Τα
παλιά τα χρόνια, τότε που τα χωριά της Τρικαλινής γης ήταν μικρά και φτωχά, και
οι άνθρωποι μετρούσαν τις μέρες τους με τον ήλιο, τις εποχές και τον μόχθο,
ζούσε σ’ ένα χωριό, κοντά στον Πορταϊκό ποταμό μια κοπέλα που την έλεγαν
Πολυάννα.
Ήταν
όμορφη σαν εκείνες τις ανοιξιάτικες μέρες που ο Κόζιακας κατεβάζει στα ριζά του
τα νερά του και γεμίζει ο τόπος πρασινάδα και λουλούδια. Τα μαλλιά της ήταν
ξανθά, μακριά ως τη μέση, και όταν τα χτένιζε στο δειλινό έμοιαζαν με στάχυα
που τα άγγιζε το τελευταίο φως του ήλιου.
Μα
δεν ήταν μόνο η ομορφιά της που την έκανε ξακουστή.
Ήταν
η φωνή της.
Όταν
τραγουδούσε, σταματούσαν τα πάντα.
Ο
ζευγάς άφηνε για λίγο το αλέτρι, ο θεριστής ακουμπούσε το δρεπάνι, οι γυναίκες
σταματούσαν το ζύμωμα και τα παιδιά έτρεχαν στις αυλές για να την ακούσουν.
Ακόμη και τα πουλιά, έλεγαν οι παλιοί, σώπαιναν στα κλαδιά τους, λες και
φοβούνταν μήπως η δική τους φωνή χαλάσει το τραγούδι της.
Κάθε
απόγευμα, όταν ο ήλιος έγερνε πίσω από τα βουνά, η Πολυάννα πήγαινε κοντά στον
Πορταϊκό. Καθόταν σ’ έναν μεγάλο βράχο, έλυνε τα μαλλιά της και τα χτένιζε
αργά, τραγουδώντας.
Κι
όσο τραγουδούσε, το ποτάμι κυλούσε ήσυχα μπροστά της.
Ήταν
σαν να άκουγε κι εκείνο.
Η
φήμη της είχε περάσει τα όρια του χωριού. Την ήξεραν σε πολιτείες και χωριά της
Θεσσαλίας και πολλοί έλεγαν πως τέτοια ομορφιά και τέτοια φωνή δεν είχαν
ξαναφανεί στον τόπο.
Έτσι
έφτασε η φήμη της και στ’ αυτιά του Ντουμπά, γιου ενός πανίσχυρου μπέη.
Ο
Ντουμπάς ήταν πλούσιος, καβαλούσε μαύρο άλογο και είχε μαζί του έφιππους
στρατιώτες. Είχε συνηθίσει να αποκτά ό,τι επιθυμούσε. Όταν, λοιπόν, άκουσε για
την Πολυάννα, θέλησε να τη δει.
Μια
μέρα πήγε στο χωριό.
Και
την είδε.
Ήταν
στο ποτάμι, όπως κάθε απόγευμα. Τα ξανθά μαλλιά της έπεφταν στους ώμους της και
η φωνή της ανέβαινε πάνω από το νερό.
Ο
Ντουμπάς στάθηκε ακίνητος.
Για
πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε πως κάτι δεν μπορούσε να το αποκτήσει με χρήματα,
ούτε με διαταγές, ούτε με το σπαθί του.
Την
ερωτεύτηκε.
Ή,
τουλάχιστον, έτσι νόμισε.
Όταν
της ζήτησε να γίνει γυναίκα του, η Πολυάννα αρνήθηκε.
—
Δεν μπορώ, του είπε.
—
Γιατί;
Η
κοπέλα δεν απάντησε. Στην καρδιά της υπήρχε ήδη ένας άλλος. Ένα ελληνόπουλο του
χωριού, που αγαπούσε σιωπηλά και βαθιά.
Ο
Ντουμπάς έγινε έξαλλος.
