερα. Συχνά παρεμβαίνει στα δημόσια πράγματα και εκφέρει με παρρησία τη γνώμη του, γραπτώς και προφορικώς. Γεννήθηκε το 1930 στην Καστοριά, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του, αλλά η καταγωγή του είναι από την Καλαμπάκα.  Έχω την τύχη να με τιμά με την φιλία του και να μου χαρίζει τα βιβλία του. Προσφάτως έγινα αποδέκτης του νέου περισπούδαστου συγγράμματός του, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρχαία Ελληνική Στρατιωτική Τεχνολογία», αποτελείται δε από 447 σελίδες μεγάλου σχήματος (26×20) και έχει εκδοθεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το 2025. Το έργο αυτό είναι καρπός δεκαετούς, έρευνας, μελέτης και σχεδιασμού.

Στον Πρόλογό του ο κ. Τάσιος επισημαίνει ότι πλέον έχει ακυρωθεί «η παλαιότερη ανιστόρητη άποψη πως τάχα οι Αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν να επιδείξουν σπουδαία επιτεύγματα στην Τεχνολογία, ενώ συμβαίνει το αντίθετο, ήτοι  η Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία, από τη Μυκηναϊκή έως και την Ελληνιστική Εποχή, θεωρείται ως θεμέλιο του Ελληνικού Πολιτισμού. Τα γιγαντιαία εγγειοβελτιωτικά έργα και οι τεράστιοι θόλοι των Μυκηναίων, μαζί με την αξεπέραστη επί αιώνες πεντηκόντορό τους, η γένεση της Επιστήμης στην Ιωνία μέσω της Τεχνολογίας, η κορύφωση της Σχολής της Αλεξανδρείας επί τέσσερις αιώνες, με τα Αυτόματα και την εφαρμοσμένη Χημεία της, το επιβεβαιώνουν.

Αυτήν την Ιστορία παρουσιάζει με συστηματική και επιστημονική δεοντολογία ο κ. Τάσιος στο περισπούδαστο αυτό σύγγραμμά του. Ξεκινά με συνοπτική παρουσίαση των σχετικών ευρημάτων της διεθνούς βιβλιογραφίας, συνεχίζει με εκτεταμένη παρουσίαση των σχετικών με το θέμα χωρίων των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και ολοκληρώνει τη μελέτη του με την δική του συμβολή στη διερεύνηση ορισμένων αμφισβητουμένων θεμάτων και παραθέτει σχετικούς δικούς του μαθηματικούς υπολογισμούς.

Δίνει απαντήσεις στο πώς ήταν κατασκευασμένα τα πλοία των Ελλήνων που νίκησαν τους Πέρσες στη Σαλαμίνα. Στο γιατί δεν σκίζονταν από τα δόρατα οι μυκηναϊκές ασπίδες που ήσαν φτιαγμένες από βοϊδοτόμαρο. Στο πώς κατασκευάζονταν οι πολυώροφοι αυτοκινούμενοι πολιορκητικοί πύργοι και οι καταπέλτες, καθώς και στο τί ακριβώς ήταν το «υγρόν πυρ». Σ’ αυτά και άλλα ερωτήματα περί της Στρατιωτικής Τεχνολογίας των αρχαίων Ελλήνων απαντά το εν λόγω βιβλίο.

Μελετώντας προσεκτικά τις αρχαίες γραπτές πηγές -κείμενα και εικόνες- ο συγγραφέας Θεοδόσης Τάσιος, μηχανικός και αρχαιομαθής, περιγράφει τα αμυντικά και επιθετικά όπλα των αρχαίων Ελλήνων από τη Μυκηναϊκή έως την Ελληνιστική περίοδο: τείχη, τάφρους, αναχώματα, καταπέλτες, πολιορκητικούς πύργους, ξίφη, τόξα, δόρατα, ασπίδες και πανοπλίες. Επίσης πολεμικά πλοία, φράγματα λιμένων, γεφυρώσεις ποταμών κ.ά. Συγχρόνως όμως εξηγεί τον τρόπο κατασκευής και λειτουργίας τους, βάσει μαθηματικών υπολογισμών ή και σύγχρονων πειραμάτων.

Αυτή η διπλή προσέγγιση, λεπτομερής ανασύσταση και κριτική-επιστημονική ανάλυση των αρχαίων πηγών, και μαζί, κριτική διερεύνηση της αποδοτικότητας των σχετικών τεχνολογιών, καθιστά μοναδικό το εν λόγω βιβλίο, όχι μόνο στην ελληνική αλλά και στη διεθνή βιβλιογραφία, στο οποίο εκτός των σχετικών περιγραφών και αναλύσεων περιλαμβάνονται και 250 εικόνες, κυρίως σχεδιασμένες από τον Θ. Τάσιο.

Αναλυτικά, το βιβλίο, μετά την Εισαγωγή (σσ. 15-18), διαιρείται σε οκτώ (8) ενότητες. Ειδικότερα:

Στην Εισαγωγή του επισημαίνει τις αιτίες συγκρούσεων (και πολέμων) μεταξύ των αρχαίων πόλεων, όπως συνοριακές διαφορές, καθώς και τους πολέμους με τους εισβολείς «βαρβάρους» (π.χ. Πέρσες) ή ακόμα και τον ρόλο ορισμένων φιλοδόξων αρχηγών πόλεων, οι οποίοι από ατομικό συμφέρον παρέσυραν τους λαούς τους σε πολεμικές περιπέτειες. Επομένως οι πόλεμοι συνέβαλαν στην ανάπτυξη της στρατιωτικής τεχνολογίας.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Η ενδιάθετη όψη του Ασκληπιού

 

Ο Σάκης στάθηκε μπροστά στον ανδριάντα του Ασκληπιού, στο κέντρο των Τρικάλων, και πάτησε το κουμπί της κάμερας για να αποτυπώσει τον εαυτό του. Μια απλή πράξη αυτοφωτογράφισης, σχεδόν καθημερινή, σχεδόν ασήμαντη. Κι όμως, μέσα στο κάδρο συνέβη κάτι που δεν υπάκουσε στην πρόθεση αλλά σε μια πιο υπόγεια λογική της εικόνας.

