Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

Βιωματικά εργαστήρια ψυχοκοινωνικής ενδυνάμωσης στο Γενικό Λύκειο Βαλτινού

 Μια σημαντική πρωτοβουλία για την έκφραση των συναισθημάτων, την αντιμετώπιση των προκλήσεων της εφηβείας και την ενίσχυση της ψυχικής υγείας των μαθητών

Το Γενικό Λύκειο Βαλτινού επισκέφθηκε το Κέντρο Πρόληψης Εξαρτήσεων Π.Ε. Τρικάλων, σε συνεργασία με τον Εθνικό Οργανισμό Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων (ΕΟΠΑΕ), έπειτα από πρόσκληση του διευθυντή του σχολείου, κ. Αριστείδη Μυλωνά, με σκοπό την υλοποίηση στοχευμένων βιωματικών εργαστηρίων ψυχοκοινωνικής ενδυνάμωσης για τους μαθητές και τις μαθήτριες.

Η δράση επικεντρώθηκε σε ζητήματα που απασχολούν άμεσα τους εφήβους, δίνοντας έμφαση στην ελεύθερη έκφραση των συναισθημάτων, στην κατανόηση των αλλαγών που συνοδεύουν την εφηβεία και στην ανάπτυξη δεξιοτήτων για την αντιμετώπιση των καθημερινών δυσκολιών.

Μέσα σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης, διαλόγου και ουσιαστικής αλληλεπίδρασης, οι εκπρόσωποι του Κέντρου συναντήθηκαν με τους 74 μαθητές και τις μαθήτριες της Α΄ και Β΄ τάξης του Λυκείου, ξεχωριστά σε κάθε τμήμα, προσαρμόζοντας το περιεχόμενο των εργαστηρίων στις ανάγκες και τους προβληματισμούς της κάθε ηλικιακής ομάδας.

Για τους μαθητές της Α΄ Λυκείου, το εργαστήριο είχε ως θέμα την «Αλλαγή και συναισθηματική ενδυνάμωση». Η συζήτηση επικεντρώθηκε στη μετάβαση από το Γυμνάσιο στο Λύκειο, μια περίοδο που συνοδεύεται από νέες απαιτήσεις, αυξημένες ευθύνες, διαφορετικές προσδοκίες, αλλά και ποικίλα συναισθήματα. Οι μαθητές είχαν την ευκαιρία να αναγνωρίσουν και να εκφράσουν όσα βιώνουν, κατανοώντας ότι η αλλαγή αποτελεί φυσικό μέρος της προσωπικής τους πορείας και ότι κάθε συναίσθημα έχει τη δική του σημασία.

Αντίστοιχα, οι μαθητές της Β΄ Λυκείου συμμετείχαν στο εργαστήριο με θέμα «Προκλήσεις ενηλικίωσης και ψυχική υγεία». Στο επίκεντρο βρέθηκαν η πορεία προς την αυτονόμηση, οι αυξανόμενες ευθύνες, η διαχείριση του άγχους και η σημασία της ψυχικής ισορροπίας. Μέσα από τη βιωματική προσέγγιση, αναζητήθηκαν πρακτικοί τρόποι αυτοφροντίδας, ενίσχυσης της αυτογνωσίας και αποτελεσματικότερης αντιμετώπισης των δυσκολιών που συχνά συνοδεύουν αυτή την κρίσιμη περίοδο της ζωής.

Η αξία τέτοιων δράσεων είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς το σχολείο δεν αποτελεί μόνο χώρο μετάδοσης γνώσεων, αλλά και περιβάλλον προσωπικής ανάπτυξης, κοινωνικοποίησης και διαμόρφωσης υγιών σχέσεων. Η δυνατότητα των νέων να μιλούν ανοιχτά για όσα αισθάνονται, να μοιράζονται τους προβληματισμούς τους και να αναζητούν τρόπους διαχείρισης των δυσκολιών τους συμβάλλει ουσιαστικά στην ψυχοκοινωνική τους ενδυνάμωση.

Η πρόληψη, η έγκαιρη υποστήριξη και η καλλιέργεια μιας κουλτούρας αποδοχής και εμπιστοσύνης μπορούν να προσφέρουν στους εφήβους πολύτιμα εφόδια για το παρόν και το μέλλον τους.

Το Κέντρο Πρόληψης Εξαρτήσεων Π.Ε. Τρικάλων ευχαρίστησε θερμά τους μαθητές και τις μαθήτριες του Γενικού Λυκείου Βαλτινού για την ενεργό συμμετοχή, τον προβληματισμό και την εμπιστοσύνη που επέδειξαν, καθώς και τη διεύθυνση του σχολείου για την εξαιρετική συνεργασία και τη φιλοξενία.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία αναδεικνύει τη σημασία της συνεργασίας ανάμεσα στην εκπαιδευτική κοινότητα και τους φορείς πρόληψης, με κοινό στόχο τη στήριξη των νέων ανθρώπων. Γιατί, πέρα από τις σχολικές επιδόσεις και τις γνώσεις, οι έφηβοι χρειάζονται χώρο να εκφράζονται, ανθρώπους που τους ακούν και εφόδια για να αντιμετωπίζουν με αυτοπεποίθηση τις προκλήσεις της ζωής.





Ένας Βαλτινιώτης στις όχθες του Ρήνου

 

Από την όμορφη ελβετική πόλη Rheinfelden, στις όχθες του ιστορικού ποταμού Ρήνου, μας στέλνει τους εγκάρδιους χαιρετισμούς του ο συγχωριανός μας Βασίλης Σταμούλης, αποδεικνύοντας πως οι άνθρωποι του Βαλτινού ταξιδεύουν παντού, μεταφέροντας μαζί τους τις αναμνήσεις, τις ρίζες και την αγάπη για τον τόπο τους.

Στη φωτογραφία, ο Βασίλης ποζάρει με φόντο το εντυπωσιακό πέτρινο γεφύρι, τα γαλήνια νερά του Ρήνου και τα γραφικά κτίρια της πόλης, σε ένα τοπίο που συνδυάζει τη μεσαιωνική γοητεία με την ευρωπαϊκή ομορφιά.

Το Rheinfelden, στο καντόνι του Άαργκαου, είναι μια ιστορική πόλη με ρίζες στον 12ο αιώνα, γνωστή για την καλοδιατηρημένη παλιά πόλη της και τη φημισμένη ζυθοποιία Feldschlösschen. Ο Ρήνος αποτελεί το φυσικό σύνορο ανάμεσα στην ελβετική και τη γερμανική πλευρά της πόλης, δημιουργώντας έναν ξεχωριστό τόπο συνάντησης δύο χωρών και πολιτισμών.

Από το μακρινό Rheinfelden, λοιπόν, ο Βασίλης Σταμούλης μάς θυμίζει πως, όσο μακριά κι αν ταξιδεύει κανείς, ο τόπος καταγωγής παραμένει πάντα ένα κομμάτι της καρδιάς του.

Πολλούς χαιρετισμούς, Βασίλη, και καλά ταξίδια, με υγεία και όμορφες εμπειρίες!


Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Ο μύθος του Πιαλιώτικου ρέματος

 Του Δημήτρη Τσιγάρα

Τα πολύ παλιά τα χρόνια, τότε που τα βουνά μιλούσαν στους ανθρώπους κι εκείνοι ήξεραν να ακούν τη φωνή της γης, το Πιαλιώτικο ρέμα ήταν αλλιώτικο.

Κατέβαινε από τις πλαγιές του Κόζιακα με μεγάλη ορμή. Τα νερά του ήταν κρύα σαν το χιόνι και καθαρά σαν το γυαλί. Μα όσο κατέβαιναν προς την Πιαλεία, τόσο βάθαινε η κοίτη και σκοτείνιαζαν τα νερά.

