Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Το απρόσμενο μαρτύριο του Παπακώστα

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Ήταν αρχές Αυγούστου, τότε που ο κάμπος της Θεσσαλίας βαραίνει από τη ζέστη και ο αέρας, ακόμη και προς το δειλινό, ανασαίνει καυτός πάνω από τα χωράφια. Τα στάχυα είχαν από καιρό θεριστεί, τα αλώνια σιωπούσαν, και μόνο οι τζίτζικες έσκιζαν τη γαλήνη του απογεύματος με το αδιάκοπο τραγούδι τους, στα δέντρα του μικρού δάσους της Παναγίας.

Ο Παπακώστας πήρε το μικρό αυτοκίνητό του και ξεκίνησε για το ξωκλήσι. Ο Δεκαπενταύγουστος πλησίαζε, και όπως κάθε χρόνο, έπρεπε να φροντίσει τις τελευταίες προετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή της Παναγίας: να ελέγξει τα κεριά, να τακτοποιήσει τον χώρο, να βεβαιωθεί πως όλα θα ήταν έτοιμα για τους πιστούς που θα ανηφόριζαν εκείνο το βράδυ.

Όταν έφτασε στο μικρό δάσος, στάθμευσε κάτω από τις σκιές των δέντρων και κατέβηκε αργά, κρατώντας στο χέρι τα κλειδιά και μια μικρή σακούλα με όσα χρειαζόταν για τις δουλειές του.

Τότε το βλέμμα του έπεσε σε έναν άγνωστο άντρα να κάθεται μόνος του σε ένα ξύλινο παγκάκι, κάτω από μια ψηλή βελανιδιά. Ήταν μεσήλικας, καλοντυμένος, με βλέμμα σταθερό και ανέκφραστο.

Ο ιερέας δεν τον γνώριζε.

— Καλησπέρα σας, είπε ευγενικά.

Ο άντρας έγνεψε αμυδρά, χωρίς να απαντήσει.

Ο Παπακώστας συνέχισε προς το ξωκλήσι, χωρίς να δώσει περισσότερη σημασία.

Μέσα στο εκκλησάκι δούλεψε για αρκετή ώρα. Τακτοποίησε τα καντήλια, σκούπισε το δάπεδο, ίσιωσε τα λευκά καλύμματα της Αγίας Τράπεζας και άναψε για λίγο το καντήλι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Όταν τελείωσε, έκλεισε προσεκτικά την πόρτα και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

Τότε άκουσε πίσω του μια φωνή.

— Εσύ είσαι ο Παπακώστας;

Γύρισε και είδε τον άντρα από το παγκάκι να τον κοιτάζει.

— Ναι, εγώ είμαι, απάντησε.

Ο μεσήλικας σηκώθηκε αργά.

— Έλα εδώ. Σε θέλω.

Ο ιερέας πλησίασε, απορημένος.

Και τότε ο άγνωστος, με φωνή κοφτή και ψυχρή, είπε:

— Είμαι αστυνομικός. Σε συλλαμβάνω. Μπες μέσα στο αυτοκίνητό μου και μη μιλάς.

Ο Παπακώστας πάγωσε.

Για μια στιγμή νόμισε πως επρόκειτο για κακόγουστο αστείο. Χαμογέλασε αμήχανα, ψάχνοντας στο πρόσωπο του άντρα κάποιο ίχνος ειρωνείας.

Δεν υπήρχε κανένα.

Πριν προλάβει να μιλήσει, ο άγνωστος τον άρπαξε βίαια από το χέρι.

— Βρε άνθρωπέ μου, ποιος είσαι; Τι θέλεις; ψέλλισε ο ιερέας.

— Αυτά θα τα πεις στο Τμήμα, απάντησε εκείνος άγρια. Σου είπα, είμαι αστυνομικός. Και μη με αναγκάσεις να θυμώσω.

Με μια απότομη κίνηση άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του και τον έσπρωξε μέσα.

Ο Παπακώστας άρχισε να διαμαρτύρεται, μα όταν ο άντρας τον απείλησε πως θα έβγαζε το υπηρεσιακό του πιστόλι από το ντουλαπάκι, σώπασε.

Το αυτοκίνητο ξεκίνησε.

Η διαδρομή προς τα Τρίκαλα απλωνόταν μπροστά τους, μα όσο περνούσε η ώρα, ο ιερέας άρχισε να καταλαβαίνει πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Οι κινήσεις του άντρα ήταν νευρικές, το βλέμμα του ταραγμένο, οι κουβέντες του ασύνδετες.

Δεν ήταν άνθρωπος στα καλά του.

Μια σκέψη γεννήθηκε μέσα του.

— Σε παρακαλώ, είπε ήρεμα, πριν πάμε στο Τμήμα, να περάσουμε από την εκκλησία του χωριού. Άφησα την πόρτα ανοιχτή και πρέπει να την κλειδώσω.

Ο άντρας τον κοίταξε καχύποπτα.

— Καλά. Θα σου κάνω τη χάρη. Αλλά μην επιχειρήσεις τίποτα.

Μπήκαν στο χωριό και κατευθύνθηκαν προς τον ναό.

— Κατέβα, του είπε ο άντρας. Κλείδωσε και γύρνα αμέσως. Αν κάνεις καμιά εξυπνάδα, θα κατέβω και θα σε πυροβολήσω.

Ο ιερέας κατέβηκε και περπάτησε γρήγορα προς την εκκλησία. Προσποιήθηκε πως κλείδωνε, μα το βλέμμα του έψαχνε απεγνωσμένα για κάποιον άνθρωπο.

Ο δρόμος ήταν έρημος.

Κανείς.

Με βαριά καρδιά επέστρεψε στο αυτοκίνητο.

Τότε του ήρθε μια δεύτερη ιδέα.

— Σε παρακαλώ, πάμε για ένα λεπτό στο καφενείο. Να δώσω τα κλειδιά στον επίτροπο.

Ο άντρας δίστασε.

— Εντάξει. Αλλά γρήγορα.

Όταν έφτασαν στο καφενείο, ο Παπακώστας κατέβηκε σχεδόν τρέχοντας και μπήκε μέσα.

Η αίθουσα ήταν γεμάτη από γνώριμα πρόσωπα: ο πρόεδρος της κοινότητας, μερικοί ηλικιωμένοι χωριανοί και οι συνηθισμένοι θαμώνες που έπιναν τον απογευματινό τους καφέ.

— Βοήθεια! είπε λαχανιασμένος. Ένας άνθρωπος με απήγαγε και λέει πως είναι αστυνομικός!

Η ατμόσφαιρα πάγωσε.

Δίχως δεύτερη κουβέντα, όλοι σηκώθηκαν και βγήκαν έξω.

Μόλις αντίκρισαν τον άντρα, ένας από τους κατοίκους τον αναγνώρισε αμέσως.

— Αυτός είναι από το διπλανό χωριό… είναι πράγματι αστυνομικός, αλλά έχει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα.

Ο άντρας, βλέποντας το πλήθος, άρχισε να φωνάζει.

— Είναι εγκληματίας! Είναι κακοποιός! Πρέπει να τον πάω στο Τμήμα!

Οι φωνές του αντηχούσαν στον δρόμο, ενώ οι χωριανοί προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν.

Κάποιος έτρεξε αμέσως στο τηλέφωνο και κάλεσε το 100.

Λίγη ώρα αργότερα, το περιπολικό έφτασε με αναμμένο φάρο. Οι αστυνομικοί κατέβηκαν, μίλησαν μαζί του και τελικά τον οδήγησαν στο όχημα.

Ο Παπακώστας έμεινε ακίνητος, σαν να μην είχε ακόμη συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί.

Έκανε τον σταυρό του.

Ο ζεστός αέρας του Αυγούστου πέρασε ανάμεσα από τα δέντρα, σαν ανάσα λύτρωσης.

