Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Τσικνοπέμπτη με ομαδικό πνεύμα από τον Α.Ο. Βαλτινού στο γήπεδο Βαλτινού

 

Ο Αθλητικός Όμιλος Βαλτινού τίμησε με τον πιο ζεστό και ομαδικό τρόπο την παράδοση της Τσικνοπέμπτης, διοργανώνοντας μια όμορφη γιορτή μετά την προπόνηση της Ακαδημίας Καλλιδένδρου στο γήπεδο Βαλτινού.

Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της προπόνησης, το γήπεδο μετατράπηκε σε χώρο γιορτής. Παίκτες, γονείς και παράγοντες του συλλόγου έστησαν ψησταριά και έψησαν σουβλάκια και λουκάνικα, δημιουργώντας μια ζεστή, γιορτινή ατμόσφαιρα. Τα παιδιά είχαν την ευκαιρία να χαλαρώσουν και να διασκεδάσουν, ενώ οι μεγάλοι αντάλλαξαν ευχές και συζήτησαν σε κλίμα χαράς και συναδελφικότητας.

Η εκδήλωση ανέδειξε για ακόμη μία φορά τον οικογενειακό χαρακτήρα του Α.Ο. Βαλτινού και τη σημασία που δίνει ο σύλλογος όχι μόνο στην αθλητική ανάπτυξη των παιδιών, αλλά και στη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των μελών της αθλητικής κοινότητας. Μέσα σε πνεύμα ομαδικό και φιλικό, όπως επιτάσσει η ημέρα, όλοι συμμετείχαν σε μια γιορτή που ενίσχυσε το αίσθημα της ενότητας και της συνεργασίας.

Τέτοιες πρωτοβουλίες αποδεικνύουν ότι ο αθλητισμός δεν περιορίζεται μόνο στις προπονήσεις και τους αγώνες, αλλά αποτελεί και αφορμή για κοινωνική συνεύρεση, χαρά και κοινές στιγμές που φέρνουν τους ανθρώπους πιο κοντά. Η βραδιά της Τσικνοπέμπτης στο Βαλτινό άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις σε μικρούς και μεγάλους, επιβεβαιώνοντας το ισχυρό δέσιμο της ομάδας με την τοπική κοινωνία.

Ο ποταμός που ξαναβρήκε τη ροή του

 

Στις φωτογραφίες ο ποταμός απλώνεται σαν μια ήσυχη γραμμή μνήμης ανάμεσα στην κοίτη, την πεδιάδα, το βουνό και τον ουρανό. Είναι ο Ανάποδος ποταμός, μια ζωντανή φλέβα που διαπερνά σχεδόν όλα τα χωριά στα ριζά του Κόζιακα, κουβαλώντας μαζί του ιστορίες ανθρώπων, εποχών και μεταμορφώσεων. Το νερό του, θαυματουργό και ευεργετικό, γίνεται το καλοκαίρι ανάσα δροσιάς. Ξεδιψά ανθρώπους, ζώα και φυτά, και με το απαλό του κελάρισμα ομορφαίνει το χωριό, σαν να του θυμίζει τον αρχέγονο ρυθμό της ζωής.

Κι όμως, για χρόνια αυτή η φλέβα είχε πληγωθεί. Τα μπάζα σκέπασαν την κοίτη του, σαν να επιχειρούσαν να φιμώσουν τη φυσική του φωνή. Όταν έρχονταν οι δυνατές βροχές, το νερό, ανήμπορο να βρει τον δρόμο του, φούσκωνε και ξεσπούσε σε πλημμύρες, δοκιμάζοντας το Βαλτινό, τον Παραπόταμο και τα γύρω χωριά. Ήταν σαν μια υπενθύμιση ότι η φύση δεν ξεχνά την πορεία της και ζητά πάντα τον χώρο που της ανήκει.

Ο καθαρισμός του ποταμού σε όλο του το μήκος, με τη μέριμνα της Αντιπεριφέρειας Τρικάλων, δεν ήταν μόνο ένα τεχνικό έργο, ήταν μια πράξη συμφιλίωσης. Το νερό ρέει ξανά ελεύθερο, και όπως λένε οι παλιότεροι, ο Ανάποδος πήρε την παλιά του μορφή. Αποκαλύφθηκε πάλι ως κανονικός ποταμός, καθρέφτης του ουρανού και σύνδεσμος ανάμεσα στο βουνό και την πεδιάδα. Στη ροή του καθρεφτίζεται μια απλή αλήθεια: όταν σεβόμαστε τη φύση και αποκαθιστούμε τις πληγές της, αποκαθιστούμε μαζί και κάτι βαθύτερο μέσα μας - την αίσθηση του μέτρου, της συνέχειας και της κοινής μας μοίρας με τον τόπο.

Φωτογραφίες: Βασίλης Κ. Σταμούλης

 

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Η ενδεκάδα της μνήμης

 

Οι έντεκα γυναίκες στέκονται μπροστά στον φακό σαν μια άτυπη ενδεκάδα ποδοσφαίρου, όχι για να αγωνιστούν σε γήπεδο, αλλά για να δώσουν έναν σιωπηλό αγώνα απέναντι στον χρόνο. Η αναμνηστική αυτή φωτογραφία από την εκδρομή τους μοιάζει με μια μικρή νίκη απέναντι στη φθορά: μια στιγμή παγωμένη, όπου το γέλιο, η φιλία και η συντροφικότητα αποκτούν διάρκεια.

Τα φορέματά τους, με τα απλά σχέδια και τις καθαρές γραμμές, και οι επιμελημένες κομμώσεις μαρτυρούν τη δεκαετία του ’60 - μια εποχή μετάβασης, όπου η παράδοση συνυπάρχει με τον αέρα της νεωτερικότητας. Οι γυναίκες του Βαλτινού κουβαλούν πάνω τους αυτή τη διπλή κληρονομιά: τη σεμνότητα του χωριού και την προσδοκία ενός κόσμου που ανοίγεται. Στα βλέμματά τους διακρίνεται μια ήρεμη αυτοπεποίθηση, σαν να γνωρίζουν ότι συμμετέχουν σε κάτι περισσότερο από μια απλή εκδρομή, συμμετέχουν στη διαμόρφωση μιας συλλογικής μνήμης.

Η διάταξή τους θυμίζει ομάδα δεμένη. Άλλες όρθιες, άλλες καθιστές, αγγίζουν η μία την άλλη με φυσικότητα, σχηματίζοντας έναν κύκλο οικειότητας. Δεν υπάρχει πρωταγωνίστρια, η δύναμη βρίσκεται στο σύνολο. Όπως σε μια ποδοσφαιρική ενδεκάδα, καθεμιά έχει τη θέση της, τον ρόλο της, και όλες μαζί συνθέτουν μια αρμονία. Η φιλία τους γίνεται ένα άτυπο συμβόλαιο αλληλεγγύης, μια υπόσχεση ότι η κοινή τους πορεία θα συνεχιστεί πέρα από το στιγμιότυπο.

Στο βάθος, το τοπίο απλώνεται ήσυχο, σχεδόν αδιάφορο για το ανθρώπινο δράμα. Κι όμως, μέσα σε αυτή την ακινησία της φύσης, οι μορφές των γυναικών εκπέμπουν ζωντάνια. Είναι νέες, στο κατώφλι της ζωής, με όνειρα που ο φακός δεν μπορεί να συλλάβει, μόνο να υπαινιχθεί. Η φωτογραφία γίνεται έτσι ένας καθρέφτης του χρόνου: μας καλεί να αναλογιστούμε πόσες ιστορίες ξεκίνησαν από εκείνη την ημέρα, πόσες χαρές και δοκιμασίες ακολούθησαν.

Κοιτάζοντας τη σκηνή, νιώθει κανείς πως η ουσία της δεν βρίσκεται μόνο στα πρόσωπα, αλλά στη σχέση τους. Είναι η στιγμή όπου η κοινότητα γίνεται πρόσωπο και το πρόσωπο γίνεται μνήμη. Οι γυναίκες του Βαλτινού, σαν μια συμβολική ενδεκάδα, δεν παίζουν για το σκορ, παίζουν για τη διατήρηση της ανθρώπινης εγγύτητας. Και μέσα από αυτή τη φωτογραφία, συνεχίζουν να μας θυμίζουν ότι η ζωή, όσο κι αν αλλάζει, βρίσκει πάντα τον τρόπο να αποτυπώνει τις πιο τρυφερές της συμμαχίες.