Η στάση του σώματός του, η ελαφρά κλίση του κεφαλιού, η ηρεμία που κάθισε στα χαρακτηριστικά του προσώπου του, μοιάζουν να μην είναι μόνο δικά του. Σαν να τα δανείστηκε για μια στιγμή από το μάρμαρο απέναντί του. Σαν να μην φωτογράφιζε απλώς τον εαυτό του μπροστά σε ένα άγαλμα, αλλά να συνομιλούσε σιωπηλά με μια μορφή που τον είχε ήδη προλάβει.

Ο Ασκληπιός, θεός της ίασης και της μέριμνας για το σώμα και την ψυχή, δεν στέκει εκεί μόνο ως μνημείο μνήμης. Στέκει ως ιδέα. Και οι ιδέες, όταν βρίσκονται αρκετό καιρό στο ίδιο σημείο, αρχίζουν να επηρεάζουν τον αέρα γύρω τους, τις κινήσεις των ανθρώπων, ακόμη και τις εκφράσεις τους.

Ίσως γι’ αυτό η φωτογραφία του Σάκη δεν είναι απλώς ένα self portrait. Είναι ένα στιγμιαίο ρήγμα ανάμεσα σε δύο όμοιες σιωπές: τη σιωπή του αγάλματος και τη σιωπή του προσώπου. Σαν να συναντήθηκαν δύο εκδοχές του ίδιου αρχέτυπου - η μία σμιλεμένη στο μάρμαρο, η άλλη προσωρινή, ευάλωτη, ανθρώπινη.

Και τότε γεννιέται η υποψία ότι ο Σάκης δεν στάθηκε ποτέ πραγματικά «μπροστά» στον Ασκληπιό. Στάθηκε δίπλα του, έστω και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, σε μια κοινή γλώσσα στάσης και βλέμματος. Σαν να ενεργοποιήθηκε μέσα του μια ενδιάθετη ιδιότητα που δεν ανήκει αποκλειστικά στο πρόσωπο, αλλά στην ίδια την πράξη της θέασης.

Ίσως τελικά κάθε φωτογραφία να είναι λιγότερο καταγραφή και περισσότερο αποκάλυψη: όχι αυτού που βλέπουμε, αλλά αυτού που ήδη μας διαπερνά χωρίς να το γνωρίζουμε. Και ο Σάκης, χωρίς πρόθεση, χωρίς επίγνωση, κατέγραψε κάτι τέτοιο. Όχι μόνο τον εαυτό του απέναντι σε ένα άγαλμα, αλλά το λεπτό σημείο όπου ο άνθρωπος αρχίζει να μοιάζει με αυτό που κοιτάζει.


Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Η Σιωπή της αγκαλιάς

 

Ο αισθησιακός χορός tango δεν χορεύεται, ψιθυρίζεται.

Γεννήθηκε εκεί όπου η θάλασσα συναντά τη μοναξιά, στα σκοτεινά σοκάκια του λιμανιού, κι από τότε κουβαλά μέσα του τη μνήμη των ανεκπλήρωτων πόθων. Είναι ένας χορός που δεν ζητά να φανερωθεί, αλλά να νιώσει - σαν μια εξομολόγηση που δεν ειπώθηκε ποτέ με λόγια.

Στην αγκαλιά του tango, δύο σώματα πλησιάζουν όσο χρειάζεται για να θυμηθούν ότι κάποτε ήταν ένα. Δεν υπάρχει αρχή ούτε τέλος, μόνο μια συνεχής αναπνοή που γίνεται κοινή, ένας παλμός που συγχρονίζεται σιωπηλά. Ο άνδρας καθοδηγεί, αλλά δεν επιβάλλεται, η γυναίκα ακολουθεί, αλλά δεν υποτάσσεται. Τα πόδια μπλέκονται, απομακρύνονται και ξανασυναντιούνται, σαν να αφηγούνται μια ιστορία έλξης και απόστασης. Τα βήματα δεν είναι βήματα, αλλά ίχνη επιθυμίας πάνω στο πάτωμα - στιγμές που γεννιούνται και χάνονται πριν προλάβουν να ειπωθούν.

Η μουσική ανασαίνει μαζί τους. Το μπαντονεόν θρηνεί και υπόσχεται, σαν καρδιά που ραγίζει και ξαναγεννιέται μέσα στον ίδιο ρυθμό. Κάθε παύση είναι ένα βλέμμα που κρατήθηκε λίγο παραπάνω. Κάθε κίνηση, ένα άγγιγμα που τόλμησε να υπάρξει.

Και μέσα σε αυτή τη λεπτή ισορροπία, ο χρόνος λυγίζει. Οι σκιές μακραίνουν, τα σώματα μπλέκονται, και η επιθυμία παίρνει μορφή χωρίς ποτέ να αποκαλύπτεται πλήρως.

Ο αισθησιασμός του τάγκο δεν βρίσκεται στην υπερβολή, αλλά στη λεπτομέρεια: στο βλέμμα που αποφεύγεται για να δυναμώσει η ένταση, στην ανάσα που συγχρονίζεται, στην ανεπαίσθητη πίεση του χεριού στη μέση. Είναι ένας χορός που μιλά για την επιθυμία χωρίς να την φωνάζει, για την οικειότητα χωρίς να την εκθέτει.


ΤΑΧΑ ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΗ

 

Ενθουσιώδης λόφος, ταπεινός φράχτης και μια τσαχπίνα τσαπουρνιά που έχει ντυθεί για γάμο μου κόβουν αίφνης τον περίπατό μου. Ω πες μου του κάμπου άγρια τσαπουρνιά, εσύ που ανίκητη φαντάζεις τάχα χιονισμένη, φορώντας ένα αιχμηρό λευκό σαν μια καρτερική ανάμνηση του χειμώνα. Ναι, πες μου τα μυστικά σου δέντρο αγκαθερό, διάβασε και τραγούδησέ μου τα ημιτόνια του διαφανούς χιτώνα σου. Το δέντρο ολότρεμο και τρυφερό με κοιτάζει και μου λέει: «Είπα να δοξάσω την άνοιξη, να σηκώσω τη σημαία της, γι’ αυτό και πουδραρίστηκα έτσι με τη ζωντάνια της άσπρης άχνης». Η λεύκα, αν και γυμνή, απλώνει τη σκέπη της για να προστατεύσει το διάτρητο νυχτικό της τσαπουρνιάς. Κι εγώ μαζί, γυμνός από μέσα μου, μια ζωή πεφορτισμένος, προσέρχομαι με τις ρήσεις του Παλλαδά στη σκέψη μου: «Γῆς ἐπέβην γυμνός, γυμνὸς θ’ ὑπὸ γαῖαν ἄπειμι, καὶ τί μάτην μοχθῶ γυμνὸς ὁρῶν τὸ τέλος;» Αλίμονο, μπαίνοντας στην καρδιά της άνοιξης, ακόμα δεν μπορώ να απαλλαγώ από τη μελαγχολία της χειμωνιάτικης γυμνότητας και σκέφτομαι τα χειρότερα. 