Το μαρτύριό του είχε τελειώσει.

Κι όμως, για πολλές μέρες ακόμη, δεν μπορούσε να πιστέψει πως εκείνο το ήσυχο απόγευμα στο ξωκλήσι της Παναγίας είχε μετατραπεί σε έναν εφιάλτη που έμοιαζε βγαλμένος από παράξενη διήγηση.


Η παρουσίαση του βιβλίου του ΘΕΟΛΟΓΗ Ι. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ Τα Παλιά Τρίκαλα Αναμνήσεις και Ιστορήματα

 

Την Τρίτη 28 Απριλίου 2026 και ώρα  7.30 μ.μ. στην Αίθουσα του Μουσείου Τσιτσάνη, Τρίκαλα, θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου του Θεολόγη Ι. Τριανταφύλλου με τίτλο «Τα Παλιά Τρίκαλα. Αναμνήσεις και Ιστορήματα», Θεσσαλονίκη 2026, Εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη - Φ.Ι.ΛΟ.Σ., σελ. 510.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν η κ. Ελένη Τζαβέλλα, ειδική γραμματέας του Φ.Ι.ΛΟ.Σ.,  εκπαιδευτικός - διευθύντρια του 2ου Δημοτικού Σχολείου Οιχαλίας, και ο κ. Χρήστος Μπεχλιβάνος, δημοσιογράφος - διευθυντής της εφημερίδας Larissa.net. Την εκδήλωση θα συντονίσει ο κ. Θεόδωρος Νημάς, πρόεδρος του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Θα επακολουθήσει συζήτηση.

 Την παρουσίαση διοργανώνει ο Φιλολογικός, Ιστορικός, Λογοτεχνικός Σύνδεσμος (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) και οι Εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη.

Το εξαντλημένο εδώ και δεκαετίες σπουδαίο δίτομο έργο του αείμνηστου Τρικαλινού δημοσιογράφου Θεολόγη Ι. Τριανταφύλου, Τα Παλιά Τρίκαλα. Αναμνήσεις και Ιστορήματα, το  οποίο είχε πρωτοεκδοθεί το 1976 και 1977, επανεκδόθηκε από κοινού από τον Φιλολογικό Ιστορικό Λογοτεχνικό Σύνδεσμο (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) Τρικάλων και τις Εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη (Θεσσαλονίκη). Το βιβλίο έχει ενταχθεί στη σειρά του Συνδέσμου: ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΕΣ, με αρ. 27.

Το εν λόγω δίτομο έργο του Θεολ. Τριανταφύλλου υπήρξε σημείο αναφοράς και πηγή πληροφοριών για τη ζωή και τα πρόσωπα που έδρασαν στην πόλη των Τρικάλων από την απελευθέρωσή της το 1881 έως την δεκαετία του 1960 περίπου. Η εξάντληση γρήγορα και των δύο τόμων είχε καταστήσει αναγκαία την επανέκδοσή του. Το εγχείρημα αυτό ανέλαβε ο Φ.Ι.ΛΟ.Σ., του οποίου ο Συγγραφέας υπήρξε ο πρώτος πρόεδρός του (1978-1984).

Η νέα έκδοση, που περιλαμβάνει και τους δύο τόμους, είναι φωτομηχανική αλλά με διορθώσεις σε ορισμένα σημεία και προσθήκη εκτενούς Παραρτήματος με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, καθώς και άλλων φωτογραφιών εντός του κειμένου.

Η νέα έκδοση διαρθρώνεται ως εξής:

Πρόλογος του Δ.Σ. του Φ.Ι.ΛΟ.Σ.

Α΄ ΤΟΜΟΣ

ΚΩΝ/ΝΟΥ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ (Δημάρχου Τρικάλων),  Ἄς θυμηθοῦμε τὰ παλιά (σελ. 3-4). ΕΙΣΑΓΩΓΗ (σελ. 5-6).   

1. Πῶς ἤτανε τὰ Τρίκαλα ὅταν ἀπελευθερώθηκαν τὸ 1881(σελ. 7-17). 2. Οἱ πρῶτοι Δήμαρχοι καὶ τὸ ἔργο τους (σελ. 18-20). 3. Τὰ Τρίκαλα στὴν περίοδο 1920-30 (σελ. 21-24). 4. Ὁ Ληθαῖος. Ἡ παλιὰ θέση του - Τὰ καφενεδάκια καὶ οἱ καταστροφικές πλημμύρες του - Πῶς περιγράφουν παλιοὶ Τρικαλινοὶ τὴν μεγάλη πλημμύρα τοῦ 1907 (σελ. 25-31). 5. Ἡ πόλις μὲ τ’ ἄφθονα νερά. Ἀνάβρες, βρύσες, τουλοῦμπες κι ἀρτεσιανά (σελ. 32-36). 6. Ἡ γραφική Μαρούγγενα. Ἡ ξακουστὴ παλιὰ βρύση της καὶ τὸ καφενεδάκι μὲ τὸ ὑπαίθριο θεατράκι του (σελ. 37-41). 7. Τὰ «Χασάπικα». Ἡ παλιὰ ἀγορὰ τῶν Τρικάλων (σελ.  42-44). 8. Άναμνήσεις ἀπὸ τοὺς πελαργούς (σελ. 45-49). 9. Οἱ βάτραχοι τοῦ Ληθαίου καὶ οἱ βδέλλες τοῦ Ζήσ’ Μαμάλα (σελ. 50-52). 10. Παλιὲς γραφικὲς συνοικίες τῆς πόλεως. Τὸ Βαρούσι: ἡ τρικαλινὴ Πλάκα - Τὸ ὄμορφο Τρικκαίογλου -  Τὰ καταπράσινα Σαράγια - Ἡ ἐκκλησία τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καὶ ἡ ἱστορία της (σελ. 53-61). 11. Τὸ Βυζαντινὸ Φρούριο (σελ. 62-63). 12. Ὀ «Ἁη-Λιᾶς καὶ ἡ Ντάπια». Ἡ ἀναδάσωση καὶ τὸ ὁμώνυμο ἐκκλησάκι - Ἀρχαιότητες  (σελ. 64-70). 13. Ὀ πετροπόλεμος στὴν Ντάπια. Ἕνα ... εὐ γενὲς ἄθλημα τῆς τρικαλινῆς νεολαίας (σελ. 71-73). 14. Μιὰ πολὺ ἥσυχη πολιτεία μὲ άφθονα ὅμως ... γαϊδουράκια (σελ. 74). 15. Παλιὲς ἀνοιξιάτικες ὀμορφιές (σελ. 75-77). 16. Τὰ ζεστὰ καλοκαίρια. Ὁ θανατερὸς λίβας καὶ τὰ ποταμίσια ... μπάνια τῶν Τρικαλινῶν (σελ.  78-80). 17. Πρωτοβρόχια καὶ βαρυχειμωνιές. Οἱ προετοιμασίες τῶν νοικοκυριῶν γιὰ τὸν Χειμῶνα (σελ. 81-83). 18. Ἐπαγγέλματα ποὺ ἔσβησαν. Πραματευτάδες, ἁμαξάδες, ὑπαίθριοι φωτογράφοι, πλανόδιοι μικροπωλητὲς κι ἄλλοι γραφικοὶ τύποι τῆς παλιᾶς ἐποχῆς (σελ. 84-94). 19. Τὸ Τρικαλινὸ πανηγύρι. Τὰ τυχερὰ παιγνίδια (ρουλέττες, λοταρίες, «παπατζῆδες»), ὁ πανοραματζής κι ἄλλα θεάματα (σελ. 95-99). 20. Τὸ παλιό μικτὸ γυμνάσιο. Ὁ διαχωρισμός του σὲ Ἀρρένων καὶ Θηλέων - Γυμνασιάρχες, καθηγητές, καθηγήτριες καὶ τὰ βάσανα τῶν μαθητῶν - Τὸ Λύκειο Βαμβέτσου (σελ. 100-107). 21. Σχολεῖα καὶ Δάσκαλοι. Ἡ παλιὰ μέθοδος διδασκαλίας καὶ οἱ τιμωρίες τῶν μικρῶν μαθητῶν (σελ. 108-114). 22. Ἡ πλατεία Μπαντίδου (Κιτριλάκη) καὶ τὸ “γελαδοπάζαρο” τῆς Δευτέρας (σελ. 115-119). 23. Τὸ Θεσσαλικὸ τραινάκι - Ὁ θρυλικός ... καπνοτραῖνος (σελ. 120-122). 24. Ἡ ὁδὸς Ἀσκληπιοῦ (σελ. 123-125). 25. Τὸ “Πανελλήνιον” ξενοδοχεῖο καὶ κινηματογράφος (σελ. 126-128). 26. Τὸ παλιὸ καφενεῖο “Βασιλικὸν” ἢ “Ἐθνικόν” (σελ. 129-130). 27. Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν Ἀττίκ. Παλιά θεατρική κίνηση (σελ. 131-136). 28. Τὰ Χριστούγεννα στὰ παλιὰ Τρίκαλα. Οἱ ἑτοιμασίες στὰ σπίτια, τὰ κάλαντα τῶν παιδιῶν, ἡ κίνηση στὴν ἀγορά, τό χριστουγεννιάτικο τραπέζι καὶ οἱ πανηγυρικὲς ἐκδόσεις τῶν ἐφημερίδων  (σελ. 137-140). 29. Τραγικὲς μέρες Ἀπριλίου 1941. Ὅταν  οἱ Γερμανοὶ σκόρπισαν τὸν ὄλεθρο μὲ τ’  ἀεροπλάνα τους καὶ μετὰ λίγες μέρες κατέλαβαν τὰ Τρίκαλα (σελ. 141-143). 30. Ὅταν φύγανε οἱ Γερμανοὶ ἀπὸ τὰ Τρίκαλα (18 Όκτωβρίου 1944)  (σελ. 144-146). 31. Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὰ πρῶτα μεταπελευθερωτικά χρόνια  (Τὸ Δημαρχεῖο καὶ οἱ πρῶτες μετὰ τὸν πόλεμο δημοτικὲς ἐκλογές - Μιὰ θρησκευτική διένεξη. Πρωταγωνιστὲς ἕνας δεσπότης κι ἕνας ἱεροκήρυκας - Τὸ ἐπίσημο καὶ ... συνοικιακό ποδόσφαιρο καὶ οἱ ... ξυλοδαρμοί) (σελ. 147-163). 32. Παλιὰ μουσικὴ κίνηση. Ὠδεῖα καὶ ἡ καλλιτεχνικὴ χορωδία Τρικάλων (σελ. 164-181). 33. Πολιτιστικὰ Σωματεῖα. (σελ. 182-191). 34. Ὁ Γυμναστικὸς Σύλλογος (σελ. 192-200). 35. Φιλανθρωπικὰ Σωματεῖα (σελ. 201-204). 36. Ἡ ἱστορία τοῦ Τρικαλινοῦ Τύπου (σελ. 205-249). Βιβλιογραφία Α΄ τόμου (σελ. 250).