 

ΝΕΡΑ ΚΑΙ ΠΟΥΛΙΑ


«Νερά των βροχών, νερά των καταιγίδων» έλεγα σ’ ένα παλιό μου ποίημα, επειδή μέσα στη μνήμη μου έμενε παγιωμένη η εικόνα του απόβροχου με τα λιμνάζοντα νερά. Αγροί και λιβάδια κρατούσαν ζηλότυπα το νερό της περαστικής βροχής για πολλές ημέρες, αφού η γη χορτασμένη από τις βροχοπτώσεις διαρκείας δεν τα απορροφούσε. Τα δέντρα στις ανοιχτές πεδιάδες γίνονταν υδρόβια και τα πουλιά, τα πολλά πουλιά, γέμιζαν τις αυλακιές και τα αβαθή σημεία των νερών με τα σιωπηλά τους σμήνη, αναζητώντας τροφή. Τώρα, πού πήγαν όλα τα πουλιά; Πού πήγαν τα κοτσύφια, οι τσίχλες, οι καλλιμάνες, οι κύκνοι κάποτε, οι αγριόπαπιες και οι αγριόχηνες, πού πήγαν οι βραχνοί ψαροφαγάδες και τα μπεκατσόνια; Γιατί αδειάζει και νεκρώνεται η φύση μας; Εσύ, ποιητή, Γιώργη Παυλόπουλε, εσύ πού πρώτος σηκώθηκες και το φώναξες. Εσύ, λοιπόν, σήκω και πάλι επάνω και διαλάλησε το ίδιο ερώτημά σου: «Πού πήγαν τα πουλιά;»

Του Ηλία Κεφάλα


Θηλιές μνήμης στο κατώφλι του χρόνου

 

Στη φωτογραφία, μια γυναίκα κάθεται έξω από το σπίτι της, στο κατώφλι του χωριού και του χρόνου. Το σώμα της ελαφρώς σκυμμένο, τα μάτια χαμηλωμένα, τα χέρια σταθερά και υπομονετικά. Το βελονάκι κινείται αργά, σχεδόν τελετουργικά, πλέκοντας όχι μόνο θηλιές από νήμα, αλλά μνήμες, σχέσεις και σιωπές.

Στα χωριά, το πλέξιμο δεν ήταν απλώς εργασία, ήταν ρυθμός ζωής. Άρχιζε την ημέρα, στο φως του ήλιου, στην αυλή ή στο πεζούλι, και συνεχιζόταν το βράδυ, γύρω από το τραπέζι ή τη λάμπα. Εκεί, ανάμεσα σε κουβάρια και εργόχειρα, ξετυλίγονταν και οι συζητήσεις, τα νέα του χωριού, τα βάσανα της χρονιάς, τα μικρά σχόλια για την επικαιρότητα, οι ελπίδες και οι φόβοι. Το πλέξιμο γινόταν αφορμή συνάντησης, χώρος κοινός, όπου η σιωπή δεν ήταν μοναξιά αλλά συντροφιά.

Το βελονάκι, απλό εργαλείο με έναν μικρό γαντζάκι στην άκρη, ένωνε θηλιές και δημιουργούσε ύφασμα, όπως ένωνε και τους ανθρώπους. Κάθε πόντος είχε υπομονή, κάθε σειρά απαιτούσε συγκέντρωση. Κι αυτή η επαναληπτική κίνηση ηρεμούσε τον νου, μείωνε το άγχος, έδινε στο σώμα και στην ψυχή έναν σταθερό ρυθμό. Ήταν μια σιωπηλή μορφή διαλογισμού, μια καθημερινή άσκηση γαλήνης.

Τα νήματα, βαμβακερά, μάλλινα ή ακριλικά, έφταναν στα σπίτια σε κουβάρια ή μπάλες, με τη χάρτινη ετικέτα να μαρτυρά τη μάρκα, το βάρος, το μήκος, τη σύσταση, το χρώμα. Όμως, μόλις έφευγε η ετικέτα, το νήμα έχανε την εμπορική του ταυτότητα και αποκτούσε ανθρώπινη, γινόταν δαντέλα για το τραπέζι, κουβέρτα για το παιδί, ρούχο για την προίκα. Κάθε εργόχειρο κουβαλούσε χρόνο ζωής, φροντίδα και προσδοκία.

Η γυναίκα της φωτογραφίας δεν βιάζεται. Το πλέξιμό της είναι αντίσταση στη φθορά και στη βιασύνη. Μέσα από τις θηλιές, συνεχίζει μια παράδοση που λειτουργεί κοινωνικά, που προσφέρει διέξοδο και αίσθηση κοινότητας. Το βελονάκι της δεν φτιάχνει μόνο ύφασμα, κρατά ενωμένο έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι είχαν χρόνο να είναι μαζί, να μιλούν, να σιωπούν και να δημιουργούν με τα χέρια τους νόημα.


Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Το νέο Διοικητικό Συμβούλιο του Φιλολογικού, Ιστορικού, Λογοτεχνικού Συνδέσμου (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) Τρικάλων

 

Δημιουργικά έκλεισε η χρονιά που έφυγε για τον Φιλολογικό, Ιστορικό, Λογοτεχνικό Σύνδεσμό (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) Τρικάλων, όπως τονίσθηκε την Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026, κατά τη διάρκεια της ετήσιας τακτικής εκλογοαπολογιστικής γενικής συνέλευσης των μελών του. Παράλληλα κόπηκε και η βασιλόπιτα του Συνδέσμου.

Η συνέλευση έγινε στην αίθουσα της Δημοτικής Πινακοθήκης «Θεόδωρος Μάρκελλος» με θέματα Ημερησίας Διατάξεως τον απολογισμός απερχομένου Διοικητικού Συμβουλίου, διάφορα πεπραγμένα, ενώ έγιναν και οι εκλογές για την ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου και Εξελεγκτικής Επιτροπής.

Το νέο Διοικητικό Συμβούλιο του Φιλολογικού, Ιστορικού, Λογοτεχνικού Συνδέσμου (Φ.Ι.ΛΟ.Σ) Τρικάλων, το οποίο προήλθε από τις αρχαιρεσίες της 9ης Φεβρουαρίου 2026, συγκροτήθηκε σε σώμα ως εξής:

Θεόδωρος Νημάς, πρόεδρος,

Δημήτριος Σούλας, αντιπρόεδρος,

Δημήτριος Τσιγάρας, γενικός γραμματέας,

Ελένη Τζαβέλλα, ειδική γραμματέας,

Παρασκευή Λάππα-Πουλιανίτη, ταμίας,    

Αγορίτσα Σκανδάλη, μέλος,

Ευαγγελία Μπαρούτα, μέλος.

Αναπληρωματικά Μέλη:

Σωτήριος Αδάμος,

Ευθυμία Νικολάου,

Αχιλλέας Σιάχος.

Εξελεγκτική Επιτροπή

Άννα Ντιναπόγια-Λιακατσίδα,

Ιωάννης Καρασιώτος,

Αθανάσιος Παπαβασιλείου.




Η συνομιλία του φωτός με τη σκιά

 

Στη φωτογραφία, δύο κύκνοι πλέουν στο ίδιο νερό, μα σε διαφορετικούς κόσμους. Ο ένας λευκός, φωτισμένος, κινείται μέσα σε μια περιοχή καθαρού φωτός. Ο άλλος σκοτεινός, σχεδόν σιωπηλός, χαράζει κύκλους σε μια ζώνη σκιάς. Ανάμεσά τους δεν υπάρχει σύγκρουση, υπάρχει μια αόρατη γραμμή που χωρίζει το φως από το σκοτάδι, σαν σύνορο ανάμεσα σε δύο καταστάσεις της ύπαρξης.

Το νερό λειτουργεί ως καθρέφτης αυτής της διττότητας. Οι κυματισμοί που γεννά η κίνηση του μαύρου κύκνου διαχέονται απαλά προς το φωτεινό μέρος, σαν υπενθύμιση ότι το σκοτάδι δεν είναι αποκομμένο από το φως. Κάθε ύπαρξη κουβαλά και τα δύο. Δεν πρόκειται για αντίθεση που απαιτεί νίκη, αλλά για συνύπαρξη που ζητά κατανόηση.

Οι δύο μορφές μοιάζουν να συνομιλούν χωρίς να αγγίζονται. Η απόστασή τους δεν είναι ψυχρή, είναι στοχαστική. Σαν να αναγνωρίζουν η μία στην άλλη ένα συμπλήρωμα. Το φως γίνεται πιο έντονο δίπλα στη σκιά, και η σκιά αποκτά βάθος χάρη στο φως. Μαζί σχηματίζουν μια ισορροπία που θυμίζει την ανθρώπινη ψυχή: ένα πεδίο όπου η καθαρότητα και το μυστήριο συνυπάρχουν.

Ίσως τελικά η εικόνα να μιλά για την αποδοχή. Για την ικανότητα να πλέουμε μέσα στις αντιθέσεις μας χωρίς να επιδιώκουμε να εξαφανίσουμε καμία. Όπως οι κύκνοι, έτσι κι εμείς κινούμαστε σε νερά που αλλάζουν χρώμα. Και μέσα σε αυτή την εναλλαγή, μαθαίνουμε ότι η πληρότητα δεν βρίσκεται στην επιλογή του φωτός ή του σκοταδιού, αλλά στη συνειδητή τους συνύπαρξη.


Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Σπουδαίο διπλό του Α.Ο. Βαλτινού μέσα στο Γοργογύρι (0-2)

 

Σημαντική εκτός έδρας νίκη πέτυχε ο Α.Ο. Βαλτινού απέναντι στον Α.Ο. Γοργογυρίου με σκορ 0-2, σε έναν αγωνιστικό χώρο που είχε μετατραπεί σε βούρκο λόγω των έντονων βροχοπτώσεων των προηγούμενων ημερών.

