Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Η βόλτα με το τρίκυκλο – ένας έρωτας πάνω σε τρεις ρόδες

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, τότε που ο χρόνος κυλούσε πιο αργά και οι άνθρωποι είχαν ακόμη την πολυτέλεια της απλής χαράς, στους δρόμους του τόπου μας κυκλοφορούσαν κατά κόρον τα παλιά τρίκυκλα οχήματα. Ήταν μικρά, παράξενα, λιτά μηχανήματα, μισή μηχανή και μισό αυτοκίνητο, μα ολόκληρη ζωή για όσους τα οδηγούσαν. Άλλα είχαν καρότσα για τα εμπορεύματα, άλλα ένα πρόχειρο σκέπαστρο, κι άλλα ένα μικρό καθισματάκι δίπλα στον οδηγό, αρκετό όμως για να χωρέσει μια ολόκληρη ιστορία αγάπης.

Τα τρίκυκλα εκτός από εργαλεία δουλειάς, ήταν και συνοδοιπόροι της καθημερινότητας και, πολλές φορές, ο σιωπηλός μάρτυρας ενός νεανικού έρωτα. Τα απογεύματα της Κυριακής, όταν τέλειωναν οι αγροτικές δουλειές και η εβδομάδα έμοιαζε να παίρνει μια ανάσα, τα ζευγάρια φορούσαν τα καλά τους και έβγαιναν βόλτα. Ο νέος οδηγούσε με περηφάνια, με το ένα χέρι στο τιμόνι και το βλέμμα μπροστά, κι εκείνη δίπλα του, καλοντυμένη, κρατώντας ίσως μια ανθοδέσμη ή σφίγγοντας διακριτικά την τσάντα της στα γόνατα. Δεν υπήρχε βιασύνη. Η διαδρομή είχε σημασία, όχι ο προορισμός.

Στους δρόμους προς τα χωριά, στις εξόδους προς τα ξωκλήσια ή στις μικρές εξορμήσεις στα κοντινά μέρη, τα τρίκυκλα γέμιζαν γέλια, πειράγματα και μικρές κουβέντες που χάνονταν στον αέρα. Η μηχανή βούιζε μονότονα, ο αέρας ανακάτευε τα μαλλιά, και το τοπίο περνούσε αργά, σαν να ήθελε κι αυτό να κρατήσει λίγο περισσότερο εκείνες τις στιγμές. Ήταν μια εποχή που ο έρωτας δεν ζητούσε πολυτέλειες, αρκούσε μια βόλτα, ένα χέρι που ακουμπούσε διακριτικά το άλλο, ένα βλέμμα σταματημένο λίγο παραπάνω.

Πολλοί θυμούνται ακόμη τα νεόνυμφα ζευγάρια που στόλιζαν το τρίκυκλο με λουλούδια και κορδέλες μετά τον γάμο, ξεκινώντας για το πρώτο τους κοινό ταξίδι μέσα σε γέλια, ευχές και κορναρίσματα. Δεν υπήρχαν ακριβά αυτοκίνητα ούτε επιδείξεις. Υπήρχε όμως η αλήθεια της στιγμής: δυο άνθρωποι που ξεκινούσαν μαζί τη ζωή, πάνω σε τρεις ρόδες και πολλή ελπίδα.

Σήμερα, τα περισσότερα από εκείνα τα οχήματα έχουν χαθεί ή σκουριάζουν ξεχασμένα σε κάποια αυλή. Μα στις μνήμες των ανθρώπων παραμένουν ζωντανά, σύμβολα μιας εποχής πιο ανθρώπινης και ανεπιτήδευτης. Γιατί εκείνες οι βόλτες με το τρίκυκλο δεν ήταν απλώς μετακινήσεις. Ήταν μικρές στιγμές συντροφικότητας, στιγμές που ένωναν τους ανθρώπους με τον τόπο, με την απλότητα και με τον ίδιο τον έρωτα.

Κι αν αφουγκραστεί κανείς προσεκτικά έναν παλιό επαρχιακό δρόμο του τόπου μας, ίσως να νομίσει πως ακόμη ακούγεται από μακριά ο γνώριμος ήχος μιας μικρής μηχανής, που κουβαλά δυο χαμογελαστές ψυχές σε μια βόλτα δίχως βιασύνη.




Μηνύματα αγάπης προς τη μάνα από Βαλτινιώτες στη Γιορτή της Μητέρας

 

Σήμερα, με αφορμή τη Γιορτή της Μητέρας, αρκετοί Βαλτινιώτες πλημμύρισαν το Facebook με λόγια αγάπης, ευγνωμοσύνης και τρυφερότητας προς τις μητέρες τους, τιμώντας τη γυναίκα που στάθηκε δίπλα τους από τα πρώτα τους βήματα.

Η Κατερίνα Σταυρέκα – Μανώλη δημοσίευσε μια ζεστή φωτογραφία αγκαλιά με τη μητέρα της, εκφράζοντας δημόσια την αγάπη της με τα λόγια: «Χρόνια πολλά μαμά!!! Χρόνια πολλά σε κάθε Μητέρα!!», στέλνοντας παράλληλα ευχές σε όλες τις μητέρες.

Ο Παναγιώτης Σταμούλης επέλεξε έναν ιδιαίτερα συμβολικό τρόπο για να εκφράσει την αγάπη και τον σεβασμό του. Ανάρτησε μια εικόνα της Παναγίας μαζί με φωτογραφία της μητέρας του, συνοδεύοντάς τες με μια θερμή ευχή: «Χρόνια πολλά στήριγμά μας. Να σ’ έχει η Παναγία πάντα καλά», συνδέοντας έτσι τη μητρική μορφή με την προστασία και τη στοργή της Παναγίας.

Με μια εικόνα γεμάτη τρυφερότητα, η Χριστίνα Βότσιου φωτογραφήθηκε αγκαλιασμένη με τη μητέρα της και της ευχήθηκε απλά αλλά ουσιαστικά: «Χρόνια πολλά!», αποτυπώνοντας τη δύναμη των λιτών αλλά αληθινών συναισθημάτων.

Ανάλογη ήταν και η ανάρτηση του Δημήτρη Πέτρου, ο οποίος φωτογραφήθηκε μαζί με τη μητέρα του, εκφράζοντας κι εκείνος τις ευχές και την αγάπη του προς το πρόσωπο που τον μεγάλωσε.

Η σημερινή ημέρα στάθηκε ακόμη μία αφορμή για δημόσιες εκδηλώσεις αγάπης και αναγνώρισης προς τις μητέρες, εκείνες τις ακούραστες μορφές που αποτελούν διαχρονικά το στήριγμα της οικογένειας και της ζωής μας.


«Μάνα»… γλυκό μου όνομα, όπως λέει και το ποίημα. Της Ρούλας Σταυρέκα

 

Και έρχεται εκείνη η μοναδική στιγμή που κρατάς στην αγκαλιά σου αυτό το μικρό θαύμα, που περίμενες εννιά ολόκληρους μήνες. Κλαίει, κλαις κι εσύ μαζί του, γιατί δεν ξέρεις τι θέλει, αν πονάει, αν πεινάει, αν κάτι το ταράζει. Το κρατάς σφιχτά στην αγκαλιά σου και δυσκολεύεσαι να πιστέψεις πως αυτό το μικρό πλασματάκι άλλαξε για πάντα τη ζωή σου.

Το αγαπάς αμέτρητα, το φροντίζεις με όλη σου την ψυχή. Ξενυχτάς πάνω από το μαξιλάρι του, αγωνιάς για κάθε του ανάσα, για κάθε του χαμόγελο. Και φτάνει η ώρα του σχολείου. Το αποχωρίζεσαι με άγχος και ανησυχία: Θα τα καταφέρει; Είναι ακόμη τόσο μικρό… Έχεις πάντα την έννοιά του - μην το στενοχωρήσουν, μην το μαλώσουν, μην το πληγώσουν - γιατί για σένα είναι ανεκτίμητο. Είναι ολόκληρη η ζωή σου.

Και μεγαλώνει σιγά σιγά. Φεύγει από τη φωλιά του, από την ασφάλεια που είχε. Σπουδάζει, παίρνει πτυχία, κι εσύ χαίρεσαι και καμαρώνεις. Ήσουν δίπλα του στα ξενύχτια του, όταν διάβαζε, το στήριζες σε κάθε δυσκολία, γιατί έδινε τον δικό του προσωπικό αγώνα για το μέλλον του.

Έρχεται, έπειτα, η στιγμή που ανοίγει το δικό του σπίτι και το δικό σου μοιάζει να αδειάζει. Περιμένεις πότε θα έρθει, πότε θα χτυπήσει το κουδούνι. Και όταν τελικά αυτό χτυπά, χτυπά μαζί και η καρδιά σου από χαρά.

Και μια μέρα ανακοινώνει πως κι εκείνη θα γίνει μητέρα…

Τα μάτια γεμίζουν δάκρυα χαράς και συγκίνησης. Σκέφτεσαι πόσο γρήγορα πέρασαν τα χρόνια. Σαν να ήταν χθες που το κρατούσες μέσα σου και περίμενες με λαχτάρα να το πάρεις στην αγκαλιά σου. Και τώρα, περιμένεις με την ίδια λαχτάρα να αγκαλιάσεις το εγγονάκι σου, ενώ εκείνη θα κρατά στην αγκαλιά της το δικό της παιδί.

Λατρεύω τα κορίτσια μου, είναι όλη μου η ζωή. Και τώρα, μαζί τους, περιμένουμε και τη μικρή μας μπέμπα που θα έρθει σε δυόμισι μήνες.