Κι οι παλιοί Πιαλιώτες δεν αγαπούσαν τότε το ποτάμι όπως το αγαπούν σήμερα. Το φοβούνταν.

Γιατί έλεγαν πως στα βαθιά του νερά κατοικούσε ο Χάροντας.

Κανένας δεν τον είχε δει με τα μάτια του. Μα οι παλιοί δεν χρειάζονταν να δουν για να πιστέψουν. Τους έφταναν όσα είχαν ακούσει από τους παππούδες τους, κι εκείνοι από τους δικούς τους.

Έλεγαν πως ο Χάροντας είχε φτάσει στα νερά της Πιαλείας από τα χρόνια του Ασκληπιού.

Τότε, ο ξακουστός γιατρός ανέβαινε στις πλαγιές του Κόζιακα και μάζευε βότανα. Γνώριζε κάθε ρίζα και κάθε φύλλο, κάθε λουλούδι που φύτρωνε στις χαράδρες και στις πέτρινες πλαγιές. Μα κάποτε βρήκε ένα παράξενο βοτάνι, που, όπως έλεγαν, μπορούσε να ξαναφέρει τον νεκρό στη ζωή.

Το μυστικό έφτασε στ’ αυτιά του Χάροντα.

Και ο Χάροντας θύμωσε.

Δεν μπορούσε να δεχτεί πως ένας θνητός θα αποκτούσε τη δύναμη που εκείνος φύλαγε για τον εαυτό του. Έπρεπε, λοιπόν, ο Ασκληπιός να πεθάνει.

Μα ο Ασκληπιός γνώριζε πως ο θάνατος δεν ήταν πάντοτε το τέλος.

Κάλεσε κοντά του τον πιο πιστό του υπηρέτη και του έδωσε ένα μικρό ξύλινο κουτί.

— Όταν έρθει η ώρα, θα με σκοτώσεις. Θα βάλεις το σώμα μου μέσα στο κουτί και θα το κρατήσεις κλειστό σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες. Μην το ανοίξεις νωρίτερα, ό,τι κι αν ακούσεις.

Ο υπηρέτης πάγωσε.

— Μα, αφέντη μου, γιατί να σε σκοτώσω;

— Γιατί έτσι πρέπει να γίνει. Ο θάνατος είναι η πόρτα απ’ όπου περνά η ζωή.

Και ο υπηρέτης, όσο κι αν πονούσε, υπάκουσε.

Πέρασαν οι μέρες. Μία, δύο, δέκα...

Πέρασαν τριάντα εννιά ημέρες και σαράντα νύχτες. Μονάχα μία ώρα έλειπε για να συμπληρωθεί ο καιρός.

Τότε ο Χάροντας μπήκε σαν ψίθυρος στην καρδιά του υπηρέτη.

«Άνοιξέ το. Ο Ασκληπιός χάθηκε».

Ο υπηρέτης δεν άντεξε.

Άνοιξε το κουτί.

Και μέσα είδε ένα μικρό βρέφος.

Ήταν ο Ασκληπιός, που είχε ξαναγεννηθεί, μα η ώρα δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί.

Άνοιξε τα μάτια του, πήρε μια ανάσα και σώπασε για πάντα.

Ο Χάροντας είχε νικήσει.

Μα από τότε φοβόταν κι ο ίδιος. Γιατί το μυστικό του Ασκληπιού δεν είχε χαθεί ολότελα. Είχε ποτίσει τη γη, είχε περάσει στις ρίζες των βοτάνων και, όπως έλεγαν οι παλιοί, είχε ταξιδέψει με τα νερά του Κόζιακα.

Γι’ αυτό ο Χάροντας πήρε τον δρόμο των νερών.

Κατέβηκε από τις πλαγιές του βουνού, ακολουθώντας ρυάκια και πηγές, ώσπου έφτασε στην Πιαλεία.

Φοβήθηκε μήπως κάποιος άνθρωπος ανακαλύψει ξανά το μυστικό της ζωής.

Εκεί βρήκε ένα βαθύ και σκοτεινό μέρος του ποταμού. Κάτω από την κοίτη, λένε, υπήρχε μια σπηλιά που δεν την είχε δει ποτέ ανθρώπου μάτι.

Εκεί κατοίκησε. Εκεί έστησε το βασίλειό του.

Κι από τότε οι παλιοί έλεγαν:

— Μην εμπιστεύεσαι τα ήσυχα νερά. Εκεί κρύβεται ο Χάροντας.

Κι ο Χάροντας είχε πολλά τεχνάσματα.

Όταν ήθελε να πάρει μια πλύστρα, έκανε το νερό να λαμπυρίζει στον ήλιο. Μέσα στην αντανάκλαση έδειχνε χρυσά δαχτυλίδια, μαργαριταρένια περιδέραια και χτένες στολισμένες με διαμάντια.

Η γυναίκα έσκυβε.

— Τι όμορφο!

Άπλωνε το χέρι.

Και τότε το νερό άνοιγε σαν στόμα και το αόρατο χέρι του Χάροντα την τραβούσε στον βυθό.

Για τα παιδιά είχε άλλο τέχνασμα.

Έβγαζε από τα νερά ένα μικρό καραβάκι με κάτασπρα πανιά. Έπλεε αργά κοντά στην όχθη.

Το έβλεπε το παιδί και πλησίαζε.

Άπλωνε το χέρι να το πιάσει.

Και το ποτάμι το κατάπινε.

Έτσι χάθηκαν πολλοί.

Και η Πιαλεία γέμισε φόβο.

Οι γυναίκες πήγαιναν στις όχθες για τη μπουγάδα, μα δεν πλησίαζαν τα βαθιά. Οι μανάδες κρατούσαν τα παιδιά από το χέρι. Κι όταν έπεφτε η νύχτα, κανένας δεν ήθελε να ακούει το νερό.

Γιατί έλεγαν πως τότε ο Χάροντας έβγαινε από τη σπηλιά του και περπατούσε κάτω από τα πλατάνια.

Μια μέρα άρπαξε έναν γέρο θεραπευτή. Ήταν άνθρωπος που γνώριζε τα βότανα του Κόζιακα όσο κανένας άλλος.

Τον πήρε στα βάθη του ποταμού, στη σκοτεινή σπηλιά όπου κατοικούσε με τη γυναίκα του, τη Χαρόντισσα.

Η Χαρόντισσα ήταν βαριά άρρωστη.

— Θα τη γιατρέψεις, είπε ο Χάροντας.

— Κι αν τη γιατρέψω;

— Θα σε αφήσω να γυρίσεις στον κόσμο των ζωντανών.

Ο γέρος τον κοίταξε κατάματα.

— Τότε φέρε μου τα βότανα που φυτρώνουν ψηλά στον Κόζιακα.

Ο Χάροντας ανέβηκε στο βουνό. Έψαξε στις χαράδρες, κάτω από τις πέτρες και μέσα στα δάση, ώσπου βρήκε τα βοτάνια.

Τα έφερε στον γέρο.

Εκείνος τα έβρασε, τα έδεσε και τα έδωσε στη Χαρόντισσα.

Και η γυναίκα γιατρεύτηκε.

Ο Χάροντας κράτησε τον λόγο του.

Ανέβασε τον γέρο στην όχθη και τον άφησε ελεύθερο.

Ήταν πρωί. Η ομίχλη είχε κατέβει από τον Κόζιακα και σκέπαζε το ποτάμι.

Και ξαφνικά οι Πιαλιώτες είδαν μέσα από την καταχνιά έναν άνθρωπο να προχωρεί.