Η ομάδα του Βαλτινού μπήκε αποφασισμένη από το ξεκίνημα και ευτύχησε να ανοίξει το σκορ μόλις στο πρώτο λεπτό της αναμέτρησης. Ο Δημήτρης Κοθράς επιχείρησε σουτ που κόντραρε στους αμυντικούς, με τον Ηλία Τσαρούχα να εκμεταλλεύεται τη σύγχυση, να γίνεται κάτοχος της μπάλας και με ψύχραιμο πλασέ από κοντά να γράφει το 0-1.

Ο ΑΟΒ συνέχισε να πιέζει και στο 28ο λεπτό διπλασίασε τα τέρματά του. Μετά από εξαιρετική εκτέλεση κόρνερ του Τσαρούχα, αμυντικός των γηπεδούχων στην προσπάθειά του να απομακρύνει έστειλε άθελά του την μπάλα στα δίχτυα της ομάδας του, διαμορφώνοντας το 0-2. Μέχρι την ανάπαυλα, οι φιλοξενούμενοι άγγιξαν και τρίτο γκολ, όμως ο τερματοφύλακας του Γοργογυρίου πραγματοποίησε δύο σημαντικές αποκρούσεις σε προσπάθειες του Δημήτρη Κοθρά.

Στο δεύτερο ημίχρονο ο Α.Ο. Βαλτινού διαχειρίστηκε με ωριμότητα το προβάδισμά του. Παρότι απειλήθηκε σε δύο περιπτώσεις προς το τέλος, δημιούργησε αρκετές προϋποθέσεις στην αντεπίθεση για να διευρύνει το σκορ. Ωστόσο, η κακή κατάσταση του αγωνιστικού χώρου, η ατυχία και η βιασύνη στην τελική προσπάθεια δεν επέτρεψαν να αλλάξει το αποτέλεσμα.


Για τον Α.Ο. Βαλτινού αγωνίστηκαν οι: Πολυγένης, Γιώτας, Καραλής, Κοθράς Κ., Σπυρόπουλος, Γιαννόπουλος, Παπαθανασίου (Σταμούλης), Μέκσι, Νικλητσιώτης (Καμέας), Τσαρούχας (Φραντζής), Κοθράς Δ. (Πατσιάς).

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Στιγμές γαλήνης στις όχθες των Ζαγοροχωρίων

 

Στα Ζαγοροχώρια ο χρόνος μοιάζει να κυλά διαφορετικά - πιο αργά, πιο βαθιά, σαν τα νερά των ποταμών που χαράζουν υπομονετικά την πέτρα. Η Στεφανία, καθισμένη στην όχθη, αφήνεται στη σιωπή του τοπίου. Το πέτρινο γεφύρι ορθώνεται σαν μνήμη αιώνων, ενώ το ποτάμι ψιθυρίζει ιστορίες που μόνο όποιος σταματά να ακούσει μπορεί να καταλάβει. Μακριά από τον θόρυβο της καθημερινότητας, η εκδρομή με τις φίλες της γίνεται μια μικρή τελετουργία επιστροφής στη φύση, μια υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος ανήκει πρώτα στο χώμα, στο νερό, στον αέρα.

Οι στιγμές αυτές δεν είναι μόνο εικόνες, αλλά αισθήσεις που χαράζονται μέσα της: το κρύο άγγιγμα της πέτρας, η μυρωδιά της υγρής γης, οι γεύσεις της ηπειρώτικης κουζίνας που ζεσταίνουν την καρδιά όπως ένα οικογενειακό τραπέζι. Τα γέλια μπερδεύονται με το κελάηδισμα του νερού, και η συντροφικότητα γίνεται γέφυρα -σαν εκείνες τις πέτρινες - που ενώνει τις ψυχές. Μέσα σε αυτή την απλότητα, η Στεφανία νιώθει πως η αληθινή πολυτέλεια βρίσκεται στην παρουσία: να κοιτάς το ποτάμι, να μοιράζεσαι ψωμί και ιστορίες, να αφήνεις τον εαυτό σου να γίνει μέρος του τοπίου.

Κι έτσι, ανάμεσα στα γεφύρια και στους ποταμούς, γεννιέται μια ήσυχη σκέψη: ότι η ζωή, όπως και το νερό, βρίσκει πάντα τον δρόμο της όταν της επιτρέπουμε να κυλήσει ελεύθερα. Οι εκδρομές τελειώνουν, οι άνθρωποι επιστρέφουν στις πόλεις τους, όμως κάτι από αυτή τη γαλήνη μένει μέσα τους - μια μικρή εσωτερική όχθη όπου μπορούν πάντα να επιστρέφουν.



Σε κλίμα ενότητας και χαράς η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βαλτινού

 

Η εκδήλωση της κοπής της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βαλτινού πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026, στην ταβέρνα «Το Τσαγαλί», στον Παραπόταμο, μέσα σε μια ζεστή και γιορτινή ατμόσφαιρα που έφερε κοντά μέλη, φίλους και συγχωριανούς του Βαλτινού.

Η βραδιά ξεκίνησε με τον χαιρετισμό της προέδρου του Συλλόγου, κας Ρίκας Βόστιου – Πλεξίδα, η οποία καλωσόρισε τους παρευρισκόμενους εκφράζοντας τη χαρά και τη συγκίνησή της για τη μεγάλη συμμετοχή. Στον σύντομο αλλά ουσιαστικό λόγο της υπογράμμισε τη σημασία της συνάντησης και της συλλογικής πορείας, τονίζοντας πως η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας δεν αποτελεί απλώς ένα έθιμο, αλλά μια ευκαιρία ενότητας, επικοινωνίας και ανανέωσης των δεσμών της κοινότητας.

Η πρόεδρος αναφέρθηκε στον ρόλο του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βαλτινού στη διατήρηση της μνήμης, της ιστορίας και της ταυτότητας του τόπου, επισημαίνοντας παράλληλα τη σημασία της δημιουργίας νέων πολιτιστικών δράσεων και συνεργασιών. Ευχαρίστησε θερμά τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τους εθελοντές και όλους όσοι στηρίζουν έμπρακτα τον Σύλλογο, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στους νέους ανθρώπους, που αποτελούν, όπως είπε, τη συνέχεια και την ελπίδα του Βαλτινού. Κλείνοντας, ευχήθηκε υγεία, δύναμη και δημιουργικότητα για το νέο έτος, εκφράζοντας τη δέσμευση του Συλλόγου να συνεχίσει το έργο του με αγάπη και υπευθυνότητα.

Ακολούθησε η κοπή της πίτας από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, με τις ευλογίες του πατέρα Αχίλλειου Σακελλαρίου, ιερέα της ενορίας Αγίου Αθανασίου Βαλτινού και την παρουσία του Προέδρου Βάιου Τσιγάρα και αντιπροέδρου Κων/ νου Σταμούλη, της Τοπικής Κοινότητας. Η τελετή πραγματοποιήθηκε σε κλίμα συγκίνησης και αισιοδοξίας, με ανταλλαγή ευχών για μια καλή και δημιουργική χρονιά.

Στη συνέχεια, οι παρευρισκόμενοι απόλαυσαν μια όμορφη και ζεστή βραδιά με μουσική, κέφι και χορό υπό τους ήχους του DJ. Η εκδήλωση εξελίχθηκε σε μια γιορτή συνάντησης και χαράς, όπου μικροί και μεγάλοι είχαν την ευκαιρία να διασκεδάσουν, να συζητήσουν και να ενισχύσουν τους δεσμούς φιλίας και συνεργασίας.

Η επιτυχημένη αυτή εκδήλωση επιβεβαίωσε για ακόμη μία φορά τον ζωντανό ρόλο του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βαλτινού ως πυρήνα πολιτιστικής και κοινωνικής συνοχής. Μέσα από τέτοιες πρωτοβουλίες, ο Σύλλογος συνεχίζει να καλλιεργεί το πνεύμα ενότητας και συλλογικότητας, κρατώντας ζωντανές τις παραδόσεις και ενισχύοντας το αίσθημα της κοινότητας.

Ακολουθούν βίντεο από την εκδήλωση:







Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Νέο στέγαστρο στη στάση του Μύλου στο Βαλτινό

 

Στην κατασκευή νέου στεγάστρου για τη στάση του Μύλου στο Βαλτινό προχώρησε η Τοπική Κοινότητα Βαλτινού, ανταποκρινόμενη σε ένα πάγιο αίτημα των κατοίκων της περιοχής. Όπως δήλωσε ο Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας, κ. Βάιος Τσιγάρας, το παλαιότερο στέγαστρο της στάσης της αστικής συγκοινωνίας που βρισκόταν στο συγκεκριμένο σημείο είχε αφαιρεθεί στο παρελθόν, καθώς δημιουργούσε προβλήματα και εμπόδια στους περίοικους.

Ύστερα από συνεννόηση και αναζήτηση μιας κοινά αποδεκτής λύσης, βρέθηκε η «χρυσή τομή». Το νέο στέγαστρο τοποθετήθηκε σε μικρή απόσταση από την αρχική του θέση, έτσι ώστε αφενός να μην παρεμποδίζει την καθημερινότητα των κατοίκων και αφετέρου να εξυπηρετεί αποτελεσματικά το επιβατικό κοινό.

