Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

ΦΩΤΟΧΥΣΙΑ

 

Λαμπρό απόγευμα. Σε μια στιγμή ευκαιρίας ο ήλιος εντόπισε μια δίοδο στα σύννεφα και εισόρμησε προς το έδαφος, λούζοντας εκτυφλωτικά το κάθε τι που βρέθηκε στον δρόμο του. Το βουνό φωτίστηκε και η πεδιάδα γύμνωσε την κοιλιά της, προσμένοντας τις αιχμηρές ακτίνες να κεντήσουν το τατού της θεϊκής τους έμπνευσης. Βρέθηκα κι εγώ εκεί και θαύμασα το γεγονός, αλλά, ωστόσο, ένα βήμα πίσω το έκανα για προστασία. Ποτέ δεν μου αρέσαν τα τατού.

Του Ηλία Κεφάλα

 


Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

Το λουτρό της παραμονής των Χριστουγέννων

 Του Χάρη Αγγελή

Στο σπίτι με τις παγωνιές, το νερό είχε έναν και μόνο προορισμό: να πίνεται. Κανείς δεν τολμούσε να βγει ως την τουλούμπα για να πλυθεί, το κρύο εκεί έξω δάγκωνε σαν λύκος και μπορούσε να σου κόψει την ανάσα. Η μάνα το ήξερε καλά αυτό και δεν έκαιγε τον νου της για την καθαριότητα των παιδιών όσο εκείνα έμεναν μέσα. Όμως όταν έφτανε η ώρα της εκκλησίας, ούτε λέξη, δεν περνούσαν την εξώπορτα αν δεν άστραφταν τα ρούχα και τα προσωπάκια τους από καθαριότητα.

Η παραμονή των Χριστουγέννων ήταν η μεγάλη αφορμή. Από το προηγούμενο βράδυ άναβε η μάνα τη σόμπα και το τζάκι για να ζεστάνει ο οντάς. Έφερνε το σκαφίδι και το πράσινο σαπούνι, γέμιζε δυο γκιούμια νερό από την παγωμένη τουλούμπα και τα ζέσταινε στην κατσαρόλα και τον τέντζερη. Με το νερό της κατσαρόλας έλουζε τα κεφαλάκια, και με το νερό του τέντζερη τα ξέπλενε, ώσπου ο ατμός γέμιζε το δωμάτιο σαν σύννεφο.

—Ελάτε, ποιος θα λουστεί πρώτος; φώναζε με τα μανίκια σηκωμένα.

Καμία απάντηση. Τα παιδιά έκαναν πως δεν άκουγαν, μαζεμένα στις γωνιές σαν γατάκια που ξέρουν τι τα περιμένει.

—Ελάτε, παιδάκια μ’, να τελειώνουμε. Νύχτωσε, πότε θα κοιμηθείτε;

Τίποτα. Μόνο πνιχτά γελάκια και κλεφτές ματιές. Τότε η μάνα άλλαζε τόνο.

—Εγώ στην εκκλησία έτσι δεν σας πάω να μεταλάβετε. Θα σας αφήσω εδώ να γεμίσετε αμαρτίες.

Η λέξη «αμαρτίες» έκανε όλα τα κεφαλάκια να αναδεύονται, σαν φίδια που τα χτυπάει ο ήλιος της άνοιξης. Κι όμως, η αδιαφορία τους εξακολουθούσε να είναι τάχα κρυμμένη.

Τελευταίο της όπλο ήταν η ντροπή. Γύριζε στον μεγάλο.

—Καλά εσύ, Χάρη… του χρόνου θα πας σχολείο. Είσαι κοτζάμ παιδί. Δεν ντρέπεσαι τους συμμαθητές σου που θα ’ναι λουσμένοι και καθαροί;

Ο Χάρης λύγιζε πρώτος. Γονάτιζε μπροστά στο σκαφίδι, με το κεφάλι σκυμμένο.

—Έτσι μπράβο, πουλάκι μ’, έλεγε η μάνα. Τα μάτια κλειστά, να μην τσούξει το σαπούνι.

Με δυο χέρια σαπούνι τα κεφάλια άστραφταν. Και πάντα κάποιο θα ξεχνούσε να κρατάει κλειστά τα μάτια, τότε αρχίζανε τα κλάματα, τα μαλώματα και τα παρακάλια. Μετά έτρεχαν να αλλάξουν τις μάλλινες φανέλες, κι εκεί γίνονταν άλλες τόσες αψιμαχίες. Μα στο τέλος, η μάνα πετύχαινε τον σκοπό της, καθαρά παιδιά, έτοιμα για τα Χριστούγεννα.

Για να μεταλάβουν όμως, έπρεπε και να νηστέψουν. Το φαγητό τους ήταν μια φέτα ψωμί με ζάχαρη και λίγο νερό για να κολλήσει, ψωμί με κρεμμύδι και αλάτι ή κορόμηλα λιασμένα από το καλοκαίρι, βρασμένα με λίγη ζάχαρη, αυτά που έτρωγε όλη τη Σαρακοστή η γιαγιά, η θείτσα και η μάνα. Ο πατέρας από την άλλη δεν είχε πολλές σχέσεις με την εκκλησία. Μόνο στη γιορτή του πήγαινε, μην του βγει κανένα σουσούμι, γιατί ο μπατζανάκης του ήταν μάρτυρας του Ιεχωβά.

Τα παιδιά δεν άντεχαν τόσες μέρες νηστεία. Πεινούσαν, γκρίνιαζαν, και τα κορμάκια τους, λεπτά σαν ζεύλες που μπαίναν στον σβέρκο των αγελάδων για το κάρο, έδειχναν όλη την ταλαιπωρία τους.

—Αρτυθείτε εσείς… και θα μεταλάβετε, έλεγε τότε η μάνα. Θα πάρω εγώ την αμαρτία.

Κι εκείνα, μισοχαρούμενα, έτρωγαν ό,τι τους έβαζε.

Τρεις ώρες πριν τα χαράματα, η καμπάνα του παπά ξυπνούσε το χωριό. Τα καντήλια άναβαν από οντά σε μαγειρείο και πίσω, λάμπες φώτιζαν τα σπίτια. Η μάνα ξυπνούσε τα ζουρζουβούλια της σιγά-σιγά. Τους έβαζε καθαρά πουκάμισα, κολόβια, σακάκια, κοντά βρακάκια, τσιρέπια και καβουτσούκια. Μοσχομύριζαν πράσινο σαπούνι κι έλαμπαν, όπως τους έλεγε.

Έτσι ξεκινούσαν, σαν κλώσσα με τα κλωσσόπουλα. Τα δίδυμα και ο δεύτερος πιάνονταν από τη φούστα της μάνας. Ο μπέμπης στην αγκαλιά, τυλιγμένος με μαντανία. Ο Χάρης μπροστά-μπροστά, φουσκωμένος σαν το κριάρι του κοπαδιού.

Όταν μπήκαν στην εκκλησία, όλα τα παιδιά έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Για πρώτη φορά έβλεπαν εικόνες αγίων, παιδάκια άγνωστα αλλά ίδια ισχνά μ’ αυτά, κοριτσάκια με κοτσιδάκια, άντρες φαλακρούς, κοπέλες με φορεσιές, γιαγιάδες όλες ντυμένες ίδιες. Άκουγαν τις ψαλμωδίες χωρίς να καταλαβαίνουν, έβλεπαν τον παπά να θυμιατίζει, το παπαδοπαίδι να σκορπά λιβάνι, εκείνη τη μυρωδιά που μένει ανεξίτηλη στη μνήμη.

Όταν ο παπάς είπε «Μετά φόβου θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», η μάνα έκανε νόημα.

—Πάμε να πάρουμε σειρά.

Στριμώχτηκαν όλα κοντά στην πόρτα. Πρώτος μετάλαβε ο μπέμπης, ύστερα τα υπόλοιπα και τελευταία η μάνα.

Στον δρόμο του γυρισμού, ένα από τα δίδυμα ψιθύριζε συνεχώς «Κύριε, ελέησον…» με ύφος βαθιάς ευλάβειας. Τα άλλα τρία ξεκαρδίζονταν στα γέλια, και η μάνα, κουρασμένη αλλά ήσυχη πια, τα κοιτούσε και χαμογελούσε.

Ήταν Χριστούγεννα, κι ας είχαν πεινάσει, κι ας είχαν κλάψει με το σαπούνι. Ήταν Χριστούγεννα, κι η ζεστασιά στο σπίτι με τις παγωνιές γεννιόταν όχι από τη σόμπα, αλλά από τη φροντίδα και την αγάπη της μάνας.


Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

Η Τρυφερή σκιά του Πατέρα

 

Σε κάποιες οικογενειακές φωτογραφίες του Βαλτινού, πατέρες κρατούν τα παιδιά τους με εκείνη τη σιωπηλή βεβαιότητα πως ό,τι ακουμπάς στα χέρια σου είναι κομμάτι από το ίδιο σου το μέλλον. Στα πρόσωπά τους, άλλα αυστηρά, άλλα φωτισμένα απόν ένα αμήχανο χαμόγελο, διαβάζεις την προσπάθεια να φανούν αντάξιοι στιγμής που ξεπερνά τις λέξεις. Το παιδί, άλλοτε ανήσυχο, άλλοτε ακουμπισμένο στον ώμο τους σαν μικρή υπόσχεση, μοιάζει να τους καθρεφτίζει, μια αντανάκλαση του πατέρα σε χρόνο που δεν έχει φτάσει ακόμη.

Οι φωτογραφίες αυτές λένε ότι η γενεαλογία δεν είναι γραμμένη μόνο σε χαρτιά ή σε προφορικές μνήμες, είναι τυπωμένη στα πρόσωπα, στο σχήμα της παλάμης, στον τρόπο που ο πατέρας γέρνει να ακούσει το παιδί του, ακόμη κι αν εκείνη τη στιγμή το παιδί δεν μιλά. Είναι ένα συνεχές πέρασμα, ο πατέρας κουβαλά μέσα του τους δικούς του πατεράδες, κι ας μην εμφανίζονται στο κάδρο, κι εκείνο το παιδί που τον κρατά από το χέρι, ήδη κρατά άθελά του το μέλλον ανθρώπων που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί.