Ήταν ο γέρος θεραπευτής.

Ζούσε!

Έτρεξαν κοντά του και τον ρώτησαν πού είχε χαθεί. Κι εκείνος τους διηγήθηκε όσα είχε δει.

Μα δεν τους είπε όλα.

Γιατί από τον κόσμο του Χάροντα είχε φέρει μαζί του ένα παράξενο χάρισμα.

Έβλεπε το αόρατο.

Πέρασε ένας χρόνος.

Μια μέρα ο γέρος πήγε στην όχθη του ποταμού. Κοίταξε τα νερά και χαμογέλασε.

— Μπα! Εδώ είσαι; Πώς από δω; Η γυναίκα σου είναι καλά;

Οι άνθρωποι που βρίσκονταν εκεί γύρω κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

Ο γέρος μιλούσε σε κάποιον που κανείς άλλος δεν έβλεπε.

Ύστερα έκανε ένα βήμα πίσω.

— Άφησέ με!

Τα χέρια του τινάχτηκαν στον αέρα.

— Εγώ τη γιάτρεψα! Δεν σου χρωστάω τίποτα! Άφησέ με!

Κανένας δεν έβλεπε ποιος τον κρατούσε.

Μα ο γέρος πάλευε με κάτι αόρατο.

Και τότε ακούστηκε από τα νερά η βαριά φωνή του Χάροντα:

— Τώρα μπορείς να με βλέπεις. Γι’ αυτό πρέπει να πεθάνεις. Αν ζήσεις, μπορεί κάποτε να φανερώσεις στους ανθρώπους όσα είδες.

— Βοήθεια! φώναξε ο γέρος.

Τότε ο σιδεράς του χωριού κατάλαβε.

Άρπαξε το μεγάλο του τσεκούρι και όρμησε.

Στάθηκε μπροστά στον γέρο και άρχισε να χτυπά τον αέρα.

Μία! Δύο! Τρεις!

Κάθε χτύπημα έπεφτε πάνω σε κάτι που κανείς δεν έβλεπε. Κι όμως, κάθε φορά που το τσεκούρι κατέβαινε, ακουγόταν ένας βαρύς γδούπος, σαν να χτυπούσε πάνω σε σάρκα.

Ο Χάροντας ούρλιαξε.

Ο γέρος σωριάστηκε στο χορτάρι.

Ελεύθερος.

Στον καρπό του είχαν μείνει βαθιά σημάδια, σαν από τα δάχτυλα ενός τεράστιου χεριού.

Ο σιδεράς κοίταξε το ποτάμι.

Τα νερά είχαν σκοτεινιάσει.

Κανείς δεν μιλούσε.

Μόνο ο αέρας περνούσε μέσα από τα πλατάνια.

Και τότε το Πιαλιώτικο νερό, σαν να είχε ξορκίσει κάτι παλιό, άρχισε πάλι να κυλά ήσυχα.

Από εκείνη την ημέρα ο φόβος άρχισε να φεύγει από την Πιαλεία.

Οι γυναίκες ξαναπήγαν στις όχθες για τη μπουγάδα και τα παιδιά ξαναμπήκαν στα νερά.

Τον Χάροντα κανείς δεν τον ξανάδε, ενώ ο γέρος θεραπευτής, ύστερα από εκείνη την ημέρα, έχασε το χάρισμα να βλέπει τα αόρατα.

Και δεν λυπήθηκε.

Μόνο έλεγε στους χωριανούς:

— Καλύτερα να βλέπει ο άνθρωπος όσα χρειάζεται να βλέπει. Γιατί υπάρχουν πράγματα που, άμα τα δεις μια φορά, δεν μπορείς ύστερα να τα ξεχάσεις.

Κι έτσι το Πιαλιώτικο ρέμα συνέχισε τον δρόμο του.

Από τις πλαγιές του Κόζιακα στην Πιαλεία, κι από εκεί προς τον Ανάποδο και τον Πορταϊκό, ώσπου να βρει τον Πηνειό.

Κυλά ακόμη.

Και μαζί με το νερό κυλά και ο παλιός θρύλος.

Ένας φόβος που έγινε παραμύθι.

Κι ένα παραμύθι που έμεινε για πάντα δεμένο με τον Κόζιακα, τα πλατάνια, τα πέτρινα γεφύρια και τα μυστηριακά νερά της Πιαλιώτικης γης.


Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Τα παλιά παιδικά παιχνίδια στο Βαλτινό

 

Οι παλιές ρούγες, οι δρόμοι και οι γειτονιές του Βαλτινού γέμιζαν κάποτε από παιδικές φωνές, γέλια και τραγούδια. Με απλά μέσα, πολλή φαντασία και αστείρευτη διάθεση, τα παιδιά δημιουργούσαν τον δικό τους κόσμο παιχνιδιού, χαράς και συντροφικότητας.

Τα παιχνίδια εκείνης της εποχής δεν αποτελούσαν μόνο μια ευχάριστη απασχόληση, αλλά και έναν τρόπο κοινωνικοποίησης, μέσα από τον οποίο τα παιδιά μάθαιναν να συνεργάζονται, να συναγωνίζονται και να μοιράζονται τις χαρές τους. Παράλληλα, τα τραγούδια και τα παραδοσιακά παιχνίδια μετέφεραν από γενιά σε γενιά στοιχεία της λαϊκής μας παράδοσης.

Στο βιβλίο του «Το Βαλτινό», ο Ευαγγέλος Σ. Στάθης καταγράφει με γλαφυρότητα αυτό το πολύτιμο κομμάτι της τοπικής ιστορίας, διασώζοντας ονομασίες, κανόνες και συνήθειες μιας άλλης εποχής.

Ανάμεσα στα παιχνίδια που περιγράφει ξεχωρίζει το «γκέο-φραγκέο», ένα τραγουδιστό ομαδικό παιχνίδι που αναπαριστούσε, με παιδική αθωότητα και χιούμορ, τα έθιμα και τις αντιλήψεις των μεγάλων γύρω από τον γάμο.

Ας θυμηθούμε, λοιπόν, μέσα από το παρακάτω απόσπασμα, την ανέμελη παιδική ζωή του παλιού Βαλτινού.

Τα παιχνίδια

Τα παιχνίδια που έπαιζαν τότε τα παιδιά ήταν πάρα πολλά και ποικίλα. Πολλά απ’ αυτά, βέβαια παίζονται ακόμα και σήμερα. Μικρά παιδιά, μεγάλα, μεγαλύτερα, αγόρια και κορίτσια, γέμιζαν τις ρούγες, τους δρόμους, τις γειτονιές και τους μαχαλάδες παίζοντας διάφορα παιχνίδια.

Τα παιχνίδια αυτά μπορεί κανείς να τα διακρίνει ως εξής:

-Ατομικά παιχνίδια και αθλήματα

Έτσι λέμε τα παιχνίδια που παίζονται από ένα μόνο άτομο, από ένα παιδί.

Τέτοια παιχνίδια ήταν: το στεφάνι, η άμαξα από «κοπάνα» ξυμένης κολοκύθας ή καρπουζιού, η σβούρα, το άλογο με καλάμι, η κούκλα, η κούνια, η βουρβούνα.

-Ζευγαρωτά παιχνίδια (φιλικά ή ανταγωνιστικά) που παίζουν δύο μονάχα άτομα). Τέτοια ήταν: η τραμπάλα, το κουτσό, η κούνια, το πάλεμα, νομ’ φωτιά, τα πετρίτσια, η σιμάδα, το τόπι, η τσιλίκα, κορώνα γράμματα.

-Ομαδικά παιχνίδια φιλικά

α) αγοριών

βόλια – μπίλιες, φούσκα γουρουνιού,  μπάλα ποδοσφαίρου, τράβα γάϊδαρε τη ρίζα.

