Του Δημήτρη Τσιγάρα
Ο
Αλή πασάς των Ιωαννίνων είχε συγκεντρώσει αμύθητα πλούτη. Ένα μέρος τους
βρισκόταν στο Τεπελένι, τόπο καταγωγής και οικογενειακής του δύναμης. Ένας
άλλος, όμως, θησαυρός βρισκόταν στα Γιάννενα, μέσα στο κάστρο, πίσω από τις
βαριές πόρτες των σεραγιών του.
Και
όσο ο Αλή πασάς μεγάλωνε σε δύναμη, τόσο μεγάλωνε και ο πλούτος του.
Όταν
όμως ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ αποφάσισε να συντρίψει τον ισχυρό πασά της Ηπείρου,
άρχισε μια πολιορκία που κράτησε σχεδόν δύο χρόνια. Τα Γιάννενα έγιναν μια
κλειστή πολιτεία, όπου η πείνα, ο φόβος και η προδοσία περπατούσαν στους
δρόμους πλάι στους ανθρώπους.
Ο
χρυσός άρχισε τότε να λιώνει μέσα στη φωτιά του πολέμου.
Νομίσματα,
ασήμι και άλλα πολύτιμα αντικείμενα χρησιμοποιούνταν για τη διατροφή και τη
μισθοδοσία των στρατιωτών του Αλή πασά και των γιων του, Μουχτάρ, Βελή και
Σαλήχ. Ο θησαυρός λιγόστευε μέρα με τη μέρα.
Υπήρχαν
όμως πράγματα που δεν μπορούσαν εύκολα να γίνουν ψωμί ούτε να πληρώσουν έναν
στρατιώτη.
Πολύτιμοι
λίθοι, μαργαριτάρια, κοσμήματα και τζοβαϊρικά έμεναν κλεισμένα στα σεντούκια.
Ήταν δύσκολο να πουληθούν μέσα στην πολιορκημένη πόλη και ακόμη δυσκολότερο να
μεταφερθούν σε ασφαλή τόπο.
Κάποια
στιγμή ο Αλή πασάς πληροφορήθηκε πως η προδοσία είχε φωλιάσει ακόμη και μέσα
στον στενό κύκλο του.
Έφυγε
τότε για το νησί της λίμνης, όπου έμεινε για πέντε ή έξι ημέρες, προκειμένου να
τακτοποιήσει κάποιες τελευταίες υποθέσεις του.
Στο
κάστρο έμειναν η Κυρά Βασιλική και ο Θανάσης Βάγιας.
Ο
Βάγιας δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος της αυλής. Ήταν το δεξί χέρι του Αλή πασά,
ένας από εκείνους που γνώριζαν τα μυστικά του, τις κρυψώνες του και τους
ανθρώπους που εμπιστευόταν. Και δίπλα του στεκόταν η Κυρά Βασιλική, γυναίκα με
ξεχωριστή θέση στην αυλή, που είχε μοιραστεί μαζί του χρόνια δύναμης αλλά και
τις τελευταίες ημέρες της μεγάλης πτώσης.
Οι
δυο τους ήξεραν πως ο χρόνος είχε τελειώσει.
Και
τότε άρχισε η μεγάλη φυγή του θησαυρού.
Ο
Βάγιας συγκέντρωσε ό,τι πολύτιμο μπορούσε να μεταφερθεί.
«Το
μάλαμα, το ασήμι, τα τζοβαϊρικά, μαργαριτάρια και λοιπά αξιόλογα πράματα», όπως
σώθηκε στη λαϊκή μνήμη, έγιναν εκατόν είκοσι φορτώματα.
Εκατόν
είκοσι φορτώματα!
Κι
όταν έπεσε η νύχτα, το καραβάνι ξεκίνησε.
Άλογα,
μουλάρια και άνθρωποι φορτωμένοι με τον πλούτο μιας ολόκληρης εποχής πήραν τον
δρόμο μέσα στο σκοτάδι. Δεν υπήρχαν φανάρια. Μόνο η σιωπή της νύχτας, το βαρύ
περπάτημα των ζώων και κάπου μακριά το νερό της λίμνης.