Η παρέμβαση αυτή βελτιώνει τις συνθήκες αναμονής για τους χρήστες της αστικής συγκοινωνίας, προσφέροντας προστασία από τις καιρικές συνθήκες και αναβαθμίζοντας παράλληλα την εικόνα του σημείου. Η Τοπική Κοινότητα συνεχίζει, όπως επισημαίνεται, τις προσπάθειες για μικρές αλλά ουσιαστικές παρεμβάσεις που αναβαθμίζουν την ποιότητα ζωής στο Βαλτινό.


Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Οι ακούραστες ρίζες της οικογένειας

 

Οι παλαιότερες γιαγιάδες μεγάλωσαν σε χρόνια δύσκολα, όπου η ζωή δεν χαριζόταν και η επιβίωση απαιτούσε κόπο, επιμονή και πίστη. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σκληρότητα, ανέπτυξαν μια αξιοθαύμαστη ενεργητικότητα, μια σιωπηλή αξιοπρέπεια που τις έκανε στυλοβάτες της οικογένειας.

Σαν τη γιαγιά της φωτογραφίας, που με το σώμα σκυφτό αλλά το πνεύμα όρθιο κόβει ξύλα για τη σόμπα, πολλές γυναίκες της γενιάς εκείνης δεν γνώρισαν τη λέξη «συνταξιοδότηση» με τη σημερινή της έννοια. 

Η προσφορά τους δεν είχε ωράριο. Ήταν παρούσες σε κάθε ανάγκη του σπιτιού: άνοιγαν δρόμο με το φτυάρι μέσα στο χιόνι για να περάσουν τα παιδιά, κουβαλούσαν νερό, φρόντιζαν τα ζώα, κρατούσαν ζωντανή τη φωτιά του σπιτιού - κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Σε μια άλλη εικόνα, θα τις βλέπαμε καθισμένες δίπλα στο παράθυρο να γνέθουν το μαλλί με τη ρόκα. Τα χέρια τους, σημαδεμένα από τον χρόνο, δούλευαν με ρυθμό σχεδόν τελετουργικό. Εκεί, μέσα σε αυτή τη μονότονη αλλά δημιουργική κίνηση, υφαινόταν όχι μόνο το νήμα για τα ρούχα της οικογένειας, αλλά και η ίδια η συνοχή του σπιτιού. Η εργασία τους ήταν πράξη αγάπης.

Κι όταν έπεφτε το βράδυ, μπροστά στο τζάκι, μεταμορφώνονταν σε αφηγήτριες. Με φωνή ζεστή και μάτια που έλαμπαν, έλεγαν παραμύθια στα εγγόνια. Μέσα από αυτές τις ιστορίες περνούσε η σοφία των γενεών: αξίες, φόβοι, ελπίδες. Οι γιαγιάδες δεν συντηρούσαν μόνο το σώμα της οικογένειας με το μαγείρεμα και τη φροντίδα, έθρεφαν και την ψυχή της.

Στην κουζίνα, σκυμμένες πάνω από την κατσαρόλα ή τον νεροχύτη, συνέχιζαν ακούραστα. Κάθε πιάτο φαγητό ήταν μια μικρή προσφορά, μια σιωπηλή δήλωση φροντίδας. Και στο τέλος της ημέρας, συχνά τις βλέπαμε να σταυροκοπιούνται με ευγνωμοσύνη προς το θείο για το σώσιμο της μέρας. Αυτή η απλή κίνηση έκρυβε μια βαθιά πίστη: ότι η ζωή, παρά τις δυσκολίες της, είναι δώρο.

Οι παλαιότερες γιαγιάδες μάς κληροδότησαν κάτι περισσότερο από αναμνήσεις. Μας δίδαξαν, με το παράδειγμά τους, την αξία της εργατικότητας, της αντοχής και της ανιδιοτελούς προσφοράς. Ήταν γυναίκες που δεν μιλούσαν πολύ για τη δύναμή τους, την αποδείκνυαν καθημερινά. Και ίσως, κάθε φορά που θυμόμαστε τις μορφές τους σκυμμένες πάνω από μια δουλειά ή καθισμένες δίπλα στη φωτιά με ένα παραμύθι στα χείλη, να αναγνωρίζουμε μέσα τους ένα κομμάτι από τις ρίζες μας: τη σιωπηλή, επίμονη αγάπη που κρατά ενωμένη την οικογένεια και φωτίζει τον δρόμο των επόμενων γενεών.





Κοπή βασιλόπιτας στο Φροντιστήριο «Έμφαση» στο Βαλτινό

 

Την Πέμπτη 5-2-2026 πραγματοποιήθηκε στο Φροντιστήριο Μέσης Εκπαίδευσης «Έμφαση» στο Βαλτινό Τρικάλων η καθιερωμένη κοπή της βασιλόπιτας, μέσα σε ένα ζεστό και ευχάριστο κλίμα. Μαθητές και εκπαιδευτικοί αντάλλαξαν ευχές για τη νέα χρονιά, εκφράζοντας αισιοδοξία και διάθεση για δημιουργική συνέχεια στη μαθησιακή τους πορεία.

Ο υπεύθυνος σπουδών του Φροντιστηρίου, Δημήτρης Γ. Καραθανάσης, Υπ. Διδάκτωρ Φιλολογίας, ευχήθηκε: «Υγεία και επιτυχία σε όλους τους μαθητές. Του χρόνου πάλι, με το καλό!», τονίζοντας τη σημασία της προσπάθειας, της επιμονής και της συνεργασίας για την επίτευξη των στόχων.

Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με χαμόγελα και θετική ενέργεια, σηματοδοτώντας μια δημιουργική και επιτυχημένη χρονιά για ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα του φροντιστηρίου.



Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Οι ξυπόλητοι πρίγκιπες και το δίφραγκο (του Χάρη Αγγελή)

 

Καθώς ο Αύγουστος πλησίαζε και ο κάμπος άναβε σαν αναμμένο τηγάνι, οι τρεις φίλοι, ο Σιούλας, ο Χάρης και ο Πίπης, είχαν βρει καταφύγιο στον βαθύ ίσκιο των θεόρατων δέντρων γύρω από την εκκλησία. Τα κλαδιά τους έτριζαν από το βάρος των τζιτζικιών, που ατέλειωτα τραγουδούσαν τον θρίαμβο της ζέστης.

Ο Πίπης, με τη γνωστή μανία του να αιχμαλωτίζει κάθε ζωντανό που σκαρφάλωνε σε κλαρί, είχε αλλάξει τώρα στόχο, από τις κολοφωτιές πέρασε στους τζίτζηκες. Τους έπιανε με τρόπο, τους έδενε σε ένα σκοινί και το κρεμούσε από το παντελόνι του σαν παράσημα. Οι «παππούδες», εκείνοι οι μεγάλοι, νωχελικοί, που κούρνιαζαν στους χοντρούς κορμούς, ήταν εύκολη λεία. Οι άλλοι όμως, οι δυνατοί, οι ψηλοί τραγουδιστές που τζιτζίριζαν μέχρι να σου τρυπήσουν τα αυτιά, απαιτούσαν σκαρφάλωμα, υπομονή και τύχη. Κι όταν τους έπιανε, ο Πίπης τους έβαζε άχυρο στον πισινό και τους αμολούσε σαν αεροπλάνα. Οι κακόμοιροι πτηνοπόροι έπεφταν λίγα μέτρα παραπέρα, πληγωμένοι και συγχυσμένοι.

Εκεί τριγύρω σύχναζε και ο Προκόπης, ένας άντρας που κουβαλούσε στο κεφάλι τον πόλεμο και στην καρδιά μια παιδική αθωότητα. Τα μαλλιά του ήταν κουρεμένα σαν σχολιαρόπαιδο, τα μάτια του πότε σκοτεινιάζανε και πότε φέγγιζαν σαν πρωινή δροσιά. Περπατούσε με το μπαστούνι, μιλούσε μόνος του, τραγουδούσε, θύμωνε, πετούσε πέτρες σε αόρατους εχθρούς, κι έπειτα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, καθόταν δίπλα στα παιδιά και τους εξηγούσε προβλήματα του σχολείου, που ακόμη κι οι δάσκαλοι δυσκολεύονταν να λύσουν. Κάτι είχε πάθει στον πόλεμο, έλεγαν οι χωριανοί, και το μυαλό του είχε «τσιακατιστεί», μα η ψυχή του ήταν καλοσυνάτη σαν στάρι.

Το σπίτι του βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο μπακάλικο του Καραμήτσιου και απέναντι από το παλιό κοινοτικό γραφείο, που άλλοτε ήταν σχολείο. Το καμίνι του Καλαμπάκα έβγαζε τις μυρωδιές του ασβέστη, κι όλη εκείνη η γειτονιά γύρω από την εκκλησία είχε μια υφή ανάμεσα στο ιερό και στο καθημερινό.

Μια Κυριακή, μετά τη λειτουργία, ξεπρόβαλε ένας κύριος ξένος προς το χωριό. Φορούσε άσπρο πουκάμισο, γκρι παντελόνι και κάτι παρδαλά, καρακαξένια σκαρπίνια που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο. Στο χέρι κράταγε ένα ψάθινο καπέλο και το ανεβοκατέβαζε στο πρόσωπο για αέρα. Δίπλα του περπατούσε ο γραμματικός του χωριού, ο Μήτσος. Οι δυο τους κοίταζαν τα δέντρα και συζητούσαν για τις ρίζες τους, λες και μιλούσαν για αρχαία μνημεία.