Του Ηλία Κεφάλα


Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Ελπίς Ανέστη: η εύθραυστη Ανάσταση του σύγχρονου κόσμου

 

Η ευχή «Χριστός Ανέστη» αντηχεί κάθε χρόνο με την ίδια τελετουργική βεβαιότητα, σαν ένας παλμός που διασχίζει τον χρόνο και ενώνει γενιές. Κι όμως, στον σημερινό κόσμο, η ηχώ της μοιάζει να χάνεται μέσα σε έναν θόρυβο από πολέμους, κραυγές πόνου και σιωπές αδικίας. Εκεί όπου η φτώχεια βαθαίνει, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια τραυματίζεται και η «πτώση» -η ηθική, η κοινωνική, η υπαρξιακή- μοιάζει να κυριαρχεί, η αναστάσιμη ευχή κινδυνεύει να καταντήσει ένα κενό σχήμα λόγου, μια φράση που επαναλαμβάνεται χωρίς να συγκινεί.

Δεν είναι όμως η ευχή που έχασε το νόημά της, είναι ίσως ο άνθρωπος που απομακρύνθηκε από την εμπειρία που αυτή κουβαλά. Διότι η Ανάσταση δεν υπήρξε ποτέ μια εύκολη υπόσχεση. Προηγήθηκε ο πόνος, η εγκατάλειψη, η αδικία, ο θάνατος. Αν κάτι καθιστά την Ανάσταση αληθινή, είναι ακριβώς το γεγονός ότι γεννιέται μέσα από το σκοτάδι, όχι έξω από αυτό.

Και όμως, σήμερα, το σκοτάδι μοιάζει να επιμένει χωρίς λύτρωση. Γι’ αυτό ίσως γεννιέται μέσα μας η ανάγκη να αναζητήσουμε μια άλλη διατύπωση, πιο κοντά στη βιωμένη μας εμπειρία: «Ελπίς Ανέστη». Όχι ως άρνηση της παραδοσιακής ευχής, αλλά ως μια προσπάθεια να την κατανοήσουμε εκ νέου. Διότι αν η Ανάσταση σημαίνει κάτι για τον σύγχρονο άνθρωπο, αυτό δεν είναι μια θριαμβευτική βεβαιότητα, αλλά μια εύθραυστη, επίμονη ελπίδα.

Η ελπίδα δεν καταργεί τον πόνο, ούτε διαγράφει την αδικία. Είναι όμως εκείνη η εσωτερική αντίσταση που δεν επιτρέπει στο σκοτάδι να γίνει οριστικό. Είναι η μικρή φλόγα που επιμένει να καίει, ακόμη κι όταν όλα γύρω μοιάζουν σβηστά. Σε έναν κόσμο που συχνά διαψεύδει τις προσδοκίες μας, η ελπίδα γίνεται πράξη πίστης - όχι απαραίτητα θρησκευτικής, αλλά βαθιά ανθρώπινης.

Ίσως, λοιπόν, το «Χριστός Ανέστη» να μην έχει χάσει την αλήθεια του, απλώς ζητά να ακουστεί αλλιώς. Όχι ως βεβαιότητα που επιβάλλεται, αλλά ως ερώτημα που ανοίγεται: μπορεί να αναστηθεί κάτι μέσα σε αυτόν τον κόσμο; Μπορεί να αναστηθεί η δικαιοσύνη, η συμπόνια, η αλληλεγγύη;

Και τότε, το «Ελπίς Ανέστη» δεν αντικαθιστά την παραδοσιακή ευχή, τη φωτίζει από μέσα. Της δίνει πνοή, την επαναφέρει στο πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας. Γιατί τελικά, αν κάτι μπορεί να αναστηθεί σήμερα, δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά η ίδια η δυνατότητα του ανθρώπου να πιστέψει ξανά στο φως, ακόμη και όταν περιβάλλεται από σκοτάδι.

Ίσως αυτό να είναι το πιο αληθινό νόημα της Ανάστασης στην εποχή μας: όχι η άρνηση της πραγματικότητας, αλλά η επιμονή να τη μεταμορφώσουμε. Και αυτή η επιμονή έχει ένα όνομα: ελπίδα.


Με κατάνυξη και συμμετοχή οι πασχαλινές δράσεις του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βαλτινού

 

Με ιδιαίτερη κατάνυξη και ενεργή συμμετοχή ολοκληρώθηκαν οι πασχαλινές δραστηριότητες του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βαλτινού, αναδεικνύοντας για ακόμη μία χρονιά το πνεύμα της συλλογικότητας και της παράδοσης που χαρακτηρίζει την τοπική κοινωνία.

Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, οι νέες γυναίκες του χωριού επιμελήθηκαν με φροντίδα και αισθητική τον στολισμό του Επιταφίου, προσφέροντας ένα αποτέλεσμα που συγκίνησε και ενέπνευσε τους πιστούς. Παράλληλα, μέλη του συλλόγου συμμετείχαν ενεργά στους ψαλμούς των εγκωμίων, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας κατανυκτικής ατμόσφαιρας που έφερε πιο κοντά τους κατοίκους στο βαθύτερο νόημα των ημερών.

Η πασχαλινή παρέμβαση του συλλόγου κορυφώθηκε με τον εκκλησιασμό των μελών του κατά τη Θεία Λειτουργία της Δευτέρας ημέρας του Πάσχα, στον Ιερό Ναό της Παναγίας "Κοίμησις της Θεοτόκου", όπου η παρουσία τους αποτέλεσε ζωντανή μαρτυρία πίστης και ενότητας.

Η πρόεδρος του συλλόγου, Ρίκα Βότσιου - Πλεξίδα, απηύθυνε θερμές ευχές προς όλους τους κατοίκους του χωριού, καθώς και προς τους απανταχού Βαλτσινιώτες, εκφράζοντας την ελπίδα για υγεία, πρόοδο και διατήρηση των παραδόσεων που ενώνουν την κοινότητα.