Β΄ ΤΟΜΟΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ (σελ. 5-6). 1. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Ν. ΤΡΙΚΑΛΩΝ (1881-1974). Ἐκλογές, βουλευτές, πολιτευτές, προεκλογικὰ ἀνέκδοτα κι άλλα πολιτικὰ γεγονότα τοῦ τόπου (σελ. 7-69). 2. ΤΟ 5ο ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΠΕΖΙΚΟΥ. Ἠ ἔνδοξη ἱστορία του ἀπὸ τὸ 1910 ὥς τὸ 1941 (σελ. 70-102). 3. ΤΡΙΚΑΛΑ: ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΛΛΟΙΩΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ. Ἡ καταπληκτικὴ ἐξέλιξή της, παλιὰ ἀρχοντικὰ καὶ κοσμικὴ κίνηση (σελ. 103-112). 4. ΠΩΣ ΓΛΕΝΤΟΥΣΑΝ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΤΡΙΚΑΛΙΝΟΙ. Τὰ καφέ σαντὰν μὲ τὶς γκαρσόνες, ἐξοχικὰ κι ἄλλα κέντρα καὶ τὰ πιὸ φημισμένα οὐζάδικα (σελ. 113-125). 5. ΑΞΕΧΑΣΤΟΙ ΤΡΙΚΑΛΙΝΟΙ ΤΥΠΟΙ  (σελ. 126-134). 6. ΜΙΑ ΜΑΝΤΡΑ ΣΤΕΓΑΣΕ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ. Ὁ Ἰταλὸς Τζιοβάννι καὶ οἱ πρῶτοι κινηματογράφοι “Ἀττικὸν” καὶ “ΡΕΞ” (σελ. 135-137). 7. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΣΥΚΟΙΝΩΝΙΏΝ (σελ. 138-151). 8. Η ΜΠΑΡΜΠΕΡΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΣΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΕΠΟΧΗ  (σελ. 152-164). 9. ΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΑΠΟΚΤΗΣΑΝ ΤΟ 1906 ΗΛΕΚΤΡΟΦΩΤΙΣΜΟ. Ἡ ἱστορία τοῦ ἐργοστασίου Σταματοπούλου (σελ. 165-174). 10. Η ΑΣΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΓΝΩΣΤΗ ΩΣ ΑΝΩΤΕΡΟ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΟ  (σελ. 175-177). 11. ΑΠΟΚΡΗΑΤΙΚΑ ΞΕΦΑΝΤΩΜΑΤΑ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΚΑΛΑ. Χοροεσπερἰδες, μασκαράτες, χαρτοπόλεμος, ἀξέχαστοι ἀποκριάτικοι  χοροί, τὰ ὁμαδικὰ γλέντια κι έθιμα τῆς Καθαρῆς Δευτέρας (σελ. 178-185). 12. ΟΤΑΝ ΤΑ ΜΑΓΑΖΙΑ ΑΝΟΙΓΑΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ. Οἱ ἀγῶνες γιὰ τὴν καθιέρωση τῆς ἀργίας, οἱ ἄθλιες συνθῆκες ἐργασίας τῶν ὑπαλλήλων, πότε ἱδρύθηκε τὸ Ἐπιμελητήριο Τρικάλων (σελ. 186-196). 13. ΠΑΛΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΤΡΙΚΑΛΩΝ. Ἀπό τὸ 1882 ὣς τὸ 1958 (σελ. 197-202). ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  Β΄ τόμου (σελ.  203).

Το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΙΚΟΝΩΝ, που προστέθηκε με την επιμέλεια του νυν προέδρου του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Θεοδώρου Νημά (σελ. 205-259), περιλαμβάνει 100 φωτογραφίες (αρκετές έγχρωμες), στις οποίες απεικονίζονται παλιά εμβληματικά κτίρια και πλατείες των Τρικάλων, κινηματογράφοι, στιγμιότυπα από δραστηριότητες, καθηγητές και μαθητές όλων των παλιών γυμνασίων της πόλης, στρατιωτικές προσωπικότητες, στιγμιότυπα από την κοινωνική ζωή, αθλητές και παράγοντες του Γυμναστικού Συλλόγου Τρικάλων και των ποδοσφαιρικών ομάδων (Αχιλλέα, ΑΕΤ, Α.Ο. Τρίκαλα, Α.Ο. Δήμητρα κ.ά.), γνωστοί ληστές και εφημερίδες των Τρικάλων. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ (σελ. 260).

Το βιβλίο διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία.


Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Ο Μύθος της Τζαμαλάϊας

 Του Δημήτρη Τσιγάρα


Το τραγούδι της Τζαμαλάιας

Στο Μέρτζι, στο βαθύ το ρέμα ζούσε η Τζαμαλάια,
Τουρκοπούλα ξακουστή, με τα μαλλιά τα λάγια.

Αχ, Τζαμαλάια, μωρ’ κόρη,
νερό ζητάς και χάνεσαι.

Μαλλιά ’χε ως τα γόνατα, μαλλιά σαν το μετάξι,
κι όταν τ’ ανέμιζε ο βοριάς σκοτείνιαζε η πλάση.

Αχ, Τζαμαλάια, μωρ’ κόρη,
τα κάλλη σου σε πρόδωσαν.

Κάθε πρωί που χάραζε, ο αυγερινός πριν φέξει,
στο ρέμα κατηφόριζε χωρίς λαλιά και λέξη.

Στην κρύα πηγή γονάτιζε και έλουζε τα μαλλιά της,
τα χτένιζε και χαίρονταν την τόση ομορφιά της.

Αχ, Τζαμαλάια, μωρ’ κόρη,
το ρέμα πώς στερεύεις.

Μια τρίχα πέφτει, δυο μαζί, κι άλλες πολλές κατόπι,
και το νερό λιγόστευε και στέγνωναν οι τόποι.

Στέγνωσαν τα πλατάνια τους, διψάσαν τα πουλάκια,
κι η γη ζητούσε δροσερό νερό για τα χαντάκια.

Αχ, Τζαμαλάια, μωρ’ κόρη,
της γης το δάκρυ πίνεις.

Μα εκείνη χτένιζε ξανά τα ξακουστά μαλλιά της,
και της πηγής, δεν άκουε, τον στεναγμό, αλιά της!

Ώσπου μια μέρα έσκυψε νερό να πιει στο γόνα,
μα είχε στερέψει η πηγή, δεν έτρεχε σταγόνα.

Αχ, Τζαμαλάια, μωρ’ κόρη,
η μοίρα σε θυμήθηκε.

Χτένι περνά στα χέρια της, μα τρίχα πια δεν μένει,
γυμνό είναι το κεφάλι της, σαν λάσπη ξεραμένη.

Έμεινε η κόρη φαλακρή, στέγνωσε το χορτάρι.
θρύλος να λέγεται παντού, για το άδειο κεφαλάρι.

Αχ, Τζαμαλάια, μωρ’ κόρη,
νερό και νιάτα χάθηκαν.

Κι ως σήμερα ο γέροντας το λέει στα παιδιά του,
όποιος τη φύση αδικεί χάνει την ομορφιά του.

Δημήτρης Τσιγάρας


ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΣΤΟ ΒΑΛΤΙΝΟ

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026 | 8:00 μ.μ. Κεντρική Πλατεία Βαλτινού

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού σας προσκαλεί σε μια ξεχωριστή βραδιά γεμάτη παράδοση, μουσική και γιορτινή διάθεση!

 Το πρόγραμμα περιλαμβάνει:
• Αναβίωση των παραδοσιακών δρώμενων:
«Το έθιμο του Κλήδονα» και «Το κάψιμο της καλύβας»
• Δημοτικούς παραδοσιακούς χορούς από τα χορευτικά τμήματα του Συλλόγου
• Μεγάλο γλέντι και χορό για όλους με τον DJ Σάκη Βαλκανιώτη
• Πλούσιο μπουφέ με εκλεκτά εδέσματα από τις γυναίκες-μέλη του Συλλόγου

Σας περιμένουμε όλους να γιορτάσουμε μαζί την Πρωτομαγιά με κέφι, παράδοση και όμορφη συντροφιά!

Το Δ.Σ. του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βαλτινού


Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Ο κύκλος της χαράς στο Βαλτινό

 

Κάτω από τη σκιά των δέντρων, εκεί όπου το φως της νύχτας μπλέκεται με τις ανάσες των ανθρώπων, οι πέντε νέοι κρατιούνται σφιχτά, σαν να θέλουν να συγκρατήσουν τον ίδιο τον χρόνο. Είναι ο Δεκαπενταύγουστος στο Βαλτινό, δεκαετία του ’60 κι όμως, η στιγμή μοιάζει έξω από κάθε ημερολόγιο. Ο Στέργιος, ο Σιώκας, ο Λάζαρος, ο Αλέκος κι ο Νικόλας - πέντε ονόματα απλά, όπως απλή είναι και η χαρά που τους ενώνει.

Ο χορός τους δεν είναι παράσταση, είναι ο τρόπος να πουν «είμαστε εδώ». Τα βήματά τους, συγχρονισμένα και ελεύθερα μαζί, χαράζουν έναν αόρατο κύκλο που αγκαλιάζει το προαύλιο της Παναγίας, το χώμα, τις καρέκλες στο βάθος, τους ανθρώπους που κοιτούν και ίσως θυμούνται. Τα όργανα δεν φαίνονται, μα είναι παρόντα - σαν την καρδιά που δεν τη βλέπεις, μα ξέρεις πως χτυπά. Κρατούν τον ρυθμό, κι ο ρυθμός κρατά τους ανθρώπους.

Στα πρόσωπά τους είναι ζωγραφισμένο το κέφι, όχι το επιτηδευμένο, αλλά εκείνο που γεννιέται από τη συντροφικότητα, από τη βεβαιότητα πως η ζωή, όσο δύσκολη κι αν είναι, βρίσκει πάντα έναν τρόπο να γίνεται γιορτή. Ένα μαντίλι υψώνεται, ένα χαμόγελο ανοίγει, ένα βήμα μπροστά γίνεται υπόσχεση. Κανείς δεν χορεύει μόνος, ακόμη κι αν ο καθένας κουβαλά τον δικό του κόσμο, εκείνη τη στιγμή ανήκουν όλοι στον ίδιο.

Δεν είναι φτώχεια το λιτό κι απέριττο του γλεντιού, είναι πληρότητα. Είναι η γνώση πως δεν χρειάζονται πολλά για να γεννηθεί η ευτυχία - ένα τραγούδι, λίγη γη κάτω απ’ τα πόδια, μια χούφτα φίλοι. Και ίσως αυτό να είναι που κάνει τη σκηνή διαχρονική: δεν ανήκει μόνο στο τότε, αλλά σε κάθε «μαζί» που καταφέρνει να νικήσει τη φθορά.

Κοιτάζοντας τους πέντε χορευτές, νιώθεις πως δεν χορεύουν μόνο για τον Δεκαπενταύγουστο εκείνης της χρονιάς. Χορεύουν για όλους όσοι έζησαν, για όσους θα ’ρθουν, για τη μνήμη που επιμένει να κρατά ζωντανά τα μικρά, τα ουσιαστικά. Χορεύουν, τελικά, για να θυμίζουν πως η ζωή -όσο κι αν σκοτεινιάζει- πάντα βρίσκει έναν ρυθμό για να συνεχίζεται.

Το χρυσάφι του δειλινού πάνω από τον Κόζιακα

 

Στο δειλινό, όταν η μέρα γέρνει αργά προς τη σιωπή, ο Κόζιακας στέκει σαν παλιός σοφός, βυθισμένος στη σκιά του χρόνου. Πάνω από τη σκοτεινή του ράχη, τα σύννεφα χρυσίζουν από το τελευταίο άγγιγμα του ήλιου, σαν να κρατούν για λίγο ακόμη το φως πριν το παραδώσουν στη νύχτα.

Οι φωτογραφίες της Χριστίνας - Μαρίας Βότσιου, τραβηγμένες από το Βαλτινό, εκτός από την αποτύπωση ενός τοπίου, αιχμαλωτίζουν μια στιγμή περισυλλογής, ένα μεταίχμιο ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, ανάμεσα στο εφήμερο και στο αιώνιο.