Στις λεπτομέρειες κρύβεται το πιο αληθινό, το χέρι του πατέρα που σφίγγει λίγο πιο πολύ από όσο χρειάζεται, σαν να θέλει να διασφαλίσει πως ο κόσμος δεν θα θρυμματιστεί γύρω τους, το βλέμμα του, που μπερδεύει την περηφάνια με φόβο, τον φόβο μήπως δεν προλάβει να μάθει στο παιδί όσα πρέπει. Γιατί ο πατέρας ξέρει ότι η ζωή δεν μεταδίδεται μόνο με το αίμα, μεταδίδεται με παράδειγμα, με σκιές και φως, με μικρές σιωπές που παιδεύονται να γίνουν σοφίες.


Κι όταν κοιτάζεις αυτές τις φωτογραφίες, χρόνια μετά, νιώθεις πως δεν βλέπεις απλώς ανθρώπους αλλά κρίκους μιας αλυσίδας που δουλεύει αδιάκοπα, το παρελθόν που στηρίζει το παρόν, το παρόν που ετοιμάζει το μέλλον. Η γενεαλογία γίνεται έτσι μια βαθιά ηθική πράξη, να παραδίνεις κάτι καλύτερο από ό,τι πήρες, ακόμη κι αν αυτό το «καλύτερο» είναι ένα μόνο βλέμμα καλοσύνης, μια χειρονομία εμπιστοσύνης, ένας τρόπος να στέκεσαι απέναντι στον κόσμο.

Κι έτσι, μέσα σε λίγες εικόνες του χωριού που θα μπορούσαν να χαθούν μέσα στον χρόνο, μένει η απόδειξη ότι κάθε πατέρας, ακόμη κι αν ποτέ δεν το ομολογεί, γράφει την ιστορία του πάνω στη ζωή του παιδιού του, και το παιδί, χωρίς να το ξέρει, την συνεχίζει. Έτσι λειτουργεί η γενεαλογία, ως μια αδιάκοπη συνομιλία ανάμεσα σε όσους υπήρξαν, όσους υπάρχουν, κι εκείνους που θα έρθουν. Ένα ήσυχο, αλλά ακατανίκητο ρεύμα που ενώνει όλες τις ζωές σε μία.


«Η παραμονή των Χριστουγέννων στο σπίτι μας» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Παραμονή Χριστουγέννων, το απόγευμα, είχε ήδη σκοτεινιάσει από νωρίς, κι ο αέρας μύριζε κάστανο και καπνό από τις καμινάδες στο χωριό. Η μάνα έβαλε το μεγάλο καρδάρι στη σόμπα, το γέμισε νερό, κι έφερε μέσα τη σκάφη για να μας πλύνει. Έλεγε πως το πρωί θα πηγαίναμε στην εκκλησία να κοινωνήσουμε και έπρεπε να είμαστε καθαροί, σαν άγγελοι. Πρώτη με έλουσε εμένα. Τα μαλλιά μου ήταν μακριά, ξανθοχάλκινα, ως τη μέση, και σπαστά. Όταν έπιανε η μάνα την τσατσάρα, γινόταν πανικός. Έκλαιγα, φώναζα, έλεγα πως μου τα ξερίζωνε, κι εκείνη προσπαθούσε να ξεμπλέξει τα κομπάκια με υπομονή και κοφτές ανάσες.

Στο τέλος, με δάκρυα στα μάτια, έτρεχα στον πατέρα, που καθόταν σε μια καρέκλα δίπλα στη σόμπα, και κούρνιαζα στην αγκαλιά του. Έβαζα το δάχτυλο στο στόμα κι εκείνος μου χάιδευε την πλάτη, σιγοτραγουδώντας το «Συννέφιασε στον Παρνασσό» με τη βραχνή φωνή του που με ηρεμούσε. Ο αέρας έξω σφύριζε στις γωνίες του σπιτιού, κι εγώ ένιωθα την ασφάλεια της αγκαλιάς του να μου φτιάχνει έναν μικρό, ζεστό κόσμο.

Όταν τελείωσε το τραγούδι, ξάπλωσε στο κρεβάτι και μας φώναξε κοντά του. Ο Γιώργος ήδη μισοκοιμόταν, μα εγώ ήθελα να μείνω ξύπνια, να ακούσω το παραμύθι. «Ποιο θες να σου πω σήμερα;» με ρώτησε χαμογελώντας. «Την Πούλια και τον Αυγερινό; Το Τσιουγκάνι; Ή τη Λαφίνα;» Ήξερε πως πάντα διάλεγα τη Λαφίνα.

Η Λαφίνα ήταν η ξανθιά νεράιδα με τα λευκά φτερά, που κάθε πρωί πήγαινε στη λιμνούλα να κάνει μπάνιο. Ο τσαγκάρης που έμενε κοντά την αγαπούσε, μα εκείνη δεν τον ήθελε. Ο πατέρας, με τη φωνή του γεμάτη εικόνες, μας περιέγραφε πώς η Λαφίνα, ένα πρωινό που νόμιζε πως ήταν μόνη, άφησε τα φτερά της πάνω σε ένα θάμνο, και μπήκε στη λίμνη. Ο τσαγκάρης παραμόνευε. Άρπαξε τα φτερά της και δεν της τα έδινε πίσω. Εκείνη τον παρακαλούσε, έκλαιγε, μα εκείνος της είπε πως θα της τα έδινε μόνο αν τον παντρευόταν. Η Λαφίνα είπε «ναι» κι έγινε ο γάμος τους.

Όταν τον ρώτησε να της δώσει τα φτερά, εκείνος αρνήθηκε. Της είπε πως έπρεπε να κάνουν δυο παιδιά, κι ύστερα θα της τα έδινε. Η νεράιδα δέχτηκε, τα χρόνια πέρασαν, έκαναν τα παιδιά τους, κι όταν εκείνα ήταν έτοιμα να πάνε σχολείο, η Λαφίνα είπε στον άντρα της: «Φέρε να δω τα φτερά, τα παιδιά πρέπει να πάνε σχολείο». Ο τσαγκάρης κατέβασε από το πατάρι τα φτερά των παιδιών και της Λαφίνας. Εκείνη φόρεσε πρώτα στα παιδιά τα φτερά τους, τα φίλησε και τους είπε να φιλήσουν τον πατέρα τους. Έπειτα, φόρεσε και τα δικά της και είπε: «Φεύγω μαζί με τα παιδιά. Με κράτησες με το ζόρι τόσα χρόνια. Φτάνει πια». Άνοιξαν τα φτερά τους κι έφυγαν ψηλά στον ουρανό, και δεν ξαναγύρισαν ποτέ.

«Και δεν γύρισαν ποτέ;» ρωτούσα κάθε φορά τον πατέρα, με την ελπίδα ότι εκείνος θα άλλαζε το τέλος. Εκείνος χαμογελούσε λυπημένα και έλεγε: «Έλα, νυφούλα μου, κανένας δεν μένει κάπου με το ζόρι».

Ο πατέρας μας έλεγε παραμύθια που μύριζαν αλήθεια, παραμύθια που ζωντάνευαν μες στο μυαλό μου σαν εικόνες. Ήξερε να διηγείται με έναν τρόπο που άκουγες τον άνεμο στις λεύκες, το νερό της λίμνης να κυματίζει, τον ήχο από το ψαλίδι του τσαγκάρη όταν έκοβε δέρματα. Μπορούσα να δω τη Λαφίνα, με τα μακριά της μαλλιά, να πετά ψηλά με τα παιδιά της, κι έπειτα έβλεπα τον τσαγκάρη να στέκεται μόνος, να περιμένει κάτω από τον ήλιο ή τη βροχή, τα χρόνια να περνούν, εκείνος να γερνά και να μην έρχονται ποτέ.

Ο Γιώργος ήθελε πάντα το παραμύθι με το Τσιουγκάνι, για τους ανθρώπους που είχαν θάρρος και εξυπνάδα στη ζωή, έλεγε πως ήθελε να γίνει δυνατός σαν εκείνους. Μα εγώ αγαπούσα τη Λαφίνα, ακόμα κι αν με στενοχωρούσε το τέλος. Μου μάθαινε πως η ελευθερία είναι πάνω από όλα, ακόμα κι αν κοστίζει μοναξιά.

«Άντε τώρα, πάτε για ύπνο», είπε ο πατέρας, «θα σας ξυπνήσει η μάνα σας πρωί για την εκκλησία». Μπήκα κάτω από τη βελέντζα, που μύριζε ξύλο και καθαριότητα, και ο ύπνος ήρθε γλυκός σαν πετιμέζι. Ο πατέρας έμεινε για λίγο ακόμα δίπλα μας, να μας χαϊδεύει τα μαλλιά, να μας κοιτά με εκείνα τα κουρασμένα μάτια του που γελούσαν, κι εγώ ένιωσα την καρδιά μου να γίνεται ήσυχη σαν το χιόνι που άρχισε να πέφτει σιωπηλά εκείνο το βράδυ.

Έξω, ο άνεμος περνούσε ανάμεσα στα δέντρα κι ο ουρανός φώτιζε με το φως του φεγγαριού που ετοίμαζε τη νύχτα των Χριστουγέννων. Κι εγώ, με τη μυρωδιά της σόμπας στα ρούχα μου και το τραγούδι του Παρνασσού να αντηχεί στα αυτιά μου, έκλεισα τα μάτια κι ονειρεύτηκα πως πέταξα κι εγώ με τη Λαφίνα, εκεί ψηλά, πάνω από τα χωράφια, πάνω από το χωριό, μακριά, μα πάντα πίσω στον πατέρα μου που με περίμενε με το χαμόγελό του, να μου πει το παραμύθι ξανά, μόλις ξημερώσουν τα Χριστούγεννα.


Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Οι έρμοι οι γεωργοκτηνοτρόφοι

 


Κρύο, βροχή και παγωνιά κι αυτοί εκεί στις στράτες

φορτίο έπεσε βαρύ στους ώμους τους, στις πλάτες.

Παλεύουνε να μείνουμε στον τόπο, στα χωριά τους,

τη γη τους να δουλέψουνε μαζί με τα παιδιά τους.

 

Αυξήσεις έρχονται πολλές, μία κοντά στην άλλη,

βουλιάξαν, δεν αντέχουνε να σκύβουν το κεφάλι.

Τα σπόρια, τα λιπάσματα σ' ανοδική πορεία,

το κόστος έβγαλε φτερά και γράφει ιστορία.

 

Πήραν τα καύσιμα φωτιά, ματώνει η ψυχή τους,

όλα του κόσμου τα κακά είναι εδώ μαζί τους.

Ο γεωργός ξοδεύετε, δεν ξέρει τι θα πάρει,

το μαγαζί ξεσκέπαστο και αδειανό τ’ αμπάρι.


Σαν φουκαράς παιδεύεται, λίγες φορές κερδίζει

και έχει τόσα στόματα που πρέπει να ταΐζει.

Χιλιάδες είναι τα τρακτέρ σε όλη την Ελλάδα,

κανάλια, ραδιόφωνα, τους παίζουνε αράδα.


Να μπούνε κι άλλοι στο χορό μαζί με τους αγρότες,

να βάλουν, να φορέσουνε τις λασπωμένες μπότες.

Οι κτηνοτρόφοι σχόλασαν, τους σφάξαν τα κοπάδια,

μείναν οι σκύλοι ορφανοί κι ουρλιάζουνε τα βράδια.

 

Κι εσύ βοσκέ περήφανε, που ίδρωνες κάθε μέρα,

κλάψε τώρα τον πόνο σου, βαρώντας την φλογέρα.

Ζητάς απ’ την κυβέρνηση πολιτική ν' αλλάξει;

Κάλιο τον λύκο να ’βαζες, τα ζώα να φυλάξει...

 

Λ. Μ.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

Στο καρουζέλ της μνήμης και της παιδικότητας

 

Τις μνήμες των παιδικών του χρόνων επιχείρησε να αναζητήσει ο συγχωριανός μας Θανάσης Καραμπάσης στα φετινά του γενέθλια, ανεβαίνοντας σ’ ένα καρουζέλ, σ’ εκείνον τον πολύχρωμο κύκλο που, όσο κι αν γυρίζει, μοιάζει να μας επιστρέφει πάντα στο ίδιο σημείο, στην αθωότητα. Καβάλα σ’ ένα ξύλινο άλογο, με το χαμόγελο εκείνο που δεν το φοράμε συχνά πια, άφησε για λίγο τις έγνοιες να χαθούν μέσα στον αέρα της στιγμής.

Ίσως τελικά η ανάγκη να κρατήσουμε την παιδικότητα μέσα μας να γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη, όσο πιο καθαρά αντιλαμβανόμαστε το θαύμα της ζωής. Γιατί όσο μεγαλώνουμε, τόσο ανακαλύπτουμε πως η χαρά δεν βρίσκεται στα μεγάλα επιτεύγματα, αλλά στις μικρές στιγμές που θυμίζουν κάτι από τότε που όλα ήταν απλά. Ένα παιχνίδι, μια μουσική, μια αίσθηση ελαφράδας, η μυστική υπόσχεση πως, παρά τα χρόνια, υπάρχει ακόμη χώρος για θαυμασμό.

Και κάπως έτσι, μέσα σ’ έναν παιχνιδότοπο γεμάτο φωνές παιδιών, ο Θανάσης βρήκε για λίγο τον μικρό εαυτό του. Όχι για να ξεφύγει από την πραγματικότητα, μα για να θυμηθεί ότι η ζωή, με όλη τη σοβαρότητα και το βάρος της, δεν παύει ποτέ να έχει τη γλύκα μιας παιδικής περιστροφής. Ίσως τελικά εκεί κρύβεται το μυστικό, να μην πάψουμε να ανεβαίνουμε στο καρουζέλ της ύπαρξης με την καρδιά όσο γίνεται ελαφρύτερη.


Επετειακή Εκδήλωση για τα 50 Χρόνια της ΣΜΥ στα Τρίκαλα

 

Μισό αιώνα παρουσίας στην πόλη των Τρικάλων συμπληρώνει φέτος η Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών (ΣΜΥ), ένας θεσμός που συνδέθηκε βαθιά με την τοπική κοινωνία και την ιστορία των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Με αφορμή την επέτειο των 50 χρόνων από την εγκατάστασή της στα Τρίκαλα, διοργανώνεται μια σημαντική επετειακή εκδήλωση, η οποία αναμένεται να τιμήσει το παρελθόν, να αναδείξει το παρόν και να σηματοδοτήσει τη συνέχεια της Σχολής.

Η κεντρική εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025, στις 17:00, στο Πνευματικό Κέντρο Τρικάλων «Αθανάσιος Τριγώνης». Στο επίσημο πρόγραμμα περιλαμβάνονται ομιλίες, προβολές και αναδρομές στην ιστορική διαδρομή της ΣΜΥ, η οποία από το 1975 αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής της πόλης.

Στο πλαίσιο των εορτασμών, όπως τονίζεται στη σχετική πρόσκληση, θα προηγηθεί επίδειξη εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων στο κέντρο της πόλης, προσφέροντας στο κοινό τη δυνατότητα να γνωρίσει από κοντά πτυχές της στρατιωτικής εκπαίδευσης και της καθημερινότητας των σπουδαστών της ΣΜΥ. Παράλληλα, οι εκδηλώσεις θα ολοκληρωθούν με δεξίωση στη Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Τρικάλων, όπου θα τιμηθούν πρόσωπα που υπηρέτησαν και συνέβαλαν στην εξέλιξη της Σχολής μέσα στις πέντε αυτές δεκαετίες.

Τα 50 χρόνια της ΣΜΥ στα Τρίκαλα δεν αποτελούν μόνο ένα ιστορικό ορόσημο, αλλά και μια ευκαιρία να αναδειχθεί ο ισχυρός δεσμός ανάμεσα στη Σχολή και την τοπική κοινωνία. Οι Τρικαλινοί έχουν αγκαλιάσει τη ΣΜΥ ως έναν θεσμό που προσφέρει σεβασμό, κύρος και διαρκή παρουσία, ενώ η πόλη έχει αποτελέσει ιδανικό περιβάλλον για την εκπαίδευση και τη διαμόρφωση των μελλοντικών υπαξιωματικών του Ελληνικού Στρατού.

Η επετειακή εκδήλωση αναμένεται να αποτελέσει μια ημέρα τιμής, μνήμης και υπερηφάνειας, καθώς η Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών συνεχίζει, όπως επί 141 χρόνια από την ίδρυσή της, να υπηρετεί με συνέπεια την αποστολή της και να γράφει τη δική της ξεχωριστή σελίδα στην ελληνική στρατιωτική ιστορία.

Η ιστορία της Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών 

Πρώτη Περίοδος (1884-1889)

Η σχολή για πρώτη φορά ιδρύθηκε υπό τον Χαρίλαο Τρικούπη με ονομασία Προπαρασκευαστικόν Υπαξιωματικών Σχολείον όπου εκεί εκπαιδεύονταν με διετή φοίτηση ιδιώτες προκειμένου να αποκτήσουν τον ρόλο του υπαξιωματικού. Στεγαζόταν στην Κέρκυρα και θεωρείται πρόδρομος της σημερινής ΣΜΥ. Η σχολή διαλύθηκε το 1889 υπό την ίδια κυβέρνηση που την ίδρυσε και μέχρι το 1925 δεν λειτούργησε παρόμοια σχολή υπαξιωματικών.

Δεύτερη Περίοδος (1925-1934)

Με προεδρικό διάταγμα της κυβέρνησης του Θεόδωρου Πάγκαλου το 1925 ιδρύθηκε το Στρατιωτικόν Οικοτροφείον Υπαξιωματικών στην Κεφαλονιά. Από τις 17 Φεβρουαρίου 1926 μεταφέρθηκε από την Κεφαλονιά στην Κέρκυρα όπου και λειτούργησε μέχρι το 1934. Στις 19 Ιουλίου 1926, η σχολή μετονομάστηκε σε Προπαρασκευαστική Σχολή Υπαξιωματικών. Η φοίτηση ήταν πενταετής, με επιλογή περιορισμού της στα τρία έτη ανάλογα με τις αποδόσεις των φοιτητών, που εκείνον τον καιρό ήταν στην πλειονότητα τους ορφανοί από τη Μικρασιατική καταστροφή. Στις 2 Οκτωβρίου 1926 κυρώθηκε με Προεδρικό Διάταγμα η σχολή. Το 1933 ψηφίστηκε Νόμος όπου την καταργούσε και από το 1934 μέχρι το 1949 δεν υπήρξε παρόμοια σχολή.

Τρίτη Περίοδος (1949-Σήμερα)

Μετά τη λήξη του καταστροφικού Εμφυλίου Πολέμου ιδρύθηκε τον Νοέμβριο 1949 η Προπαρασκευαστική Σχολή Υπαξιωματικών στην Πάτρα. Η σχολή κράτησε τη λειτουργία και τα κτίρια της παλαιότερης αλλά προσάρμοσε το πρόγραμμα της στα νέα δεδομένα της εποχής. Τον Ιούλιο του 1950 η σχολή με εντολή του Αλέξανδρου Παπάγου μετονομάστηκε σε Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών, τίτλο που διατηρεί μέχρι και σήμερα. Το 1953 η έδρα της ΣΜΥ μεταφέρθηκε στη Σύρο και το 1957 στη Σάμο. Το 1975 μεταφέρθηκε για τελευταία φορά στα Τρίκαλα όπου παραμένει μέχρι και σήμερα.