Δεν
είχε μάθει να ακούει «όχι».
Κι
έτσι αποφάσισε να την πάρει με τη βία.
Ένα
απόγευμα, μαύρα σύννεφα είχαν μαζευτεί πάνω από τα βουνά, όταν ο Ντουμπάς μπήκε
στο χωριό πάνω στο μαύρο άλογό του. Πίσω του ακολουθούσαν έφιπποι στρατιώτες.
Κάλπασαν
προς το ποτάμι.
Ο
Ντουμπάς την είδε από μακριά.
Η
Πολυάννα καθόταν στην όχθη και χτένιζε τα μαλλιά της. Το τραγούδι της είχε
απλωθεί πάνω από το νερό.
Ξαφνικά
άκουσε τα πέταλα του αλόγου.
Σήκωσε
το κεφάλι.
Είδε
τον Ντουμπά.
Και
κατάλαβε.
Δεν
χρειάστηκε να της πει τίποτε.
Το
βλέμμα του τα έλεγε όλα.
Η
Πολυάννα σηκώθηκε. Κοίταξε πίσω της. Μπροστά της ήταν ο ποταμός. Πίσω της ο
Ντουμπάς.
Για
μια στιγμή στάθηκε ακίνητη.
Ύστερα
έκανε αυτό που κανείς δεν περίμενε.
Ρίχτηκε
στα νερά.
—
Πολυάννα! φώναξε ο Ντουμπάς.
Και
χωρίς να σκεφτεί, πήδηξε κι εκείνος στον ποταμό.
Μα
το νερό ήταν ορμητικό. Η πανοπλία του βάραινε το σώμα του, τα όπλα τον
τραβούσαν προς τον βυθό και το μαύρο άλογό του χάθηκε μέσα στην αναστάτωση του
νερού.
Λίγο
πιο κάτω ο Ντουμπάς βούλιαξε.
Κανείς
δεν τον ξαναείδε.
Η
Πολυάννα, όμως, πάλευε ακόμη.
Το
ποτάμι την έσερνε μακριά, χτυπώντας την πάνω στις πέτρες. Τα μαλλιά της είχαν
λυθεί και είχαν απλωθεί πάνω στο νερό σαν χρυσές κλωστές.
Κι
εκείνη, απελπισμένη, ύψωσε τα χέρια της και φώναξε:
—
Ποταμέ, βοήθεια! Σώσε με! Δεν έκανα κανένα κακό! Σώσε με από την αδικία!
Λένε
πως τότε συνέβη κάτι παράξενο.
Εκεί
όπου το ποτάμι αγρίευε περισσότερο, ένα μεγάλο δέντρο είχε πέσει από την όχθη
και είχε φράξει μέρος του νερού. Τα κλαδιά του απλώνονταν πάνω στο ποτάμι σαν
χέρια.
Η
Πολυάννα άπλωσε τα χέρια της και πιάστηκε από τον κορμό.
Και
σώθηκε.
Οι
παλιοί έλεγαν πως εκείνη τη στιγμή το ποτάμι άκουσε την προσευχή της. Γι’ αυτό
και δεν την πήρε στον βυθό, αλλά την άφησε να ζήσει.
Η
Πολυάννα βγήκε από το νερό εξαντλημένη. Πήρε τον δρόμο για ένα διπλανό χωριό
και κρύφτηκε εκεί για αρκετό καιρό, ώσπου να ξεχαστεί η ιστορία και να πάψει η
αναζήτηση των ανθρώπων του μπέη.
Κι
όταν πέρασαν τα χρόνια και καταλάγιασε ο φόβος, γύρισε στον τόπο της.
Όμως
δεν γύρισε όπως πριν.
Έκοψε
τα μαλλιά της, άλλαξε τα ρούχα της και παρουσιάστηκε στο χωριό αγνώριστη. Έγινε
νεωκόρα στην εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου.
Κανείς
δεν κατάλαβε ποια ήταν.