Τα σύννεφα, βαριά και μεγαλόπρεπα, μοιάζουν με μορφές που αναδύονται από κάποιον αόρατο κόσμο. Σαν να παίρνουν σχήμα από τις μνήμες των ανθρώπων που έζησαν κάτω από αυτή τη γη, από τις ελπίδες, τους φόβους και τα όνειρά τους. Το χρυσό περίγραμμα τους θυμίζει πως ακόμη και μέσα στο πιο πυκνό σκοτάδι υπάρχει πάντα μια σπίθα φωτός. Ίσως αυτή να είναι και η πιο βαθιά αλήθεια της ζωής: ότι το φως δεν χάνεται, απλώς αλλάζει τόπο, περνά από τον ουρανό στην ψυχή.

Ο Κόζιακας, βουβός και αγέρωχος, μοιάζει να παρακολουθεί αυτή την ιεροτελεστία του δειλινού εδώ και αιώνες. Έχει δει γενιές να περνούν, ανθρώπους να γεννιούνται, να αγαπούν, να μοχθούν και να φεύγουν. Κι όμως, κάθε βράδυ, ο ήλιος του χαρίζει το ίδιο χρυσό στεφάνι, σαν μια υπόσχεση ότι τίποτε δεν τελειώνει πραγματικά. Η φύση επαναλαμβάνει το δικό της μυστήριο: κάθε τέλος προαναγγέλλει μια νέα αρχή.

Από το Βαλτινό, ο άνθρωπος που σηκώνει το βλέμμα του προς αυτό το θέαμα δεν βλέπει μόνο σύννεφα και βουνό. Βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό μέσα στον καθρέφτη της φύσης. Όπως τα σύννεφα φωτίζονται για μια στιγμή πριν βυθιστούν στη νύχτα, έτσι και οι στιγμές της ζωής μας αποκτούν νόημα ακριβώς επειδή είναι περαστικές. Το δειλινό μάς διδάσκει την ομορφιά της φθοράς, τη γλυκύτητα της παροδικότητας.

Και αυτό είναι το μεγάλο μήνυμα των εικόνων της Χριστίνας: πως η ομορφιά δεν βρίσκεται στη διάρκεια, αλλά στη στιγμή. Στο φως που χρυσίζει τα σύννεφα για λίγα μόνο λεπτά. Στη σιωπή του βουνού που μένει αιώνια. Στην ψυχή που στέκεται ανάμεσά τους και συλλογίζεται πως, όπως ο ήλιος δύει για να ξανανατείλει, έτσι και κάθε ανθρώπινη λύπη κρύβει μέσα της έναν καινούριο αυγερινό.


Μια ανάσα πάνω από το ποτάμι

 

Η άνοιξη είχε απλώσει πια το απαλό της πέπλο πάνω από την Πύλη Τρικάλων, και η φύση, σαν να ξυπνούσε από έναν μακρύ χειμωνιάτικο λήθαργο, ανέπνεε με ορμή και πληρότητα. Ο Γιώργος Ριζαργιώτης -που έχει την ονομαστική του εορτή σήμερα- ανεβαίνοντας στο πέτρινο τοξωτό γεφύρι του Αγίου Βησσαρίωνος, στάθηκε για λίγο ανάμεσα στον χρόνο και την αιωνιότητα. Κάτω από τα πόδια του, το ποτάμι κυλούσε αδιάκοπα, σαν μια αόρατη δύναμη που γνώριζε καλά το μυστικό της ζωής: τίποτα δεν μένει στάσιμο, όλα προχωρούν, όλα παρασύρονται προς τα εμπρός.

Η θέα από το γεφύρι έμοιαζε σχεδόν ονειρική. Οι πλαγιές, ντυμένες με πυκνή βλάστηση και ζωντανές αποχρώσεις του πράσινου, αγκάλιαζαν το τοπίο με μια γαλήνη που δύσκολα περιγράφεται με λόγια. Το φως της ημέρας έπεφτε πάνω στα νερά και στις πέτρες, δίνοντας στην εικόνα μια αίσθηση καθαρότητας, σαν να ξεπλενόταν εκεί κάθε ίχνος από τις φθορές της καθημερινότητας.

Και πράγματι, εκείνη η στιγμή ήταν κάτι περισσότερο από ένας απλός περίπατος. Ήταν ένα μικρό καταφύγιο ψυχής. Ένα διάλειμμα από τις έγνοιες, τους θορύβους και τις απαιτήσεις της ζωής. Το νερό που κατηφόριζε έμοιαζε να παίρνει μαζί του κάθε στεναγμό, κάθε βαρύ συλλογισμό, κάθε σκιά που κουβαλά ο άνθρωπος μέσα του. Σαν να ψιθύριζε πως ό,τι μας βαραίνει μπορεί, έστω για λίγο, να αφεθεί στη ροή του χρόνου.

Με ένα ζεστό καφεδάκι στο διπλανό καφέ και τη σιωπή της φύσης για συντροφιά, ο νους βρίσκει τον χώρο να ταξιδέψει. Εκεί, πάνω στο παλιό γεφύρι, ανάμεσα στην ιστορία της πέτρας και στη ζωντάνια της άνοιξης, ο άνθρωπος θυμάται πως η αληθινή ευτυχία συχνά κρύβεται στις πιο απλές στιγμές: σε μια ανάσα καθαρού αέρα, στο τραγούδι του νερού, σε μια ματιά που χάνεται στο βάθος του τοπίου.


Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Το δημοτικό τραγούδι του Αγίου Γεωργίου από τη Λαογραφική Συλλογή Βαλτινού: εισαγωγή και ερμηνευτική ανάλυση

 

Το δημοτικό τραγούδι του Αγίου Γεωργίου από τη Λαογραφική Συλλογή Βαλτινού του δημοδιδασκάλου Δημητρίου Μπούγα αποτελεί ένα πολύτιμο τεκμήριο της προφορικής παράδοσης της Θεσσαλίας και ιδιαίτερα της τοπικής λαϊκής μνήμης. Μέσα από τους στίχους του αποτυπώνονται η πίστη του λαού στη θαυματουργική δύναμη του Αγίου, οι ιστορικές μνήμες της Τουρκοκρατίας, αλλά και η ανθρώπινη αγωνία μπροστά στον κίνδυνο και την αδικία. Το τραγούδι συνδυάζει θρησκευτικά, ιστορικά και δραματικά στοιχεία, παρουσιάζοντας μια συγκλονιστική αφήγηση όπου η ικεσία, το θαύμα και η απογοήτευση συνυφαίνονται με μοναδικό τρόπο. Η ανάλυσή του αναδεικνύει τόσο τη λαογραφική του αξία όσο και τα βαθύτερα συμβολικά μηνύματα που φέρει η λαϊκή ποίηση.