Οι δράσεις αυτές επιβεβαιώνουν τον ουσιαστικό ρόλο του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βαλτινού στη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας και στην ενίσχυση των δεσμών μεταξύ των μελών της τοπικής κοινωνίας.



Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Εικόνες του χωριού: Ο στολισμός του Επιταφίου

 Άνθη μνήμης και σιωπηλής συνέχειας

Στη σιωπηλή ιερότητα της Μεγάλης Εβδομάδας, εκεί όπου ο χρόνος έμοιαζε να επιβραδύνεται και η κοινότητα να επιστρέφει στον βαθύτερο εαυτό της, το έθιμο του στολισμού του Επιταφίου αποκτούσε μια ξεχωριστή, σχεδόν μυσταγωγική σημασία. Ο στολισμός του Επιταφίου εκτός από μια πράξη καλλωπισμού, γινόταν και μια πράξη μνήμης, πίστης και συνέχειας.

Στις φωτογραφίες, νέες γυναίκες του Εκπολιτιστικού Συλλόγου, σκύβουν με προσοχή και τρυφερότητα πάνω από τον Επιτάφιο του Αγίου Αθανασίου στο Βαλτινό. Τα χέρια τους κινούνται με ακρίβεια, τοποθετώντας λουλούδια ένα προς ένα, σαν να υφαίνουν έναν αόρατο διάλογο με το παρελθόν. Τα άνθη -λευκά, μωβ, ροζ- δεν είναι τυχαία, είναι σύμβολα ζωής, πένθους και ελπίδας μαζί. Μέσα από αυτά, η φύση συνομιλεί με το θείο, και η ανθρώπινη παρουσία βρίσκει τρόπο να εκφράσει το ανείπωτο.

Αυτό που συγκινεί βαθύτερα δεν είναι μόνο η ομορφιά του στολισμού, αλλά η ίδια η παρουσία των νέων γυναικών. Σε μια εποχή που συχνά χαρακτηρίζεται από απομάκρυνση από τις παραδόσεις, εκείνες επιλέγουν να σταθούν μέσα στον ναό, να γίνουν κρίκοι μιας αλυσίδας που ενώνει γενιές. Δεν αντιγράφουν απλώς ένα έθιμο, το επανανοηματοδοτούν. Το φέρνουν στο σήμερα με τη δική τους ευαισθησία, με τον δικό τους ρυθμό, με μια σιωπηλή αλλά ουσιαστική συμμετοχή.

Κάθε λουλούδι που τοποθετείται είναι και μια μικρή πράξη αντίστασης στη λήθη. Είναι μια υπενθύμιση ότι η παράδοση δεν είναι κάτι στατικό, αλλά κάτι που ζει όσο υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να την υπηρετήσουν με αγάπη. Η Δώρα, η Σοφία και όλες οι γυναίκες του Συλλόγου δεν στολίζουν μόνο έναν Επιτάφιο, στολίζουν την ίδια τη συλλογική μνήμη του τόπου τους.

Και μέσα σε αυτή την απλή αλλά βαθιά πράξη, κρύβεται και μια ελπίδα: πως ό,τι αξίζει πραγματικά δεν χάνεται, αλλά μεταδίδεται σιωπηλά, από χέρι σε χέρι, από καρδιά σε καρδιά.



Πάσχα στο Βαλτινό: Γιορτή αγάπης, παράδοσης και συντροφικότητας

 

Η πρώτη ημέρα του Πάσχα στο Βαλτινό ξημερώνει με μια ιδιαίτερη λάμψη, είναι η ημέρα της αγάπης, της Ανάστασης και της ψυχικής ανάτασης. Από νωρίς το πρωί, το χωριό ζωντανεύει μέσα σε μια ατμόσφαιρα γιορτινή, όπου οι μυρωδιές και οι ήχοι μπλέκονται αρμονικά και δημιουργούν ένα σκηνικό βαθιάς παράδοσης και συλλογικής χαράς.

Φέτος, όπως κάθε χρόνο, το ψήσιμο του οβελία ξεκίνησε από τις πρώτες πρωινές ώρες. Οι αυλές και οι δρόμοι γέμισαν με ψησταριές, τα κάρβουνα άναψαν και τα αρνιά άρχισαν να στριφογυρίζουν υπομονετικά στις σούβλες. Δίπλα τους, κατσίκια, κοκορέτσια και κοντοσούβλια «έδωσαν και πήραν», σκορπίζοντας δελεαστικές μυρωδιές που άνοιγαν την όρεξη και καλούσαν μικρούς και μεγάλους να πλησιάσουν. Υπήρχαν, βέβαια, και εκείνοι που προτίμησαν την ησυχία της κουζίνας, ετοιμάζοντας το παραδοσιακό γιορτινό φαγητό με τον δικό τους τρόπο, κρατώντας ζωντανή μια διαφορετική, αλλά εξίσου αγαπημένη εκδοχή του εθίμου.

Το πασχαλινό τραπέζι αποτελεί αναμφίβολα την καρδιά της ημέρας, είναι η στιγμή που η οικογένεια και η παρέα ενώνονται, που οι αποστάσεις μικραίνουν και οι καρδιές πλησιάζουν. Γύρω από τον οβελία που γυρίζει αργά και σταθερά, συγκεντρώνονται όλοι, παρακολουθώντας με ανυπομονησία το ψήσιμο. Εκεί, δίπλα στη φωτιά, βρίσκεται και το κοκορέτσι ή το κεμπάπ, που ψήνονται εξίσου λαχταριστά, δίνοντας μια επιπλέον νότα στο γιορτινό σκηνικό.

Σιγά σιγά, το τραπέζι αρχίζει να γεμίζει: τυριά, φρέσκες σαλάτες, κόκκινα αυγά και κάθε λογής παραδοσιακά εδέσματα παίρνουν τη θέση τους, ενώ το τσίπουρο, το κρασί και η μπύρα ρέουν άφθονα. Μέχρι να ετοιμαστεί το ψητό, η παρέα απολαμβάνει τους μεζέδες, τσουγκρίζει αυγά με ευχές για υγεία και χαρά, ανταλλάσσει λόγια, γέλια και πειράγματα.