β) κοριτσιών

περνάει περνάει η μέλισσα, πινακωτή - πινακωτή, πατώ – πατώ, σχοινάκι, τόπι, δεν περνάς κυρά Μαρία, ένα λεπτό κρεμμύδι, πού το πάμε τούτο, κερασιές, γιαλίνα.

γ) και αγοριών και κοριτσιών

το κρυφτό, η σκρόφα, το κυνηγητό, γύρω γύρω όλοι, η κολοκυθιά, πετάει πετάει, το τζιζ, η γλίστρα.

-Ομαδικά ανταγωνιστικά (πολλοί προς έναν - ένας προς πολλούς - πολλοί προς πολλούς).

α) με σωματικές δεξιότητες

πήδημα, τρέξιμο, σκαμνάκια, γομάρα γομαρίτσα, ψηλή καμαρίτσα, τράβηγμα τριχιάς, πετροπόλεμος.

β) με πνευματικές δεξιότητες

αινίγματα, τριότα, τεσσερότα εννιάρα.

-Ανδρικά αθλήματα

Πάλεμα, πήδημα, τρέξιμο, άλμα σε ύψος, πέταμα πέτρας (λιθάρι).

θα περιγράψουμε ένα παιχνίδι, γνωστό στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας, το «γκέο-φραγκέο».

Στο παιχνίδι γκέο φραγκέο έχει αποτυπωθεί το διαχρονικό θέμα του ενδιαφέροντος της νέας κοπέλας για το γάμο. Πολλά κορίτσια, πιασμένα χέρι χέρι, σχημάτισαν μια σειρά πέρα πέρα, αλλά τόσα σχημάτιζαν άλλη μία σειρά αντικριστά, απέναντι. Η μια σειρά έκανε 4-5 γοργά βήματα προς τα εμπρός, πλησιάζοντας την άλλη ομάδα και τραγουδώντας:

ένα λεπτό κρεμμύδι γκέο φραγκέο

Ύστερα έκαναν άλλα τόσα βήματα προς τα πίσω, τραγουδώντας πάλι:

ένα λεπτό κρεμμύδι φράγξες φραγκέο

και άρχιζε ένας διάλογος τραγουδιστά μεταξύ των δύο ομάδων

- Και τι θα το εκάνετε; γκέο φραγκέο

και τι θα το εκάνετε; φράγξες φραγκέο.

-Λέμε να το παντρέψουμε, γκέο φραγκέο

λέμε το παντρέψουμε, φράγξες φραγκέο.

-Και ποια ’ναι που παντρεύετε; γκέο φραγκέο

και ποια ’ναι που παντρεύετε; φράγξες φραγκέο.

-Παντρεύουμε τη βαγγελιώ, γκέο φραγκέο

παντρεύουμε τη βαγγελιώ, φράγξες φραγκέο.

-Και ποιόνε την εδίνετε; γκέο φραγκέο

και ποιόνε την εδίνετε; φράγξες φραγκέο.

-Τη δίνουμε στον………, γκέο φραγκέο

τη δίνουμε στον………., φράγξες φραγκέο.

-Αυτός είναι χάρισμά σας, γκέο φραγκέο

αυτός είναι χάρισμά σας, στα μούτρα τα δικά σας...

Και συνέχιζαν έτσι, μέχρι που τάβρισκαν με τον νέο και κάθε κορίτσι. Κάθε φορά που τάβρισκαν έπαιρναν με το μέρος τους το κορίτσι, ώσπου να «παντρευτούν» όλα.

Με το παιχνίδι αυτό οι μικροί μιμούνταν συμπεριφορές μεγάλων.


Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Αναμνήσεις από την πλατεία Γελαδαριάς του Βαλτινού

 

Η κεντρική πλατεία του Βαλτινού, η πλατεία Γελαδαριάς, όπως την αποκαλούσαν οι κάτοικοι παλαιότερα, δεν χρειάζονταν ιδιαίτερες αφορμές για να γεμίσει ζωή. Ήταν μια μεγάλη αλάνα, ανοιχτή και φιλόξενη, που αποτελούσε το καθημερινό καταφύγιο των νέων, τον χώρο της συνάντησης, του παιχνιδιού, της βόλτας και της ατέλειωτης κουβέντας.

Εκεί, τις ελεύθερες ώρες τους, τα παιδιά και οι νέοι του χωριού αντάμωναν με τους φίλους τους, αντάλλασσαν νέα, μοιράζονταν όνειρα και έδιναν τα πρώτα ραντεβού της νιότης. Δεν χρειάζονταν πολλά για να περάσουν όμορφα, αρκούσε η παρέα, λίγος χρόνος και η ανεμελιά εκείνων των χρόνων. Η πλατεία ήταν κάτι περισσότερο από ένας ανοιχτός χώρος. Ήταν το σημείο αναφοράς της κοινωνικής ζωής του χωριού, ένας τόπος που έφερνε τους ανθρώπους κοντά και χάριζε στις απλές καθημερινές στιγμές τη δική τους ξεχωριστή αξία.

Μια τέτοια στιγμή απαθανατίζει και η ασπρόμαυρη φωτογραφία της δεκαετίας του 1960. Έξι νέοι του Βαλτινού ποζάρουν στον φακό κατά τη διάρκεια της βόλτας τους, με το ύφος, το ντύσιμο και την αδιόρατη συστολή της εποχής. Τα καλοραμμένα σακάκια, τα μακριά παλτά, τα περιποιημένα μαλλιά και τα σοβαρά, νεανικά πρόσωπα συνθέτουν μια εικόνα μιας άλλης εποχής, τότε που η βόλτα στην πλατεία ήταν μια μικρή καθημερινή τελετουργία και η συντροφιά των φίλων αποτελούσε πολύτιμο κομμάτι της ζωής.

Στη φωτογραφία, από αριστερά προς τα δεξιά, διακρίνονται οι: Δημήτρης Κόρακας, Γεώργιος Γκαβουκώστας, Κώστας Η. Καραθανάσης, Γρηγόρης Καραγιώργος, Στέφανος Αμπράζης και Κώστας Κατσιούλης.

Πίσω τους απλώνεται η γνώριμη αλάνα, με τα δέντρα στο βάθος και τα λιγοστά κτίσματα γύρω της. Ένα ποδήλατο, σχεδόν κρυμμένο πίσω από την παρέα, συμπληρώνει διακριτικά το σκηνικό. Όλα μοιάζουν απλά, καθημερινά, κι όμως σήμερα αποκτούν μια ιδιαίτερη γοητεία, καθώς μας μεταφέρουν σε μια εποχή που έχει περάσει, αλλά εξακολουθεί να ζει μέσα από τις φωτογραφίες και τις μνήμες των ανθρώπων της.

Τα χρόνια κύλησαν, οι νέοι εκείνης της φωτογραφίας μεγάλωσαν, άλλοι έφυγαν, οι εποχές άλλαξαν και η πλατεία γνώρισε τις δικές της μεταμορφώσεις. Ωστόσο, η μνήμη κρατά ακόμη ζωντανή την εικόνα της παλιάς Γελαδαριάς, με τις παρέες, τις φωνές, τα γέλια και τα νεανικά βήματα πάνω στο χώμα.

Γιατί οι πλατείες των χωριών είναι κομμάτια της συλλογικής μας ιστορίας, μικρές σκηνές πάνω στις οποίες παίχτηκαν τα έργα της καθημερινής ζωής. Κι αυτή η παλιά φωτογραφία της δεκαετίας του 1960, κρατά φυλαγμένη μια ολόκληρη εποχή του Βαλτινού, τότε που η πλατεία Γελαδαριάς γινόταν το σταυροδρόμι της νιότης και η κάθε συνάντηση μια ανάμνηση που άξιζε να μείνει για πάντα.


Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Τα Τρίκαλα του 1936 μέσα από μια σπάνια καρτ-ποστάλ

 

Μια πολύτιμη μαρτυρία για τους δρόμους, τις πλατείες, τις συνήθειες και τους ανθρώπους μιας πόλης, όπως ήταν κάποτε, πριν ο χρόνος αλλάξει τη μορφή της, αποτελεί η σπάνια καρτ-ποστάλ του Αθανασίου Μηλιώτη, με τον χαρακτηριστικό αριθμό σειράς Νο 4 και τον τίτλο «Πλατεία Τρικκάλων – Tricala (Grèce) – La Place publique», η οποία χρονολογείται στο 1936.

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία μάς μεταφέρει στο κέντρο των Τρικάλων, σε μια εποχή που η πόλη διατηρούσε ακόμη έντονα τα χαρακτηριστικά μιας παλαιότερης αστικής ζωής, ενώ ταυτόχρονα άρχιζε να διαμορφώνει τη σύγχρονη φυσιογνωμία της. Είναι μια πόλη πιο ήσυχη, με λιγότερη κίνηση, όπου τα κάρα, οι πεζοί και οι λιγοστοί θαμώνες των καφενείων αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας.

Στο πρώτο πλάνο, τα τραπεζάκια και οι ξύλινες καρέκλες του καφενείου είναι τοποθετημένα σε σειρές, πάνω στο πλακόστρωτο ή χωμάτινο, όπως φαίνεται, άνοιγμα της πλατείας. Εδώ, ανάμεσα στις σκιές των δέντρων, διακρίνονται οι μοναχικοί θαμώνες, καθισμένοι ήσυχα, απολαμβάνοντας τον καφέ τους και παρατηρώντας τη ζωή που κυλά γύρω τους. Δεν υπάρχει η σημερινή βιασύνη. Ο χρόνος μοιάζει να κινείται με διαφορετικό ρυθμό, αφήνοντας χώρο για την κουβέντα, τη σκέψη και την ανθρώπινη παρουσία.

Λίγο πιο πέρα, στην οδό Ασκληπιού, μια σούστα, το χαρακτηριστικό ιππήλατο κάρο της εποχής, κινείται με τον αμαξά στο κάθισμά της, ενώ πεζοί διασχίζουν τον δρόμο και την κεντρική γέφυρα του Ληθαίου. Ο ποταμός, που διατρέχει την πόλη και αποτελεί ένα από τα διαχρονικά της γνωρίσματα, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της παλιάς αστικής εικόνας. Δίπλα στη γέφυρα υψώνεται ο φανοστάτης που φώτιζε τα βράδια το πέρασμα, ενώ οι κολόνες της τηλεφωνίας μαρτυρούν την παρουσία των τότε δικτύων επικοινωνίας. Στη δεξιά πλευρά της γέφυρας διακρίνεται και το κεντρικότερο περίπτερο της εποχής, ένα μικρό σημείο εξυπηρέτησης και καθημερινής συναναστροφής, που συμπλήρωνε τη ζωή του κέντρου.

Στο μεσαίο πλάνο απλώνεται η κεντρική πλατεία των Τρικάλων, η σημερινή πλατεία Ηρώων Πολυτεχνείου, σε μια χαρακτηριστική στιγμή της ιστορικής της διαμόρφωσης. Στον δρόμο μπροστά από την πλατεία διακρίνεται η πιάτσα των αμαξών. Οι αμαξάδες περιμένουν υπομονετικά την πελατεία τους, έτοιμοι να μεταφέρουν τους κατοίκους στις συνοικίες ή στις δουλειές τους. Τα άλογα και τα κάρα αποτελούν ακόμη βασικά μέσα μετακίνησης, σε μια εποχή που το αυτοκίνητο δεν είχε κατακτήσει τους δρόμους και οι αποστάσεις μετριούνταν διαφορετικά.

Στο βάθος, το βλέμμα οδηγείται προς την οδό Κονδύλη. Στην αριστερή πλευρά της ξεχωρίζει το παλαιό Δημαρχείο της πόλης, ένα από τα χαρακτηριστικά κτίρια του τότε αστικού τοπίου. Απέναντι, προς τη δεξιά πλευρά, διακρίνονται τα καταστήματα της οδού Αλβανικού Μετώπου, με τις προσόψεις και τις επιγραφές τους να θυμίζουν μια εμπορική ζωή που αναπτυσσόταν με τους δικούς της ρυθμούς. Οι άνθρωποι κινούνται ανάμεσα στα μαγαζιά, διασχίζουν τους δρόμους και συναντιούνται στην πλατεία, που τότε, όπως και σήμερα, αποτελούσε σημείο αναφοράς για την κοινωνική και οικονομική ζωή των Τρικάλων.

Πίσω από τα κτίρια, στον ορίζοντα, διακρίνονται οι λόφοι και τα βουνά που περιβάλλουν την πόλη. Η παρουσία τους προσφέρει ένα γνώριμο θεσσαλικό φόντο, συνδέοντας την αστική καθημερινότητα με το ευρύτερο φυσικό τοπίο.

Η καρτ-ποστάλ του Αθανασίου Μηλιώτη είναι, επομένως, κάτι περισσότερο από ένα παλιό φωτογραφικό ενθύμιο. Είναι ένα μικρό τεκμήριο της ιστορικής μνήμης των Τρικάλων, ένα παράθυρο ανοιχτό στο 1936, που μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τη μετάβαση από την παλιά πολιτεία στη νεότερη πόλη.

Για να θυμούνται οι παλιοί και να γνωρίζουν οι νέοι. Γιατί κάθε παλιά φωτογραφία δεν κρατά μόνο όσα βλέπει ο φακός της. Κρατά και όσα δεν υπάρχουν πια, αλλά εξακολουθούν να ζουν στη συλλογική μνήμη μιας πόλης.


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Μια καρδιά στον πάτο του φλιτζανιού

 Της Ρούλας Σταυρέκα

Σήμερα ήπια τον καφέ μου λίγο πιο αργά από άλλες φορές.

Ίσως γιατί κάποιες μέρες δεν βιάζεσαι. Κάθεσαι, κοιτάζεις την κούπα σου και αφήνεις τις σκέψεις να κάνουν τη δική τους διαδρομή.

Όταν τελείωσα, κοίταξα τον πάτο. Το κατακάθι είχε σχηματίσει ένα παράξενο σχέδιο. Για μια στιγμή μου φάνηκε σαν καρδιά.

Και τότε, σαν να άνοιξε ξαφνικά μια πόρτα μέσα στον χρόνο, βρέθηκα πάλι εκεί…

Μάιος του 1982.

Ήμουν νέα, γεμάτη όνειρα και εκείνη την όμορφη άγνοια της νιότης που σε κάνει να πιστεύεις πως η ζωή βρίσκεται ολόκληρη μπροστά σου. Μαζί μου ήταν η αγαπημένη μου φίλη, η Νίκη. Ήρθε και η Αντωνία, η πρώτη ξαδέρφη της μάνας μου. Καθίσαμε οι τρεις μας και πίναμε καφέ.

Γελούσαμε πολύ.

Από εκείνα τα γέλια που σε κάνουν να ξεχνάς την ώρα, να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια σου και να πονάει η κοιλιά σου.

Κάποια στιγμή η Αντωνία μάς κοίταξε και είπε:

— Κορίτσια, να σας πω το φλιτζάνι;

Εγώ φοβήθηκα.