Ένα μικρό πασιόπουλο (τάβλας)

Ένα μικρό πασιόπουλο κι ένα πασιοπουλάκι

Μια Ρωμιοπούλα κυνηγάει και θέλει να την πιάσει

Και η κόρη τα κατάλαβε, τα πλάγια-πλάγια παίρνει

Στον Άη-Γιώργη στάθηκε και τον παρακαλούσε

Όλοι άγιοι να βοηθούν και όλοι να μη βοηθάνε

Και συ Άγιε Γιώργη μου καλέ, μεγάλο είν’ τ’ όνομά σου

Να μου χαρίσεις τη ζωή απ’ αυτόν τον παλιοτούρκο

Να σ’ φέρω λίτρα το κερί και δυο λίτρες το λάδι

Να σφάξω και στη μνήμη σου ένα κουτοπουλάκι

Και σκίστηκε το μάρμαρο και μπαίν’ η κόρη μέσα

Να κι ο Τούρκος πού ’ρχεται τ’ αλάργα προσκυνάει:

- Όλοι άγιοι μ’ βοηθοί, όλοι να με βοηθάνε

Και συ Άγιε Γιώργη καλέ, μεγάλο τ’ όνομά σου,

Αυτή την κόρη απ’ έχεις αυτού για να μου τη χαρίσεις

Να φέρω αμάξια το κερί και φόρτωμα θυμιάμα

Μ’ αυτά τα βαλοτόμαρα, να κουβαλώ το λάδι

Να σφάξω και στη μνήμη σου τριών χρονών δαμάλι

Να βαφτιστώ και στη μνήμη σου και Γιώργη τ’ όνομά μου

Αυτήν την κόρη πού ’χεις αυτού για να μου τη χαρίσεις

Και σκίστηκε το μάρμαρο και βγαίν’ η κόρη έξω

Με τα μαλλάκια τ’ς ξέπλεκα, τα χέρια τ’ς κομποδιάζει

Απ’ τα μαλλιά την άρπαξε, στη γη την γονατίζει

Ψιλή φωνούλα έβγαλε όσο και αν μπορούσε

- Ακούστε σεις οι Χριστιανοί κι Ελλαδοβαφτισμένοι

Τον Άγιο Γιώργη μην τάξετε κερί να μην του πάτε

Και συ Άγιε Γιώργη μου καλέ, και συ, τα πολλά θέλεις.

 

Ανάλυση του δημοτικού τραγουδιού του Αγίου Γεωργίου

Το τραγούδι αυτό ανήκει στην κατηγορία των παραλογών και θρησκευτικών αφηγηματικών δημοτικών τραγουδιών, όπου συνυφαίνονται η πίστη, ο φόβος, το θαύμα και η ανθρώπινη αγωνία. Το θέμα του περιστρέφεται γύρω από τη σωτηρία μιας νέας κοπέλας από έναν Τούρκο διώκτη, με τη θαυματουργική παρέμβαση του Αγίου Γεωργίου.

Το τραγούδι έχει σαφή δραματική εξέλιξη και μπορεί να χωριστεί σε τέσσερα μέρη:

1. Ο διωγμός της κόρης

Η αρχή του τραγουδιού παρουσιάζει έναν διώκτη, τον μικρό πασά (πασιόπουλο): «Μια Ρωμιοπούλα κυνηγάει και θέλει να την πιάσει»

Η λέξη Ρωμιοπούλα είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς δηλώνει την Ελληνίδα χριστιανή κοπέλα, συνδέοντας το τραγούδι με τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Η κοπέλα αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο: «τα πλάγια-πλάγια παίρνει»

Η έκφραση αποδίδει με ζωντάνια την προσπάθεια διαφυγής και δημιουργεί ένταση.

2. Η ικεσία προς τον Άγιο

Η κόρη βρίσκει καταφύγιο στην εκκλησία: «Στον Άη-Γιώργη στάθηκε και τον παρακαλούσε»

Εδώ ο ναός λειτουργεί ως ιερός χώρος προστασίας και ασύλου.

Η επίκληση στον Άγιο είναι συγκινητική: «Να μου χαρίσεις τη ζωή απ’ αυτόν τον παλιοτούρκο»

Ο Άγιος Γεώργιος εμφανίζεται ως προστάτης των αδυνάτων και υπερασπιστής της χριστιανικής κοινότητας.

Η κόρη τάζει: «λίτρα το κερί», «δυο λίτρες το λάδι», «ένα κουτοπουλάκι»

Τα τάματα αυτά έχουν βαθιά λαογραφική σημασία. Εκφράζουν τη λαϊκή αντίληψη της ανταποδοτικής σχέσης με το θείο: ο πιστός ζητά βοήθεια και υπόσχεται προσφορά.

3. Το θαύμα

Το πιο εντυπωσιακό σημείο είναι: «Και σκίστηκε το μάρμαρο και μπαίν’ η κόρη μέσα»

Πρόκειται για καθαρά θαυματουργικό μοτίβο.

Το μάρμαρο, στοιχείο του ναού, ανοίγει και κρύβει την κόρη. Ο ναός μετατρέπεται σχεδόν σε ζωντανό οργανισμό.

Αυτό το μοτίβο απαντά συχνά στη λαϊκή παράδοση, όπου οι άγιοι επεμβαίνουν υλικά στον κόσμο.

4. Η αντιστροφή – η ειρωνεία του τραγουδιού

Εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον στοιχείο.

Ο Τούρκος έρχεται και αυτός να παρακαλέσει: «Όλοι άγιοι μ’ βοηθοί»

και προσφέρει ακόμα μεγαλύτερα τάματα: «αμάξια το κερί», «φόρτωμα θυμιάμα», «τριών χρονών δαμάλι»

Η υπερβολή εδώ είναι εμφανής και λειτουργεί ειρωνικά.

Ο ξένος προσπαθεί να “εξαγοράσει” το θαύμα με μεγαλύτερη προσφορά.

5. Η δραματική κορύφωση

Το μάρμαρο ανοίγει ξανά: «Και σκίστηκε το μάρμαρο και βγαίν’ η κόρη έξω»

Όμως αυτή τη φορά η κοπέλα δεν σώζεται. Ο Τούρκος τη συλλαμβάνει.

Η σκηνή είναι έντονα δραματική: «Απ’ τα μαλλιά την άρπαξε»

Εδώ κορυφώνεται το τραγικό στοιχείο.

6. Ο καταγγελτικός επίλογος

Το πιο συγκλονιστικό μέρος είναι το τέλος: «Τον Άγιο Γιώργη μην τάξετε κερί να μην του πάτε»

Η κοπέλα εκφράζει πικρία και απογοήτευση προς τον Άγιο.

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό λαογραφικά, γιατί φανερώνει τη λαϊκή ειλικρίνεια απέναντι στο θείο.

Ο λαός δεν διστάζει να εκφράσει παράπονο ακόμα και προς έναν άγιο.

Η φράση: «και συ, τα πολλά θέλεις» αποτελεί σχεδόν κοινωνικό σχόλιο για τα τάματα και τη σχέση πίστης–προσφοράς.

7. Ιστορική και κοινωνική διάσταση

Το τραγούδι αντανακλά μνήμες της Τουρκοκρατίας.

Η αντίθεση: Ρωμιοπούλα  - Τούρκος είναι σαφώς εθνικοθρησκευτική.

Δεν είναι απλώς προσωπικό επεισόδιο αλλά συμβολίζει τη σύγκρουση: χριστιανισμού / κατακτητή, αθωότητας / βίας, αδύναμου / ισχυρού.

8. Λαογραφική σημασία

Το τραγούδι είναι πολύτιμο γιατί διασώζει: τοπική γλώσσα, προφορικό ύφος, έθιμα ταμάτων, πίστη στα θαύματα, μνήμη της Τουρκοκρατίας.

Η καταγραφή του από τον δημοδιδάσκαλο Δημήτριο Μπούγα έχει μεγάλη σημασία για τη λαογραφία του Βαλτινού και της Θεσσαλίας.

9. Συμπέρασμα

Πρόκειται για ένα τραγούδι με έντονο δραματικό χαρακτήρα, όπου η πίστη στον Άγιο Γεώργιο συναντά την ανθρώπινη απόγνωση και την ιστορική μνήμη.

Ο Άγιος δεν παρουσιάζεται μόνο ως θαυματουργός, αλλά και ως μορφή απέναντι στην οποία ο λαός μπορεί να εκφράσει ακόμα και παράπονο.

Αυτό κάνει το τραγούδι εξαιρετικά αυθεντικό και βαθιά ανθρώπινο.


Απεβίωσε ο Βασίλειος Ν. Τσιγάρας

 

Απεβίωσε ο συγχωριανός Βασίλειος Ν. Τσιγάρας την Τετάρτη 22 Απριλίου 2026, σε ηλικία 79 ετών.