 

Απεβίωσε ο Ιωάννης Θ. Πολύμερος

 

Απεβίωσε ο συγχωριανός Ιωάννης Πολύμερος του Θεοδώρου και της Ελισάβετ, τη Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025, σε ηλικία 78 ετών. Ο Ιωάννης Πολύμερος γεννήθηκε στο Βαλτινό το 1947. Παντρεύτηκε με την Χαρίκλεια, το γένος Αστέριου Μητούλα από τη Λάρισα και απόχτησαν δυο παιδιά, τον Θεόδωρο και την Ελισάβετ.

Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει την Τρίτη 9 – 12 – 2025 και ώρα 2.00μ.μ., στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού Τρικάλων.

Παρακαλούνται οι συγγενείς και φίλοι να προσέλθουν και συνοδεύσουν την εκφορά του.

Σημ. 1) Η σορός θα μεταφερθεί στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού Τρικάλων, την Τρίτη 9 – 12 – 2025 και ώρα 1.30 μ.μ.

2) Ο Καφές θα προσφερθεί στην καφετέρια του κυρίου Μπάλτου.

3) Παράκληση της οικογενείας αντί στεφάνων τα χρήματα να προσφερθούν σε ευαγή Ιδρύματα, θα υπάρχει κυτίο έξω από τον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού Τρικάλων.


Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Στις παρυφές της εορταστικής χαράς

 

Η μελαγχολία των εορτών δεν είναι ένα παράδοξο, είναι η σκιά που γεννιέται όταν το φως γίνεται υπερβολικά δυνατό. Όσο οι πόλεις στολίζονται, όσο τα σπίτια γεμίζουν φωνές και μουσικές, τόσο πιο έντονα αναδύεται μέσα σε πολλούς ανθρώπους εκείνο το αδιόρατο, αλλά γνώριμο βάρος, μια αίσθηση ότι κάτι λείπει, ότι κάτι δεν πετύχαμε, ότι δεν είμαστε «όπως θα έπρεπε».

Οι γιορτές κουβαλούν έναν σιωπηλό μύθο, τον μύθο της τέλειας ζωής. Μιας ζωής με ευτυχισμένες οικογένειες γύρω από τραπέζια, με επιτυχημένες πορείες, με αγάπες αμοιβαίες, με σπίτια γεμάτα θέρμη και βεβαιότητες. Πρόκειται για ένα φαντασιακό απόλυτο, ένα χρυσωμένο κάδρο όπου οι άλλοι -ή η εικόνα των άλλων- μοιάζουν πάντοτε περισσότερο πλήρεις από εμάς. Οι άνθρωποι συγκρίνουν τον εαυτό τους με αυτό το ιδεατό, λες και η ανθρώπινη ψυχή οφείλει να χωρέσει σε έναν κανόνα που δεν την υπολόγισε ποτέ.

Έτσι γεννιέται το αίσθημα μειονεξίας, όχι από την πραγματικότητα, αλλά από τη σύγκριση με ένα άπιαστο σενάριο. Δεν μας πληγώνει η ζωή μας, αλλά η ζωή που θα έπρεπε να έχουμε σύμφωνα με μια αόρατη σύμβαση. Οι γιορτές, με τη λάμψη και τη θορυβώδη χαρά τους, λειτουργούν σαν καθρέφτης που μεγεθύνει τις ρωγμές μας.

Κι όμως, η μελαγχολία των εορτών κρύβει και μια βαθύτερη αλήθεια. Μας θυμίζει ότι η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι γραμμική ούτε συνεχώς ανοδική, κυλά σε κύκλους, άλλοτε φωτεινούς, άλλοτε θαμπωμένους. Μας δείχνει πως η αυθεντική σύνδεση με τον εαυτό μας δεν γεννιέται από την επίτευξη, αλλά από την αποδοχή. Από την τρυφερότητα προς τις ατέλειες και τις ήττες μας. Από την αναγνώριση ότι η ευτυχία δεν είναι μια σταθερή κατάσταση, αλλά μια στιγμιαία αναλαμπή ανάμεσα σε μέρες κοινές και ανθρώπινες.

Ίσως, λοιπόν, η μελαγχολία των εορτών να μην είναι εχθρός, αλλά δάσκαλος. Να μας δείχνει ότι κάτω από τα φώτα και τα στολίδια υπάρχει ένας τόπος πιο αληθινός, εκεί όπου η ανθρώπινη καρδιά ζητά απλώς να γίνει δεκτή όπως είναι. Και εκεί, μέσα σε αυτή την ήσυχη αποδοχή, ίσως να γεννιέται μια άλλη μορφή γιορτής, λιγότερο λαμπερή, μα πιο αληθινή.


ΚΩΝΟΣ

 

«Τι κάθεσαι; Έλα να με κατοικήσεις», μου φώναξε ο συνεπτυγμένος και πυκνόφυλλος δέντρινος κώνος.

«Κι εσύ, μα τι είσαι εσύ, δέντρο»; τον ρώτησα.

«Πολλά δέντρα μαζί σαν ένα», μου απάντησε. Και συνέχισε να με προσκαλεί.

«Έλα κι εσύ να γεμίσεις τα σπλάγχνα μου, επειδή πολλές φωλιές αηδονιών επιπολάζουν στο εσωτερικό μου, τρυποφράχτες ανοίγουν μονοπάτια μέσα στα πυκνά φυλλώματά μου, σπουργίτια φλύαρα και μελισσουργοί μπαινοβγαίνουν στις οπές μου, πεταλούδες αχνές διέρχονται την αύρα μου και ο άνεμος, μη μπορώντας να αποκωδικοποιήσει τα μυστικά των ψιθύρων μου με περιτριγυρίζει συνεχώς και προσπαθεί να εκμαιεύσει τις μαρτυρίες μου».

Άρχισα να σκέφτομαι αν πρέπει κι εγώ, έστω για λίγο, να κατοικήσω στις φωλιές του κώνου, να μάθω τη γλώσσα της πράσινης αλήθειας του και να εναρμονιστώ με την υψιπετή χλωροφύλλη.

Στέκομαι μπροστά του και είναι σαν να προσεύχομαι σ’ αυτόν. Ώσμωση.

Του Ηλία Κεφάλα


Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

Λαμπερή Φωταγώγηση του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου στο Βαλτινό

 

Σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη φως, μουσική και χαμόγελα πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Κυριακής, 7 Δεκεμβρίου, η καθιερωμένη φωταγώγηση του χριστουγεννιάτικου δέντρου στην κεντρική πλατεία του Βαλτινού. Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού διοργάνωσε μια ζεστή και γιορτινή εκδήλωση, που έφερε κοντά μικρούς και μεγάλους, σηματοδοτώντας την επίσημη έναρξη της εορταστικής περιόδου.

Με το σύνθημα του Προέδρου της Τοπικής Κοινότητας κ. Βάιου Τσιγάρα και της Προέδρου του Εκπολιτιστικού Συλλόγου κας Ρίκας Βότσιου - Πλεξίδα, το χριστουγεννιάτικο δέντρο φωταγωγήθηκε εντυπωσιακά, μέσα σε μια πανδαισία από πυροτεχνήματα, προκαλώντας ενθουσιασμό και θαυμασμό στους παρευρισκόμενους. Η πλατεία πλημμύρισε από φως, ενώ τα χαμόγελα των παιδιών και η χαρά των κατοίκων έδωσαν στη στιγμή έναν ξεχωριστό παλμό.

Αμέσως μετά, οι επισκέπτες είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν έναν πλούσιο μπουφέ, προσφορά του Εκπολιτιστικού Συλλόγου, ο οποίος φρόντισε για κάθε λεπτομέρεια ώστε όλοι να αισθανθούν τη ζεστασιά και τη φιλοξενία της κοινότητας.

Σημαντική ήταν και η προσφορά της διοίκησης της ποδοσφαιρικής ομάδας Βαλτινού, που μοίρασε δώρα σε όλα τα παιδιά του χωριού, ενισχύοντας το πνεύμα προσφοράς και χαράς που χαρακτηρίζει τις μέρες των γιορτών. Τη γιορτινή μαγεία συμπλήρωσε ο αγαπημένος Άγιος Βασίλης, ο οποίος κατέφθασε για να σκορπίσει ενθουσιασμό και να χαρίσει ακόμη περισσότερα δώρα στους μικρούς φίλους.

Η εκδήλωση πλαισιώθηκε από εορταστική μουσική και χορούς, δημιουργώντας ένα ζωντανό και πολύχρωμο σκηνικό που αγκάλιασε θερμά όλους όσοι βρέθηκαν στην πλατεία.

Ιδιαίτερη συμμετοχή είχε και ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του Δημοτικού Σχολείου Βαλτινού, ο οποίος διοργάνωσε ένα ξεχωριστό bazaar, με στόχο τη στήριξη των παιδιών του σχολείου. Η πρωτοβουλία αγκαλιάστηκε από το κοινό, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά το ισχυρό αίσθημα αλληλεγγύης στην τοπική κοινωνία.

Ο Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας Βαλτινού, κ. Βάιος Τσιγάρας, δήλωσε:

«Σήμερα ζήσαμε όλοι μαζί τη μαγεία των Χριστουγέννων στο χωριό μας! Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όσους παραβρέθηκαν και μοιράστηκαν αυτή τη ζεστή γιορτινή στιγμή.
Ένα μεγάλο μπράβο στον Εκπολιτιστικό Σύλλογο Βαλτινού για την όμορφη εκδήλωση.
Αλλά και στον Σύλλογο Γονέων & Κηδεμόνων Δημοτικού Σχολείου Βαλτινού για το υπέροχο bazaar, με σκοπό τη στήριξη των παιδιών του σχολείου.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω προσωπικά τους Κώστα και Βούλα Μακρή, Κώστα Σταμούλη, Αντώνη Τσιγάρα, Σάκη Γουλόπουλο, Άγγελο Τσιγάρα, Παναγιώτη Σταμούλη και τις κυρίες μέλη του συλλόγου που βοήθησαν με πολύ μεράκι στον στολισμό και έδωσαν στο Βαλτινό μια ξεχωριστή λάμψη.
Τέλος ευχαριστούμε τον Δήμο Τρικκαίων για τα στολίδια και τα λαμπάκια που μας πρόσφερε και φέτος.
Καλά Χριστούγεννα σε όλους! Και του χρόνου με υγεία!»