Η ζωή συνεχίζεται. Και η αγάπη μεγαλώνει.


Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Η σιωπηλή δύναμη της μάνας

Του Δημήτρη Τσιγάρα - αφιερωμένο στη μνήμη της

 Δώδεκα χρόνια πέρασαν από τότε που έφυγες, μάνα. Κι όμως, ο χρόνος δεν στάθηκε ποτέ αρκετός για να μικρύνει την παρουσία σου, μόνο την άλλαξε μορφή. Από φωνή έγινε μνήμη, από άγγιγμα έγινε σκέψη, από καθημερινή παρουσία έγινε σιωπηλή δύναμη που με συνοδεύει.

Σε θυμάμαι όπως ήσουν νέα, τότε που η ζωή δεν σου χαρίστηκε, αλλά σου ανατέθηκε σαν χρέος. Έφηβη ακόμη, να σε στέλνει η μάνα σου στη Φωτάδα, στο σπίτι της αδερφής της, της Φωτεινής Πατραμάνη. Εκεί, όχι σαν παιδί, αλλά σαν μικρή νοικοκυρά, σαν στυλοβάτης μιας οικογένειας που είχε ανάγκη. Να μαγειρεύεις, να πλένεις, να σκουπίζεις, να φροντίζεις. Να δίνεις πριν προλάβεις να ζητήσεις.

Και μέσα σε όλα αυτά, να μεγαλώνεις κι έναν άνθρωπο - τον Στέφανο. Να του προσφέρεις φροντίδα, τρυφερότητα, μια δεύτερη μητρική παρουσία. Ποιος θα φανταζόταν τότε πως εκείνο το παιδί θα γινόταν Νομάρχης; Όπως κανείς δεν θα μπορούσε να δει μέσα στα χρόνια που έρχονταν πως κι εγώ, παιδί σου, θα γινόμουν Δήμαρχος. Μα εσύ το ήξερες, όχι γιατί έβλεπες το μέλλον, αλλά γιατί πίστευες στη δύναμη της προσφοράς.

Γιατί αυτό ήσουν, μάνα. Προσφορά χωρίς θόρυβο. Δύναμη χωρίς επίδειξη. Αξία χωρίς ανάγκη αναγνώρισης.

Κι εκείνη η κουβέντα σου, που την άκουσα κάποτε σαν αστείο, τώρα ηχεί μέσα μου σαν αλήθεια βαθιά και περήφανη. Όταν ο πατέρας, γελώντας, σου είπε πως είσαι «η τελευταία τρύπα του ζουρνά», κι εσύ, χωρίς θυμό αλλά με αξιοπρέπεια, του απάντησες:
«Εγώ είμαι η τελευταία τρύπα του ζουρνά; Κάτσε καλά, γιατί εγώ μεγάλωσα έναν Νομάρχη και έναν Δήμαρχο.»

Δεν ήταν έπαρση. Ήταν η σιωπηλή δικαίωση μιας ζωής γεμάτης κόπο και αγάπη. Ήταν η φωνή όλων των μανάδων που δεν ζήτησαν τίποτα, αλλά έδωσαν τα πάντα.

Σήμερα, δώδεκα χρόνια μετά, καταλαβαίνω πιο βαθιά τι σήμαινε εκείνη η φράση. Δεν μεγάλωσες αξιώματα. Μεγάλωσες ανθρώπους. Έσπειρες ήθος, αντοχή, ευθύνη. Και αυτά είναι που μένουν.

Η απουσία σου δεν είναι κενό - είναι μέτρο. Μέτρο για το πώς να στέκομαι, πώς να δρω, πώς να θυμάμαι από πού ξεκίνησα. Κι αν κάτι αξίζει να ειπωθεί σήμερα, δεν είναι τι χάθηκε, αλλά τι έμεινε.

Κι έμεινες εσύ, μάνα. Μέσα σε κάθε πράξη που κουβαλά λίγη από τη δική σου σιωπηλή δύναμη. Μέσα σε κάθε στιγμή που η ζωή ζητά αντοχή και εγώ, χωρίς να το καταλαβαίνω, σε μιμούμαι.

Δώδεκα χρόνια… και όμως, δεν έφυγες ποτέ.


Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Τρεις νέοι του Βαλτινού απέναντι στον χρόνο

 

Η φωτογραφία αυτή, τραβηγμένη το 1936 σε κάποιο ταπεινό φωτογραφικό στούντιο, μοιάζει σήμερα με ένα μικρό παράθυρο ανοιγμένο στον χρόνο. Τρεις νέοι από το Βαλτινό στέκονται ακίνητοι μπροστά στον φακό, χωρίς να γνωρίζουν πως η στιγμή εκείνη θα ταξίδευε σχεδόν έναν αιώνα αργότερα για να μιλήσει σε ανθρώπους που δεν γεννήθηκαν ακόμη. Ο Κωσταντίνος Ανδρέου - Πέτρου, γεννημένος το 1922, ο Σωτήριος Ανδρέου - Πέτρου, γεννημένος το 1915, και ο Θεόδωρος Σκρέκας, γεννημένος το 1918, με την πόζα τους αυτή, μαρτυρούν σιωπηλά έναν ολόκληρο κόσμο.

Τα πρόσωπά τους έχουν εκείνη τη σοβαρότητα που χαρακτήριζε τους ανθρώπους της εποχής. Σπάνια χαμογελούσαν στις φωτογραφίες. Η ζωή δεν τους είχε μάθει να χαμογελούν εύκολα. Από μικροί γνώρισαν τον κόπο της γης, τις εποχές της φτώχειας, τη σκληρότητα της καθημερινότητας. Τα ρούχα τους -τα γιλεκάκια, τα σκούτινα παντελόνια, τα άσπρα πουκάμισα, τα τσαρούχια και τα τραγιασκοκαπέλα- εκτός από την ενδυμασία τους- δηλώνουν και την ίδια την κοινωνική ταυτότητα της αγροτικής Θεσσαλίας πριν από τον πόλεμο. Μέσα στις πτυχές των ρούχων τους μοιάζει να κρύβεται η μυρωδιά του χωραφιού, του καπνού από το τζάκι, του ιδρώτα και της σιωπηλής αξιοπρέπειας.

Ο Σωτήριος κάθεται στο κέντρο σαν ο άξονας της σύνθεσης. Η στάση του ήρεμη, σχεδόν αυστηρή. Δίπλα του οι δυο νεότεροι στέκονται όρθιοι, κρατώντας τις γκλίτσες τους, σαν να θέλουν να δείξουν πως έχουν ήδη περάσει από την παιδική ηλικία στην ευθύνη των ανδρών. Ο Θεόδωρος κρατά και μια ανθοδέσμη. Ίσως να ήταν στοιχείο του φωτογράφου, ίσως ένα συμβολικό αντικείμενο για να ομορφύνει την εικόνα. Κι όμως, σήμερα μοιάζει σαν ένα μικρό σημάδι ζωής και ελπίδας μέσα στην αυστηρότητα της εποχής.

Μας είναι άγνωστος ο λόγος για τον οποίο φωτογραφήθηκαν. Ίσως να ήταν λίγο πριν από τη στρατιωτική τους κατάταξη, σε μια εποχή που η Ευρώπη πλησίαζε χωρίς να το ξέρει ακόμη στη μεγάλη καταστροφή του πολέμου. Ίσως να είχαν κατέβει στα Τρίκαλα για την εμποροπανήγυρη, εκεί όπου οι άνθρωποι των χωριών συναντούσαν τον κόσμο της πόλης, αγόραζαν, πουλούσαν, διασκέδαζαν και ήθελαν να κρατήσουν ένα ενθύμιο της εξόδου τους. Ίσως πάλι να μην υπήρχε κανένας ιδιαίτερος λόγος, μόνο η βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να νικήσουν για λίγο τη λήθη.

Και πράγματι, χωρίς να το γνωρίζουν, νίκησαν τον χρόνο.

Η φωτογραφία αυτή δεν διασώζει μόνο τρία πρόσωπα. Διασώζει μια ολόκληρη εποχή του Βαλτινού. Τον τρόπο που στέκονταν οι άνθρωποι, τον τρόπο που ντύνονταν, τον τρόπο που κοιτούσαν τον κόσμο. Σήμερα, όσοι παρατηρούμε αυτή την εικόνα, δεν βλέπουμε μόνο τρεις νέους του 1936. Βλέπουμε τους πατεράδες και τους παππούδες μιας Ελλάδας που χάθηκε μέσα στους πολέμους, στη μετανάστευση, στην αλλαγή των καιρών. Βλέπουμε μια κοινωνία όπου η φτώχεια συμβάδιζε με την αξιοπρέπεια και όπου η απλότητα είχε ακόμη βάρος και ουσία.

Οι άνθρωποι φεύγουν. Τα σπίτια αλλάζουν. Οι φωνές σβήνουν. Όμως κάποιες φωτογραφίες μένουν σαν μικρές εστίες μνήμης. Κι όταν τις κοιτάζουμε προσεκτικά, είναι σαν να ακούμε τους απόηχους μιας άλλης ζωής: το βήμα στα καλντερίμια, τις φωνές στην πλατεία, το τρίξιμο του αργαλειού, το τραγούδι στα πανηγύρια.