Ο
προορισμός τους ήταν ένας τόπος που έμελλε να δώσει το όνομά του σε έναν από
τους μεγαλύτερους θρύλους της Θεσσαλίας: η Βασιλική των Τρικάλων.
Εκεί,
σύμφωνα με τον μύθο, θα κρυβόταν ο θησαυρός σε ασφαλές μέρος, μέχρι να περάσει
η θύελλα.
Όμως
εκείνη τη νύχτα άρχισε να χάνεται η αλήθεια.
Γιατί
κανείς δεν γνωρίζει τι ακριβώς συνέβη στο καραβάνι.
Άλλοι
λένε πως τα φορτώματα έφτασαν στη Βασιλική και ο θησαυρός κρύφτηκε σε κάποιο
μυστικό σημείο, κάτω από τη γη, σε σπηλιά, σε υπόγειο ή σε τόπο που μόνο λίγοι
γνώριζαν.
Άλλοι
λένε πως, στην πορεία, κάποιοι από εκείνους που μετέφεραν τον θησαυρό
αποφάσισαν να τον κρατήσουν για τον εαυτό τους. Οι ψίθυροι έγιναν συνεννοήσεις,
οι συνεννοήσεις έγιναν απειλές και οι απειλές έγιναν σφαγή.
Το
καραβάνι διαλύθηκε μέσα στη νύχτα.
Άνθρωποι
χάθηκαν. Κάποιοι σκοτώθηκαν. Κάποιοι, ίσως, επέζησαν.
Και
οι λίγοι που γνώριζαν την αλήθεια έκρυψαν τον θησαυρό σε τόπο άγνωστο,
περιμένοντας μια ημέρα που δεν ήρθε ποτέ.
Υπάρχει
όμως και μια πιο σκοτεινή εκδοχή.
Λέγεται
πως ο ίδιος ο Βάγιας, γνωρίζοντας ότι ο θησαυρός δεν έπρεπε να πέσει στα χέρια
των ανθρώπων του Σουλτάνου, είχε προνοήσει να εξαφανίσει τους μεταφορείς.
Έστειλε δικούς του ανθρώπους, οι οποίοι, σε κάποιο άγνωστο σημείο της
διαδρομής, εξόντωσαν εκείνους που γνώριζαν το μυστικό και οδήγησαν τα φορτώματα
σε έναν τόπο που είχαν προετοιμάσει από πριν.
Και
ύστερα... σιωπή.
Μόνο
η νύχτα ξέρει τι έγινε εκείνο το βράδυ.
Την
ίδια ώρα, στα Γιάννενα, η μοίρα του Αλή πασά είχε ήδη κριθεί.
Ο
Ρουσίτ πασάς έστειλε δύο βεζίρηδες στο νησί και ο γέρος πασάς δολοφονήθηκε.
Ύστερα
ο Ρουσίτ στράφηκε προς το κάστρο.
Ήθελε
τον Βάγια. Ήθελε την Κυρά Βασιλική. Και πάνω απ’ όλα ήθελε τον θησαυρό.
Όταν
όμως έφτασε, ήταν αργά. Τα φορτώματα είχαν φύγει.
Ούτε
χρυσός ούτε ασήμι ούτε μαργαριτάρια βρέθηκαν.
Το
σεράι λεηλατήθηκε. Τα έπιπλα πουλήθηκαν. Τα υπάρχοντα του Αλή πασά σκορπίστηκαν
σαν τα φύλλα ενός δέντρου που το χτύπησε ξαφνικά ο άνεμος.
Μόνο
ο μεγάλος θησαυρός παρέμενε άφαντος.
Και
τότε άρχισαν οι υποψίες.
Τα
μάτια στράφηκαν προς τον Χουρσίτ πασά, τον αρχιστράτηγο της πολιορκίας και
πορθητή των Ιωαννίνων. Ψίθυροι έλεγαν πως είχε οικειοποιηθεί μέρος ή και
ολόκληρο τον θησαυρό του Αλή πασά.