Η εκδήλωση αποτέλεσε μια όμορφη υπενθύμιση της δύναμης της κοινότητας και της χαράς της συνύπαρξης, γεμίζοντας τη χειμωνιάτικη βραδιά με φως, μουσική και αισιοδοξία. Το Βαλτινό έλαμψε και φέτος, δίνοντας το πιο ζεστό καλωσόρισμα στα Χριστούγεννα.

Πατέρας Αχίλλειος Σακελλαρίου: Ο νέος ποιμένας της ενορίας Αγίου Αθανασίου Βαλτινού

 

Ο πατέρας Αχίλλειος Σακελλαρίου, ο νέος ιερέας της ενορίας Αγίου Αθανασίου Βαλτινού, αποτελεί μια παρουσία γεμάτη γνησιότητα, κατάνυξη και αυθεντική διάθεση προσφοράς. Σε ηλικία μόλις 38 ετών, έχοντας βαθιές ρίζες στον Πλάτανο Τρικάλων και μόνιμη κατοικία στη Ράξα, αναλαμβάνει με πίστη και ταπεινότητα το λειτούργημα που πάντοτε επιθυμούσε να υπηρετήσει.

Παντρεμένος με την πρεσβυτέρα Ευθαλία, με την οποία μοιράζεται κοινή πορεία ζωής και διακονίας, έχουν δημιουργήσει μια όμορφη οικογένεια με τρία παιδιά: ένα αγόρι και δύο κορίτσια. Η στήριξη της οικογένειάς του αποτελεί για τον ίδιο πηγή δύναμης και έμπνευσης, καθώς ξεκινά το ποιμαντικό του έργο στο Βαλτινό.

Η χειροτονία του, που τελέστηκε τον Ιούλιο του 2025, υπήρξε σημείο καμπής και επιβεβαίωση μιας εσωτερικής κλήσης που καλλιεργούσε από νεαρή ηλικία. Με ειλικρινή ζήλο, ο πατέρας Αχίλλειος επιθυμεί να διακονήσει την ενορία Αγίου Αθανασίου όχι προσωρινά, αλλά ως μακροχρόνιος ποιμένας της, εκφράζοντας την ευχή και πρόθεσή του να παραμείνει κοντά στους ενορίτες έως και τη στιγμή της συνταξιοδότησής του.

Με λόγο απλό, καρδιακό και με διάθεση ουσιαστικής σχέσης με τους ανθρώπους του χωριού, ο νέος ιερέας αναμένεται να συμβάλει στην πνευματική ανάταση της κοινότητας, ενισχύοντας ταυτόχρονα τις παραδόσεις, την ενότητα και τη λειτουργική ζωή του Βαλτινού.

Η ενορία υποδέχεται τον πατέρα Αχίλλειο με χαρά και προσδοκία, ευχόμενη το ποιμαντικό του έργο να είναι πολύκαρπο και φωτισμένο.


Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Το μικρό κουτί που άλλαξε τη ζωή μου

 Του Δημήτρη Τσιγάρα


Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που δεν έρχονται με θόρυβο, δεν φανερώνουν από πριν το βάρος τους ούτε προαναγγέλλουν το σχήμα που θα πάρουν μέσα μας. Έρχονται αθόρυβα, τυλιγμένες σε μια καθημερινή μέρα, κι όμως, όταν φανερώσουν το πρόσωπό τους, αλλάζουν τον χρόνο ολόκληρο.

Ήταν Μάρτιος του 2022 όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Η φωνή της Γεωργίας, γνώριμη και πρόσχαρη, είχε κάτι ανεπαίσθητο, μια μικρή ρωγμή συγκίνησης που δεν μπορούσα ακόμη να ερμηνεύσω. «Μπαμπά, έλα λίγο κάτω… σε θέλουμε». Σ’ εκείνα τα λίγα λόγια κρύφτηκε μια πρώτη ανησυχία. Ένας πατέρας το ξέρει, η καρδιά του τεντώνεται σαν χορδή ακόμη κι όταν δεν υπάρχει λόγος. Κι όμως κατέβηκα με την περιέργεια και τον φόβο να παλεύουν μέσα μου σαν δυο αντίρροπες φωνές.

Στην είσοδο του σπιτιού στεκόταν η κόρη μου με τον Θανάση. Το χαμόγελό τους είχε μια ζεστασιά που έμοιαζε να ζητάει υπομονή. «Κάποιος μας έδωσε αυτό το κουτάκι για σένα», μου είπε εκείνη, και μου το πρόσφερε σαν κάτι ιερό. Ήταν περιτυλιγμένο απλά, κι όμως μέσα μου ένιωθα πως κρατούσα κάτι ανεκτίμητο προτού καν το ανοίξω.

Τα χέρια μου έτρεμαν ελαφρά. Με μια αγωνία που θύμιζε παιδική λαχτάρα και ταυτόχρονα την ωριμότητα μιας ζωής ολόκληρης, έλυσα το περιτύλιγμα. Κι εκεί, μέσα στο μικρό κουτί, βρισκόταν μια πιπίλα μωρού κι ένα χαρτάκι που έγραφε: «Παππού, έρχομαι!».

Τα χρόνια μου, οι εμπειρίες μου, οι χαρές και οι δυσκολίες μου βρέθηκαν εκείνη τη στιγμή να συνοψίζονται σε δυο λέξεις γραμμένες στο πιο τρυφερό μέλλον. Ένιωσα τη ζωή να κάνει έναν κύκλο, να γυρίζει με μια απαλότητα που μόνο η συνέχεια του αίματος μπορεί να προσφέρει. Ρώτησα, σχεδόν ψιθυριστά, «Είσαι έγκυος;» Κι όταν άκουσα το «Ναι», η αγκαλιά μας έγινε ένα καταφύγιο. Ένα καταφύγιο όπου το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον στάθηκαν δίπλα-δίπλα για λίγες αθόρυβες, ανεπανάληπτες στιγμές.

Κι ύστερα, εννέα μήνες μετά, γνώρισα τον μικρό αποστολέα του μυστηριώδους κουτιού. Η Εύα. Ένα μωρό που δεν είχε ακόμη προλάβει να μιλήσει, κι όμως είχε ήδη πει τα σημαντικότερα. Με τα μάτια της, με την ανάσα της, με εκείνη τη γλυκιά βαρύτητα που φέρνει ένα νέο πλάσμα στον κόσμο.

Από τότε συχνά σκέφτομαι πως η ζωή μάς μιλάει με τρόπους που δεν τους υποψιαζόμαστε. Μερικές φορές, μέσα σε ένα μικρό κουτί, χωράει ολόκληρη μια νέα εποχή.

Σήμερα, η Εύα γίνεται τριών ετών.
Τριών χρόνων γέλιου, τρυφερότητας, παιδικού θαύματος.
Τριών χρόνων που με διδάσκουν κάθε μέρα πόσο όμορφο είναι να βλέπεις τον κόσμο ξανά από την αρχή, μέσα από το βλέμμα ενός παιδιού.

Χρόνια πολλά, Εύα μου.
Σε ευχαριστώ που ήρθες στη ζωή μου και μου χάρισες ξανά έναν τόπο να σταθώ, τον τόπο του παππού. Κι αυτός ο τόπος είναι από εκείνους που, όταν τους αποκτήσεις, δεν σε αφήνουν ποτέ ίδιο.




Μια νυχτιά στο μπλόκο

 Του Παύλου Ριζαργιώτη (Από τον «Ριζοσπάστη»)


Νύχτα στο μπλόκο του κόμβου της Νίκαιας. Βρέχει «με τα καρδάρια». Η υγρασία στον Θεσσαλικό Κάμπο τρυπάει τα κόκαλα. Στους σκοτεινούς διαδρόμους ανάμεσα στις μακριές σειρές των τρακτέρ πηγαινοέρχονται οι φρουροί του μπλόκου, η βραδινή άγρυπνη περιφρούρηση. Ντυμένοι με χοντρά ρούχα από την κορφή μέχρι τα νύχια κι από πάνω αδιάβροχες σακούλες. Υγροί αχνοί βγαίνουν από τα στόματά τους. Τα μάτια τους παρατηρούν παντού, ελέγχουν τα πάντα. Οι Θεσσαλοί αγρότες δεν ξέχασαν ποτέ την επιχείρηση «βουλκανιζατέρ» το 1997 στις Μικροθήβες. Δεν θα την ξαναπάθουν εύκολα. Να το ξέρει αυτό ο Χρυσοχοΐδης, σε περίπτωση που του περνούν κρυφές σκέψεις απ' το μυαλό.

Στα καταλύματα των χωριών των Φαρσάλων οι ξωμάχοι έχουν ανάψει τις σόμπες και συζητούν μεταξύ τους. Είναι όλοι χαρούμενοι και περήφανοι. Ο αγώνας τους ξεκίνησε πολύ καλά και πάει συνεχώς καλύτερα. Τα τρακτέρ είναι πάρα πολλά. Και εδώ και στην Καρδίτσα και στα Τρίκαλα. Το ίδιο αναμένεται να γίνει σ' όλη τη χώρα. «Νομίζω ότι αυτή η κινητοποίηση είναι μεγαλύτερη από εκείνη του 2016», λέει ένας αγρότης. «Ποιο 2016 λες; Συγκρίνεται ακόμα και με εκείνες του 1996, του 1997, του 1998», αντιλέγει ο συνάδελφός του.