Έτσι, αυτή η παλιά φωτογραφία εκτός από ένα οικογενειακό κειμήλιο, είναι και ένα κομμάτι της συλλογικής μνήμης του τόπου. Ένα σιωπηλό μήνυμα από τρεις νέους του Βαλτινού που, χωρίς να το γνωρίζουν, άφησαν πίσω τους μια μαρτυρία για να θυμίζει στους μεταγενέστερους πως κάθε ανθρώπινη ζωή, όσο απλή κι αν φαίνεται, κουβαλά μέσα της μια ολόκληρη ιστορία.


Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ

 Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ  Α. ΝΗΜΑ - Δημότη και κάτοικου Τρικάλων

Η Κεντρική Πλατεία κατά την δεκαετία του 1960, όταν διαμορφώθηκε επί δημαρχίας Ιωάννη Μάτη. Στο βάθος το Φρούριο με το Ρολόι (Από καρτ-ποστάλ του Εμμ. Διακάκη & Υιού).

Στα Τρίκαλα έχουμε αρκετές πλατείες και αυτή που ξεχώριζε έως πριν από μερικά χρόνια ήταν η Κεντρική, τόσο ως προς το μέγεθος όσο και ως προς την ομορφιά. Πρωτοκατασκευάστηκε από τον πρώτο αιρετό δήμαρχο Τρικκαίων Γεώργιο Κανούτα (1881-1883, 10.5.1887-1891, 1903-1914), ο οποίος υπήρξε ο δημιουργός της σύγχρονης πόλης. Αργότερα, επί δημαρχίας Θεοδοσίου Θεοδοσοπούλου (1934-1942), η Κεντρική Πλατεία ανακαινίστηκε, τοποθετήθηκαν φανοστάτες, φυτεύτηκαν δέντρα, δημιουργήθηκαν πρασιές με λουλούδια κ.ά.

Τελευταία, επί δημαρχίας Ιωάννη Μάτη (10.5.1959-27.8.1972), η Κεντρική Πλατεία εξωραΐστηκε ακόμη περισσότερο και έγινε πολύ όμορφη. Η καλαίσθητη λιμνούλα με τον “Νικολάκη”, τα παρτέρια με τις τριανταφυλλιές και τα άλλα άνθη, τα μεγάλα δέντρα που το καλοκαίρι με τη σκιά τους δρόσιζαν τους θαμώνες της, ηλικιωμένους κυρίως που κάθονταν στα παγκάκια κάτω από αυτά, οι προτομές των τοπικών ηρώων περιμετρικά της και ο ευρύχωρος χώρος για συγκεντρώσεις,  είχαν καταστήσει την Κεντρική πλατεία αγαπητή και λειτουργική.

Η πανέμορφη λιμνούλα με τον “Νικολάκη” και το συντριβάνι με την οδό Γ. Κονδύλη στο βάθος κατά την δεκαετία του 1980.

Και όλο αυτό το ωραίο δημιούργημα, που ίσως να χρειαζόταν  κάποιον μικρό καλλωπισμό, καταστράφηκε στις μέρες μας για να πάρει τη θέση του ένα απαίσιο και άχαρο τσιμεντένιο κατασκεύασμα με τρεις επικίνδυνες χαβούζες. Υψώθηκε μάλιστα και ένα «ύψωμα» που θυμίζει Γολγοθά και «προστατεύεται» από μία τάφρο, η οποία, εκτός από επικίνδυνη, κατάντησε σκουπιδότοπος.

Στην ανατολική πλευρά, η άκρη είναι υπερυψωμένη επικινδύνως.

Τα τσιμεντένια παγκάκια είναι παντελώς ακατάλληλα, διότι δεν μπορεί να καθίσει κάποιος σ’ αυτά, διότι τον μεν Χειμώνα θα ξεπαγιάσει, το δε Καλοκαίρι θα τσουρουφλιστεί.

Οι προτομές των ηρώων, πλην του ανδριάντα του Σαράφη, μπήκαν στη γραμμή η μία πίσω από την άλλη σαν στρατιωτικό άγημα, και ο ημιανδριάντας του Νικ. Στορνάρη κατέβηκε στα μέτρα ... των νέων σχεδιαστών της..., ενώ έχουν τοποθετηθεί σε βάσεις - ταράτσες, στις οποίες ήδη εναποθέτουν το μεσημεριανό  τους διάφοροι επισκέπτες και γευματίζουν.

Και παρόλα αυτά οι υπεύθυνοι γι’ αυτό το ανοσιούργημα καμαρώνουν θυμίζοντας τον Ηρόστρατο.

Κι αυτά δεν είναι μόνο δική μου εκτίμηση, που μακάρι να ήταν. Κρίμα!


Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Το κωδωνοστάσιο του Αγίου Αθανασίου Βαλτινού Αρχιτεκτονική, ιστορική και μορφολογική προσέγγιση

 Μελέτη του Δημήτρη Τσιγάρα

Η παρούσα μελέτη του κωδωνοστασίου του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου Βαλτινού βασίστηκε στη συγκριτική παρατήρηση και ανάλυση οπτικού υλικού από δύο διαφορετικές χρονικές φάσεις της ζωής του μνημείου. Συγκεκριμένα, αξιοποιήθηκαν παλαιές φωτογραφίες που αποτυπώνουν την αρχική μορφή του καμπαναριού, καθώς και νεότερες εικόνες που καταγράφουν την κατάσταση μετά την ανακαίνισή του. Μέσα από αυτή τη διαχρονική αντιπαραβολή καθίσταται δυνατή η ανάδειξη των μορφολογικών μεταβολών, των επεμβάσεων που πραγματοποιήθηκαν, αλλά και της συνέχειας των βασικών αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών του, συμβάλλοντας έτσι σε μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση της ιστορικής και αισθητικής του εξέλιξης.

Παλαιά μορφή του κωδωνοστασίου

Στη νοτιοδυτική γωνία του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου στο Βαλτινό υψώνεται το επιβλητικό κωδωνοστάσιο, μια κατασκευή που δεν λειτουργεί μόνο ως αρχιτεκτονικό συμπλήρωμα του ναού, αλλά και ως ηχητικό όργανο με έντονη κοινωνική και λατρευτική σημασία.

Η αρχική μορφή του, όπως αποτυπώνεται στις παλαιές φωτογραφίες, αναδεικνύει τον αυθεντικό χαρακτήρα του 19ου αιώνα. Το καμπαναριό είναι λιθόκτιστο στη βάση του, με εμφανή τη στιβαρότητα και τη μνημειακότητα της παραδοσιακής τοιχοποιίας. Η λιθοδομή αποπνέει την τεχνική γνώση των μαστόρων της εποχής, ενώ τα ανώτερα τμήματα παρουσιάζουν χρήση πλίνθων (τούβλων), δημιουργώντας μια χαρακτηριστική διχρωμία υλικών.

Η μορφολογική διάρθρωση είναι κατακόρυφη και πολυώροφη.

-Η βάση διαμορφώνεται με ένα ευρύ τοξωτό άνοιγμα, που λειτουργεί ως πέρασμα προς την πίσω είσοδο του ναού.

-Στον πρώτο όροφο τα ανοίγματα είναι απλά τοξωτά, με σαφή λειτουργικό χαρακτήρα φωτισμού και αερισμού.

-Στον δεύτερο όροφο εμφανίζονται δίλοβα (δίτοξα) ανοίγματα, στοιχείο που προσδίδει ελαφρότητα και ρυθμική συμμετρία στο σύνολο.

-Η κορυφή του πύργου διαμορφωνόταν με λιτή αλλά σαφώς προσδιορισμένη αρχιτεκτονική κατάληξη. Συγκεκριμένα, ο πύργος στεφανωνόταν από ένα τσιμεντένιο ημιστρόγγυλο θολωτό επιστέγασμα, το οποίο λειτουργούσε ως ομαλή μετάβαση από τον κατακόρυφο όγκο προς την απόληξή του. Η καμπύλη αυτή μορφή προσέδιδε μια ήπια πλαστικότητα στο σύνολο, εξισορροπώντας τη στιβαρότητα της λιθοδομής των κατώτερων τμημάτων. Επάνω στο επιστέγασμα υψωνόταν ένας απλός τσιμεντένιος σταυρός, χωρίς ιδιαίτερη διακοσμητική επεξεργασία, που υπογράμμιζε τον λειτουργικό και συμβολικό χαρακτήρα του κωδωνοστασίου. Η συνολική σύνθεση της κορυφής, απαλλαγμένη από περιττά στοιχεία, αντανακλούσε την αισθητική λιτότητα και την κατασκευαστική πρακτικότητα της εποχής, διατηρώντας παράλληλα τον έντονο συμβολισμό της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής.

Στο εσωτερικό, η πρόσβαση γινόταν με εξωτερική μεταλλική κλίμακα για τον πρώτο όροφο, ενώ η μετάβαση στον δεύτερο πραγματοποιούνταν μέσω εσωτερικής κυκλικής (ελικοειδούς) κλίμακας. Η παρουσία εξωτερικής σκάλας, ορατής στην παλαιά εικόνα, ενισχύει τον λειτουργικό χαρακτήρα της κατασκευής.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο κώδωνας, ο οποίος είναι αναρτημένος στον δεύτερο όροφο. Στο χείλος του φέρει την επιγραφή:
«ΟΙ ΤΕΧΝΙΤΑΙ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΕΡΤΟΥΛΙΩΤΑΙ 1880», μαρτυρία τόσο της χρονολόγησης όσο και της τεχνικής παράδοσης των δημιουργών του.

Η κωδωνοκρουσία γινόταν τότε χειροκίνητα, με σχοινί ή αλυσίδα που κατέληγε σε ξύλινη χειρολαβή - μια διαδικασία που ενίσχυε τη βιωματική σχέση των κατοίκων με τον ήχο της καμπάνας.