Είναι αυτές οι στιγμές που δίνουν το αληθινό νόημα στη γιορτή: η συντροφικότητα, η απλότητα, η χαρά της συνύπαρξης. Στο Βαλτινό, το Πάσχα είναι ένα έθιμο, μια ζωντανή εμπειρία που ενώνει ανθρώπους, ανανεώνει δεσμούς και γεμίζει την καρδιά με φως, ελπίδα και αισιοδοξία για τη συνέχεια.






Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Το Άγιο Φως στο Βαλτινό

 

Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, το Βαλτινό ντύθηκε με εκείνη τη σιωπηλή ευλάβεια που προμηνύει τη μεγάλη στιγμή. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, οι πιστοί άρχισαν να συγκεντρώνονται στον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου, κρατώντας λευκές λαμπάδες, με πρόσωπα φωτισμένα από την προσμονή και καρδιές γεμάτες κατάνυξη.

Ο ναός γέμισε ασφυκτικά. Ψίθυροι προσευχής και χαμηλές συνομιλίες μπλέκονταν με το λιβάνι, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα ιερή, σχεδόν μυσταγωγική. Και τότε, λίγο πριν σημάνει μεσάνυχτα, τα φώτα έσβησαν. Ένα βαθύ σκοτάδι απλώθηκε, σαν να αγκάλιασε όλο τον χώρο, θυμίζοντας το πέρασμα από τη θλίψη της Σταύρωσης στη σιωπή της προσμονής.

Μέσα σε αυτή τη σιγή, ο ιερέας εξήλθε από το ιερό κρατώντας τη φλόγα του Αγίου Φωτός. Η φωνή του αντήχησε καθαρή και δυνατή: «Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός». Με σεβασμό και συγκίνηση, οι πιστοί έτειναν τις λαμπάδες τους, μεταδίδοντας ο ένας στον άλλο το φως. Μέσα σε λίγες στιγμές, το σκοτάδι υποχώρησε και ο ναός πλημμύρισε από μικρές φλόγες, σύμβολα ζωής και ελπίδας.

Το Άγιο Φως πέρασε από χέρι σε χέρι, από βλέμμα σε βλέμμα, σηματοδοτώντας την Ανάσταση του Χριστού - το πέρασμα από τον θάνατο στη ζωή, τη νίκη του φωτός απέναντι στο σκοτάδι.

Στη συνέχεια, το πλήθος κατευθύνθηκε έξω από τον ναό, στον προαύλιο χώρο, όπου τελέστηκε η υπαίθρια λειτουργία. Η νύχτα ήταν γαλήνια, σαν να περίμενε κι εκείνη τη μεγάλη στιγμή. Και ακριβώς τα μεσάνυχτα, μετά την ανάγνωση του Ιερού Ευαγγελίου, ο ιερέας έψαλλε το χαρμόσυνο «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών».

Αμέσως, οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν πανηγυρικά, σπάζοντας τη σιωπή της νύχτας. Ο κόσμος αντάλλαξε ευχές: «Χριστός Ανέστη!» - «Αληθώς Ανέστη!». Πρόσωπα φωτίστηκαν, μάτια γέμισαν δάκρυα χαράς, άνθρωποι αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν, μοιράζοντας τη συγκίνηση της Ανάστασης.

Ήταν μια στιγμή βαθιά ανθρώπινη και ταυτόχρονα θεϊκή, όπου το χωριό έγινε μια κοινότητα ενωμένη μέσα στο φως και την πίστη.

Μετά την τελετή, οι περισσότεροι επέστρεψαν στα σπίτια τους, κρατώντας προσεκτικά το Άγιο Φως. Εκεί τους περίμενε το παραδοσιακό αναστάσιμο δείπνο: η ζεστή μαγειρίτσα και τα κόκκινα αυγά, σύμβολα ζωής και αναγέννησης. Μέσα από αυτά τα απλά, αλλά τόσο ουσιαστικά έθιμα, το Βαλτινό συνέχισε μια παράδοση που περνά από γενιά σε γενιά, κρατώντας ζωντανή τη μνήμη, την πίστη και την ελπίδα.
















Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΝΑΡΚΙΣΟΣ

 


Ο μυστικοπαθής κίτρινος νάρκισσος ψιθυρίζει σιγαλά αυτό που όλοι αισθάνονται και ας μην μπορούν κάποιοι να το πουν. Η αγάπη είναι η μόνιμη διάθεση να δίνεις ακόμα και όταν δεν παίρνεις. Η αγάπη είναι η προτροπή του θετικού, ο παρακλητικός κανόνας, η ώσμωση και η συσπείρωση πίσω από την ιδέα της συνεισφοράς. Η ερωτική αγάπη, το μέγα δόσιμο, ξέρει μόνο να παραδίνεται σωματικά και ψυχικά και να μην εκβιάζει. «Η αγάπη δεν είναι διαταγή», λέει ο Τσαρλς Μπουκόφσκι (1920-1994). Και ο Τζακ Κέρουακ (1922-1969) λέει το ίδιο με άλλον πιο παραστατικό τρόπο: «Ως τώρα τίποτα δεν βρήκα άλλο πέρα από τη διάθεση να δώσω». Ας δώσουμε λοιπόν. Μέρες που είναι, αλλά και πέρα από αυτές. 

Του Ηλία Κεφάλα



Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΨΑΡΟΠΟΤΑΜΟ

 

Το μικρό ποτάμι, αν και πολύ ρηχό στο περισσότερο μήκος του, περιλαμβάνει και κάποιες μαυρογάλαζες βάθες κατά διαστήματα. Πρόκειται για τα λεγόμενα «κουλούρια», που προκύπτουν λόγω της περιστροφής των νερών, εκεί όπου μικροί μαθαίναμε κολύμπι. Θυμάμαι που τα παμπάλαια αυτά νερά ήταν πάντα πλούσια σε καραβίδες, καβούρια, μπριάνες, λαβράκια και κεφαλόπουλα. Δηλαδή τα πιο γλυκά ποταμίσια ψάρια. Ο παππούς μου εκεί μου μάθαινε να ρίχνω δίχτυα και να ψαρεύω με εγκράτεια, προσέχοντας τη διάσωση του υδρόβιου κόσμου. Τα μικρά ψάρια τα ξαναρίχναμε στο νερό. Τα καβούρια δεν τα μαζεύαμε καθόλου. Από τις καραβίδες δεν παίρναμε αυτές που είχαν αυγά και ο παππούς μου τις καταλάβαινε, μυστήριο πώς, με μια ματιά. «Μην τις παίρνεις», μου έλεγε, «θα αρχίσουν να κλαίνε και ποιος τις ακούει μετά». Μα κλαίνε οι καραβίδες; Δεν είναι ζώα της σιωπής, όπως τα ψάρια; Όταν πριν λίγα χρόνια άκουσα για την ταινία «Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες» και πριν ακόμα διαβάσω το ομότιτλο βιβλίο της Delia Owens, αναρωτήθηκα με αγωνία: «Κοίτα να δεις, όχι μόνο κλαίνε, αλλά τραγουδάνε κιόλας οι καραβίδες». Πού να είναι τώρα ο μυθικός παππούς; Σήμερα θα του έλεγα εγώ για τους μύθους και τους συμβολισμούς της καραβίδας και θα έκανα πιο πειστικά τα παραμύθια του. Πέθανε αρκετά μεγάλος. Περιμένω να περάσουν κάμποσα χρόνια ακόμα για να γίνω συνομήλικός του. 