Στο άλλο κατάλυμα, των χωριών του Τυρνάβου, οι αγρότες υποδέχονται αντιπροσωπεία του Συλλόγου Γιατρών με επικεφαλής την πρόεδρό του, Γεωργία Παπαδάμου, και του Σωματείου Εργαζομένων του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας, που βρίσκεται εκεί αποβραδίς στο μπλόκο για να εκφράσει συμπαράσταση και αλληλεγγύη στους αγωνιζόμενους αγρότες. Τους περιηγεί στα καταλύματα ο Ρίζος Μαρούδας, πρόεδρος της Ενωτικής Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Λάρισας. Εδώ η συζήτηση στέφεται γύρω από την ανάγκη αλλά και τη σπουδαιότητα ενός κοινού αγωνιστικού μετώπου ανάμεσα στους αγρότες, στους εργαζόμενους και στα άλλα λαϊκά στρώματα.

«Είναι πολύ σημαντικό αυτό που καταφέρατε, το χαιρόμαστε και θέλουμε να βοηθήσουμε όπως μπορούμε», λέει η Γ. Παπαδάμου και συνεχίζει: «Βεβαίως, εμείς οι γιατροί του δημόσιου συστήματος Υγείας μπορεί να μη βρισκόμαστε ακόμα στην απελπιστική οικονομική κατάσταση όπου βρίσκεστε οι βιοπαλαιστές αγρότες, αλλά μη νομίζετε ότι δεν έχουμε ανάλογα προβλήματα. Ολοι οι εργαζόμενοι βλέπουμε τη ζωή μας να δυσκολεύεται και συνεχώς να χειροτερεύει. Και ξέρουμε την αιτία. Είναι η αντιλαϊκή πολιτική που εφαρμόζεται από τις κυβερνήσεις και η οποία φέρνει χαμηλούς μισθούς για τους εργαζόμενους και χαμηλές τιμές για τα προϊόντα των αγροτών, μεγάλη ακρίβεια στην κατανάλωση, σκληρή φορολόγηση, εμπορευματοποίηση της Υγείας και της Παιδείας. Αυτή η πολιτική μάς πλήττει το ίδιο βάναυσα όλους, και όλοι μαζί πρέπει να την αντιπαλέψουμε».

Ο δήμαρχος Τυρνάβου Στέλιος Τσικριτσής, που είναι παρών στη συνάντηση (άλλωστε είναι στέλεχος του αγροτικού κινήματος και από τους πρωτοστάτες στα μπλόκα), σημειώνει ότι τούτη τη φορά η λαϊκή συμπαράσταση και αλληλεγγύη στον αγώνα της αγροτιάς παίρνει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις. Και επισημαίνει: «Τα πράγματα έχουν αλλάξει παρά πολύ προς το καλύτερο σε σχέση μ' αυτό το ζήτημα με την πάροδο του χρόνου. Θυμάμαι ότι κάποια χρόνια πριν, όταν εργατικά σωματεία και άλλοι μαζικοί φορείς, το ΠΑΜΕ, έρχονταν στα μπλόκα, υπήρχαν αρκετοί συνάδελφοι αγρότες που δυσανασχετούσαν, εκφράζοντας φόβο για "καπέλωμα" του αγώνα. Τώρα όλοι έχουν καταλάβει ότι η συμπαράσταση των μαζικών φορέων, των οργανώσεων των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων στον αγώνα μας, πολλαπλασιάζει τη δύναμη και την αντοχή μας και δίνει προοπτική νίκης στην πάλη μας».

Στο κατάλυμα των αγροτών από τα χωριά γύρω από την πόλη της Λάρισας, η συζήτηση ανάβει με την ανταλλαγή απόψεων για το τι θα κάνει η κυβέρνηση μπροστά σ' αυτήν τη θάλασσα των τρακτέρ που έχει μπροστά της. Κοινό το συμπέρασμα ότι όσο η πίεση του αγώνα αυξάνεται, τόσο περισσότερες γίνονται οι πιθανότητες η κυβέρνηση να υποχωρήσει από την αρνητική θέση της και να ικανοποιήσει τα δίκαια αγροτικά αιτήματα. «Οσο εμείς δεν κάνουμε πίσω, τόσο θα κάνουν πίσω αυτοί», λέει ένας αγρότης μεγαλύτερης ηλικίας, επικαλούμενος και την πολύχρονη αγωνιστική του πείρα από τα μπλόκα.

Η ώρα πέρασε και αναχωρώ από το μπλόκο. Η σκέψη που μου μένει στο μυαλό είναι μία: Αυτοί εδώ οι άνθρωποι ξέρουν καλά τι θέλουν και πώς μπορούν να το κερδίσουν. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο για μένα. Το έχω διαπιστώσει, επιτόπου και ιδίοις όμμασι, στα πάρα πολλά χρόνια που κάνω ρεπορτάζ για τον «Ριζοσπάστη» στα μπλόκα των αγροτών...


Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

Η Θημωνιά και το Πένθος (Του Χάρη Αγγελή)

Πριν ακόμη σηκωθεί ο ήλιος πάνω από το Ζευγαρολίβαδο, ο πατέρας και η μάνα άρχισαν τη δουλειά. Με το τσαπί και με το φτυάρι έκοβαν τα ασπράγκαθα κι έγδερναν τα χορτάρια, ώσπου φανερώθηκε ένα στρογγυλό κομμάτι γης, λείο σαν παλάμη. Εκεί θα γινόταν το αλώνι, κι επάνω στο γυμνό του χώμα θα υψωνόταν, λίγο αργότερα, η θημωνιά. Το ξεγύμνωναν επίτηδες, ήθελαν στο τέλος του αλωνισμού να μαζέψουν με ευκολία τα χρυσά σπόρια που θα σκορπίζονταν από τα στάχυα.

Λίγο παρακάτω, οι δύο μπατζανάκηδες έζευαν τις γελάδες, τη Λιάρα και την Καράσω. Οι γυναίκες τους, αδερφές μεταξύ τους, ετοίμαζαν τα φκούλια, τα μεγάλα πιρούνια που καρφώνονταν γερά στα δεμάτια. Όλοι μαζί, με αρμονία που μόνο η καθημερινή κόπωση διδάσκει, άρχισαν να μεταφέρουν τα ολόχρυσα δεμάτια από το χωράφι στο κάρο. Οι τρεις εργάτες από κάτω τα σήκωναν με τα φκούλια και τα έδιναν στον τέταρτο, που τα στοίβαζε προσεκτικά στην πλατφόρμα. Μόλις το φορτίο ολοκληρωνόταν, το έδεναν σφιχτά με την αμαξοτριχιά κι οι αγελάδες τραβούσαν το κάρο προς το αλώνι.

Εκεί, οι γυναίκες ξεφόρτωναν ξανά τα δεμάτια, κι οι άντρες τα τοποθετούσαν στη σειρά, με τα στάχυα προς τα μέσα και τα κοτσάνια έξω, για να μην τα φτάνουν τα ζώα. Έπειτα άρχιζαν το χτίσιμο της θημωνιάς, δεμάτι πάνω στο δεμάτι, κι ύστερα στην κορυφή μια στρώση λοξή, σαν κεραμίδια σε στέγη, για να γλιστρούν τα νερά της βροχής και να μένει όμορφο το σχήμα.

Μέσα σε μια εβδομάδα, το Ζευγαρολίβαδο άλλαξε όψη. Γέμισε θημωνιές, μικρές και μεγάλες, άλλες κολλητά η μία με την άλλη κι άλλες μοναχικές, σαν ξωκλήσια μέσα στο χορτάρι. Όλες μαζί σχημάτιζαν έναν παράδεισο για τα παιδιά. Αγόρια και κορίτσια ξεχύνονταν ανάμεσά τους και έπαιζαν κρυφτό, βουτώντας μέσα στα μοσχοβολιστά στάχυα.

Όλα τα παιδιά, εκτός από τον Μάκη.

Ο Μάκης δεν θα ξανάπαιζε, δεν θα ξαναγελούσε, δεν θα περπατούσε πια σ’ εκείνον τον τόπο. Ήταν στην ηλικία του Χάρη, κι όμως η ζωή του τελείωσε ξαφνικά, κάτω από τις ίδιες ρόδες που μετέφεραν τον καρπό της χρονιάς. Καθόταν με τον πατέρα του στο μπροστινό μέρος του κάρου, σε μια φωλιά κάτω από τα δεμάτια, κι είχε πιαστεί από τα ηνία, οδηγώντας τις γελάδες σαν μεγάλος. Ο πατέρας του καμάρωνε που το παιδί του είχε γίνει βοηθός, ένιωθε πως μεγάλωνε σωστά, όπως όλα τα παιδιά που προορίζονται να γίνουν άντρες της γης.

Μα εκείνο το ατέλειωτο τράνταγμα, καθώς περνούσαν από μια βαθιά λακκούβα, ξέφυγε από τον έλεγχο. Το φορτίο ανασηκώθηκε, ο μικρός παρασύρθηκε, κι έπεσε. Οι ρόδες του κάρου συνέχισαν τη διαδρομή τους, αλύπητες. Όταν ο πατέρας συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, ήταν ήδη αργά.

Το χωριό βυθίστηκε στο πένθος. Ο θρήνος της μάνας του Μάκη έκανε όλες τις μανάδες να αναριγήσουν, κάθε λυγμός της ήταν μαχαίρι στις καρδιές τους. Οι πατεράδες σκυθρώπιασαν, κι εκείνα τα παιδιά που μέχρι τότε σκαρφάλωναν στα κάρα και τα θεωρούσαν παιχνίδι, τώρα, μόλις τα έβλεπαν στον δρόμο, κρύβονταν έντρομα στις ρούγες.