Νεότερη μορφή (μετά την ανακαίνιση)

Στη σύγχρονη μορφή του, το κωδωνοστάσιο διατηρεί τη βασική αρχιτεκτονική του δομή, αλλά εμφανίζεται αισθητικά αναβαθμισμένο και ενισχυμένο. Η σημαντικότερη επέμβαση αφορά την εξωτερική επένδυση, καθώς πλέον καλύπτεται εξ ολοκλήρου με διακοσμητικά τούβλα συμπαγούς μάζας, προσδίδοντας ομοιογένεια και καθαρότητα στο σύνολο.

Η κατακόρυφη ανάπτυξη του πύργου παραμένει σαφώς διακριτή, με τους ορόφους να διαχωρίζονται μορφολογικά μέσω των ανοιγμάτων:

-Το ισόγειο διατηρεί το τοξωτό πέρασμα.

- Ο πρώτος όροφος συνεχίζει με απλά τοξωτά ανοίγματα.

- Ο δεύτερος όροφος διαμορφώνεται με δίτοξα ανοίγματα, όπου παραμένει αναρτημένος ο κώδωνας.

Η τοιχοποιία ενισχύεται με ζεύγη μεταλλικών ελκυστήρων, οι οποίοι συμβάλλουν στη στατική επάρκεια του κτηρίου και αποτελούν εμφανές τεχνικό στοιχείο της κατασκευής.

Στην κορυφή του πύργου προστέθηκε το ρολόι, τοποθετημένο και στις τέσσερις πλευρές, μετατρέποντας το κωδωνοστάσιο σε σημείο αναφοράς όχι μόνο θρησκευτικό αλλά και καθημερινό για τον οικισμό. Η κατάληξη στεφανώνεται από έναν τρισδιάστατο μεταλλικό σταυρό, που δεσπόζει συμβολικά και μορφολογικά.

Η λειτουργία του κωδωνοστασίου έχει επίσης εκσυγχρονιστεί: η κωδωνοκρουσία πλέον πραγματοποιείται μέσω ηλεκτρικού μηχανισμού, καταργώντας τη χειροκίνητη διαδικασία και προσαρμόζοντας τη χρήση του στις σύγχρονες ανάγκες.

Συνολική αποτίμηση

Το κωδωνοστάσιο του Αγίου Αθανασίου Βαλτινού αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα, όπου η λειτουργικότητα, η τεχνική παράδοση και η αισθητική συνοχή συνυπάρχουν αρμονικά.

Η μετάβασή του από την αρχική στην ανακαινισμένη μορφή δεν αλλοίωσε τον βασικό του χαρακτήρα, αντίθετα, ενίσχυσε τη μορφολογική του καθαρότητα και την παρουσία του στον χώρο. Παραμένει ένα ζωντανό μνημείο, όπου η ιστορία, η τεχνική και η κοινότητα συναντώνται μέσα από τον ήχο της καμπάνας που εξακολουθεί να σηματοδοτεί τον χρόνο και τη συλλογική ζωή του χωριού.


Δημήτρης Α. Τσιγάρας


Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Το ποδήλατο της φιλίας στους χωματόδρομους του Βαλτινού

 

Στη σιωπή μιας άλλης εποχής, εκεί όπου ο χρόνος κυλούσε πιο αργά και τα μικρά πράγματα αποκτούσαν μεγάλη σημασία, ένα ποδήλατο γινόταν ολόκληρος κόσμος. Στη φωτογραφία, ο Χρήστος Πράτας στέκεται περήφανος, σχεδόν αγέρωχος, με το νέο του απόκτημα. Ένα ποδήλατο που δεν ήταν απλώς ένα παιχνίδι, αλλά σύμβολο ελευθερίας, χαράς και παιδικής υπερηφάνειας.

Το κρατά με μια φυσική οικειότητα, σαν να ήταν προέκταση του εαυτού του. Το βλέμμα του ήρεμο, γεμάτο μια σιωπηλή ικανοποίηση. Δίπλα του, ο Κώστας Ψύχος. Στέκεται λίγο πιο πίσω, σαν να κρατά μια απόσταση όχι μόνο στο χώρο, αλλά και στο συναίσθημα. Στα μάτια του διακρίνεται εκείνη η αθώα ζήλια της παιδικής ηλικίας - όχι βαριά, ούτε πικρή, μια ζήλια που γεννιέται από την επιθυμία να μοιραστείς τη χαρά του άλλου.

Κι όμως, αυτή η απόσταση δεν κρατά για πολύ. Γιατί στα χωριά εκείνης της εποχής, στη δεκαετία του 1960, τα πράγματα δεν ανήκαν πραγματικά μόνο σε έναν. Ανήκαν στη στιγμή, στο παιχνίδι, στη φιλία. Και το ποδήλατο του Χρήστου έγινε σύντομα και του Κώστα. Έγινε αφορμή για κοινές βόλτες, για γέλια στους χωματόδρομους, για μικρές περιπέτειες κάτω από γυμνά δέντρα και μπροστά από ασβεστωμένα σπίτια.

Οι δρόμοι τότε δεν ήταν εύκολοι. Χώμα, πέτρες, λακκούβες. Κάθε πεταλιά απαιτούσε κόπο, κάθε διαδρομή είχε δυσκολίες. Μα ίσως γι’ αυτό η χαρά ήταν πιο αληθινή. Δεν υπήρχε άσφαλτος, δεν υπήρχε ευκολία - υπήρχε όμως η επιμονή και η λαχτάρα. Και αυτό αρκούσε.

Ήταν από τα λίγα παιδιά που είχαν ποδήλατο. Και αυτή η σπανιότητα δεν τους απομόνωνε, τους ένωνε. Γιατί το ποδήλατο δεν έγινε σύμβολο υπεροχής, αλλά μοίρασμα εμπειρίας. Ένα παιχνίδι που δεν περιοριζόταν σε έναν, αλλά άνοιγε δρόμους για δύο.

Σήμερα, ίσως ένα ποδήλατο να μοιάζει κάτι απλό, σχεδόν ασήμαντο. Τότε όμως ήταν όνειρο. Ήταν ελευθερία. Ήταν η δυνατότητα να φύγεις λίγο πιο πέρα από το σπίτι, να δεις τον κόσμο αλλιώς - έστω και μέσα στα όρια ενός μικρού χωριού.

Και τελικά, αυτό που μένει από τη φωτογραφία δεν είναι μόνο το ποδήλατο. Είναι εκείνη η αδιόρατη στιγμή όπου η ζήλια γίνεται φιλία, η ιδιοκτησία γίνεται μοίρασμα και η παιδική ηλικία αφήνει πίσω της ένα αποτύπωμα απλό, μα βαθιά ανθρώπινο.


«Μνήμη ήρωα ταγματάρχη Δημητρίου Κασλά» Ομιλία στο Πουρί Δήμου Ζαγοράς, 3-5-2026

 Του Δρος ΘΕΟΔΩΡΟΥ Α. ΝΗΜΑ

Σεβασμιότατε, Κύριοι Βουλευτές, Κύριε Περιφερειάρχα, Κύριοι Δήμαρχοι, Κύριε Ταξίαρχε, Κύριε Δντά της Β/Εκπαίδευσης Τρικάλων, Αγαπητοί Απόγονοι του Δημητρίου Κασλά, Κυρίες και Κύριοι,

Χαίρομαι ιδιαιτέρως που μετά από δεκαπέντε (15) χρόνια, προσκεκλημένος και πάλι από τον Δήμο Ζαγοράς, ξαναβρίσκομαι για τρίτη φορά στο Πουρί, για να ξαναμιλήσω, σε μια άλλη, διαφορετική τώρα, εκδήλωση, κατά την οποία εγκαινιάζεται το Μουσείο «Χώρος Μνήμης Δημητρίου Κασλά», το οποίο δημιουργήθηκε από την Περιφέρεια Θεσσαλίας για να τιμηθεί ο  ήρωας του Ελληνοϊταλικού Πολέμου και υπερασπιστής του υψώματος 731 της Βορείου Ηπείρου. Λυπούμαι όμως ειλικρινά, διότι σήμερα δεν είναι παρών ο πρωταγωνιστής της προσπάθειας για την δικαίωσή του, ο γιος του Ιωάννης Κασλάς, για να δει ότι ο αγώνας του δικαιώνεται και ένας από τους καρπούς αυτού του αγώνα είναι και η ίδρυση του εγκαινιαζομένου σήμερα Μουσείου.

Στο αποτέλεσμα αυτό καθοριστική ήταν η συμβολή του φίλου Αλέξανδρου Καπανιάρη, διευθυντή Δ/βάθμιας Εκπαίδευσης Τρικάλων σήμερα, ο οποίος από την αρχή, συνεργαζόμενος  με τις τότε Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις Μαγνησίας και Τρικάλων, καθώς και τους Δήμους Ζαγοράς και Καρδίτσας, οι οποίοι συνέδραμαν οικονομικώς, επιμελήθηκε της εκδόσεως του Λευκώματος και της παραγωγής  ντοκιμαντέρ σχετικού με τη δράση του Δημητρίου Κασλά.

