Στο λιτό τραπέζι, εκεί
όπου το στυλό αιωρείται ανάμεσα στα χαρτιά σαν μικρό εργαλείο μνήμης, ο φιλόλογος
καθηγητής Ευάγγελος Στάθης μοιάζει να επιτελεί ένα έργο βαθύτερο από μια απλή
καταγραφή. Δεν συλλέγει μόνο λέξεις, συλλέγει ψυχές, ανασύρει χρόνους που
κινδυνεύουν να χαθούν, δίνει φωνή σε έναν κόσμο που έζησε μέσα στη σιωπή των
καθημερινών ανθρώπων. Γύρω του, η ομήγυρη των ηλικιωμένων γυναικών του Βαλτινού
-η Γεωργία, η Ζωή, η Βάγια, η Ευθυμία και η Βασιλική- ως συνομιλήτριες, είναι
οι άγρυπνες φύλακες της μνήμης του τόπου.
Στα πρόσωπά τους είναι
χαραγμένα τα χρόνια, μα στα μάτια τους λάμπει ακόμη η ζωντάνια της παράδοσης.
Δεν δυσκολεύτηκαν να θυμηθούν, γιατί όσα αφηγήθηκαν δεν ήταν ξένες γνώσεις,
ούτε ψυχρά ιστορικά στοιχεία. Ήταν βιώματα, εμπειρίες σμιλεμένες μέσα στον χρόνο,
κομμάτια ζωής που πέρασαν από γενιά σε γενιά σαν άσβεστη φλόγα. Τα τραγούδια
που ψιθύρισαν, τα παραμύθια που διηγήθηκαν, οι μύθοι, τα παιχνίδια των παιδικών
τους χρόνων, οι ιστορίες του παλιού τρόπου ζωής, όλα έμοιαζαν να αναδύονται από
τα βάθη της συλλογικής μνήμης του χωριού.
Εκείνη η στιγμή της
συνομιλίας αποκτά σχεδόν ιερό χαρακτήρα. Ο λόγος των γυναικών γίνεται γέφυρα
ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ενώ ο ερευνητής, με σεβασμό και αφοσίωση,
λειτουργεί ως μεσολαβητής ανάμεσα στη λήθη και τη διάσωση. Κάθε λέξη που
σημειώνει είναι ένας σπόρος μνήμης, κάθε φράση μια πράξη αντίστασης απέναντι
στη φθορά του χρόνου.
Γιατί ένας τόπος δεν ζει
μόνο μέσα από τα σπίτια, τους δρόμους ή τα τοπία του. Ζει κυρίως μέσα από τις
αφηγήσεις των ανθρώπων του, μέσα από τα τραγούδια που ακούστηκαν στα πανηγύρια,
τα μοιρολόγια που συνόδευσαν τις απώλειες, τα παραμύθια που νανούρισαν τα
παιδιά, τις συνήθειες που ένωσαν τις οικογένειες και την κοινότητα. Εκεί
βρίσκεται η αληθινή του ταυτότητα.
Έτσι, ο Βαγγέλης Στάθης
δεν ολοκλήρωσε απλώς μια εργασία, ολοκλήρωσε ένα χρέος προς τον τόπο του. Με
την έκδοση του δίτομου έργου «Το Βαλτινό» το 2002, κατόρθωσε να
μετατρέψει τον προφορικό λόγο σε διαχρονικό μνημείο. Το βιβλίο αυτό δεν είναι
μόνο ένα ιστορικό ή λαογραφικό πόνημα, είναι η ζωντανή ψυχή του χωριού,
αποτυπωμένη στο χαρτί, ώστε οι επόμενες γενιές να μπορούν να ακούσουν τις φωνές
εκείνων που έζησαν πριν από αυτές.
Ίσως τελικά αυτή να είναι
η βαθύτερη αξία της μνήμης: να μην αφήνει τον χρόνο να σβήνει τους ανθρώπους
και τον τόπο τους, αλλά να τους μεταμορφώνει σε λόγο, σε παράδοση, σε
αιωνιότητα.






.png)
.png)
.png)


