— Όχι, της είπα. Δεν θέλω να ξέρω το μέλλον μου.

Ίσως, χωρίς να το καταλαβαίνω τότε, να είχα ήδη καταλάβει κάτι πολύ σημαντικό: πως υπάρχουν πράγματα που είναι καλύτερα να τα ζεις παρά να τα γνωρίζεις από πριν.

Η Αντωνία όμως γέλασε και άρχισε να κοιτάζει το φλιτζάνι μου.

— Εσύ θα παντρευτείς σε έναν χρόνο. Βλέπω ένα «Δ»… Δημήτρης; Δημοσθένης; Θα φύγεις μακριά. Μεγάλη πόλη… Αθήνα μάλλον.

Ύστερα πήρε το φλιτζάνι της Νίκης.

— Κι εσύ θα παντρευτείς έναν από «Μ»… Μανώλης; Μενέλαος; Και θα αρραβωνιαστείτε σχεδόν μαζί.

Εμείς γελούσαμε. Ήταν ένα παιχνίδι. Ένα από εκείνα τα παιχνίδια της νιότης που τα παίρνεις στα σοβαρά μόνο όσο διαρκεί το γέλιο.

Μας είπε ακόμη να πιέσουμε το δάχτυλό μας στο κατακάθι και να κάνουμε μια ευχή.

Μας είπε πόσα παιδιά θα κάναμε.

Και τότε είπε κάτι που δεν ήξερα πως θα έμενε για πάντα κρυμμένο μέσα μου.

Όταν έφυγε η Νίκη, η Αντωνία μού αποκάλυψε πως στο δικό της φλιτζάνι είχε δει ένα πολύ άσχημο τέλος. Μου είπε πως θα έφευγε νωρίς από τη ζωή, μαζί με τα δύο παιδιά της.

Πάγωσα.

Δεν της το είπα ποτέ.

Δεν ήθελα να φυτέψω στην καρδιά της έναν φόβο. Και, βαθιά μέσα μου, δεν πίστευα πως ένα φλιτζάνι θα μπορούσε να γνωρίζει τη μοίρα ενός ανθρώπου.

Κι όμως…

Την ίδια εκείνη χρονιά αρραβωνιαστήκαμε και οι δυο. Με διαφορά μόλις μίας εβδομάδας. Εκείνη με τον Μενέλαο, εγώ με τον Δημήτρη. Και οι δυο φύγαμε για την Αθήνα.

Κοιταζόμασταν και γελούσαμε.

— Το φλιτζάνι τα βρήκε όλα!

Πού να ξέραμε…

Τα χρόνια πέρασαν. Και ένας άλλος Μάιος ήρθε κάποτε στη ζωή μας. Μόνο που εκείνος ο Μάιος δεν έφερε γέλια. Έφερε ένα δυστύχημα. Έφερε μια απώλεια που δεν χωρούσε ο νους.

Έφερε τη σιωπή εκεί που κάποτε υπήρχε η φωνή της φίλης μου.

Και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, ένας απλός καφές με γύρισε πίσω.

Κοίταξα πάλι την καρδιά στον πάτο της κούπας.

Και σκέφτηκα πόσο εύκολο είναι, όταν πονάμε, να πιστέψουμε πως όλα ήταν γραμμένα. Πως η ζωή έχει ήδη αποφασίσει για μας και εμείς απλώς ακολουθούμε μια διαδρομή που δεν μπορούμε να αλλάξουμε.

Όμως σήμερα δεν θέλω να το πιστέψω αυτό.

Θέλω να πιστεύω πως η ζωή δεν μετριέται μόνο από το πόσα χρόνια μας χαρίζει.

Μετριέται από το πόσο βαθιά αγαπήσαμε μέσα σε αυτά.

Από τα γέλια που μοιραστήκαμε.

Από τα χέρια που κρατήσαμε.

Από τους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή μας και, ακόμη κι όταν έφυγαν, άφησαν μέσα μας κάτι από τον εαυτό τους.

Η Νίκη έφυγε νωρίς. Όμως δεν έφυγε από τη μνήμη μου.

Κάθε φορά που θυμάμαι το γέλιο της, είναι σαν να επιστρέφει για λίγο εκείνο το κορίτσι του 1982. Το κορίτσι που καθόταν απέναντί μου, έπινε καφέ και γελούσε με τις προβλέψεις ενός φλιτζανιού.

Κι ίσως αυτό να είναι τελικά το μόνο που μπορούμε να κάνουμε απέναντι στον χρόνο:

Να μη φοβόμαστε τόσο το αύριο, ώστε να ξεχνάμε να ζούμε το σήμερα.

Να αγαπάμε όσο μπορούμε.

Να γελάμε όσο προλαβαίνουμε.

Να κρατάμε τους ανθρώπους μας στην αγκαλιά μας λίγο περισσότερο.

Γιατί το αύριο κανείς δεν το γνωρίζει.

Το σήμερα, όμως, είναι δικό μας.

Κοίταξα για τελευταία φορά την καρδιά στον πάτο της κούπας.

Και χαμογέλασα.

Δεν θέλω πια να βλέπω εκεί μέσα τη μοίρα.

Θέλω να βλέπω την αγάπη.

Γιατί, τελικά, μπορεί το φλιτζάνι να στεγνώνει και το κατακάθι να χάνεται.

Η αγάπη όμως, όταν έχει υπάρξει αληθινά, δεν στεγνώνει ποτέ.


Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Μια βόλτα με τα κορίτσια μου…

 

Ο Γιώργος Πέτρου, ένας ακόμη παππούς του Βαλτινού, κρατά στην αγκαλιά του τα δυο μικρά κορίτσια του και χαμογελά. Ένα χαμόγελο ήσυχο, βαθύ, από εκείνα που δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Γιατί υπάρχουν στιγμές στη ζωή που η ευτυχία δεν περιγράφεται, απλώς κρατιέται στην αγκαλιά.

Η φωτογραφία του Γιώργου Πέτρου είναι κάτι περισσότερο από ένα οικογενειακό στιγμιότυπο. Είναι μια εικόνα τρυφερότητας. Ένας παππούς, δύο εγγονές και ανάμεσά τους μια αγάπη που δεν χρειάζεται λόγια. Μόνο μια φράση:

«Μια βόλτα με τα κορίτσια μου…»

Κι ας μοιάζει τόσο απλή αυτή η φράση.

Ίσως, όμως, μέσα σε αυτές τις λίγες λέξεις να κρύβεται ολόκληρη η ευτυχία ενός παππού: να έχει δίπλα του τα παιδιά των παιδιών του και να αισθάνεται πως η ζωή τού χάρισε ξανά την αγκαλιά της.

Γιατί η αγάπη του παππού είναι μια παράξενη και όμορφη μορφή πατρικής αγάπης. Έχει μέσα της την εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής, αλλά και μια καινούργια τρυφερότητα. Είναι σαν ο άνθρωπος να ξαναζεί την πατρότητα, απαλλαγμένος πια από τις αγωνίες και τις έγνοιες που είχε όταν μεγάλωνε τα δικά του παιδιά.

Τότε έτρεχε να τα προστατεύσει από τη ζωή.
Τώρα έχει τον χρόνο να τη χαρεί μαζί τους.

Τότε φοβόταν μήπως πέσουν.
Τώρα τα σηκώνει στην αγκαλιά του όταν πέφτουν.

Τότε μετρούσε τις ευθύνες.
Τώρα μετρά τα χαμόγελα.

Και κάπως έτσι, η φωτογραφία γίνεται η εικόνα μιας αγάπης που περνά από γενιά σε γενιά. Ο Γιώργος κρατά τα εγγόνια του, όμως, την ίδια ώρα, μοιάζει σαν να κρατά στα χέρια του ολόκληρη τη συνέχεια της οικογένειας.