Όταν ο κύριος είδε τα τρία αγόρια, τα ισχνά τους ποδαράκια, τα μαυρισμένα προσωπάκια, τις από καιρό στεγνωμένες μύξες, τα φώναξε κοντά του. Με κίνηση αργή, σχεδόν ιερατική, έβγαλε ένα δίφραγκο και το έβαλε στο χέρι του Χάρη.

— Πηγαίνετε στο μπακάλη να σας δώσει καραμέλες, είπε με φωνή ήρεμη και απαλή.

Το δίφραγκο πέρασε από χέρι σε χέρι σαν θησαυρός. Το ζύγισαν, το χάιδεψαν, το κοίταξαν κόντρα στον ήλιο.

— Το φαλακρό κεφάλι είναι του βασιλιά, έλεγε ο Σιούλας σοβαρά. Κι από την άλλη… η κορώνα του.
Τα άλλα δύο συμφωνούσαν χωρίς να πολυκαταλαβαίνουν.

Στο μπακάλικο, που μύριζε σαπούνι πράσινο και μπαγιάτικο σιτάρι, ο Καραμήτσιος ρώτησε δυνατά, με την κουφαμάρα της ηλικίας:

— Τι καραμέλες θέλτεεε;

Πριν προλάβουν οι άλλοι να πάρουν απόφαση:

— Ξεμπλέτσωτες! φώναξε ο Πίπης, κι έτσι έληξε κάθε συζήτηση.

Ο μπακάλης έφτιαξε ένα μεγάλο χωνί από παλιά εφημερίδα και το γέμισε με μακρουλές, γυμνές καραμέλες. Ήταν τόσες πολλές, που ο Πίπης πρότεινε να επιστρέψουν πίσω τις μισές και να κρατήσουν τη δραχμή, για να πάρουν παγωτό στο πανηγύρι της Παναγίας.

— Τι χαζομάρες λες; είπε κοφτά ο Σιούλας.
Κι αυτό ήταν. Το δίφραγκο είχε πλέον γίνει σιρόπι και ζάχαρη στα δόντια τους.

Στα χαϊάτια της εκκλησίας κάθισαν στη δροσιά και μοίρασαν τις καραμέλες μία - μία, επιβάλλοντας δικαιοσύνη δική τους, παιδική και απόλυτη. Κάποια στιγμή, ο Προκόπης πέρασε χαμογελαστός και τους είπε ένα γρίφο. Ο Σιούλας τον έλυσε πρώτος και ο Προκόπης έγνεψε με περηφάνια, σαν να ήταν δικά του παιδιά.

Όταν ο Χάρης γύρισε σπίτι, έδωσε καραμέλες στα αδέρφια του και στη γιαγιά, που τον κοίταζε με μισό μάτι, έτοιμη για ανάκριση.

— Από πού τις βρήκες, παιδάκι μ’;
— Μας τις έδωσε ο γραμματικός, απάντησε εκείνος, και καθησύχασε κάθε υποψία.

Το δίφραγκο είχε πια εξαφανιστεί, μα όχι η χαρά. Οι ξυπόλητοι πρίγκιπες είχαν ζήσει μια μικρή βασιλική μέρα, με καραμέλες, τζίτζηκες και τον αέρα του Αυγούστου να μοσχοβολάει θερμό παιδικό καλοκαίρι.

Και όσο η εκκλησία έριχνε τη σκιά της πάνω τους, ένιωθαν πως ο κόσμος δεν ήταν μόνο ζέστη και σκόνη, ήταν και στιγμές που, ακόμα κι ένα δίφραγκο, μπορούσε να γίνει θησαυρός.



 

Η φωτογραφία της νεότητας που έφυγε

 

Δυο νέοι στέκονται απέναντι στον φακό, ο Τάκης και ο Τάκης, δύο γειτονόπουλα από το Βαλτινό, σαν να στέκονται απέναντι στον ίδιο τον χρόνο. Η εικόνα τους μοιάζει με καθρέφτη διπλό: σχεδόν ίδιο ντύσιμο, ίδια κόμμωση, ίδια στάση, ίδια αξεσουάρ (ρολόι στο χέρι) - μια νεανική ομοιομορφία που μοιάζει να υπόσχεται κοινή πορεία. Ατενίζουν το μέλλον τους με εκείνη τη σιωπηλή βεβαιότητα της ηλικίας που πιστεύει πως ο χρόνος είναι άπειρος.

Η στάση τους είναι πρόωρα μάγκικη, όχι από έπαρση, αλλά από ανάγκη δήλωσης ύπαρξης. Είναι η ηλικία που ο άνθρωπος δοκιμάζει το περίγραμμά του, σμιλεύει μια ταυτότητα, υψώνει το σώμα σαν σημαία ελευθερίας. Είναι το σώμα που στέκεται όρθιο πριν μάθει να λυγίζει, το βλέμμα που προλαβαίνει τη σκέψη. Μέσα σε αυτή την πόζα φωλιάζει η τόλμη της αρχής, η επιθυμία να χωρέσουν τον κόσμο στα μέτρα τους, να τον περπατήσουν μαζί, βήμα με βήμα.

Κι όμως, η φωτογραφία, που τότε έμοιαζε απλή καταγραφή νιάτων, σήμερα βαραίνει από γνώση. Γιατί ο ένας από τους δύο δεν πρόλαβε να διανύσει τη διαδρομή που άνοιγε μπροστά τους. Έφυγε πρόωρα, αφήνοντας το μέλλον που ατένιζε μισό, σαν δρόμο που κόπηκε απότομα μέσα στο φως. Η συμμετρία της εικόνας ράγισε, εκεί όπου υπήρχαν δύο πορείες, απέμεινε μία, φορτωμένη πλέον και τη μνήμη της άλλης.

Έτσι, η ομοιότητά τους αποκτά τραγικό βάθος. Ο ένας συνεχίζει, ο άλλος μένει για πάντα νέος, καρφωμένος στο βλέμμα της φωτογραφίας. Η φιλία τους μετατρέπεται σε σιωπηλή μαρτυρία για τη σκληρή αδικία του χρόνου, που δεν μοιράζει ίσα τα χρόνια, ούτε τις ευκαιρίες. Το Βαλτινό, κοινός τόπος και κοινή αφετηρία, γίνεται τώρα και τόπος μνήμης.

Η εικόνα δεν δείχνει πια μόνο δύο νέους σε στάση μάγκικη. Δείχνει αυτό που υπήρξε και αυτό που δεν πρόλαβε να γίνει. Δείχνει πως η νεότητα δεν είναι υπόσχεση διάρκειας, αλλά στιγμή εύθραυστη. Και μας θυμίζει, με μια ήσυχη οδύνη, ότι κάποιοι μένουν για πάντα να ατενίζουν το μέλλον - όχι γιατί το κατέκτησαν, αλλά γιατί δεν τους δόθηκε ο χρόνος να το ζήσουν.


Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Η σοφία των καπακιών στην αλάνα

 

Υπήρξαν εποχές που η παιδική χαρά δεν είχε περίφραξη, ούτε πιστοποιήσεις ασφαλείας. Ήταν ο χωματόδρομος, η αλάνα, το ξέφωτο δίπλα στο καφενείο. Και τα παιχνίδια δεν αγοράζονταν, συλλέγονταν. Τα καπάκια των αναψυκτικών, ταπεινά και παραπεταμένα, αποκτούσαν στα παιδικά χέρια μια δεύτερη ζωή, μεταμορφώνονταν σε θησαυρό, σε πρόκληση, σε μέτρο αξίας και ικανότητας.

Το παιχνίδι με τα καπάκια δεν ήταν απλώς μια φθηνή διασκέδαση. Ήταν ένα άτυπο σχολείο. Εκεί μάθαινε κανείς να στοχεύει, να υπολογίζει αποστάσεις, να ζυγίζει την πέτρα στο χέρι, να διαβάζει το έδαφος. Μάθαινε όμως και κάτι βαθύτερο: τη συμφωνία, τον κανόνα, την αποδοχή της ήττας και τη χαρά της νίκης χωρίς φωνές και τρόπαια. Όλα ξεκινούσαν από μια κοινή απόφαση -πόσα καπάκια, ποια απόσταση, ποιος πρώτος- κι αυτό από μόνο του ήταν μια άσκηση δημοκρατίας σε μικρογραφία.

Η συλλογή των καπακιών έξω από τα καφενεία είχε κι αυτή τη σημασία της. Τα παιδιά κινούνταν στα όρια του κόσμου των μεγάλων, μάζευαν τα υπολείμματα της καθημερινής τους ζωής και τα μετέτρεπαν σε παιχνίδι. Ό,τι για τους μεγάλους ήταν σκουπίδι, για τα παιδιά γινόταν δυνατότητα. Έτσι, χωρίς να το ξέρουν, εξασκούνταν στην ανακύκλωση, αλλά κυρίως στην αναδημιουργία του κόσμου με τα ελάχιστα.