Κάθε
πρωί άνοιγε την εκκλησία, άναβε τα καντήλια και φρόντιζε τον ναό. Και κάθε
δειλινό, όταν τελείωνε η δουλειά της, στεκόταν για λίγο έξω από την εκκλησία
και κοίταζε προς τον Πορταϊκό.
Μόνο
το ποτάμι γνώριζε το μυστικό της.
Έτσι
έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της, σιωπηλή και κρυμμένη, ώσπου γέρασε.
Και
όταν πέθανε, οι χωριανοί την έθαψαν κοντά στον Άγιο Θεόδωρο, χωρίς να γνωρίζουν
ποια ήταν πραγματικά.
Από
τότε, λέει ο θρύλος, ο τόπος εκείνος πήρε το όνομα Πουλιάνα, από την Πολυάννα.
Και το διπλανό χωριό, όπου είχε κρυφτεί για ένα διάστημα, ονομάστηκε Μικρή Πουλιάνα,
σαν να κράτησε κι εκείνο ένα κομμάτι από την περιπλάνηση και το μυστικό της.
Μα
οι άνθρωποι του τόπου λένε πως η ιστορία της Πολυάννας δεν τελείωσε με τον
θάνατό της.
Γιατί
λίγα χρόνια αργότερα, εκεί ανάμεσα από τον Πορταϊκό ποταμό και το χωριό, άρχισε
να αναβλύζει ένα καθάριο νερό. Ήταν μια μικρή πηγή, κρυμμένη ανάμεσα στις ρίζες
και στα αγριόχορτα, που δεν στέρευε ούτε στα πιο μεγάλα καλοκαίρια.
Κι
εκείνοι που ήξεραν τον παλιό θρύλο την ονόμασαν Πηγή της Πολυάννας, και
έλεγαν
πως ήταν τα δάκρυά της.
Τα
δάκρυα που δεν πρόλαβε να χύσει τότε που πάλευε με το ποτάμι. Τα δάκρυα του
φόβου, της αδικίας, του έρωτα και της λύτρωσης, που η γη τα κράτησε βαθιά μέσα
της και κάποτε τα ξανάφερε στο φως, καθαρά και δροσερά.
Έτσι,
η Πολυάννα δεν χάθηκε ποτέ.
Ό,τι
είχε απομείνει από τη ζωή της έγινε νερό.
Το
τραγούδι της έγινε κελάρισμα.
Τα
δάκρυά της έγιναν πηγή.
Και
η πηγή έγινε μνήμη.
Ακόμη
και σήμερα, λένε οι παλιοί, αν σταθείς εκεί ένα απόγευμα, όταν ο ήλιος γέρνει
πίσω από τον Κόζιακα και το τελευταίο του φως ακουμπά στις πέτρες, πρέπει να
σωπάσεις και να αφουγκραστείς.
Πρώτα
θα ακούσεις το νερό.
Ύστερα
τον άνεμο μέσα στα δέντρα.
Και,
αν είσαι τυχερός, θα ακούσεις κάτι πιο μακρινό.
Μια
φωνή γυναικεία, καθάρια και γλυκιά, σαν να έρχεται από πολύ παλιά.
Είναι
η Πολυάννα που τραγουδά ακόμη.
Μόνο
που τώρα δεν τραγουδά πια στην όχθη του ποταμού.
Τραγουδά
μέσα από την πηγή.
Κι
όταν το βράδυ πέσει και όλα γύρω σωπάσουν, τότε το νερό της Πηγής θα αρχίσει
πάλι να τραγουδά.
Και
θα μοιάζει σαν να λέει το όνομά της:
Πολυάννα…
Πολυάννα… Πουλιάνα…
Κι
έτσι ο τόπος θα θυμάται για πάντα την κοπέλα που κάποτε σώθηκε από το ποτάμι
και, στο τέλος, έγινε η ίδια νερό.























.jpg)



.png)
.png)
.png)




