Ένα μικρό καφενείο, μια ολόκληρη εποχή
Υπάρχουν
κάποια μέρη που, ακόμη κι όταν πάψουν να υπάρχουν, εξακολουθούν να κατοικούν
μέσα στη μνήμη μας. Δεν χρειάζονται τοίχους, πόρτες και παράθυρα για να τα
ξαναβρούμε. Αρκεί μια παλιά φωτογραφία, μια γνώριμη φυσιογνωμία, μια ξεχασμένη
λεπτομέρεια, μια κουβέντα από τα παλιά. Και ξαφνικά, εκεί που δεν το
περιμένεις, ανοίγει ένα παράθυρο στον χρόνο και επιστρέφουν άνθρωποι, φωνές,
μυρωδιές, τραγούδια και στιγμές που νόμιζες πως είχαν χαθεί για πάντα.
Αφορμή
γι’ αυτή την επιστροφή στο παρελθόν στάθηκαν κάποιες παλιές φωτογραφίες που μας
έστειλε ο συγχωριανός μας Σωτήρης Κων/νου Νάκας, ο οποίος κατοικεί στην
Αθήνα. Φωτογραφίες που, σαν μικρές χρονομηχανές, μας ταξίδεψαν πίσω στα χρόνια
της νιότης και μας θύμισαν ένα από τα αγαπημένα στέκια του παλιού Βαλτινού: την
ψησταριά – καφενείο «Η ΑΓΟΡΑ», του Σωτήρη Βότσιου, του γνωστού σε όλους
μας «Καστρακίδα».
Ήταν
ένα μικρό μαγαζί. Πολύ μικρό, θα έλεγε κανείς, για να χωρέσει όσα έμελλε να
ζήσει.
Ο
εσωτερικός του χώρος ήταν μόλις 5 × 5 μέτρα, ενώ μπροστά υπήρχε μια
αυλή, λίγο μεγαλύτερη, με λίγα τραπεζάκια και καρέκλες. Σήμερα, στον ίδιο χώρο,
βρίσκεται το σπίτι του κ. Γιώργου Σκαπέτη, εγγονού του Σωτήρη Βότσιου. Το παλιό
κτίσμα δεν υπάρχει πια. Έφυγε κι αυτό, όπως έφυγαν τόσα πράγματα που κάποτε
θεωρούσαμε πως θα υπάρχουν για πάντα.
Κι
όμως, μέσα σε εκείνα τα λίγα τετραγωνικά μέτρα χωρούσε ένας ολόκληρος κόσμος.
Η
«ΑΓΟΡΑ» άρχισε να λειτουργεί στις αρχές του 1969. Στην αρχή την
εκμεταλλεύονταν συνεταιρικά ο Σωτήρης Βότσιος και ο Παναγιώτης Πέτρου. Η
συνεργασία τους κράτησε περίπου έναν χρόνο. Από εκεί και πέρα, μέχρι το
οριστικό κλείσιμο, ο Σωτήρης Βότσιος, μαζί με τη γυναίκα του, κράτησαν το
μαγαζί ζωντανό, δίνοντάς του κάτι περισσότερο από επαγγελματική υπόσταση: του
έδωσαν τη δική τους ψυχή.
Ο
«Καστρακίδας» ήταν από εκείνες τις μορφές που δύσκολα ξεχνιούνται.
Τον
θυμούνται οι παλιότεροι με την άσπρη ποδιά δεμένη στη μέση, την γαράφα
του τσίπουρου στη μασχάλη και την πετσέτα περασμένη στον ώμο.
Πηγαινοερχόταν ανάμεσα στα τραπέζια, έψηνε, σέρβιρε, γέμιζε τα ποτήρια και
ταυτόχρονα είχε μια κουβέντα για τον καθένα.
Ήταν
ετοιμόλογος, επικοινωνιακός, διπλωμάτης και, πάνω απ’ όλα, άνθρωπος με πολύ
χιούμορ. Ήξερε να κάνει τον πελάτη να αισθάνεται δικός του άνθρωπος. Να τον
πειράξει, να γελάσει μαζί του, να του πει μια κουβέντα που θα του έφτιαχνε τη
διάθεση. Και ίσως αυτή να ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία του: οι άνθρωποι δεν
πήγαιναν μόνο για το φαγητό ή το ποτό. Πήγαιναν και για τον ίδιο τον
Καστρακίδα.