Ο Χάρης από κείνη τη μέρα μεγάλωσε απότομα. Σκεφτόταν πόσο δίκιο είχε ο πατέρας του όταν τον συμβούλευε, να προσέχει τα αδέρφια του, να μην πλησιάζει τα ποτάμια, να μην περπατά ξυπόλητος στα χωράφια, να μη γυρνά καταμεσήμερο στα σοκάκια. Θυμόταν ακόμη τη φοράδα που τον είχε κλοτσήσει όταν ήταν μικρός και τον άφησε για ώρα αναίσθητο. Ίσως γι’ αυτό απέφευγε τα κάρα, ίσως γι’ αυτό δεν ήθελε άλογο στο σπίτι. Τώρα, μετά τον χαμό του Μάκη, όλα εκείνα τα φαινομενικά παράλογα «πρόσεχε» έβρισκαν το νόημά τους.

Κι όμως, παρά τη στενοχώρια, η ζωή στο χωριό έπρεπε να συνεχιστεί. Οι άνθρωποι όργωναν, αλώνιζαν, φρόντιζαν τα ζώα και τα σπίτια τους. Έπρεπε να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, να τα δουν να γίνονται δικά τους στηρίγματα στα γεράματα. Γιατί έτσι κυλούσε πάντα ο κόσμος εκεί, με χαρές και λύπες, με θημωνιές και παιδικές φωνές, με κάρα που έφερναν τον καρπό της γης, κι άλλοτε, δυστυχώς, έπαιρναν μαζί τους έναν μικρό, που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει.


Κίνδυνος υπερχείλισης των ποταμών στα Τρίκαλα – Σε επιφυλακή οι αρχές

 

Η αγωνία κορυφώνεται στα Τρίκαλα, καθώς ο Πηνειός ποταμός βρίσκεται πλέον λιγότερο από ένα μέτρο πριν από το κρίσιμο σημείο υπερχείλισης. Τα νερά του έχουν φουσκώσει επικίνδυνα, σπρωγμένα από τη συνεχή και ακατάπαυστη βροχόπτωση που πλήττει την περιοχή. Θυμωμένος κι ο Παλαιοπόταμος στο Βαλτινό, αλλά και ο Ληθαίος που περνάει μέσα από την πόλη με ορμή, προμηνύοντας μια δύσκολη και αβέβαιη νύχτα.

Οι μετεωρολογικές προβλέψεις δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού, η βροχή αναμένεται να συνεχιστεί μέχρι το πρωί, αυξάνοντας περαιτέρω τους όγκους νερού που διοχετεύονται στους ποταμούς. Κάθε ώρα που περνάει, το ενδεχόμενο υπερχείλισης γίνεται πιο πιθανό, γεγονός που κρατά σε διαρκή επιφυλακή τις τοπικές αρχές.

Η ανησυχία των κατοίκων είναι δικαιολογημένη. Η περιοχή έχει ζήσει δύο φορές το σκληρό πρόσωπο των πλημμυρών: το 2016 και το 2023, όταν τα ορμητικά νερά προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στις υποδομές, στις καλλιέργειες και στις κατοικίες. Εκείνες οι μνήμες αναβιώνουν σήμερα, κάνοντας την κατάσταση ακόμη πιο φορτισμένη.

Περιπολικά, πυροσβεστικά οχήματα και συνεργεία της Πολιτικής Προστασίας βρίσκονται ήδη στα ευαίσθητα σημεία, παρακολουθώντας στάθμες, ελέγχοντας υδατοφράγματα και ενημερώνοντας τους κατοίκους. Παράλληλα, οι υπηρεσίες του δήμου παραμένουν σε εγρήγορση, έτοιμες να επέμβουν σε κάθε πιθανό περιστατικό.

Οι αρχές καλούν τους πολίτες να αποφεύγουν μετακινήσεις κοντά στις όχθες των ποταμών, να μην επιχειρούν διάσχιση ρεμάτων και να ακολουθούν πιστά τις οδηγίες των υπευθύνων. Η νύχτα εγκυμονεί κινδύνους, και η πρόληψη παραμένει το πιο ισχυρό όπλο απέναντι στη μανία της φύσης.

Καθώς η πόλη κρατά την ανάσα της, όλοι εύχονται ο καιρός να δώσει μια ανάπαυλα και οι ποταμοί να συγκρατήσουν τα νερά τους, ώστε τα Τρίκαλα να ξυπνήσουν χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις.


Ο τελευταίος χαιρετισμός στον Θεόδωρο Αθάνατο

 

Στον ιερό ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού, την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025, εκφωνήθηκε ο επικήδειος λόγος για τον εκλιπόντα Θεόδωρο Αθάνατο από τον Στέφανο Βαγγελό, παρουσία συγγενών, φίλων και πλήθους Βαλτινιωτών που ήρθαν να αποτίσουν τον ύστατο φόρο τιμής. Ο λόγος του Στέφανου Βαγγελού, λιτός και βαθιά συγκινητικός, ανέδειξε την πολύχρονη προσφορά, την ακεραιότητα και την ανθρώπινη ευγένεια του Θεόδωρου Αθάνατου, φωτίζοντας στιγμές από τη ζωή και τον χαρακτήρα του που σημάδεψαν την τοπική κοινότητα. Δημοσιεύεται σήμερα, ως ελάχιστος φόρος μνήμης και σεβασμού σε έναν άνθρωπο που υπήρξε σημείο αναφοράς για το Βαλτινό.

Επικήδειος του Στέφανου Βαγγελού

Με βαθιά θλίψη και  πόνο ψυχής  αποχαιρετούμε τον Θεόδωρο Αθάνατο, τον πολυαγαπημένο πατέρα και σύζυγο, τον αξιαγάπητο αδερφό, τον λατρεμένο παππού, τον αγαπημένο μας συγγενή και φίλο.

Θόδωρε, το θείο δώρο της ζωής  σου διακόπηκε ξαφνικά. Γνωρίζουμε όλοι  πως κανείς μας δεν είναι αθάνατος. Όμως ο απρόσμενος θάνατος πάντα πληγώνει περισσότερο. Ταξίδεψες με σκοπό να εγχειριστείς και να επιστρέψεις πιο υγιής. Συνήλθες από την επέμβαση. Tο επόμενο πρωινό μίλησες με τους δικούς σου. Ήταν τα τελευταία λόγια σου. Είδες τη χαρά και την ελπίδα στο πρόσωπό τους. Μετά από λίγο...έσβησες.

Υπάρχουν στιγμές που η ιατρική επιστήμη κάνει θαύματα. Δυστυχώς εσένα δεν μπόρεσαν να σε επαναφέρουν στη ζωή.  Τη ζωή που τόσο αγαπούσες να βλέπεις γύρω σου.

Γεννημένος το 1953 στο Βαλτινό, βιώνοντας τα προβλήματα της φτωχής αγροτικής οικογένειας ένιωσες την ευθύνη της συνεισφοράς. Βιοπαλαιστής και μαχητής. Σπούδαζες και δούλευες παράλληλα για να πετύχεις τους στόχους σου. Φοιτητής και οικοδόμος. Αθλητής στη νιότη, ποδοσφαιριστής στην ομάδα του Βαλτινού, των Τρικάλων και της Δήμητρας. Αργότερα λογιστής αλλά και αγρότης.  Τελείωνες από την εταιρία ή την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών και επέστρεφες στις αγροτικές ασχολίες. Ακόμα και τα τελευταία χρόνια, ως συνταξιούχος πια, δούλευες με μεράκι, έδινες ζωή στα λουλούδια, τα δέντρα και τα ζώα της αυλής και γέμιζες χαρά και ικανοποίηση. Ζούσες για να τους δίνεις ζωή, πάντα εργατικός και δημιουργικός.

Στάθηκες  σωστός άνθρωπος, σύντροφος και πατέρας. Πάντα κοντά στην οικογένεια, ανοίγοντας με τη σύζυγό σου δρόμους στη ζωή των παιδιών σας χωρίς ποτέ να σταματήσετε να τους νοιάζεστε. Θυμάμαι πολλές φορές  να μοιράζεστε μαζί μας τις ανησυχίες σας  μα και  τις χαρές και τις επιτυχίες τους και μια κρυφή  περηφάνια για τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά τους. Πάνω από όλα, όπως έλεγες, “να είναι καλοί άνθρωποι”.

Για την καθημερινή  ζωή στο χωριό, τις συνθήκες και τα προβλήματα των ανθρώπων του το ενδιαφέρον σου  ήταν αστείρευτο. Στα τέλη της δεκαετίας του '80 συνέβαλες  στην επανεργοποίηση του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βαλτινού. Από τη θέση του προέδρου και σε συνεργασία με  τα μέλη  του Διοικητικού Συμβουλίου  και άλλων συγχωριανών πραγματοποιήθηκε πλήθος  πολιτιστικών  και ανθρωπιστικών δραστηριοτήτων μεταξύ αυτών και η ίδρυση της  τράπεζας αίματος του χωριού.

Θεωρούσες χρέος σου και συμμετείχες πάντα  στους συνδικαλιστικούς αγώνες για τη βελτίωση της ζωής των αγροτών και των εργαζομένων,  στις διαδηλώσεις ενάντια στους πολέμους και τη γενοκτονία ολόκληρων λαών,  στους αγώνες  για την προστασία της φύσης, για ελευθερίες, δικαιώματα και δικαιοσύνη.

Με αυτές τις αρχές πορεύτηκες  στον δρόμο της ζωής. Νοιαζόσουν πάντα για τους ανθρώπους γύρω σου και  ήσουν πρόθυμος να βοηθήσεις. Στάθηκες ακέραιος και έντιμος. Με οδηγό το σωστό και το δίκιο. Αυτό ήταν και το όραμά σου: να σταματήσουν οι αδικίες. Να σταματήσει  η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Μέσα σε έναν κόσμο ειρηνικό να επικρατήσει  το δίκιο των πολλών, των  απλών ανθρώπων που μοχθούν για τη ζωή, που παράγουν, εργάζονται, δημιουργούν τα αγαθά ή προσφέρουν υπηρεσίες για  το καλό του κοινωνικού συνόλου, χωρίς να βλάπτουν κανέναν.