Ο Πουριώτης αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού Δημήτριος Κασλάς, δεν είναι πλέον ένας από τους πολλούς ξεχασμένους ήρωες της νεότερης ιστορίας μας. Και αυτό χάρη στην πρωτοβουλία του αειμνήστου Γιάννη Κασλά, ο οποίος έσωσε, ταξινόμησε και έβγαλε στην επιφάνεια το Αρχείο του ήρωα πατέρα του και πρόβαλε τα ηρωικά του κατορθώματα. Σήμερα όλοι γνωρίζουν για την Τιτανομαχία στο Ύψωμα 731 της Βορείου Ηπείρου και για τον πρωταγωνιστή της. Ο τιμώμενος όμως ήρωας Δημήτριος Κασλάς έφυγε πικραμένος, όπως γίνεται συνήθως στον τόπο μας, όπου βασιλεύουν η αχαριστία και η αγνωμοσύνη και όπου επιβραβεύονται οι μετριότητες.

Ας ανατρέξουμε όμως στην άνοιξη του 1941, τότε που οι Έλληνες είχαν εκδιώξει τους Ιταλούς εισβολείς μακριά από τα ελληνο-αλβανικά σύνορα πολεμώντας με ηρωισμό υπό αντίξοες συνθήκες.

Ο διοικητής της Μεραρχίας Ιππικού, υποστράτηγος Στανωτάς, σε διαταγή του, η οποία εκδόθηκε στη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου 1940-41, σημείωνε και τα εξής: «Εκ των μονάδων, αίτινες ετέθησαν υπό τας Διαταγάς μου, το Τάγμα Κασλά μετά του Λόχου Παπή, υπέστησαν βαρυτάτας απωλείας πλην προς τιμήν των, μετά τινων ετέρων ηρωικών τμημάτων της Μεραρχίας και των άλλων μονάδων του Στρατού, αποτελώσι τους εκλεκτούς, τους υποστάντας τας μεγαλυτέρας στερήσεις και θυσίας αλλά και τους δρέψαντες την υψίστην δόξαν, ήτις θα τους αποδοθή εν καιρώ». Αυτή η «εν καιρώ» απόδοση της «υψίστης δόξας» στον ήρωα του Ελληνοϊταλικού Πολέμου Δημήτριο Κασλά άργησε πολύ να αποδοθεί. Σταδιακά όμως του αποδόθηκε αλλά μετά θάνατον. Η έκδοση του Λευκώματος «Δημήτριος Κασλάς. Η στρατιωτική διαδρομή, το πρόσωπο, η εποχή», αλλά και του σχετικού ντοκιμαντέρ, το επιβεβαιώνουν. Είχαν προηγηθεί κάποιες άλλες εκδηλώσεις και εκδόσεις, οι οποίες ευαισθητοποίησαν το κοινό και προετοίμασαν το έδαφος για την πλήρη αναγνώριση της προσφοράς του Δημητρίου Κασλά. Για την ιστορία αναφέρουμε ότι τον Μάρτιο του 2000, διοργανώθηκε στα Τρίκαλα ειδική εκδήλωση και τιμήθηκε για πρώτη φορά η Τιτανομαχία του υψώματος 731 και ο κύριος συντελεστής της Δημήτριος Κασλάς. Την επόμενη χρονιά στο επιστημονικό περιοδικό «Τρικαλινά», το οποίο εκδίδει ο Φιλολογικός Ιστορικός Λογοτεχνικός Σύνδεσμος Τρικάλων, δημοσιεύθηκε το πολεμικό ημερολόγιο του Δημητρίου Κασλά και άλλα σχετικά κείμενα. Ακολούθησαν πολλά άλλα δημοσιεύματα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες, αλλά και βιβλία. Σήμερα, μετά από 85 χρόνια, οι συμπατριώτες του, με τα εγκαίνια του Μουσείο Δημητρίου Κασλά ολοκληρώνουν την απόδοση των οφειλόμενων τιμών. Κι αυτό ας αποτελέσει την αρχή της αποδόσεως των σχετικών τιμών σε όλους τους Θεσσαλούς ήρωες.

Ποιος είναι όμως ο ήρωας Δημήτριος Κασλάς;

Γεννήθηκε στο Πουρί του Πηλίου το 1901. Σε ηλικία 15 ετών κατέβηκε στον Βόλο και εργαζόμενος σε φούρνο στην αρχή και σε ταβέρνα αργότερα, τελείωσε την νυχτερινή Εμπορική Σχολή Βόλου. Σε ηλικία 19 ετών κατετάγη κληρωτός στη Λάρισα, και τέλη Ιουλίου του 1920 αναχώρησε για τη Σμύρνη, όπου βρισκόταν σε ανάπτυξη η Μικρασιατική Εκστρατεία. Τον Ιανουάριο του 1922 έδωσε εξετάσεις και εισήχθη, με πολύ καλή σειρά, στον ουλαμό Εφέδρων Αξιωματικών του Αφιόν Καραχισάρ. Επακολουθεί η κατάρρευση του μετώπου. Ο Κασλάς συλλαμβάνεται αιχμάλωτος  τον Αύγουστο του 1922 και απελευθερώνεται τον Απρίλιο του 1923. Με την επιστροφή του από την αιχμαλωσία και σε ηλικία 22 ετών ονομά­ζε­ται έφεδρος ανθυπολοχαγός. Το 1924 εντάσσεται στις τάξεις των μονίμων αξιωματικών του Στρατού.

Κατά την έκρηξη του πολέμου, το 1940, ο Δ. Κασλάς υπηρετούσε στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού Τρικάλων ως διοικητής του 2ου Λόχου Πολυβόλων του ΙΙ Τάγματος, το οποίο ήδη από τον Αύγουστο βρισκόταν στην περιοχή Μετσόβου.

Στις 3 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 το Τάγμα του Κασλά ειδοποιή­θηκε τηλεφωνικώς για την κήρυξη του πολέμου και διατάχθηκε να κινηθεί εναντίον του εχθρού. Την 1η Νοεμβρίου έλαβε επαφή με τον εχθρό κοντά στο χωριό Παλιοσελι στη διάβαση του Αώου. Εκεί ανέκοψε την προέλαση των Ιταλών και έκτοτε η πορεία του Τάγματος ήταν νικηφόρος.

Από τις 3 Νοεμβρίου είχε υπαχθεί στο Απόσπασμα Αώου του αν/χη Μαρδοχαίου Φριζή και από 14 έως 16 Νοεμ. συμμετείχε στη μάχη για την απελευθέρωση της Κόνιτσας. Στις 16 τραυματίζεται ο διοικητής του Τάγματος Πέτρος Παπαβασιλείου και ο Κασλάς ως ο αρχαιότερος λοχαγός αναλαμβάνει τη διοίκησή του, την οποία διατήρησε ως το τέλος του πολέμου. Στις 10 Δεκ. το Τάγμα διατίθεται στο Απόσπασμα  Κετσέα.

Στις 10 Ιαν. το Τάγμα, ύστερα από σκληρές μάχες, έφθασε στο Ροντέν, ΒΑ της Κλεισούρας και ανατολικά της Τρεμπεσίνας. Στις 23 Ιαν. με ένα τολμηρό στρατήγημα του Κασλά εξουδετερώθηκε η ισχυρή αντίσταση των Ιταλών και καταλήφθηκε το ύψωμα 717 ή Μπρέγκου Ράπιτ, το οποίο βρίσκεται ανατολικά και δίπλα από το Ύψωμα 731. Συνελήφθησαν 147 Ιταλοί αιχμάλωτοι, εκ των οποίων 7 αξιωματικοί, και έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων πολλά όπλα. Επακολουθούν ομηρικές μάχες σώμα με σώμα και τα υψώματα περνούν μια στους Έλληνες και μια στους Ιταλούς. Στις 24 σταθεροποιήθηκε η κατάληψη του υψ. Μπρέγκου Ράπιτ από το Τάγμα του Κασλά και καταλήφθηκε και το διπλανό ύψ. 731 από το Ι/51 Τάγμα Τρικάλων. Για τον ηρωισμό του και τις ικανότητες που επέδειξε στις μάχες αυτές ο Κασλάς, στην Ημερήσια Διαταγή της 27 Ιαν. 1941 του 51ου Συντάγματος Πεζικού (Τρικάλων) γίνεται πρόταση για απονομή σ’ αυτόν του Αριστείου Ανδρείας.

Επί του υψ. Μπρέγκου Ράπιτ το Τάγμα του Κασλά παρέμεινε  ως τις 16 Φεβ., οπότε απεσύρθη και παρέμεινε σε εφεδρεία ως τις 8 Μαρτίου, όταν διατάχθηκε να αντικαταστήσει το Ι/51 Τάγμα επί του υψ. 731.  Στο ύψωμα αυτό επρόκειτο να διεξαχθεί η μεγαλύτερη μάχη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, αφού εκεί συντρίφτηκαν οι πάνοπλες Μεραρχίες των Ιταλών και εκεί κρίθηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Πρωταγωνιστής της Τιτανομαχίας αυτής ήταν ο διοικητής του ΙΙ Τάγματος του 5ου Συντάγματος (Τρικάλων) Δημήτριος Κασλάς.

Απέναντι από την Ι Μεραρχία (Θεσσαλίας), στην οποία υπαγόταν το 5ο ΣΠ (Τρικάλων), το 4ο ΣΠ (Λαρίσης) και το 2ο ΣΠ (Βόλου), ήταν παρατεταγμένες 4 ιταλικές μεραρχίες (η Κάλιαρι, η Πούλιε, η Πινερόλο και η Μπάρι) και 2 εφεδρικές (η Πουστερία και η Σιένα).