Εκείνα
τα χρόνια το χωριό είχε έναν διαφορετικό ρυθμό. Οι Κυριακές του καλοκαιριού
είχαν τη δική τους τελετουργία. Η περίφημη βόλτα στη Δημοσιά έφερνε
κόσμο στους δρόμους και στα μαγαζιά. Παρέες ολόκληρες περνούσαν από την «ΑΓΟΡΑ»
και, λίγο λίγο, τα τραπεζάκια γέμιζαν.
Ο
καφές, το αναψυκτικό, η μπύρα, το κρασί, το τσίπουρο και τα ποτά έμπαιναν στα
τραπέζια. Από την ψησταριά έβγαινε η μυρωδιά από τα σουβλάκια, τα λουκάνικα
και τα κοτόπουλα, που σερβίρονταν τότε απλά, πάνω στη λαδόκολλα. Η γυναίκα
του Καστρακίδα ετοίμαζε τους μαγειρευτούς μεζέδες για το τσίπουρο και τις
σαλάτες της εποχής.
Δεν
χρειάζονταν πολλά.
Ένα
πιάτο μεζέδες, ένα ποτήρι τσίπουρο και μια καλή παρέα ήταν αρκετά για να γίνει
η μέρα γιορτή.
Και
μετά ερχόταν η μουσική.
Ήταν
τα χρόνια που το τζουκ μποξ είχε τη δική του θέση στην καθημερινότητα
των καφενείων. Ένα κέρμα, μερικά πατήματα στα πλήκτρα – J-9, K-4 ή κάποιον
άλλον συνδυασμό – και η μουσική ξεκινούσε.
Και
τότε, μέσα από το μικρό μηχάνημα, έβγαιναν οι φωνές μιας ολόκληρης εποχής.
Ο
Άκης Πάνου, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Καλδάρας. Ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Ρίτα
Σακελλαρίου, ο Δημήτρης Μητροπάνος και τόσοι άλλοι. Τραγούδια που σήμερα τα
ακούμε και μαζί με τη μελωδία επιστρέφουν πρόσωπα και εικόνες.
Γιατί
τότε τα τραγούδια δεν ήταν απλώς τραγούδια.
Ήταν
αναμνήσεις που γεννιόνταν εκείνη την ώρα.
Τα
ποτήρια γέμιζαν, οι κουβέντες δυνάμωναν και το κέφι ανέβαινε. Τα «μερακλώματα»
έδιναν και έπαιρναν. Κάποιος σηκωνόταν από την καρέκλα, άνοιγε χώρο και
ξεκινούσε τη ζεϊμπεκιά του. Οι υπόλοιποι παρακολουθούσαν σιωπηλοί, με εκείνο το
βλέμμα που μόνο οι άνθρωποι του παλιού λαϊκού γλεντιού ήξεραν να έχουν.
Και
ύστερα ερχόταν άλλη ζεϊμπεκιά. Και άλλη.
Γιατί
έτσι ήταν εκείνη η εποχή. Είχε πάθος, είχε μεράκι, είχε ένταση. Και κάποιες
φορές η ένταση ξεπερνούσε τα όρια.
Δεν
έλειπαν οι παρεξηγήσεις. Μια κουβέντα, ένα πείραγμα, μια ματιά, ένα ποτήρι
παραπάνω μπορούσαν να ανάψουν τα αίματα. Κι όταν άναβαν, τα πράγματα δεν ήταν
πάντα ήρεμα. Τραπέζια αναποδογύριζαν, ποτήρια και μπουκάλια έσπαγαν, ενώ
κάποιες φορές την πλήρωναν ακόμη και οι τζαμαρίες του μαγαζιού.
Ήταν
κι αυτά μέσα στη ζωή του καφενείου.