Τα πλατάνια που χάσαμε, τα δέντρα που πρέπει να ξαναφυτέψουμε

 

Άλλος ένας πλάτανος κόπηκε σήμερα στην κεντρική πλατεία του Βαλτινού, από την Υπηρεσία Πρασίνου του Δήμου Τρικκαίων. Ένα ακόμη δέντρο, προσβεβλημένο από τη νόσο των πλατάνων, το μεταχρωματικό έλκος, πέρασε οριστικά στην ιστορία.

Κι όμως, για όσους μεγαλώσαμε κάτω από τα πλατάνια της πλατείας, δεν ήταν απλώς ένα δέντρο.

Ήταν ένα κομμάτι της παιδικής μας ηλικίας. Ήταν η σκιά των καλοκαιρινών μεσημεριών, το σημείο όπου συναντιόμασταν, παίζαμε, κουβεντιάζαμε. Ήταν μέρος της καθημερινότητάς μας, ένας σιωπηλός σύντροφος των χρόνων που πέρασαν και που σήμερα, όσο κι αν ψάχνουμε, δεν μπορούμε να ξαναφέρουμε.

Η ασθένεια των πλατάνων χτύπησε πριν από μερικά χρόνια τον τόπο μας και, δυστυχώς, εξακολουθεί να αφήνει τα σημάδια της. Το ένα μετά το άλλο, τα μεγάλα δέντρα που έδιναν ζωή και φυσική ομορφιά στην πλατεία χάθηκαν.

Η κεντρική πλατεία του Βαλτινού, που κάποτε έμοιαζε με μικρό δάσος, σήμερα μοιάζει διαφορετική. Πιο άδεια. Πιο γυμνή. Σαν να λείπει κάτι από την εικόνα του χωριού - και πράγματι λείπει.

Όμως η απώλεια δεν πρέπει να σημαίνει και παραίτηση.

Ο πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας Βαλτινού, Βάιος Τσιγάρας, έχει επισημάνει το πρόβλημα και σχεδιάζει νέα δεντροφύτευση, ώστε σταδιακά να αναπληρωθεί το πράσινο που χάθηκε και να αποκτήσει ξανά η πλατεία τη ζωντάνια και την ομορφιά της.

Γιατί τα δέντρα δεν είναι μόνο μέρος του τοπίου. Είναι μέρος της μνήμης ενός τόπου. Και όταν φυτεύουμε ένα καινούργιο δέντρο, δεν αποκαθιστούμε μόνο το πράσινο, φυτεύουμε ταυτόχρονα και μια καινούργια ανάμνηση για τα παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα.

Όπως χαρακτηριστικά τόνισε ο πρόεδρος:

«Για να ξαναφυτέψουμε ζωή εκεί όπου κάποτε υπήρχε. Για να μπορέσουν οι επόμενες γενιές να μεγαλώσουν κι αυτές κάτω από τα δέντρα της πλατείας του Βαλτινού».

Αυτή είναι ίσως η πιο όμορφη απάντηση στην απώλεια.

Τα πλατάνια κάτω από τα οποία μεγαλώσαμε δεν μπορούν να επιστρέψουν. Μπορούμε, όμως, να φυτέψουμε άλλα. Να τους δώσουμε χρόνο να μεγαλώσουν, να ριζώσουν βαθιά στη γη του χωριού και, κάποτε, να προσφέρουν τη σκιά τους σε μια καινούργια γενιά παιδιών.

Και τότε, ίσως ύστερα από χρόνια, κάποιος από εκείνα τα παιδιά να κοιτάξει τα μεγάλα δέντρα της πλατείας και να πει:

«Κάτω από αυτά μεγαλώσαμε κι εμείς».

Και θα έχει ξαναγεννηθεί μια μνήμη.


Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Ο μύθος του Μικρού Κεφαλόβρυσου

 Του Δημήτρη Τσιγάρα

Τα παλιά τα χρόνια, τότε που τα βουνά της Θεσσαλίας ήταν γεμάτα δύσβατα μονοπάτια, βαθιές χαράδρες και σκοτεινά περάσματα, οι άνθρωποι ταξίδευαν με φόβο. Ήταν χρόνια δύσκολα, χρόνια που στους δρόμους και στα βουνά κυκλοφορούσαν ληστές, ομάδες ολόκληρες από ένοπλους άντρες που είχαν κάνει τα βουνά σπίτι τους και τα λημέρια τους καταφύγια.

Στα μέρη του Μετσόβου είχε το λημέρι του ένας ξακουστός αρχιληστής, με τα πρωτοπαλίκαρά του. Ανάμεσά τους ήταν κι ένας άντρας από το Μέρτσι των Τρικάλων, παλικάρι δυνατό, γενναίο και έξυπνο. Ήταν από τους πιο έμπιστους του καπετάνιου και είχε κερδίσει τη θέση του με το σπαθί και το θάρρος του.

Μα κάτω από την αντρίκια του όψη έκρυβε ένα μυστικό.

Ήταν κλέφτης ανάμεσα στους κλέφτες.

Όταν η ομάδα γύριζε από τις επιδρομές φορτωμένη με λάφυρα, εκείνος είχε βρει έναν τρόπο να κρατά κρυφά για τον εαυτό του ένα μέρος από τον πλούτο που άρπαζαν. Χρυσαφικά, λίρες, κοσμήματα και πολύτιμες πέτρες περνούσαν από τα χέρια του χωρίς κανείς να υποψιάζεται τίποτε.

Μα το μεγάλο ερώτημα ήταν:

Πώς θα τα μετέφερε στο χωριό του χωρίς να τον καταλάβουν;

Και τότε η μοίρα, όπως συμβαίνει στους παλιούς μύθους, του έδωσε μόνη της την απάντηση.

Μια μέρα, ύστερα από μια δύσκολη πορεία στα βουνά, ο ληστής πήγε σ' ένα ρέμα του Μετσόβου να πλυθεί. Άφησε τα ρούχα του στην όχθη και μπήκε στο νερό.

Μαζί του είχε και τη φλογέρα του.

Ήταν ένα μικρό όργανο που το κουβαλούσε πάντοτε μαζί του. Τα βράδια, όταν η φωτιά έκαιγε στο λημέρι και οι άλλοι άντρες σιωπούσαν, εκείνος έπαιζε με τη φλογέρα του σκοπούς που του θύμιζαν το χωριό του, τη γυναίκα του και τη ζωή που είχε αφήσει πίσω.

Ξαφνικά, η φλογέρα γλίστρησε από τα χέρια του.

Έπεσε στο νερό.

Πριν προλάβει να την αρπάξει, την κατάπιε η δύνη.

Ο άντρας έσκυψε, έψαξε, βούτηξε τα χέρια του στο νερό, μα η φλογέρα είχε χαθεί.

Την ξέχασε.

Δεν μπορούσε όμως να φανταστεί πως η μικρή φλογέρα θα γινόταν ο αγγελιαφόρος ενός μεγάλου μυστικού.

Τα νερά του βουνού πήραν τη φλογέρα μαζί τους.

Πέρασαν μέρες.

Και ύστερα, πολλά χιλιόμετρα μακριά, στα νερά της λίμνης του Γκιτζή, στο χωριό Μέρτσι, εκεί όπου οι κάτοικοι έπαιρναν παλιά νερό για τα σπίτια και τα ζώα τους, μια γυναίκα πήγε στην ανάβρα να γεμίσει το δοχείο της.

Και τότε είδε κάτι να επιπλέει.

Ήταν η φλογέρα.

Την πήρε στα χέρια της, την κοίταξε με απορία και την πήγε στο σπίτι.