Του Ηλία Κεφάλα



Στοχασμός για τη Μεγάλη Παρασκευή: Η σιωπή του ορίου

 

Η Μεγάλη Παρασκευή εκτός από μια μέρα πένθους, είναι και ένα κάλεσμα σε στοχασμό για το ίδιο το βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης. Πίσω από τα σύμβολα και τις τελετουργίες, κρύβεται μια αλήθεια που υπερβαίνει το θρησκευτικό πλαίσιο: η συνάντηση του ανθρώπου με το όριο, τον πόνο και την απώλεια.

Είναι η ημέρα όπου ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την πιο σιωπηλή και πιο αδυσώπητη πλευρά της ζωής - τη φθορά. Όχι ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως εμπειρία: της αδικίας που δεν αποκαθίσταται άμεσα, της θυσίας που δεν αναγνωρίζεται, της αγάπης που δεν ανταποδίδεται. Η Μεγάλη Παρασκευή δεν εξιδανικεύει τον πόνο, τον εκθέτει γυμνό, χωρίς παρηγορητικές εξηγήσεις.

Και όμως, μέσα σε αυτή τη σιωπή, γεννιέται ένα παράδοξο νόημα. Η αξία της ανθρώπινης ύπαρξης δεν αποδεικνύεται όταν όλα βαίνουν καλώς, αλλά όταν ο άνθρωπος παραμένει όρθιος - ή έστω συνειδητός - μέσα στην κατάρρευση. Η αξιοπρέπεια δεν είναι προνόμιο της νίκης, αλλά της αντοχής. Η Μεγάλη Παρασκευή, έτσι, γίνεται σύμβολο της εσωτερικής ανθεκτικότητας: της ικανότητας να νοηματοδοτείς ακόμη και το ακατανόητο.

Ταυτόχρονα, είναι και μια ημέρα απογύμνωσης από ψευδαισθήσεις. Ο κόσμος δεν είναι δίκαιος εκ φύσεως, ούτε η αλήθεια θριαμβεύει πάντοτε άμεσα. Αυτό το δύσκολο μάθημα, όσο σκληρό κι αν είναι, ανοίγει τον δρόμο για μια βαθύτερη ελευθερία: την ελευθερία να επιλέγεις τη στάση σου απέναντι στην πραγματικότητα, ακόμη κι όταν δεν μπορείς να την αλλάξεις.

Ίσως, τελικά, η Μεγάλη Παρασκευή να είναι μια υπενθύμιση ότι το νόημα δεν βρίσκεται στην αποφυγή του πόνου, αλλά στη συνειδητή του διέλευση. Ότι η ανθρώπινη ζωή αποκτά βάθος όχι όταν αποφεύγει τις ρωγμές, αλλά όταν τις αναγνωρίζει και συνεχίζει.

Και μέσα σε αυτή τη βαριά, σχεδόν ασήκωτη σιωπή της ημέρας, διαφαίνεται κάτι λεπτό αλλά ουσιαστικό: η δυνατότητα της υπέρβασης. Όχι ως θαύμα, αλλά ως εσωτερική μεταμόρφωση. Μια υπόσχεση ότι ακόμη και στο πιο σκοτεινό σημείο, ο άνθρωπος μπορεί να γίνει φορέας νοήματος.

Η Μεγάλη Παρασκευή, έτσι, δεν είναι μόνο το τέλος ενός δράματος, είναι η πιο ειλικρινής ερώτηση που τίθεται στον άνθρωπο: τι σημαίνει να παραμένεις άνθρωπος, όταν όλα γύρω σου καταρρέουν;


Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Ανθισμένος Θρήνος, Υπόσχεση Ζωής

 

Στο ημίφως του ναού, εκεί όπου η σιωπή γίνεται προσευχή και ο χρόνος μοιάζει να λυγίζει, στέκει ο στολισμένος επιτάφιος του Ιερού ναού Αγίου Αθανασίου Βαλτινού - ένα έργο πίστης και μνήμης, υφασμένο με άνθη και ανθρώπινη συγκίνηση.

Τα λευκά ανθάκια, σαν ψιθυρισμένες ευχές, αγκαλιάζουν το ξύλινο κουβούκλιο, το μοβ και το ροζ ξεσπούν ανάμεσά τους σαν μικρές φλόγες ζωής μέσα στο πένθος. Ο στολισμός του επιταφίου είναι η σιωπηλή προσφορά ενός χωριού που θυμάται, που πονά, που ελπίζει. Κάθε άνθος μοιάζει να κρατά μια ιστορία: ένα χέρι που το τοποθέτησε με ευλάβεια, μια καρδιά που λύγισε, ένα βλέμμα που αναζήτησε παρηγοριά.

Ο επιτάφιος εκτός από σύμβολο θανάτου, είναι και το όριο όπου ο ανθρώπινος πόνος συναντά την υπόσχεση της Ανάστασης. Στο Βαλτινό, όπως και σε κάθε τόπο που κρατά ζωντανές τις ρίζες του, αυτή η στιγμή γίνεται κοινή εμπειρία. Οι άνθρωποι στέκονται γύρω του και ενώνονται μέσα του. Η παράδοση δεν είναι ανάμνηση, είναι ζώσα πράξη.