Το παιχνίδι εξελισσόταν πάνω στη γη, όχι πάνω σε οθόνη. Η πέτρα που έφευγε από το χέρι κουβαλούσε την ένταση της στιγμής, και το άνοιγμα στη στοίβα των καπακιών ήταν μικρή ρωγμή στην τύχη, όπου χώραγε η δεξιοτεχνία και η στρατηγική. Κάθε «κόψιμο» της στοίβας άλλαζε τους συσχετισμούς, γεννούσε νέες αποφάσεις: θα συμπληρώσουμε; πόσα; θα ρισκάρουμε; Το παιχνίδι δίδασκε ότι τίποτα δεν μένει σταθερό και ότι κάθε πράξη έχει συνέπειες.

Ίσως σήμερα όλα αυτά να μοιάζουν απλά ή ξεπερασμένα. Κι όμως, μέσα σε εκείνα τα καπάκια κρυβόταν μια φιλοσοφία ζωής: η χαρά δεν χρειάζεται χρήματα, η φαντασία ανθίζει στην έλλειψη, και η κοινότητα χτίζεται μέσα από το μοίρασμα του χώρου και του χρόνου. Τα καπάκια ήταν μικρά, αλλά το παιχνίδι μεγάλο, τόσο μεγάλο, που ακόμη και τώρα, στη μνήμη, εξακολουθεί να κυλά πάνω στον χωματόδρομο της παιδικής ηλικίας.

 



Μια προσωπική εμπειρία, από ένα κομμάτι της ζωής και της αισθητικής του χωριού μας

Η συγχωριανή μας Ρούλα Σταυρέκα, με την ευαισθησία και τη ματιά που τη διακρίνουν, μας χαρίζει μέσα από τα λόγια της μια μικρή, αλλά πολύτιμη εικόνα από ένα κομμάτι της ζωής και της αισθητικής του χωριού μας. Μια προσωπική εμπειρία, που φωτίζει τη σημασία της ποιότητας, της φιλοξενίας και της ατμόσφαιρας στους μικρούς μας τόπους.

Πριν από έναν χρόνο, καλοκαίρι, βρέθηκα στο χωριό. Μαζί με τον αδερφό μου πήγαμε στο Καφέ  Fuego, πάνω στην πλατεία. Από τη στιγμή που μπήκα στον χώρο, ένιωσα μια γλυκιά αύρα να με αγκαλιάζει.

Ο ιδιοκτήτης μάς υποδέχτηκε με ένα ζεστό χαμόγελο. Ο αδερφός μου μάς σύστησε και καθίσαμε σε έναν άνετο καναπέ. Η μουσική ήταν εξαιρετικά χαλαρωτική, κλασικά κομμάτια «πειραγμένα» με μια σύγχρονη, μοντέρνα προσέγγιση. Χαλάρωσα αμέσως. Μια γλυκιά θαλπωρή και μια αίσθηση χαράς με τύλιξαν. Η μουσική έκανε πραγματικά το θαύμα της. Ήταν σαν να βρισκόμουν στο σπίτι μου.

Δεν υπήρχε ένταση που να κουράζει ή να «τρυπάει» τα αυτιά, ούτε κακής ποιότητας ήχος. Και, το πιο βασικό, δεν υπήρχαν φωνές γύρω μου. Μόνο ησυχία, ισορροπία και σεβασμός.

Το μαγαζί αυτό εμπνέει σεβασμό. Ποιότητα. Χαλαρότητα. Ένιωσα οικεία από την πρώτη στιγμή. Ο ιδιοκτήτης έχει εξαιρετικό γούστο, επιλεγμένη διακόσμηση, προσεγμένη μουσική και μια ατμόσφαιρα με ρομαντική διάθεση, που σπάνια συναντάς.

Το Καφέ  Fuego είναι ένα από τα καλύτερα μαγαζιά του χωριού. Μοιάζει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα -χωρίς καμία πρόθεση σύγκρισης ή προσβολής. Έχει έναν ευρωπαϊκό αέρα, ένα ιδιαίτερο στιλ, που το κάνει μοναδικό στο χωριό μας.

Θερμά συγχαρητήρια στο ζευγάρι που κατάφερε να δημιουργήσει κάτι πραγματικά ξεχωριστό στον τόπο μας, έναν χώρο για ανθρώπους που εκτιμούν την ποιότητα, την αισθητική και την ηρεμία.



Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Στρατιώτης

 Γεώργιος Στ. Σταμούλης

Ήμουνα κληρωτός το δεκατέσσερα. Νέος, ούτε μουστάκι καλά καλά. Με στείλανε στις Σέρρες. Τότες δεν ήξερα από βασιλείς και Βενιζέλους, ήξερα μονάχα πως είχα χωράφι, δυο χέρια και μια μάνα που περίμενε να γυρίσω στο Βαλτινό.

Ύστερα τσακώθηκαν οι μεγάλοι. Ο βασιλιάς με τον Βενιζέλο. Κι εμείς βρεθήκαμε στη μέση, σαν τα πρόβατα που τα σπρώχνουν από πίσω και δεν ξέρουν πού πάνε. Μια μέρα μας φωνάζουν οι αξιωματικοί:
«Θα πάμε στην Καβάλα».

Με τα πόδια. Σειρά, σκόνη, ιδρώτας. Από πάνω μας οι Εγγλέζοι με τα αεροπλάνα να μας βαράνε. Τάχα δεν ήξεραν πως είμαστε Έλληνες. Τρεις μέρες κάναμε. Νηστεία. Γαλέτα ξερή, να σου κόβει τα δόντια. Το στομάχι κολλημένο στην πλάτη.

Μόλις φτάνουμε Καβάλα, μας λένε:
«Θα πάμε στη Δράμα».

Πάλι δρόμος. Πάλι νηστικοί και κακορίζικοι. Στη Δράμα έβρασαν φασόλια. Ένα καζάνι μεγάλο, αχνιστό, να σου τρέχουν τα σάλια. Ένας στρατιώτης από την Τσιάρα, Μπούγλας τον λέγαν, έφαγε πολύ. Είχε μέρες να δει φαΐ. Έσκασε για σημάδι. Έπεσε κάτω και δεν ξανασηκώθηκε. Έτσι απλά. Σαν να ’ταν τίποτα.

Εκεί στη Δράμα τα συνεννοήθηκαν οι μεγάλοι. Τα κέρατα οι αξιωματικοί. Μας λένε:
«Τώρα παιδιά, θα φύγουμε δια μέσου Κορυτσάς».

Μας βάλαν σε τρένα, αποστολές, ταξίδι μεγάλο. Και μια μέρα ανοίγουμε τα μάτια μας και βρισκόμαστε στη Γερμανία.
«Εδώ παιδιά θα περάσουμε καλά», μας είπαν.

Μας δώσαν μακαρόνια. Ψωμί καθόλου. Ύστερα μας βάλαν στο φιλότιμο.
«Ο ελληνικός στρατός είναι περήφανος».

Μπροστά οι μουσικές, βήμα κανονικό, και μπαίνουμε στην πόλη. Γκαίρλιτς τη λέγαν. Εκεί βρήκαμε κι άλλους δικούς μας. Τετάρτο Σώμα Στρατού. Χιλιάδες άνθρωποι, παραδομένοι χωρίς να πολεμήσουν.

«Τι γίνεται εδώ, μωρέ παιδιά;» ρωτήσαμε.
«Σφίχτε την κοιλιά σας μ’ ένα λουρί», μας είπαν, «για να βαστάξει».

Μας δώσαν μια κουραμάνα, πλιθί. Οι Γερμανοί δεν μας χώνευαν.
«Εδώ δεν έχουμε να φάμε εμείς, ήρθατε κι εσείς…»

Δυόμισι χρόνια μείναμε εκεί. Οι αξιωματικοί φοβόνταν τον Βενιζέλο και δεν γυρνούσαν πίσω. Κι εμείς λιώναμε. Πείνα, ψείρα, ντροπή. Στο τέλος κάναμε στάση.
«Πεθαίνουμε από την πείνα», είπαμε. «Τι χαλεύουμε εμείς στη Γερμανία;»

Μας αφήσαν να δουλέψουμε. Εγώ πήγα σ’ ένα εργοστάσιο που το χτίζαν. Με ρίξαν στα χαντάκια να περνάω τα ρούλια, τα κιούγκια. Δέκα μάρκα τη μέρα. Έξι μήνες. Ήταν η πρώτη φορά που δούλεψα και δεν ήξερα αν είμαι εργάτης ή αιχμάλωτος.

Ύστερα μάθαμε πως οι αξιωματικοί κάναν πάλι χαρτιά για να μείνουμε. Εκεί έγινε το κακό. Ξεσηκωθήκαμε.
«Θέλουμε να φύγουμε».

Οι υπαξιωματικοί μας είπαν:
«Θα σπάσουμε τις αποθήκες».

Σπάσαμε. Πήραμε ρούχα, τρόφιμα. Οι Γερμανοί μας είδαν, μα δεν κουνήθηκαν. Φύγαμε με τα πόδια, παρέες παρέες. Έναν Γερμανό τον πληρώσαμε να μας πάει σε σταθμό. Παντού Έλληνες. Πληρώσαμε εισιτήριο. Μας τα ’δωσαν πίσω.
«Αιχμάλωτοι και να πληρώνουν; Αντροπή».