Στις 9 Μαρτίου το πρωί άρχισε η ιταλική επίθεση. Προηγήθηκε ανηλεής βομβαρδισμός από 400 βαρέα πυροβόλα, από όλμους αλλά και από 190 αεροπλάνα. Το ύψωμα 731 σείστηκε ολόκληρο και ανασκάφτηκε. Όμως η ιταλική επίθεση αποκρούστηκε. Και, όπως γράφει ο στρατηγός Ιω. Μυτιληναίος,  «οι ελάχιστοι επιζώντες Έλληνες, την κατάλληλη στιγμή, εξέρχονται των κατεστραμμένων χαρακωμάτων τους και με εφ’ όπλου λόγχη και την κραυγή “ΑΕΡΑ” αντεπιτίθενται. Οι Ιταλοί ανατρέπονται και υποχωρούν προς την αρχική γραμμή εξορμήσεώς τους, καταδιωκόμενοι, αρχικά από τους μαχητές και στη συνέχεια από τα πυρά του ελληνικού ΠΒ». Επακολούθησαν άλλες τρεις επιθέσεις ως το απόγευμα και όλες αποκρούστηκαν. Το ίδιο συνέβη και τις επόμενες τέσσερις ημέρες, ώσπου αποδεκατισμένο το ΙΙ/5 Τάγμα αντικαταστάθηκε από το 19ο ΣΠ (Σερρών), το οποίο με τον ίδιο ηρωισμό απέκρουσε όλες τις ιταλικές επιθέσεις ως τις 24 Μαρτίου, οπότε οι Ιταλοί απογοητευμένοι σταμάτησαν. Προηγουμένως ο Μουσολίνι, που παρακολουθούσε τις μάχες από κοντινό παρατηρητήριο, έφυγε ταπεινωμένος.

Στις 10 Μαρτίου 1941 ο Διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατού υποστράτηγος Γεώργιος Μπάκος απέστειλε προς τους Πολεμιστές της Ι Μεραρχίας, στην οποία υπαγόταν και το Τάγμα του Κασλά, την ακόλουθη διαταγή: «Πολεμιστάς Ι Μεραρχίας. Προ του ακαμάτου ηρωισμού σας εθραύσθησαν από της χθες άπασαι αι απεγνωσμέναι εχθρικαί προσπάθειαι. Προ των χαλυβδίνων γραμμών σας συνετρί­βησαν κατά το διήμερον διάστημα τρεις νωπαί εχθρικαί μεραρχίαι. Είμαι υπερήφανος διότι ηγούμαι τοιούτων ηρώων. Η Πατρίς σεμνύεται δι’ αυτούς. Η παρούσα να φθάση μέχρι του τελευταίου οπλίτου της  μεραρχίας».

Η νεότερη ιστορία ονομάζει το ύψ. 731 «Νέες Θερμοπύλες», γράφτηκε δε και ειδικός Θούριος ως εμβατήριο του Στρατού. Έγινε θρυλικό και είναι γραμμένο στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη στην Αθήνα. Το ύψ. 731 κατά την έναρξη των εχθροπραξιών ήταν δενδροσκεπασμένο, στο τέλος όμως δεν έμεινε κανένα δένδρο και είχε τροποποιηθεί η γεωλογική μορφή του. Το ύψος του μειώθηκε κατά 6 μέτρα. Σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο δεν ρίχτηκαν τόσα πυρομαχικά όσα στο ύψωμα 731. Οι Ιταλοί χαρακτήρισαν την περιοχή του ως «Ιερή Ζώνη» και τίμησαν τους μαχητές τους. Η εκεί μάχη χαρακτηρίστηκε ως Τιτανομαχία και θεωρείται ισάξια ή και ανώτερη της μάχης του Μαραθώνα.

Ο Δημ. Κασλάς με τις ηγετικές του ικανότητες, το θάρρος, τον πατριωτισμό του και την πίστη του για τη νίκη υπήρξε ο κύριος συντελεστής της Τιτανομαχίας του 731, ήταν αυτός που διηύθυνε τη μάχη, εμψύχωνε τους γενναίους μαχητές του και συνέβαλε αποφασιστικά στη μεγαλειώδη νίκη των Ελλήνων και στην ταπείνωση του ίδιου του Μουσολίνι.

Για τον ηρωισμό του στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940-41 του είχαν απονεμηθεί: Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας, Πολεμικός Σταυρός Γ΄ τάξεως, Αργυρούς Σταυρός του Β. Τάγματος και Μετάλλιον στρατιωτικής Aξίας Δ΄ τάξεως.

Αλλά και κατά την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού, μετά την επέμβαση των Γερμανών τον Απρίλιο του 1941, όταν οι περισσότερες μονάδες είχαν διαλυθεί, ο Δημ. Κασλάς κατάφερε όχι μόνο να οδηγήσει το Τάγμα του συντεταγμένο ως το Μέτσοβο αλλά έδωσε και αρκετές νικηφόρες επιβραδυντικές μάχες με τον εχθρό. Για τον ηρωισμό που επέδειξε και σ’ αυτή την περίοδο, όπου τα πάντα είχαν καταρρεύσει, ο Δ/τής του 5ου ΣΠ Νικ. Γεωργούλας πρότεινε στις 17-4-1941 να απονεμηθεί στον Ταγματάρχη Δ. Κασλά  το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας.

Κατά την Γερμανοϊταλική Κατοχή ο Κασλάς έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Ενταχθείς αρχικά στις τάξεις του ΕΔΕΣ περί το τέλος Αυγούστου του 1943, με 7 άλλους συναδέλφους του αξιωματικούς, ανέλαβε να συγκροτήσει το Υπαρχηγείο Φαρσάλων του ΕΔΕΣ. Μετά την διάλυσή του από τμήματα του ΕΛΑΣ περί το τέλος Σεπτεμβρίου 1943, εντάχθηκε σ’ αυτόν και έδρασε κυρίως στην περιοχή της κοιλάδας του Σπερχειού, ως Στρατιωτικός Διοικητής Τάγματος και Συντάγματος, του 51 και του 52 κατά σειράν, υπό τις διαταγές των υποστρατήγων Κων. Τσαμάκου και Δημ. Ματσούκα, καθώς και του αντ/χη Αθ. Κατσαρού, και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες του ΕΛΑΣ εναντίον των στρατευμάτων Κατοχής. Το 52 Σύνταγμα, κατά τις συγκρούσεις με τα στρατεύματα Κατοχής, είχε απώλειες 52 νεκρούς και 43 τραυματίες.

Η συμμετοχή του στα Δεκεμβριανά του στοίχισε αυτεπάγγελτη αποστρατεία με τον βαθμό του αντισυνταγμα­τάρχη. Απεβίωσε στις 22 Φεβρουαρίου 1966 από καρδιακό επεισόδιο. Είχε προηγηθεί και εγκεφαλικό, το  οποίο του προκάλεσε προβλήματα στην ικανότητα να γράφει. Με την αναγνώριση και της Εαμικής Εθνικής Αντίστασης το 1985 προήχθη, μετά θάνατον, σε ταξίαρχο.

Η καθολική αναγνώριση και αποδοχή της εθνικής του δράσης ήρθε αργότερα. Με την έκδοση του Αφιερώματος, την προβολή του σχετικού ντοκιμαντέρ και την ίδρυση του εγκαινιαζομένου σήμερα Μουσείου “Χώρος Μνήμης Δημητρίου Κασλά”, εξήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, πιστεύουμε ότι του αποδίδονται πλέον όλες οι οφειλόμενες τιμές. Η Ιστορία μπορεί να αργεί αλλά δεν λησμονεί.

Τώρα που ο εθνομηδενισμός έχει γίνει μόδα και τάχα προοδευτική αντίληψη, επιβάλλεται οι πατριωτικές δυνάμεις της Χώρας μας, που βρίσκονται σε όλους τους πολιτικούς χώρους και αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία του Λαού μας, να τιμούν τα κατορθώματα των προγόνων μας και να αντλούν δύναμη από αυτά.

Η Διαταγή που απέστειλε προς τους διοικητές των λόχων του στις 9 π.μ. της 9ης Μαρτίου 1941 ο επί του υψ. 731 διοικητής του ΙΙ/5 Τάγματος τχης Δ. Κασλάς ας είναι οδηγός μας. Επιτρέψτε μου να κλείσω την ομιλία μου με αυτή: «Επί των κατεχομένων θέσεων θα αμυνθώμεν μέχρι εσχάτων. Ουδείς θα κινηθή προς τα οπίσω. Εμψυχώσατε άνδρας σας και τονώσατε το ηθικόν των. Προμηνύεται λυσσώδης επίθεσις του εχθρού, η οποία όπως δήποτε θα αποκρουσθή και θα συντριβή. Τηρήσατέ με ενήμερον τακτικής καταστάσεως. Επαναλαμβάνω, τότε μόνον θα διέλθη ο εχθρός εκ της τοποθεσίας μας, όταν αποθάνωμεν άπαντες επί των θέσεών μας».

Σας ευχαριστώ.


Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Το πανηγύρι του λιβαδιού και το πρώτο αντίο

 Του Χάρη Αγγελή

Τις μέρες γύρω από το Πάσχα, τότε που η άνοιξη είχε πια φουντώσει για τα καλά και η γη μοσχοβολούσε ζωή, δεν γιόρταζαν μόνο οι άνθρωποι, γιόρταζαν και τα ζώα. Στο ζευγαρολίβαδο, εκεί όπου το χορτάρι ψήλωνε τόσο που ξεπερνούσε το γόνατο, ο αγροφύλακας έδινε το σύνθημα: η βόσκηση επιτρεπόταν.

Και τότε άρχιζε το πανηγύρι.