Στις δυσκολίες της ζωής στεκόσουν όρθιος με ψυχραιμία. Ακόμα και τα τελευταία χρόνια με κλονισμένη την  υγεία σου έπεφτες για λίγο και σηκωνόσουν πάλι ενεργός και δραστήριος αψηφώντας τους κινδύνους. Συνηθίζουμε να λέμε πως “Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια”. Μήπως αυτό  είχες στον νου σου πριν λίγες μέρες, σκαρφαλωμένος στα κλαδιά τους για να τα φροντίσεις. Μήπως αυτό να επιδίωκες, να φύγεις όρθιος χωρίς  να κουράσεις αυτούς που τόσο αγαπούσες.

Για την οικογένειά σου, τους συγγενείς σου, τους  καλούς φίλους σου, τους ανθρώπους που σε αγαπήσαμε,  είναι δύσκολος ο αποχωρισμός. Θα κρατήσουμε την παρουσία σου ζωντανή ανάμεσά μας και θα σε θυμόμαστε πάντα.

Καλό ταξίδι, Θόδωρε, στη γειτονιά των αγαπημένων φίλων και συγγενών που έφυγαν, στη γειτονιά “των αγγέλων”.


Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

Η Δίκη της Μεγάλης Πλημμύρας (Βαλτινιώτικο παραμύθι)

 

Μια φορά κι έναν καιρό, στο Βαλτινό, οι άνθρωποι ζούσαν ήρεμα, με το χώμα να τους θρέφει και τον ουρανό να τους σκεπάζει. Ένα φθινοπωρινό πρωί, μετά από μια ολονύχτια καταιγίδα, ξύπνησαν και βρήκαν το χωριό τους μούσκεμα μέχρι το κόκαλο. Τα σπίτια είχαν πάρει νερά, οι δρόμοι είχαν γίνει ρυάκια και τα χωράφια έμοιαζαν με μικρές λίμνες.

Ο θυμός δεν άργησε να φουντώσει.
- Δεν πάει άλλο! φώναξαν οι κάτοικοι στην πλατεία.
- Κάποιος πρέπει να πληρώσει για το κακό που μας βρήκε!

Και καθώς γύριζαν το βλέμμα τους τριγύρω, είδαν τις στάλες που ακόμη έσταζαν από τις στέγες, τον Παλιοπόταμο που γουργούριζε πιο φουσκωμένος από ποτέ και το Νερό που κυλούσε μέσα στα σοκάκια σαν να μην είχε φρένο.

Αποφάσισαν λοιπόν, σε μια παράξενη σύμπνοια θυμού, να κατηγορήσουν τη Βροχή, το Νερό και τον Παλιοπόταμο. Κι επειδή στο Βαλτινό όλα μπορούν να συμβούν, ιδίως όταν η αλληγορία ζητά να γίνει ιστορία, έστησαν ένα πραγματικό δικαστήριο για τη Δίκη της Μεγάλης Πλημμύρας.

Η Δίκη Αρχίζει

Ο δικαστής ήταν ένας γέρος πλάτανος, σοφός όσο λίγοι. Στεκόταν στο κέντρο της πλατείας, με τα κλαδιά του ανοιχτά σαν αγκαλιά και τα φύλλα του να ψιθυρίζουν αποφθέγματα που είχε μάθει από τους ανέμους.

- Η δίκη αρχίζει, είπε με βροντερή φωνή.
- Πρώτη κατηγορούμενη: η Βροχή. Τι έχεις να πεις για τις πράξεις σου;

Η Βροχή, μια γκρίζα κυρία με φόρεμα από σύννεφα και πέπλο από υδρατμούς, στάθηκε μπροστά.

- Σεβαστέ δικαστή, άνθρωποι του Βαλτινού, είπε απαλά, εγώ πάντα το ίδιο κάνω: πέφτω από τον ουρανό, δίνω ζωή στη γη, δροσίζω τα δέντρα, γεμίζω τα πηγάδια. Δεν είχα πρόθεση να σας κάνω κακό.

- Μα έριξες πολύ νερό! φώναξε ένας χωρικός.
- Ασύστολα! πρόσθεσε μια γριά.

Η Βροχή ανασήκωσε το σύννεφο-ώμο της.
- Δεν έριξα περισσότερο επειδή το ήθελα. Η κλιματική αλλαγή με αναγκάζει. Οι άνεμοι είναι αλλοπρόσαλλοι, οι θερμοκρασίες παράξενες. Με σπρώχνουν και με αναποδογυρίζουν. Ρωτήστε το Νερό. Αυτό ας σας πει πώς βρέθηκε τόσο πολύ και τόσο απότομα εδώ.

Το Νερό στο Βήμα

Το Νερό, ένα αγόρι διάφανο με κυματιστά μαλλιά, ανέβηκε στο βήμα και έσταξε έναν αναστεναγμό.

- Εγώ πάντα ακολουθώ τον δρόμο μου, είπε. Από το βουνό κατηφορίζω στο χωριό, περνώ μέσα από το χώμα που με πίνει σιγά-σιγά και έπειτα βρίσκω τον Παλιοπόταμο και τον συντροφεύω μέχρι πέρα μακριά. Δεν άλλαξα τίποτα. Το έδαφος όμως δεν με πρόλαβε αυτή τη φορά. Ήμουν πάρα πολύς, πάρα πολύ γρήγορος. Ήμουν σαν να με κυνηγούσε κάποιος.

- Και σε κυνηγούσε; ρώτησε ο γέρος πλάτανος.
- Ναι, ψιθύρισε το Νερό. Με κυνηγούσε η αλλαγή. Οι άνθρωποι έκοψαν δέντρα, έστρωσαν τσιμέντα, στέγνωσαν τα ρυάκια. Δεν υπήρχαν τόποι να απλωθώ, να ησυχάσω. Έτσι έτρεξα, έτρεξα και πλημμύρισα.

Ο Παλιοπόταμος Απολογείται

Ο Παλιοπόταμος, κουρασμένος και θολός, στάθηκε μπροστά στο δικαστήριο. Η φωνή του έτρεμε σαν τις παλιές πέτρες της κοίτης του.

- Εγώ χρόνια και χρόνια υπηρετώ αυτόν τον τόπο, είπε. Κουβαλώ νερό, θρέφω καλαμιώνες, τραγουδώ στις όχθες. Πάντα κρατούσα το Νερό μέσα στα όριά μου. Αλλά αυτή τη φορά…

Έκλεισε τα μάτια και αναστέναξε βαθιά.
- Αυτή τη φορά ήταν σαν να ήρθε χείμαρρος από άλλον κόσμο. Η ορμή του δεν χωρούσε στα παλιά μου τοιχώματα. Πώς να κρατήσω τόσο θυμό, τόσο φόρτο; Έσπασα κι εγώ, δεν άντεξα.

Ένα παιδί από το ακροατήριο, που είχε δει το λασπωμένο σπίτι του να καταρρέει, ρώτησε:
- Και φταις ή δεν φταις;

- Φταίω όσο φταίει ένα γέρικο άλογο που δεν μπορεί να σηκώσει υπερβολικό βάρος, απάντησε ο Παλιοπόταμος.

Η Απόφαση του Πλάτανου

Ο πλάτανος σιώπησε για λίγο. Τα φύλλα του αναδεύτηκαν σαν να συζητούσαν με τον άνεμο. Όλοι περίμεναν, άνθρωποι και στοιχεία της φύσης μαζί.

Τότε μίλησε.
- Άκουσα όλους με προσοχή. Βροχή, Νερό, Παλιοπόταμε… κάνετε όλοι το χρέος σας όπως πάντα. Δεν είστε εσείς οι ένοχοι.

Ανασηκώθηκε μεγαλόπρεπα, και τα κλαδιά του έγειραν προς τους ανθρώπους.
- Εσείς, άνθρωποι του Βαλτινού, είστε οι μεγάλοι φταίχτες. Με τις άλογες και αλόγιστες δραστηριότητές σας καταστρέψατε το περιβάλλον. Κόψατε δάση, μπαζώσατε ρέματα, χτίσατε εκεί όπου η φύση ήθελε να ανασαίνει. Αλλάξατε τις κλιματικές συνθήκες, κάνατε τη Βροχή ασυγκράτητη, το Νερό απελπισμένο και τον Παλιοπόταμο ανήμπορο.

Έπεσε σιωπή.
Ο πλάτανος συνέχισε:
- Αν θέλετε να μη σας ξαναβρεί τέτοιο κακό, φροντίστε τη γη σας. Φυτέψτε δέντρα, ανοίξτε ρέματα, σεβαστείτε το ποτάμι και τη διαδρομή του. Η φύση δεν εκδικείται, απλώς αντανακλά ό,τι της δίνετε.

Και από τότε…

Οι κάτοικοι του Βαλτινού έσκυψαν το κεφάλι. Κι εκείνη τη μέρα πήραν μια μεγάλη απόφαση: να συμφιλιωθούν με τη φύση. Άρχισαν να καθαρίζουν τον Παλιοπόταμο, να φυτεύουν πλατάνια και ιτιές, να φτιάχνουν μονοπάτια για το Νερό και να καλωσορίζουν τη Βροχή με ευγνωμοσύνη, αλλά και προετοιμασία.

Και κάπως έτσι, με τη δίκη που έγινε παραμύθι και με το παραμύθι που έγινε μάθημα, το Βαλτινό ξαναβρήκε την αρμονία του.

Γιατί, όπως λέει κι ο γέρος πλάτανος όταν φυσάει ο αγέρας μέσα στα φύλλα του:
«Η φύση δε μας ανήκει. Εμείς ανήκουμε σε αυτήν.»


επικοινωνιστε μαζι μας