Μας πήγε το τρένο στη Ρουμανία. Μετά καράβι, δρόμος, πάλι πόδια, κι ύστερα Βάρνα. Εκεί Άγγλοι, Γάλλοι, Βούλγαροι. Μας είπαν να υποδεχτούμε έναν στρατηγό. Φτιάξαμε έναν τσολιά όπως όπως, μια σημαία, και πήγαμε.

Μόλις πέρασε, τον χαιρετίσαμε. Χάρηκε.
Μόλις έφυγε, οι Βούλγαροι όρμησαν να μας πάρουν τη σημαία. Χέρια, πέτρες, μαχαίρια φτιαγμένα στο πόδι. Μακελειό. Κάθε μέρα. Οι Άγγλοι γελούσαν. Γούστο κάναν.

Στο τέλος μας πήραν σε καράβι. Είπαμε σωθήκαμε. Μα βγήκαμε στην Κωνσταντινούπολη. Κόσμος πολύς. Ρωτούσαν για τα παιδιά τους. Γιατροί, εξετάσεις, κι ύστερα Κρήτη. Ηράκλειο. Μας είχαν για βασιλικούς. Εκεί χορτάσαμε. Φάγαμε. Έξι μήνες.

Μας δώσαν άδεια. Γύρισα στο Βαλτινό. Κρύφτηκα. Δεν ήθελα άλλο στρατό. Είχα μπουχτίσει. Ύστερα ήρθαν οι Κρητικοί, πιάσαν τις οικογένειες. Βγήκαμε. Φωνάζαν:
«Λιποτάχτες».

Ένας αξιωματικός, Δασκαλόπουλος, μας έσωσε.
«Καλώς τα παιδιά», είπε και μας κέρασε τσιγάρο.

Ξαναπήγαμε στις Σέρρες. Κι από τότε, χρόνια ολόκληρα, ήμουνα στρατιώτης. Όταν με ρωτούσαν τι δουλειά κάνω, έλεγα:
«Στρατιώτης».

Είχα ξεχάσει πως ήμουνα αγρότης.



Νέα σημαντική έκδοση του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. ΘΕΟΛΟΓΗ Ι. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ Τα Παλιά Τρίκαλα Αναμνήσεις και Ιστορήματα

 Το εξαντλημένο εδώ και δεκαετίες σπουδαίο δίτομο έργο του αείμνηστου Τρικαλινού δημοσιογράφου και πρώτου προέδρου του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Θεολόγη Ι. Τριανταφύλου, Τα Παλιά Τρίκαλα. Αναμνήσεις και Ιστορήματα, το  οποίο είχε πρωτοεκδοθεί το 1976 και 1977, επανεκδόθηκε από κοινού από τον Φιλολογικό Ιστορικό Λογοτεχνικό Σύνδεσμο (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) Τρικάλων και τις Εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη (Θεσσαλονίκη). Το βιβλίο έχει ενταχθεί στη σειρά του Συνδέσμου: ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΕΣ, με αρ. 27.

Το εν λόγω δίτομο έργο του Θεολ. Τριανταφύλλου υπήρξε σημείο αναφοράς και πηγή πληροφοριών για τη ζωή και τα πρόσωπα που έδρασαν στην πόλη των Τρικάλων από την απελευθέρωσή της το 1881 έως την δεκαετία του 1960 περίπου. Η εξάντληση γρήγορα και των δύο τόμων είχε καταστήσει αναγκαία την επανέκδοσή του. Το εγχείρημα αυτό ανέλαβε ο Φ.Ι.ΛΟ.Σ., του οποίου ο Συγγραφέας υπήρξε ο πρώτος πρόεδρός του (1978-1984).

Η νέα έκδοση, που περιλαμβάνει και τους δύο τόμους, είναι φωτομηχανική αλλά με διορθώσεις σε ορισμένα σημεία και προσθήκη εκτενούς Παραρτήματος με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, καθώς και άλλων φωτογραφιών εντός του κειμένου.

Η νέα έκδοση διαρθρώνεται ως εξής:

Πρόλογος του Δ.Σ. του Φ.Ι.ΛΟ.Σ.

Α΄ ΤΟΜΟΣ

ΚΩΝ/ΝΟΥ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ (Δημάρχου Τρικάλων),  Ἄς θυμηθοῦμε τὰ παλιά (σελ. 3-4). ΕΙΣΑΓΩΓΗ (σελ. 5-6).   

1. Πῶς ἤτανε τὰ Τρίκαλα ὅταν ἀπελευθερώθηκαν τὸ 1881(σελ. 7-17). 2. Οἱ πρῶτοι Δήμαρχοι καὶ τὸ ἔργο τους (σελ. 18-20). 3. Τὰ Τρίκαλα στὴν περίοδο 1920-30 (σελ. 21-24). 4. Ὁ Ληθαῖος. Ἡ παλιὰ θέση του - Τὰ καφενεδάκια καὶ οἱ καταστροφικές πλημμύρες του - Πῶς περιγράφουν παλιοὶ Τρικαλινοὶ τὴν μεγάλη πλημμύρα τοῦ 1907 (σελ. 25-31). 5. Ἡ πόλις μὲ τ’ ἄφθονα νερά. Ἀνάβρες, βρύσες, τουλοῦμπες κι ἀρτεσιανά (σελ. 32-36). 6. Ἡ γραφική Μαρούγγενα. Ἡ ξακουστὴ παλιὰ βρύση της καὶ τὸ καφενεδάκι μὲ τὸ ὑπαίθριο θεατράκι του (σελ. 37-41). 7. Τὰ «Χασάπικα». Ἡ παλιὰ ἀγορὰ τῶν Τρικάλων (σελ.  42-44). 8. Άναμνήσεις ἀπὸ τοὺς πελαργούς (σελ. 45-49). 9. Οἱ βάτραχοι τοῦ Ληθαίου καὶ οἱ βδέλλες τοῦ Ζήσ’ Μαμάλα (σελ. 50-52). 10. Παλιὲς γραφικὲς συνοικίες τῆς πόλεως. Τὸ Βαρούσι: ἡ τρικαλινὴ Πλάκα - Τὸ ὄμορφο Τρικκαίογλου -  Τὰ καταπράσινα Σαράγια - Ἡ ἐκκλησία τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καὶ ἡ ἱστορία της (σελ. 53-61). 11. Τὸ Βυζαντινὸ Φρούριο (σελ. 62-63). 12. Ὀ «Ἁη-Λιᾶς καὶ ἡ Ντάπια». Ἡ ἀναδάσωση καὶ τὸ ὁμώνυμο ἐκκλησάκι - Ἀρχαιότητες  (σελ. 64-70). 13. Ὀ πετροπόλεμος στὴν Ντάπια. Ἕνα ... εὐ γενὲς ἄθλημα τῆς τρικαλινῆς νεολαίας (σελ. 71-73). 14. Μιὰ πολὺ ἥσυχη πολιτεία μὲ άφθονα ὅμως ... γαϊδουράκια (σελ. 74). 15. Παλιὲς ἀνοιξιάτικες ὀμορφιές (σελ. 75-77). 16. Τὰ ζεστὰ καλοκαίρια. Ὁ θανατερὸς λίβας καὶ τὰ ποταμίσια ... μπάνια τῶν Τρικαλινῶν (σελ.  78-80). 17. Πρωτοβρόχια καὶ βαρυχειμωνιές. Οἱ προετοιμασίες τῶν νοικοκυριῶν γιὰ τὸν Χειμῶνα (σελ. 81-83). 18. Ἐπαγγέλματα ποὺ ἔσβησαν. Πραματευτάδες, ἁμαξάδες, ὑπαίθριοι φωτογράφοι, πλανόδιοι μικροπωλητὲς κι ἄλλοι γραφικοὶ τύποι τῆς παλιᾶς ἐποχῆς (σελ. 84-94). 19. Τὸ Τρικαλινὸ πανηγύρι. Τὰ τυχερὰ παιγνίδια (ρουλέττες, λοταρίες, «παπατζῆδες»), ὁ πανοραματζής κι ἄλλα θεάματα (σελ. 95-99). 20. Τὸ παλιό μικτὸ γυμνάσιο. Ὁ διαχωρισμός του σὲ Ἀρρένων καὶ Θηλέων - Γυμνασιάρχες, καθηγητές, καθηγήτριες καὶ τὰ βάσανα τῶν μαθητῶν - Τὸ Λύκειο Βαμβέτσου (σελ. 100-107). 21. Σχολεῖα καὶ Δάσκαλοι. Ἡ παλιὰ μέθοδος διδασκαλίας καὶ οἱ τιμωρίες τῶν μικρῶν μαθητῶν (σελ. 108-114). 22. Ἡ πλατεία Μπαντίδου (Κιτριλάκη) καὶ τὸ “γελαδοπάζαρο” τῆς Δευτέρας (σελ. 115-119). 23. Τὸ Θεσσαλικὸ τραινάκι - Ὁ θρυλικός ... καπνοτραῖνος (σελ. 120-122). 24. Ἡ ὁδὸς Ἀσκληπιοῦ (σελ. 123-125). 25. Τὸ “Πανελλήνιον” ξενοδοχεῖο καὶ κινηματογράφος (σελ. 126-128). 26. Τὸ παλιὸ καφενεῖο “Βασιλικὸν” ἢ “Ἐθνικόν” (σελ. 129-130). 27. Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν Ἀττίκ. Παλιά θεατρική κίνηση (σελ. 131-136). 28. Τὰ Χριστούγεννα στὰ παλιὰ Τρίκαλα. Οἱ ἑτοιμασίες στὰ σπίτια, τὰ κάλαντα τῶν παιδιῶν, ἡ κίνηση στὴν ἀγορά, τό χριστουγεννιάτικο τραπέζι καὶ οἱ πανηγυρικὲς ἐκδόσεις τῶν ἐφημερίδων  (σελ. 137-140). 29. Τραγικὲς μέρες Ἀπριλίου 1941. Ὅταν  οἱ Γερμανοὶ σκόρπισαν τὸν ὄλεθρο μὲ τ’  ἀεροπλάνα τους καὶ μετὰ λίγες μέρες κατέλαβαν τὰ Τρίκαλα (σελ. 141-143). 30. Ὅταν φύγανε οἱ Γερμανοὶ ἀπὸ τὰ Τρίκαλα (18 Όκτωβρίου 1944)  (σελ. 144-146). 31. Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὰ πρῶτα μεταπελευθερωτικά χρόνια  (Τὸ Δημαρχεῖο καὶ οἱ πρῶτες μετὰ τὸν πόλεμο δημοτικὲς ἐκλογές - Μιὰ θρησκευτική διένεξη. Πρωταγωνιστὲς ἕνας δεσπότης κι ἕνας ἱεροκήρυκας - Τὸ ἐπίσημο καὶ ... συνοικιακό ποδόσφαιρο καὶ οἱ ... ξυλοδαρμοί) (σελ. 147-163). 32. Παλιὰ μουσικὴ κίνηση. Ὠδεῖα καὶ ἡ καλλιτεχνικὴ χορωδία Τρικάλων (σελ. 164-181). 33. Πολιτιστικὰ Σωματεῖα. (σελ. 182-191). 34. Ὁ Γυμναστικὸς Σύλλογος (σελ. 192-200). 35. Φιλανθρωπικὰ Σωματεῖα (σελ. 201-204). 36. Ἡ ἱστορία τοῦ Τρικαλινοῦ Τύπου (σελ. 205-249). Βιβλιογραφία Α΄ τόμου (σελ. 250).