Τα ζευγάρια των χωραφιών - αγελάδες και άλογα, μαθημένα όλο τον χειμώνα στο ζυγό και στο όργωμα - αφήνονταν ελεύθερα για λίγες μέρες στο καταπράσινο λιβάδι. Στην αρχή επικρατούσε ένας αληθινός χαλασμός. Μουγκρίσματα βαριά, χλιμιντρίσματα κοφτά, πατήματα ανυπόμονα πάνω στο μαλακό χώμα. Οι αγελάδες, άγνωστες μεταξύ τους, δοκίμαζαν τις δυνάμεις τους, χτυπιούνταν κεφάλι με κεφάλι, έτρεχαν σε κύκλους, κυνηγιούνταν σαν να ’ταν μικρά μοσχάρια κι όχι δουλεμένα ζώα. Μα σιγά σιγά, καθώς περνούσαν οι μέρες, «γνωρίζονταν». Η ένταση έσβηνε και τη θέση της έπαιρνε μια ήρεμη, σχεδόν τελετουργική βοσκή.

Ξεχώριζε ανάμεσά τους ένα ζώο παράξενο και συνάμα κωμικό: ο κοκκίνης του Σιούλα.

Ήταν γερασμένος, με μια κοιλιά βαριά και φουσκωμένη, και τον σβέρκο του γυμνό και ροζιασμένο από τα χρόνια κάτω από το ζυγό. Είχε σύρει κάρα φορτωμένα, είχε τραβήξει αλέτρια και σβάρνες, είχε δουλέψει όσο λίγα ζώα. Κι όμως, μόλις πατούσε στο λιβάδι, μεταμορφωνόταν.

Κατέβαζε το κεφάλι, μούγκριζε βαθιά, σχεδόν επίσημα, σαν να ανακοίνωνε την παρουσία του. Έπειτα έμπηγε τα μπροστινά του πόδια στο χώμα και τα τραβούσε με δύναμη προς τα πίσω, σηκώνοντας σύννεφα από κουρνιαχτό. Και μετά άρχιζε την παράξενη τελετή του: πλησίαζε μία μία τις αγελάδες, έβαζε τη μουσούδα του χαμηλά, στις γέννες τους, κι ύστερα σήκωνε απότομα το κεφάλι ψηλά, ανοιγοκλείνοντας τα χείλη του σαν να δοκίμαζε τον αέρα.

Το ίδιο έκανε και εκεί όπου είχαν κατουρήσει οι αγελάδες.

Κάτι έψαχνε ο κοκκίνης. Κάτι που δεν έβρισκε. Ίσως γιατί δεν υπήρχε πια. Ίσως γιατί τα χρόνια τον είχαν αφήσει πίσω.

Τα άλογα, πάλι, ήταν άλλο πράγμα. Γρήγορα, νευρικά, με δύναμη που φόβιζε. Όταν περνούσαν μπροστά από το σπίτι, η γιαγιά ανησυχούσε, φώναζε τα εγγόνια κοντά της, μην τύχει και κάποιο βρεθεί στο διάβα τους. Ο καλπασμός τους ακουγόταν σαν βροντή, κι η καρδιά της σφιγγόταν κάθε φορά.

Το πανηγύρι των μεγάλων ζώων κρατούσε όσο κρατούσε και το ψηλό χορτάρι. Όταν πια το λιβάδι χαμήλωνε και η πρασινάδα λιγόστευε, έπαιρναν τη σειρά τους τα πρόβατα και τα γαϊδούρια. Οι νοικοκυραίοι διάλεγαν τόπο κοντά στη φλέβα, εκεί που το νερό κυλούσε δροσερό, κι έστηναν τα τσαρδάκια τους. Εκεί θα περνούσε το καλοκαίρι ο τσομπάνος με το κοπάδι.

Κάθε μεσημέρι, όταν ο ήλιος ανέβαινε ψηλά και οι άνθρωποι ξυπνούσαν από τον πρωινό τους ύπνο, αντάμωναν ο Χάρης, ο Σιούλας και ο Πίπης. Πήγαιναν στο τσαρδάκι όπου δούλευε ο Γκέλιας, για να του κρατήσουν συντροφιά. Μαζί τους ήταν και ο Νικόλας, ο Γκόλας, κι όλοι μαζί είχαν «ροϊαστεί» τσοπαναραίοι για το καλοκαίρι στο κοπάδι του αδερφού του παππά. Αντάλλαγμα: δυο σακιά σιτάρι ο καθένας.

Ο Γκέλιας ήταν ο μεγαλύτερος. Ψηλός, δυνατός, με βλέμμα που έδειχνε πως είχε ήδη μάθει πράγματα που οι άλλοι μόλις άκουγαν. Τον θαύμαζαν. Κι εκείνος, καθώς σκούπιζε το τσαρδάκι από τις κακαράντζες που είχαν αφήσει τη νύχτα τα πρόβατα, τους μιλούσε.

Τους έλεγε ιστορίες.

Για κορομηλιές γεμάτες κόκκινα κορόμηλα και για κερασιές που λύγιζαν από τους ώριμους καρπούς. Για τα βράδια που οι μεγάλοι τσοπαναραίοι έκλεβαν λίγα λίγα φρούτα, τόσο όσο να μη γίνουν αντιληπτοί. Για τα μποστάνια που ετοιμάζονταν να δώσουν τα πρώτα καρπούζια και πεπόνια. Και για τη φλέβα, δίπλα στη γέφυρα, εκεί που το νερό σχημάτιζε ένα βαθύ «κουλούρι», όπου είχε μάθει να κολυμπά.

Τα μάτια του Χάρη άστραφταν καθώς τον άκουγε.

Όταν τελείωνε το σκούπισμα, άρχιζε το άρμεγμα. Ο Γκέλιας έπιανε μία μία τις προβατίνες, έβαζε το καρδάρι ανάμεσα στα πόδια τους και, με γρήγορες, σίγουρες κινήσεις, τραβούσε τις ρόγες. Το γάλα έπεφτε ρυθμικά, ζεστό, αφρίζοντας ελαφρά. Ήταν δουλειά κουραστική, μα εκείνος την έκανε με τέχνη.

Μέχρι να τελειώσει, ο ήλιος είχε φτάσει στο καταμεσήμερο. Ύστερα έπρεπε να κοιμηθεί. Τα πρόβατα βοσκούσαν τη νύχτα, στη δροσιά, και τη μέρα έμεναν κάτω από τον ίσκιο του τσαρδακιού. Η ευθύνη ήταν μεγάλη, ένα λάθος, ένα ξένο χωράφι, κι ο αγροφύλακας θα έριχνε πρόστιμο βαρύ.

Ο Χάρης, όμως, δεν έβλεπε τη δυσκολία. Έβλεπε μόνο την περιπέτεια.

Το ίδιο βράδυ περίμενε τον πατέρα του. Ήθελε να του μιλήσει.

—Πατέρα, να πάρουμε πρόβατα…

Ο πατέρας χαμογέλασε κουρασμένα.

—Θα σε πάρω, γιόκα μου, του είπε. Μα πρώτα να τελειώσεις το σχολείο.

Ο μικρός δεν επέμεινε. Μα μέσα του είχε ήδη γίνει τσομπάνος.

Λίγες μέρες αργότερα, ήρθε ο γάμος της θείτσας. Ήταν Μάης, μήνας λουλουδιασμένος. Το σπίτι γέμισε κόσμο, φωνές, τραγούδια. Κι ύστερα άδειασε.

Η θείτσα έφυγε. Πήγε στο σπίτι του θείου Κώτσιου, στον πέρα μαχαλά.

Όταν ο Χάρης κατάλαβε πως δεν θα ξαναγύριζε να μείνει μαζί τους, κάτι ράγισε μέσα του. Έπεσε στην αγκαλιά της γιαγιάς και ξέσπασε σε λυγμούς.

Το λιβάδι συνέχιζε να πρασινίζει. Τα ζώα συνέχιζαν το δικό τους πανηγύρι. Μα για τον μικρό, εκείνη η άνοιξη είχε πια μια σκιά.

Ήταν η πρώτη φορά που καταλάβαινε πως, όπως τα χορτάρια θεριεύουν και ύστερα χάνονται, έτσι αλλάζουν και οι ζωές των ανθρώπων.


Βελτίωση της οδικής ασφάλειας στο Βαλτινό με νέες παρεμβάσεις οδοσήμανσης

 

Σημαντικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση της οδικής ασφάλειας πραγματοποιήθηκαν στον κεντρικό δρόμο του Βαλτινού, έπειτα από πρωτοβουλία της Τοπικής Κοινότητας σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Τρικκαίων.

Στο πλαίσιο των εργασιών, αντικαταστάθηκαν έξι πινακίδες STOP, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου είχαν υποστεί φθορές και είχαν ξεθωριάσει, με αποτέλεσμα να μην είναι επαρκώς ορατές από τους διερχόμενους οδηγούς. Η κατάσταση αυτή εγκυμονούσε κινδύνους για την ασφάλεια τόσο των οδηγών όσο και των πεζών, καθιστώντας αναγκαία την άμεση παρέμβαση.

Οι νέες πινακίδες τοποθετήθηκαν σε καίρια σημεία του οδικού δικτύου, προσφέροντας σαφή και ευδιάκριτη σήμανση, συμβάλλοντας έτσι στη ρύθμιση της κυκλοφορίας και στη μείωση του κινδύνου ατυχημάτων.