Ο Βασίλειος Τσιγάρας του Νικολάου και της Γεωργίας, γεννήθηκε το 1947. Παντρεύτηκε με την Αγορίτσα το γένος Θωμά Κολέτσιου και απόχτησαν δύο κόρες, την Γεωργία και την Νικολέτα.

Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει την Πέμπτη 23/4/2026 και ώρα 4:00 μ.μ. στον Ι.Ν. Αγίου Αθανασίου Βαλτινού Τρικάλων. Παρακαλούνται οι συγγενείς και φίλοι όπως προσέλθουν και συνοδεύσουν την εκφορά του.

Σημ. Η σορός θα μεταφερθεί στον Ι.Ν. Αγίου Αθανασίου Βαλτινού Τρικάλων την Πέμπτη 23/4/2026 και ώρα 3:30 μ.μ.


Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Στο τραπέζι της μνήμης

 

Στο λιτό τραπέζι, εκεί όπου το στυλό αιωρείται ανάμεσα στα χαρτιά σαν μικρό εργαλείο μνήμης, ο φιλόλογος καθηγητής Ευάγγελος Στάθης μοιάζει να επιτελεί ένα έργο βαθύτερο από μια απλή καταγραφή. Δεν συλλέγει μόνο λέξεις, συλλέγει ψυχές, ανασύρει χρόνους που κινδυνεύουν να χαθούν, δίνει φωνή σε έναν κόσμο που έζησε μέσα στη σιωπή των καθημερινών ανθρώπων. Γύρω του, η ομήγυρη των ηλικιωμένων γυναικών του Βαλτινού -η Γεωργία, η Ζωή, η Βάγια, η Ευθυμία και η Βασιλική- ως συνομιλήτριες, είναι οι άγρυπνες φύλακες της μνήμης του τόπου.

Στα πρόσωπά τους είναι χαραγμένα τα χρόνια, μα στα μάτια τους λάμπει ακόμη η ζωντάνια της παράδοσης. Δεν δυσκολεύτηκαν να θυμηθούν, γιατί όσα αφηγήθηκαν δεν ήταν ξένες γνώσεις, ούτε ψυχρά ιστορικά στοιχεία. Ήταν βιώματα, εμπειρίες σμιλεμένες μέσα στον χρόνο, κομμάτια ζωής που πέρασαν από γενιά σε γενιά σαν άσβεστη φλόγα. Τα τραγούδια που ψιθύρισαν, τα παραμύθια που διηγήθηκαν, οι μύθοι, τα παιχνίδια των παιδικών τους χρόνων, οι ιστορίες του παλιού τρόπου ζωής, όλα έμοιαζαν να αναδύονται από τα βάθη της συλλογικής μνήμης του χωριού.

Εκείνη η στιγμή της συνομιλίας αποκτά σχεδόν ιερό χαρακτήρα. Ο λόγος των γυναικών γίνεται γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ενώ ο ερευνητής, με σεβασμό και αφοσίωση, λειτουργεί ως μεσολαβητής ανάμεσα στη λήθη και τη διάσωση. Κάθε λέξη που σημειώνει είναι ένας σπόρος μνήμης, κάθε φράση μια πράξη αντίστασης απέναντι στη φθορά του χρόνου.

Γιατί ένας τόπος δεν ζει μόνο μέσα από τα σπίτια, τους δρόμους ή τα τοπία του. Ζει κυρίως μέσα από τις αφηγήσεις των ανθρώπων του, μέσα από τα τραγούδια που ακούστηκαν στα πανηγύρια, τα μοιρολόγια που συνόδευσαν τις απώλειες, τα παραμύθια που νανούρισαν τα παιδιά, τις συνήθειες που ένωσαν τις οικογένειες και την κοινότητα. Εκεί βρίσκεται η αληθινή του ταυτότητα.

Έτσι, ο Βαγγέλης Στάθης δεν ολοκλήρωσε απλώς μια εργασία, ολοκλήρωσε ένα χρέος προς τον τόπο του. Με την έκδοση του δίτομου έργου «Το Βαλτινό» το 2002, κατόρθωσε να μετατρέψει τον προφορικό λόγο σε διαχρονικό μνημείο. Το βιβλίο αυτό δεν είναι μόνο ένα ιστορικό ή λαογραφικό πόνημα, είναι η ζωντανή ψυχή του χωριού, αποτυπωμένη στο χαρτί, ώστε οι επόμενες γενιές να μπορούν να ακούσουν τις φωνές εκείνων που έζησαν πριν από αυτές.

Ίσως τελικά αυτή να είναι η βαθύτερη αξία της μνήμης: να μην αφήνει τον χρόνο να σβήνει τους ανθρώπους και τον τόπο τους, αλλά να τους μεταμορφώνει σε λόγο, σε παράδοση, σε αιωνιότητα.





Τα Βαλτσινιώτικα

Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα,
εδώ στα Βαλτσινιώτικα,
θα λέμε τον καημό μας,
τα βάσανα, τις πίκρες μας,
τα ωραία απ το χωριό μας.

Τώρα που ήρθε η Άνοιξη κι ανθίσανε οι κάμποι,
ομόρφυναν οι γειτονιές και το χωριό μας λάμπει.

Στον Κόζιακα ελιώσανε τα χιόνια κι οι χειμώνες,
και τα λιβάδια φλόμωσαν με χόρτο κι ανεμώνες.

Άνοιξαν κι όλες οι καρδιές, ο έρωτας γιορτάζει,
το Βαλτινό την Άνοιξη παράδεισος φαντάζει.

Έφτιαξε κι η διάθεση σαν το γλυκό μεθύσι,
κι όλα φαντάζουν όμορφα μέσα σ’ αυτή τη φύση.

Σ’ ένα μονάχα πρόβλημα δε φαίνεται η λύση:
εκεί στη Μέση Ανατολή, που σφάζονται οι κροίσοι.

Ποιον κερατά να εμπιστευτείς και ποιον να αγνοήσεις;
«την κατηφόρα της ζωής» πώς να τη σταματήσεις;

Μόνο για λίγο, φίλοι μου, κρατάει η χαρά μας·
οι πόλεμοι που μαίνονται μας κόβουν τα φτερά μας.

Κι έτσι γυρίζουν στο μυαλό τα λόγια και θυμίζουν
του Διάκου το ανάθεμα, λίγο πριν τον σουβλίσουν:

«Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει,
τώρα που ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γης χορτάρι».



Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Το λιβάδι ως τεκμήριο εποχής: Βαλτινό, δεκαετία 1960

 

Η παραπάνω φωτογραφία μπορεί να ιδωθεί ως ένα μικρό, αλλά πολύτιμο ιστορικό τεκμήριο της ελληνικής υπαίθρου κατά τη δεκαετία του 1960 - μιας περιόδου μεταβατικής, όπου το αγροτικό τοπίο συνυπάρχει με τα πρώτα ίχνη κοινωνικής και πολιτισμικής αλλαγής.

Οι τρεις γυναίκες ενσαρκώνουν τον τύπο της νεαρής επαρχιώτισσας της εποχής: ντυμένες με απλά φορέματα δυτικού τύπου, χωρίς παραδοσιακές φορεσιές, γεγονός που υποδηλώνει ήδη την απομάκρυνση από τις τοπικές ενδυματολογικές παραδόσεις. Η καθιέρωση του έτοιμου ή ημι-έτοιμου ενδύματος, καθώς και η διάδοση πατρόν μέσω περιοδικών, είχε αρχίσει να επηρεάζει ακόμη και τα χωριά. Οι ζακέτες, ελαφριές και πρακτικές, εξυπηρετούν τόσο τις ανάγκες της καθημερινότητας όσο και τους άτυπους κανόνες ευπρέπειας που χαρακτήριζαν τις αγροτικές κοινωνίες.