Κάτω από τα άνθη και τα υφάσματα, κάτω από τη σεμνή μεγαλοπρέπεια, υπάρχει κάτι βαθύτερο: η ανάγκη του ανθρώπου να δώσει νόημα στο πέρασμα, να μετατρέψει τον θρήνο σε ελπίδα. Και ίσως γι’ αυτό ο επιτάφιος του Βαλτινού δεν είναι μόνο όμορφος, είναι αληθινός.

Σαν μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ανάμεσα στον θάνατο και τη ζωή, στέκει εκεί, περιμένοντας όχι μόνο το «Χριστός Ανέστη», αλλά και τη σιωπηλή ανάσταση της ψυχής κάθε ανθρώπου που θα σταθεί μπροστά του.



Μέρες Επιταφίου

 


Αυτός που κρέμασε τον ήλιο

στο μεσοδόκι τ’ ουρανού

κρεμάται σήμερα σε ξύλο

ίλεως, Κύριε, γενού

και στ’ ασπαλάθια της ερήμου

μια μάνα φώναξε «παιδί μου!»

 

Με τ’ Απριλιού τ’ αρχαία μάγια

με των δαιμόνων το φιλί

μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια

μπήκε κοράκι στην αυλή

κι όλα τ’ αγρίμια στο λαγκάδι

πήραν το δρόμο για τον Άδη.

 

Θα ξανασπείρει καλοκαίρια

στην άγρια παγωνιά του νου.

Αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια

στην άγια σκέπη τ’ ουρανού

κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι

θα γεννηθούμε τότε πάλι..

 

Νίκος Γκάτσος

Ανάλυση του ποιήματος

Το ποίημα αυτό κινείται καθαρά στον άξονα της χριστιανικής συμβολικής, αλλά τον υπερβαίνει, δίνοντάς του μια υπαρξιακή και σχεδόν κοσμική διάσταση. Μπορούμε να το δούμε σε τρεις βασικές ενότητες: τη Σταύρωση, τη διατάραξη της φύσης, και την προσδοκία της Ανάστασης.

1. Η θεϊκή ταυτότητα και η ταπείνωση

«Αυτός που κρέμασε τον ήλιο / στο μεσοδόκι τ’ ουρανού
κρεμάται σήμερα σε ξύλο»

Εδώ έχουμε μια έντονη αντίθεση (οξύμωρο σχήμα):

·         Ο δημιουργός του σύμπαντος («κρέμασε τον ήλιο»)

·         γίνεται ο ίδιος θύμα («κρεμάται σε ξύλο»)

Η λέξη «μεσοδόκι» (δοκάρι) δημιουργεί μια αναλογία: ο ουρανός σαν οικοδόμημα, ο ήλιος σαν κάτι που έχει «στερεωθεί» από θεϊκό χέρι.

Άρα ο ποιητής αποδίδει στον Χριστό κοσμογονική δύναμη.

Το «ίλεως, Κύριε, γενού» είναι άμεση λειτουργική αναφορά (εκκλησιαστική γλώσσα) και δηλώνει: ικεσία για έλεος, συμμετοχή του ανθρώπου στο δράμα.

2. Η μητέρα και η ανθρώπινη διάσταση

«και στ’ ασπαλάθια της ερήμου
μια μάνα φώναξε “παιδί μου!”»

Η εικόνα αυτή είναι από τις πιο δυνατές: Τα ασπαλάθια (αγκαθωτά φυτά) παραπέμπουν στο μαρτύριο. Η «μάνα» είναι η Παναγία, αλλά και κάθε μάνα.

Ο ποιητής μεταφέρει τη θεϊκή τραγωδία σε καθαρά ανθρώπινο επίπεδο: ο πόνος της μητέρας γίνεται καθολικός πόνος.

3. Η διαταραχή της φύσης

«μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή
κι όλα τ’ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.»

Εδώ εμφανίζεται η κοσμική αναστάτωση: κουκουβάγια και κοράκι → σύμβολα θανάτου και κακοτυχίας. Τα αγρίμια κατεβαίνουν στον Άδη → ανατροπή της φυσικής τάξης.

Η φύση συμμετέχει στο Θείο Πάθος. Δεν είναι ουδέτερη: θρηνεί, αποσυντίθεται προσωρινά.

Παράλληλα, υπάρχει και μια λαϊκή-μαγική διάσταση:

«Με τ’ Απριλιού τ’ αρχαία μάγια / με των δαιμόνων το φιλί»

Ο Απρίλης (Άνοιξη) αντί για ζωή φέρνει σκοτάδι: ανατροπή της προσδοκίας → τραγικότητα.

4. Η ελπίδα και η Ανάσταση

«Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νου.»

Εδώ περνάμε στην τρίτη ενότητα: από τον θάνατο → στην αναγέννηση.

Το «καλοκαίρι» συμβολίζει: ζωή, φως, πληρότητα, ενώ η «παγωνιά του νου»: πνευματική νέκρωση, απελπισία.

Ο Χριστός παρουσιάζεται ως σπορέας ζωής.

5. Η καθολικότητα της σωτηρίας

«κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι..»

Το ποίημα κορυφώνεται εδώ: δεν αφορά μόνο ένα θείο γεγονός, αλλά ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Η επανάληψη («εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι») δείχνει: καθολικότητα, ισότητα όλων μπροστά στη σωτηρία.

Η «νέα γέννηση» είναι: πνευματική, υπαρξιακή, όχι απλώς θρησκευτική.

Κεντρική ιδέα:
Η θυσία του Χριστού δεν είναι μόνο ιστορικό ή θρησκευτικό γεγονός, αλλά μια παγκόσμια διαδικασία θανάτου και αναγέννησης που αφορά κάθε άνθρωπο και τον ίδιο τον κόσμο.


Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Το Πάσχα του Χάρη

 Του Χάρη Αγγελή

Στο χωριό, η άνοιξη δεν ερχόταν με τα ημερολόγια, αλλά με τις φωνές των παιδιών. Και για τον Χάρη, όλα άρχιζαν εκείνη τη μέρα που περνούσαν οι λαζαρίνες.

Με τα καλαθάκια τους στολισμένα με λουλούδια, έμοιαζαν σαν μικρές πολύχρωμες πομπές που έφερναν μαζί τους την υπόσχεση της γιορτής. «Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάϊα…» τραγουδούσαν, και οι νοικοκυρές έβγαιναν στις αυλόπορτες με χαμόγελο, γεμίζοντας τα καλάθια τους με ξυλοκέρατα, καραμέλες, αυγά και σύκα.