Ο Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας Βαλτινού, Βάιος Τσιγάρας, εξέφρασε την ικανοποίησή του για την ολοκλήρωση των εργασιών, τονίζοντας ότι η ασφάλεια των κατοίκων και των επισκεπτών αποτελεί βασική προτεραιότητα. Όπως δήλωσε, οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις ενισχύουν ουσιαστικά την ασφαλή διέλευση οχημάτων και πεζών, βελτιώνοντας την καθημερινότητα στο χωριό.

Η συνεργασία μεταξύ τοπικής κοινότητας και δημοτικών υπηρεσιών αποδεικνύει έμπρακτα πως στοχευμένες και έγκαιρες ενέργειες μπορούν να επιφέρουν ουσιαστικές βελτιώσεις στην ποιότητα ζωής των πολιτών.


Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Στο δάσος της Παναγίας Βαλτινού: Ιστορία, φύση, πολιτισμός και πρόγνωση καιρού σε μια ξεχωριστή συνάντηση

 

Στο καταπράσινο και ιστορικά φορτισμένο δάσος της Παναγίας Βαλτινού πραγματοποιήθηκε μια ξεχωριστή συνάντηση, όπου η τοπική παράδοση συναντήθηκε με την επιστήμη της μετεωρολογίας. Ο Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας Βαλτινού Βάιος Τσιγάρας, παραχώρησε συνέντευξη στον μετεωρολόγο του trikala culture.gr, Αλέξανδρο Ζάρρα, σε ένα φυσικό τοπίο που αποτελεί σημείο αναφοράς για την περιοχή.

Η συζήτηση ξεκίνησε με μια αναδρομή στην ιστορία του Βαλτινού, ενός χωριού με βαθιές ρίζες στον χρόνο και έντονη πολιτισμική ταυτότητα. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο δάσος της Παναγίας, το οποίο δεν αποτελεί μόνο έναν φυσικό πνεύμονα πρασίνου, αλλά και έναν χώρο με συμβολική και θρησκευτική αξία.

Το δάσος ξεχωρίζει για τη σπανιότητά του, τόσο ως προς τη χλωρίδα όσο και ως προς τη συνολική οικολογική του σημασία. Πρόκειται για έναν τόπο όπου η φύση διατηρεί την αυθεντικότητά της, προσφέροντας καταφύγιο σε πολλά είδη και δημιουργώντας ένα μοναδικό μικροκλίμα στην περιοχή. Όπως τονίστηκε, η προστασία και η ανάδειξή του αποτελούν προτεραιότητα για την τοπική κοινότητα.

Σε μια συμβολική κίνηση που ανέδειξε τη σημασία της γνώσης και της τοπικής ιστορίας, ο Πρόεδρος προσέφερε στον Αλέξανδρο Ζάρρα το δίτομο έργο Το Βαλτινό, του συντοπίτη συγγραφέα Ευάγγελου Στάθη. Η δωρεά αυτή αποτέλεσε ένδειξη εκτίμησης, αλλά και μια προσπάθεια διάδοσης της ιστορικής μνήμης και της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου πέρα από τα στενά όρια της κοινότητας.

Στη συνέχεια, ο Αλέξανδρος Ζάρρας παρουσίασε την πρόγνωση του καιρού για την ερχόμενη εβδομάδα, δίνοντας έμφαση στις τοπικές συνθήκες που επηρεάζουν την περιοχή των Τρικάλων και κατ’ επέκταση το Βαλτινό. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, αναμένεται μια σχετικά ήπια εβδομάδα, με εναλλαγές ηλιοφάνειας και νεφώσεων, ενώ δεν αποκλείονται τοπικές βροχοπτώσεις προς τα μέσα της εβδομάδας.

Η παρουσίαση έγινε με απλό και κατανοητό τρόπο, ώστε να είναι προσβάσιμη σε όλους τους κατοίκους.

Η συνέντευξη ολοκληρώθηκε μέσα σε ένα κλίμα αισιοδοξίας και συνεργασίας, αναδεικνύοντας τη σημασία της σύνδεσης της τοπικής γνώσης με την επιστημονική ενημέρωση. Το δάσος της Παναγίας Βαλτινού, ως τόπος συνάντησης ανθρώπων και ιδεών, αποτέλεσε το ιδανικό σκηνικό για μια τέτοια συζήτηση, που συνδύασε το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της περιοχής.

ΓΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ

 

Η γάτα μου με ακολουθεί καθημερινά και με συντροφεύει σε κάθε μου έξοδο, τουλάχιστον μέχρι μια συνετή απόσταση. Ύστερα, όταν με βλέπει απορημένη να πάω πιο μακριά, γυρίζει και αράζει. Νομίζει εσφαλμένα ότι όλοι έχουν μια θέση στη ζωή, όπως και μια ελευθερία να μπαίνει κανείς μέσα στο σπίτι και να βγαίνει όποτε θέλει έξω στην τροφαντή εξοχή. Αυτή βρήκε τη δική της ελευθερία μέσα στη φροντίδα μου και, όταν με βαριέται, έξω στο πυκνό και προστατευτικό χορτάρι. Εκεί, όταν πετύχει την τέλεια ξάπλα και γλαρώσει, αγνοεί κάθε μου παράγγελμα και κάθε δελεαστική παράκληση. Τότε, απλώς λείπει. Κοιτάξτε την: ταξιδεύει νοερώς και για μένα αδιαφορεί.

Του Ηλία Κεφάλα


Τρικαλινή παρουσία στα Εγκαίνια του Μουσείου «Χώρος Μνήμης Δημητρίου Κασλά» στο Πουρί Δήμου Ζαγοράς-Μουρεσίου

 

Το ύψωμα 731 κατά την επίσκεψη του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. το 2004.

Πραγματοποιήθηκαν το πρωί της περασμένης Κυριακής στο χωριό Πουρί του Πηλίου τα εγκαίνια του Μουσείου «Χώρος Μνήμης Δημητρίου Κασλά» από τον Δήμο Ζαγοράς-Μουρεσίου, την Περιφέρεια Θεσσαλίας– Περιφερειακή Ενότητα Μαγνησίας & Β. Σποράδων και τον φορέα πολιτισμού της Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος «Μαγνήτων Κιβωτός.

Στην εκδήλωση αυτή παρέστη και απηύθυνε χαιρετισμό ο κ. Ηλίας Βλαχογιάννης, επί της νομαρχίας του οποίου ανηγέρθη το μεγαλοπρεπές Μνημείο για το Ύψωμα 731 στην Αγία Κυριακή Τρικάλων και καθιερώθηκε με Π.Δ. η σχετική γιορτή για να τιμώνται οι Δυτικοθεσσαλοί ήρωες της Τιτανομαχίας στο Ύψωμα 731 τον Μάρτιο του 1941.

Ομιλητές στην εκδήλωση στο Πουρί ήταν  ο Πρόεδρος του Φιλολογικού, Ιστορικού, Λογοτεχνικού Συνδέσμου (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) Τρικάλων κ. Θεόδωρος Νημάς, ο οποίος αναφέρθηκε στην πολεμική δράση του Δημητρίου Κασλά του υπερασπιστή του Υψ. 731 κατά την Εαρινή Επίθεση των Ιταλών τον Μάρτιο του 1941 και ο κ. Αλέξ. Καπανιάρης, ο οποίος αναφέρθηκε στο ιστορικό ιδρύσεως του Μουσείου και στο περιεχόμενό του. Ως γνωστόν ο Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων, σε συνεργασία με τον Γιάννη Δημ. Κασλά, πρώτος ανέδειξε την Τιτανομαχία του Υψώματος 731 με εκδηλώσεις που άρχισαν  από το 2000, δημοσιεύματα και επισκέψεις (2004 και 2008) επί του Υψώματος 731 στη Βόρειο Ήπειρο.

Στην ίδρυση και οργάνωση του «Χώρου Μνήμης Δημητρίου Κασλά» πρωτοστάτησε ο διευθυντής της Β/άθμιας Εκπαίδευσης Τρικάλων κ. Αλέξανδρος Καπανιάρης, ο οποίος κατάγεται από τη Ζαγορά. Στο εν λόγω Μουσείο συνδυάζεται η παράδοση με την σύγχρονη τεχνολογία, προσφέροντας βιωματική εμπειρία, καθώς οι επισκέπτες μπορούν να γνωρίσουν τη στρατιωτική πορεία του Ταγματάρχη Δημ. Κασλά, τη ζωή του μέσα από αυθεντικά τεκμήρια και ψηφιακές εφαρμογές.

Ο ταγματάρχης Δημ. Κασλάς (κέντρο) στο Αλβανικό Μέτωπο.

Από την προσκυνηματική εκδρομή του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. στο Ύψ. 731 στις 16.5.2004. Εικονίζονται από αριστερά: Σύζυγος Στ. Γεωργούλα, Σταύρος Γεωργούλας, Ν. Στ. Γεωργούλας, Γιάννης Κασλάς κρατώντας τη φωτ/φία του πατέρα του, Γεώργιος Κασλάς, Θεόδ. Νημάς, Ι. Τζουβαλάς, υπγος ε.α. και Γεώργιος Τζουβαλάς, αντγος ε.α.

Οι εκδρομείς του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. στο  Ύψ. 731, 16-5-2004.

Οι εκδρομείς του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. στο  Ύψ. 731, 5-10-2008.

Το επιβλητικό Μνημείο για το Ύψ. 731 στην Αγία Κυριακή Τρικάλων.

Ο κ. Ηλίας Βλαχογιάννης.

Ο κ. Θεόδ. Νημάς.

O κ. Αλ. Καπανιάρης.


επικοινωνιστε μαζι μας