Χωρίς να γνωρίζει από πού είχε έρθει, την έβαλε πάνω στο τζάκι.

Πέρασαν μήνες.

Έξι ολόκληροι μήνες.

Και μια μέρα ο άντρας της γύρισε από το βουνό.

Μπαίνοντας στο σπίτι, το βλέμμα του έπεσε πάνω στη φλογέρα.

Σταμάτησε.

Την κοίταξε ξανά.

Δεν χωρούσε αμφιβολία.

Ήταν η δική του.

— Πού τη βρήκες; ρώτησε τη γυναίκα του.

— Στην ανάβρα της λίμνης, του απάντησε εκείνη. «Την έβγαλε το νερό.»

Ο ληστής έμεινε σιωπηλός.

Στο μυαλό του άρχισαν να ενώνονται δύο τόποι που μέχρι τότε θεωρούσε μακρινούς και ασύνδετους.

Το ρέμα του Μετσόβου.

Η ανάβρα του χωριού του.

Το νερό είχε βρει τον δρόμο.

Κι αν μπορούσε να ταξιδέψει μια φλογέρα, γιατί όχι και ο χρυσός;

Τότε γεννήθηκε στο μυαλό του ένα σχέδιο τόσο τολμηρό, ώστε ακόμη και για έναν ληστή έμοιαζε απίστευτο.

Άρχισε να παραμερίζει κρυφά από τα λάφυρα της ομάδας λίρες, χρυσαφικά, κοσμήματα και πολύτιμες πέτρες.

Και όταν έβρισκε την κατάλληλη στιγμή, τα έριχνε στο ρέμα του Μετσόβου.

Το νερό έκανε τη δουλειά του.

Κυλούσε αδιάκοπα μέσα από τα βουνά, έπαιρνε τα κλεμμένα λάφυρα και τα ταξίδευε, άγνωστα και αθέατα, μέχρι τον τόπο του.

Κι εκεί, στην ανάβρα της λίμνης, η γυναίκα του τα περίμενε.

Κάθε τόσο πήγαινε στην πηγή και έβρισκε κάτι πολύτιμο να επιπλέει.

Μια λίρα.

Ένα δαχτυλίδι.

Ένα περιδέραιο.

Ένα πετράδι.

Έτσι, ο ληστής είχε βρει τον πιο παράξενο τρόπο να κλέβει τους κλέφτες.

Μα κανένα μυστικό δεν μένει κρυφό για πάντα.

Ο αρχιληστής άρχισε να υποψιάζεται πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

Τα λάφυρα ήταν λιγότερα απ' όσα έπρεπε.

Κάποιος έκλεβε την ομάδα.

Παρακολούθησε το πρωτοπαλίκαρό του.

Το ακολούθησε κρυφά.

Και κάποια στιγμή αποκάλυψε το μυστικό.

Είδε τον άντρα να πλησιάζει στο ρέμα και να ρίχνει μέσα στο νερό τα κρυμμένα λάφυρα.

Ο αρχιληστής κατάλαβε τα πάντα.

Οργισμένος, έπιασε το πρωτοπαλίκαρό του.

Και η τιμωρία ήταν φοβερή.

Τον έσφαξε.

Ύστερα, σαν να ήθελε να σβήσει κάθε ίχνος του, πήρε το κομμένο κεφάλι του και το πέταξε στο ρέμα.

Το νερό το πήρε μαζί του.

Κύλησε μέσα στις στροφές και στις χαράδρες, ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο που είχαν ακολουθήσει τα λάφυρα.

Την άλλη μέρα, η γυναίκα του ληστή πήγε στην πηγή.

Πήγαινε, όπως πάντα, να μαζέψει ό,τι είχε φέρει το νερό.

Μα εκείνη την ημέρα δεν βρήκε λίρες.

Δεν βρήκε χρυσαφικά.

Δεν βρήκε πολύτιμες πέτρες.

Βρήκε το κεφάλι του άντρα της να επιπλέει στα νερά της ανάβρας.

Πάγωσε.

Για μια στιγμή δεν πίστεψε στα μάτια της.

Ύστερα έβγαλε μια κραυγή και έτρεξε μακριά, τρελή και παλαβή από τον τρόμο.

Η είδηση απλώθηκε από στόμα σε στόμα.

Και η φρίκη εκείνης της ημέρας έμεινε δεμένη για πάντα με την πηγή.

Από τότε, λέει η παράδοση, το παλιό Μέρτσι άρχισε να αποκαλείται Κεφαλόβρυσο.

Γιατί η ανάβρα του δεν είχε πια βγάλει από τα νερά της μόνο θησαυρούς.

Είχε βγάλει ένα κεφάλι.

Κι έτσι το νερό, που άλλοτε έφερνε κρυφά τον πλούτο, έγινε μάρτυρας της προδοσίας, της απληστίας και της τιμωρίας.

Ίσως, γι' αυτό, οι παλιοί άνθρωποι να έλεγαν πως το νερό δεν ξεχνά ποτέ.

Ό,τι του εμπιστευτείς, αργά ή γρήγορα, θα το επιστρέψει.

Άλλοτε φέρνει μια φλογέρα.

Άλλοτε χρυσάφι.

Και άλλοτε, όταν έρθει η ώρα της μοίρας, φέρνει στην επιφάνεια την αλήθεια.

Κι έτσι η ανάβρα του Κεφαλόβρυσου έμεινε να κυλά μέσα στον χρόνο, κουβαλώντας μαζί της όχι μόνο το νερό του βουνού, αλλά και έναν παλιό θρύλο.

Έναν θρύλο για έναν ληστή που κατάφερε να κλέψει τους κλέφτες, μα δεν κατάφερε να ξεγελάσει τη μοίρα.

Γιατί μπορεί ο άνθρωπος να κρύψει τον χρυσό.

Μπορεί να κρύψει το έγκλημα.

Μπορεί να κρύψει το μυστικό.

Μα από το νερό και από τη μοίρα τίποτε δεν κρύβεται για πάντα.


Πυρκαγιά στο Βαλτινό – Συναγερμός κοντά σε φωτοβολταϊκά και κτηνοτροφική μονάδα

 

Νέο πύρινο μέτωπο εκδηλώθηκε το απόγευμα της Τρίτης στο Βαλτινό Τρικάλων, προκαλώντας έντονη ανησυχία στους κατοίκους της περιοχής.

Η φωτιά, που εξαπλώθηκε γρήγορα, πλησίασε επικίνδυνα μονάδα φωτοβολταϊκών, ενώ σε πολύ μικρή απόσταση, ακριβώς απέναντι, βρίσκεται και κτηνοτροφική εγκατάσταση. Η παρουσία των δύο εγκαταστάσεων μετέτρεψε το περιστατικό σε ιδιαίτερα κρίσιμη κατάσταση, καθώς υπήρχε κίνδυνος τόσο για τις υποδομές όσο και για το ζωικό κεφάλαιο.

Η έγκαιρη κινητοποίηση και η αποτελεσματική αντιμετώπιση της πυρκαγιάς απέτρεψαν τα χειρότερα. Οι φλόγες περιορίστηκαν πριν προλάβουν να περάσουν στις εγκαταστάσεις και το πύρινο μέτωπο τέθηκε τελικά υπό πλήρη έλεγχο.

Ευτυχώς, το περιστατικό έληξε χωρίς ζημιές και χωρίς να σημειωθούν τραυματισμοί, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά πόσο καθοριστική είναι η άμεση επέμβαση όταν μια πυρκαγιά εκδηλώνεται κοντά σε κατοικημένες περιοχές και κρίσιμες υποδομές.





επικοινωνιστε μαζι μας