Η κόμη τους ακολουθεί τις επιρροές της εποχής, πιθανότατα εμπνευσμένες από τον αστικό χώρο: κοντά ή με όγκο, προσεγμένα χτενίσματα που δείχνουν ότι, παρά τη γεωγραφική απόσταση, τα πρότυπα αισθητικής διαχέονται μέσα από τον κινηματογράφο, τα περιοδικά και τη μετανάστευση. Είναι η εποχή που η εικόνα της γυναίκας αρχίζει να μετασχηματίζεται, χωρίς όμως να αποκόπτεται από τις τοπικές αξίες.

Το παιδί, τοποθετημένο στο κέντρο της σύνθεσης, φέρει ενδυμασία που συνδυάζει πρακτικότητα και φροντίδα - ένα πλεκτό επάνω ένδυμα και κοντό παντελονάκι, χαρακτηριστικά της παιδικής ένδυσης της εποχής. Η παρουσία του λειτουργεί και συμβολικά: πρόκειται για τη γενιά που θα μεγαλώσει μέσα στη δεκαετία της αστυφιλίας, της μετανάστευσης προς το εξωτερικό και της σταδιακής εγκατάλειψης της παραδοσιακής αγροτικής ζωής.

Το τοπίο ενισχύει αυτή την ανάγνωση. Το ανοιχτό λιβάδι, τα διάσπαρτα δέντρα, το ζώο που βόσκει στο βάθος, συγκροτούν μια εικόνα της αγροτικής οικονομίας που ακόμη κυριαρχεί. Η γη παραμένει βασικός πόρος ζωής, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται στο κατώφλι της αλλαγής: η μηχανοποίηση και η εγκατάλειψη της υπαίθρου δεν έχουν ακόμη κορυφωθεί, αλλά διαγράφονται στον ορίζοντα.

Έτσι, η φωτογραφία δεν είναι απλώς μια οικογενειακή στιγμή. Είναι ένα στιγμιότυπο της ελληνικής επαρχίας λίγο πριν τη μεγάλη της μετάβαση - ένα ήσυχο, αλλά εύγλωττο ντοκουμέντο μιας κοινωνίας που ισορροπεί ανάμεσα στη συνέχεια και την αλλαγή.


Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Μια συνάντηση γεμάτη ανθρωπιά (Της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Καλημέρα, Δημήτρη.

Θέλω να σου διηγηθώ μια μικρή ιστορία που έζησα χθες το πρωί και που με συγκίνησε βαθιά.

Βγήκα για το συνηθισμένο μου περπάτημα στη Φιλαδέλφεια, σε έναν ήσυχο πεζόδρομο. Καθώς προχωρούσα, το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε ένα παγκάκι, όπου καθόταν μια ηλικιωμένη κυρία, μια γλυκιά γιαγιούλα, ντυμένη απλά, με το μπαστούνι της στο πλάι και την τσάντα της ακουμπισμένη δίπλα της. Όσο πλησίαζα, ένιωσα πως το πρόσωπό της μου ήταν γνώριμο. Και πράγματι, ήταν η ίδια κυρία που είχα συναντήσει πέρσι το καλοκαίρι, στον ίδιο ακριβώς δρόμο, χαμένη και αποπροσανατολισμένη, ανήμπορη να θυμηθεί πού βρισκόταν ή πού έμενε. Τότε, μην ξέροντας πώς αλλιώς να τη βοηθήσω, είχα καλέσει το εκατό.

Τώρα την πλησίασα με ευγένεια και τη χαιρέτησα.

«Καλημέρα σας. Χρειάζεστε κάποια βοήθεια;» τη ρώτησα.

Με κοίταξε ήρεμα και μου απάντησε:
«Όχι, παιδί μου, πάω εδώ κοντά σε ένα μαγαζί, μου χάλασε η ραπτομηχανή.»

«Πώς σας λένε;» τη ρώτησα.

«Στέλλα. Τι σημασία έχει;» μου είπε.

Τότε της συστήθηκα:
«Εμένα με λένε Θεοδώρα, αλλά με φωνάζουν Ρούλα.»

Της πρότεινα να τη συνοδεύσω στο σπίτι της, εξηγώντας της πως σήμερα ήταν Κυριακή και όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Εκείνη με κοίταζε σιωπηλή, χωρίς να απαντά. Με μια βαθιά ανάγκη να την καθησυχάσω, της είπα σχεδόν παρακλητικά:

«Κυρία Στέλλα, θέλω να με εμπιστευθείτε. Σας παρακαλώ, αφήστε με να σας βοηθήσω. Έχω κι εγώ γονείς…»

Τη στιγμή εκείνη, τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Η σκέψη των δικών μου ανθρώπων με λύγισε.

«Αν θέλετε, μπορώ να σας βοηθήσω», της είπα ξανά.

Τότε σηκώθηκε αργά. Της έδωσα το χέρι μου και με πήρε αγκαζέ. Περάσαμε μαζί τον κεντρικό δρόμο και, ευτυχώς, κάπου εκεί άρχισε να θυμάται πού ήταν το σπίτι της. Δεν ήταν ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά. Προχωρούσαμε σιγά σιγά, με μικρά, προσεκτικά βήματα, και σε όλη τη διαδρομή μου μιλούσε με τρυφερότητα.

«Θεοδώρα μου γλυκιά…» μου έλεγε ξανά και ξανά, χαρίζοντάς μου αμέτρητες ευχές.

Και ύστερα, με μια φράση που θα μείνει για πάντα χαραγμένη μέσα μου, μου είπε:

«Θεοδώρα… θεού δώρο ήσουν σήμερα για μένα. Θα με έψαχνε η κόρη μου και θα με μάλωνε. Μην της πεις ότι έφυγα.»

Της χαμογέλασα για να την καθησυχάσω.

«Όχι, μη φοβάστε», της απάντησα. «Όμως να μην ξαναφύγετε μόνη σας από το σπίτι, γιατί μπορεί κάποιος να σας κάνει κακό.»

Όταν φτάσαμε, για να βεβαιωθώ πως πράγματι ήταν το σπίτι της, της ζήτησα να βγάλει τα κλειδιά της. Στάθηκα λίγα μέτρα πιο πίσω, για να μην αισθανθεί ότι θέλω να της κάνω κακό ή να την τρομάξω. Εκείνη άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Από το παράθυρο μας είδε ο σύζυγός της, και του εξήγησα τι είχε συμβεί.

Έφυγα από εκεί βαθιά συγκινημένη.

Όλη μέρα αναλογίζομαι αυτή τη συνάντηση. Ίσως γιατί έχω κι εγώ δύο γονείς, που, ευτυχώς, έχουν δίπλα τους το παιδί τους, τον αδερφό μου, που τους φροντίζει με αγάπη και αφοσίωση. Βρίσκονται περίπου στην ίδια κατάσταση, ξεχνούν, μπερδεύονται, χρειάζονται διαρκή παρουσία και φροντίδα. Αν δεν ήταν εκείνος κοντά τους, ίσως κι εμείς να τους αναζητούσαμε στους δρόμους.

Τα δάκρυα που έτρεχαν χθες από τα μάτια μου ήταν δάκρυα συγκίνησης, αγάπης και φόβου μαζί.

Μοιράζομαι αυτή την ιστορία μαζί σου, γλυκέ μου φίλε, γιατί ξέρω πως κι εσύ πέρασες κάτι παρόμοιο με τη μητέρα σου. Εγώ, από την άλλη, έχω ακόμη και τους δύο γονείς μου, που ξεχνούν, και νιώθω ευγνωμοσύνη που ο αδερφός μου βρίσκεται δίπλα τους, προσφέροντάς τους αγάπη, φροντίδα και ασφάλεια.


επικοινωνιστε μαζι μας