Β΄ ΤΟΜΟΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ (σελ. 5-6). 1. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Ν. ΤΡΙΚΑΛΩΝ (1881-1974). Ἐκλογές, βουλευτές, πολιτευτές, προεκλογικὰ ἀνέκδοτα κι άλλα πολιτικὰ γεγονότα τοῦ τόπου (σελ. 7-69). 2. ΤΟ 5ο ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΠΕΖΙΚΟΥ. Ἠ ἔνδοξη ἱστορία του ἀπὸ τὸ 1910 ὥς τὸ 1941 (σελ. 70-102). 3. ΤΡΙΚΑΛΑ: ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΛΛΟΙΩΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ. Ἡ καταπληκτικὴ ἐξέλιξή της, παλιὰ ἀρχοντικὰ καὶ κοσμικὴ κίνηση (σελ. 103-112). 4. ΠΩΣ ΓΛΕΝΤΟΥΣΑΝ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΤΡΙΚΑΛΙΝΟΙ. Τὰ καφέ σαντὰν μὲ τὶς γκαρσόνες, ἐξοχικὰ κι ἄλλα κέντρα καὶ τὰ πιὸ φημισμένα οὐζάδικα (σελ. 113-125). 5. ΑΞΕΧΑΣΤΟΙ ΤΡΙΚΑΛΙΝΟΙ ΤΥΠΟΙ  (σελ. 126-134). 6. ΜΙΑ ΜΑΝΤΡΑ ΣΤΕΓΑΣΕ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ. Ὁ Ἰταλὸς Τζιοβάννι καὶ οἱ πρῶτοι κινηματογράφοι “Ἀττικὸν” καὶ “ΡΕΞ” (σελ. 135-137). 7. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΣΥΚΟΙΝΩΝΙΏΝ (σελ. 138-151). 8. Η ΜΠΑΡΜΠΕΡΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΣΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΕΠΟΧΗ  (σελ. 152-164). 9. ΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΑΠΟΚΤΗΣΑΝ ΤΟ 1906 ΗΛΕΚΤΡΟΦΩΤΙΣΜΟ. Ἡ ἱστορία τοῦ ἐργοστασίου Σταματοπούλου (σελ. 165-174). 10. Η ΑΣΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΓΝΩΣΤΗ ΩΣ ΑΝΩΤΕΡΟ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΟ  (σελ. 175-177). 11. ΑΠΟΚΡΗΑΤΙΚΑ ΞΕΦΑΝΤΩΜΑΤΑ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΚΑΛΑ. Χοροεσπερἰδες, μασκαράτες, χαρτοπόλεμος, ἀξέχαστοι ἀποκριάτικοι  χοροί, τὰ ὁμαδικὰ γλέντια κι έθιμα τῆς Καθαρῆς Δευτέρας (σελ. 178-185). 12. ΟΤΑΝ ΤΑ ΜΑΓΑΖΙΑ ΑΝΟΙΓΑΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ. Οἱ ἀγῶνες γιὰ τὴν καθιέρωση τῆς ἀργίας, οἱ ἄθλιες συνθῆκες ἐργασίας τῶν ὑπαλλήλων, πότε ἱδρύθηκε τὸ Ἐπιμελητήριο Τρικάλων (σελ. 186-196). 13. ΠΑΛΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΤΡΙΚΑΛΩΝ. Ἀπό τὸ 1882 ὣς τὸ 1958 (σελ. 197-202). ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  Β΄ τόμου (σελ.  203).

Το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΙΚΟΝΩΝ, που προστέθηκε με την επιμέλεια του νυν προέδρου του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Θεοδώρου Νημά (σελ. 205-259), περιλαμβάνει 100 φωτογραφίες (αρκετές έγχρωμες), στις οποίες απεικονίζονται παλιά εμβληματικά κτίρια και πλατείες των Τρικάλων, κινηματογράφοι, στιγμιότυπα από δραστηριότητες, καθηγητές και μαθητές όλων των παλιών γυμνασίων της πόλης, στρατιωτικές προσωπικότητες, στιγμιότυπα από την κοινωνική ζωή, αθλητές και παράγοντες του Γυμναστικού Συλλόγου Τρικάλων και των ποδοσφαιρικών ομάδων (Αχιλλέα, ΑΕΤ, Α.Ο. Τρίκαλα, Α.Ο. Δήμητρα κ.ά.), γνωστοί ληστές και εφημερίδες των Τρικάλων. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ (σελ. 260).

Το βιβλίο διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία.


Στην ίδια δίψα

 


Στη φωτογραφία, ένας ηλικιωμένος άντρας σκύβει στη βρύση μαζί με μια κατσίκα. Τα στόματά τους πλησιάζουν το ίδιο ρεύμα νερού, χωρίς ιεραρχία, χωρίς βιασύνη, χωρίς επίγνωση ότι αυτή η στιγμή θα μπορούσε να ερμηνευτεί, να συμβολιστεί, να στοχαστεί. Κι όμως, εκεί ακριβώς κρύβεται η δύναμή της.

Το νερό δεν ρωτά ποιος είναι άνθρωπος και ποιος ζώο. Ρέει. Δίνεται. Υπάρχει για όποιον διψά. Κι ο άνθρωπος της φωτογραφίας δεν σπρώχνει, δεν διεκδικεί προτεραιότητα, σκύβει μαζί, σαν να θυμάται -ή σαν να μην ξέχασε ποτέ- ότι η ζωή δεν είναι ατομικό προνόμιο αλλά κοινό συμβάν.

Όταν ο άνθρωπος μοιράζεται τη ζωή του με τα ζώα, δεν κάνει φιλανθρωπία. Επανατοποθετεί τον εαυτό του μέσα στον κόσμο. Αποσύρει, έστω για λίγο, την ψευδαίσθηση της κυριαρχίας. Ο πλανήτης δεν μας ανήκει, τον διασχίζουμε όπως το νερό διασχίζει την πέτρα: προσωρινά, αφήνοντας ίχνη, δεχόμενοι φθορά.

Το ζώο δεν γνωρίζει ιδιοκτησία, σύνορα, «δικά μου» και «δικά σου». Γνωρίζει τη δίψα, την ανάγκη, τη συνύπαρξη. Κι ο άνθρωπος, όταν στέκεται δίπλα του χωρίς φόβο και υπεροχή, μοιάζει να ξαναμαθαίνει μια παλιά γλώσσα - τη γλώσσα της κοινής μοίρας.

Ίσως, τελικά, ο πλανήτης να μην ανήκει σε κανέναν. Ή ίσως να ανήκει μόνο σε όσους ξέρουν να σκύβουν. Να μοιράζονται. Να πίνουν χωρίς να στερεύουν την πηγή.


επικοινωνιστε μαζι μας