Γιατί
η «ΑΓΟΡΑ» δεν ήταν ένα αποστειρωμένο μέρος. Ήταν ένας ζωντανός χώρος. Εκεί
γελούσαν, τραγουδούσαν, ερωτεύονταν, συζητούσαν, διαφωνούσαν, συμφιλιώνονταν.
Εκεί μεταφέρονταν τα νέα του χωριού, εκεί σχολιάζονταν τα γεγονότα, εκεί
έκλειναν παρέες και εκεί περνούσαν οι ώρες χωρίς κανείς να κοιτάζει το ρολόι.
Εκεί
χτυπούσε ο παλμός του χωριού.
Και
πέρασαν χρόνια.
Τα
παιδιά μεγάλωσαν. Οι νέοι έγιναν οικογενειάρχες. Άλλοι έφυγαν για την Αθήνα και
τις πόλεις, αναζητώντας δουλειά και μια διαφορετική ζωή. Άλλοι έμειναν. Οι
εποχές άλλαξαν. Τα μαγαζιά άλλαξαν. Οι συνήθειες άλλαξαν.
Κάποια
στιγμή, τα βαθιά γεράματα δεν επέτρεπαν πλέον στον Σωτήρη Βότσιο να συνεχίσει.
Η «ΑΓΟΡΑ» έκλεισε.
Κι
όταν έκλεισε η πόρτα της για τελευταία φορά, δεν έκλεισε απλώς ένα καφενείο.
Έκλεισε
ένα μικρό κεφάλαιο της ζωής του χωριού.
Αργότερα
ο χώρος νοικιάστηκε και εκεί στεγάστηκε φαρμακείο. Ώσπου ήρθε και η ώρα του
ίδιου του κτιρίου. Γκρεμίστηκε για να δώσει τη θέση του σε μια καινούργια
κατοικία.
Οι
τοίχοι χάθηκαν. Τα τραπέζια χάθηκαν. Το τζουκ μποξ σώπασε. Η μυρωδιά από τα
ψητά έπαψε να βγαίνει στον δρόμο. Η φωνή του Καστρακίδα δεν ακούγεται πια.
Μα
δεν χάθηκαν όλα.
Έμειναν
οι φωτογραφίες. Έμειναν οι αφηγήσεις των παλιότερων. Έμειναν τα ονόματα, οι
μορφές και τα τραγούδια. Έμεινε εκείνο το παράξενο συναίσθημα που μας πιάνει
όταν θυμόμαστε έναν τόπο που δεν υπάρχει πια, αλλά μέσα μας εξακολουθεί να
υπάρχει ολόκληρος.
Ίσως
τελικά αυτό να είναι η μνήμη.
Να
κρατάει ζωντανά όσα ο χρόνος δεν μπόρεσε να κρατήσει.
Κι
έτσι, κάθε φορά που μια παλιά φωτογραφία έρχεται στα χέρια μας, κάθε φορά που
κάποιος συγχωριανός θυμάται μια ιστορία, η «ΑΓΟΡΑ» ξανανοίγει για λίγο. Ο
Καστρακίδας ξαναδένει την άσπρη ποδιά στη μέση, παίρνει την πετσέτα στον ώμο, η
γαράφα του τσίπουρου βρίσκεται πάλι στη μασχάλη του και το πρώτο ποτήρι
γεμίζει.
Κάπου
ακούγεται ένα τζουκ μποξ.
Ένα
παλιό τραγούδι αρχίζει.
Κάποιος
σηκώνεται για ζεϊμπεκιά.
Και
για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή, το παλιό Βαλτινό ξαναγίνεται όπως ήταν
τότε.
Γιατί
τα χρόνια μπορούν να γκρεμίσουν σπίτια, να σβήσουν πινακίδες και να αλλάξουν
τους δρόμους. Δεν μπορούν όμως να γκρεμίσουν εκείνα τα μέρη που έχουν χτιστεί
μέσα στην καρδιά μας.
Και
η «ΑΓΟΡΑ» του Καστρακίδα είναι ένα από αυτά.





