Από εκείνη τη στιγμή, για τον Χάρη, το Πάσχα είχε ήδη αρχίσει.

Το σχολείο έκλεινε και η γειτονιά γέμιζε φωνές, γέλια και τρεχαλητά. Όμως εκείνος αγαπούσε περισσότερο τα βράδια στην εκκλησία. Μαζεύονταν όλα τα παιδιά του χωριού, στριμώχνονταν στις γωνιές, άκουγαν τις ψαλμωδίες και, κρυφά-κρυφά, έπαιζαν και κανένα κρυφτό. Μέχρι που η φωνή του παπά έκοβε τη σκανταλιά:
«Αμαρτία είναι, παιδάκια… ο Χριστός περνά τα πάθη Του».

Τα μεσημέρια, οι γυναίκες κουβαλούσαν νερό με τα γκιούμια και έπλεναν την εκκλησία, μέσα κι έξω. Τα κορίτσια έφερναν λουλούδια από τις αυλές, και σιγά-σιγά ο επιτάφιος στολιζόταν σαν ανοιξιάτικο περιβόλι.

Εκεί, στο προαύλιο, ο Χάρης έκανε φίλους. Τον Γκέλια, τον Σιούλα, κι ύστερα τον Πίπη - ένα παιδί από την άλλη γειτονιά, που ήξερε όλα τα τραγούδια. Μαζί περνούσαν κάτω από τον επιτάφιο, στην αρχή με τις μανάδες τους, ύστερα μόνοι τους, γελώντας, σαν να ήταν παιχνίδι. Μα βαθιά μέσα τους κάτι τους έλεγε πως δεν ήταν.

Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί, πήραν τα καλάθια τους και βγήκαν να πουν τα κάλαντα. Ο Πίπης άρχισε πρώτος:
«Σήμερα μαύρος ουρανός…»

Οι άλλοι ακολούθησαν, άλλος σωστά, άλλος φάλτσα, μα με ψυχή. Και τα καλάθια γέμιζαν ξανά. Καραμέλες, σύκα, αυγά, καμιά φορά και καμιά παράδα. Τα κόκκινα αυγά όμως δεν τα άγγιζαν.
«Αμαρτία είναι πριν την Ανάσταση», έλεγε η γιαγιά. Κι αυτό έφτανε.

Το Μεγάλο Σάββατο το σπίτι ήταν γεμάτο φωνές. Η μάνα κυνηγούσε τα παιδιά να τα λούσει, εκείνα φώναζαν πως πεινούσαν. Εκείνη τους έδινε ψωμί με ζάχαρη και λίγο νερό για να «κρατάει», κι ύστερα, με απειλές και παρακάλια, κατάφερνε να τα καθαρίσει.

Ξημέρωνε Ανάσταση.

Η καμπάνα χτύπησε από τα χαράματα. Η μάνα έντυσε τα παιδιά, φόρεσε κι εκείνη το καλό της φουστάνι και πήραν όλοι μαζί τον δρόμο για την εκκλησία.

Ο χώρος έλαμπε. Καντήλες, λαμπάδες, κεριά - φως παντού. Τα πρόσωπα των ανθρώπων φωτίζονταν όπως και των αγίων στις εικόνες. Οι ψαλμωδίες γέμιζαν τον αέρα.

Ο Χάρης ξέφυγε από την οικογένεια και βγήκε έξω. Οι φίλοι του ήταν ήδη εκεί, στάζοντας κερί στα δάχτυλα και στα νύχια, γελώντας σιγανά.

Και ύστερα-
«Χριστός Ανέστη!»

Η εκκλησία σείστηκε. Οι καμπάνες χτυπούσαν δυνατά, τόσο που νόμιζες πως σκίζουν τον ουρανό. Τα πουλιά σώπασαν, κι οι κουκουβάγιες πέταξαν μακριά.

Στο νεκροταφείο, μικρά φώτα άναβαν πάνω στους τάφους. Ο Σιούλας είπε με σιγουριά:
«Στη Δευτέρα Παρουσία θα αναστηθούν όλοι».

Ο Χάρης το ήθελε αυτό. Ήθελε να ξαναδεί τον παππού του.

Μα η ζωή συνέχιζε.

Τα παιδιά τσούγκριζαν αυγά, γελούσαν, μάλωναν για το ποιο ήταν πιο γερό. Ο πατέρας έσφαζε το αρνί στην αυλή, με κινήσεις σίγουρες, και η μάνα ετοίμαζε το φαγητό.

Και το μεσημέρι άρχιζε το γλέντι.

Στην εκκλησία μαζεύονταν όλοι. Οι οργανοπαίχτες έπαιζαν, οι γυναίκες πιάνονταν χέρι-χέρι, οι άντρες πίσω τους. Ζευγάρια, συγγενείς, αρραβωνιασμένοι. Κι όταν άρχιζε ο χορός, έπεφταν παράδες στα όργανα.

Κάτω από τα δέντρα, καραμελάδες και παγωτατζήδες είχαν απλώσει την πραμάτεια τους.

Τα παιδιά στάθηκαν μπροστά στο τρίκυκλο με τα παγωτά. Μιάμιση δραχμή δεν είχε κανείς. Ο παγωτατζής το έκοψε στα τρία.

Ο Πίπης δεν πήρε. Κοιτούσε μόνο. Τις κινήσεις, τα χέρια, τις σακούλες. Και όταν οι άλλοι έφευγαν, εκείνος μάζευε μια άδεια χάρτινη σακούλα, την φούσκωνε και την έσπαγε στο γόνατό του.

Για λίγο, ήταν σαν να είχε κι αυτός παγωτό.

Το απόγευμα, ο εσπερινός σταματούσε το γλέντι. Τα παιδιά έψαχναν στο χώμα για ξεχασμένα νομίσματα, σαν μικρά λαγωνικά.

Και ύστερα… όλα τελείωναν.

Την τρίτη μέρα, μετά τη λειτουργία, οι χωριανοί έλεγαν:
«Και του χρόνου».

Ο Χάρης στεκόταν σιωπηλός.

Γιατί ήξερε πως το «του χρόνου» ήταν πολύ μακριά. Και το Πάσχα, που τόσο περίμενε, είχε ήδη αρχίσει να γίνεται ανάμνηση.


επικοινωνιστε μαζι μας