Η
φήμη έφτασε μέχρι τον Σουλτάνο.
Και
ο θησαυρός, που κάποτε ήταν σύμβολο της δύναμης του Αλή, έγινε τώρα η σκιά που
ακολουθούσε τον νικητή.
Το
1823, στη Λάρισα, ο Χουρσίτ πασάς έδωσε τέλος στη ζωή του.
Κι
έτσι ο θησαυρός απέκτησε ακόμη ένα μυστήριο.
Ο
Αλή πασάς νεκρός. Ο Χουρσίτ πασάς νεκρός. Και ο θησαυρός άφαντος.
Μα
δεν τελείωσε εκεί η ιστορία.
Η
Κυρά Βασιλική και ο Θανάσης Βάγιας συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην
πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκεί ανακρίθηκαν επίμονα.
Οι
Τούρκοι πίστευαν πως ο Βάγιας γνώριζε τις κρυψώνες του Αλή πασά.
Και
ήξεραν πως η Κυρά Βασιλική γνώριζε πολλά από τα μυστικά του.
Τους
ρωτούσαν ξανά και ξανά:
Πού
είναι ο θησαυρός; Πού έκρυψε ο Αλή πασάς τον χρυσό του; Πού βρίσκονται τα
μαργαριτάρια; Πού είναι τα τζοβαϊρικά;
Ο
Βάγιας σώπαινε. Η Βασιλική σώπαινε.
Και
ίσως αυτή η σιωπή να ήταν το τελευταίο μεγάλο μυστικό της αυλής του Αλή πασά.
Γιατί,
σύμφωνα με τον θρύλο, ο Βάγιας και η Βασιλική γνώριζαν πως ο θησαυρός είχε
φύγει από τα Γιάννενα.
Και
πως κάπου, σε έναν δρόμο που περνούσε από βουνά, ποτάμια και σκοτεινά
περάσματα, είχε χαθεί το ίχνος του.
Ίσως
στη Βασιλική.
Ίσως
κάπου ανάμεσα στα Γιάννενα και τα Τρίκαλα.
Ίσως
κάτω από μια πέτρα που κανείς σήμερα δεν ξεχωρίζει από τις άλλες.
Ίσως
σε μια παλιά υπόγεια κρύπτη.
Ίσως
ακόμη και κάτω από το χώμα ενός τόπου που οι άνθρωποι πατούν καθημερινά χωρίς
να γνωρίζουν τι κρύβει.
Κι
έτσι ο θησαυρός του Αλή πασά δεν βρέθηκε ποτέ.
Μπορεί
να τον πήραν οι άνθρωποι. Μπορεί να τον πήρε η γη. Μπορεί να τον πήρε μαζί του
κάποιος από εκείνους που γνώριζαν την αλήθεια. Ή μπορεί να βρίσκεται ακόμη
εκεί, σιωπηλός και ανέγγιχτος, περιμένοντας έναν άνθρωπο που θα βρεθεί μπροστά
του χωρίς να τον αναζητά.
Γιατί
αυτό λένε οι παλιοί για τους μεγάλους θησαυρούς:
Δεν
τους βρίσκει εκείνος που τους ψάχνει.
Τους βρίσκει εκείνος στον οποίο αποφασίζει η γη να αποκαλύψει το μυστικό της.
Και
ίσως, κάπου στη Βασιλική των Τρικάλων, η γη να κρατά ακόμη βαθιά μέσα της το
μυστικό ενός καραβανιού που πέρασε κάποτε μέσα στη νύχτα.
Ένα
καραβάνι εκατόν είκοσι φορτωμάτων.
Με
χρυσάφι, ασήμι, μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους.
Και
με μια ιστορία που κανείς δεν κατάφερε να θάψει.
Γιατί
ο θησαυρός μπορεί να χάθηκε.
Ο
μύθος του όμως έμεινε.














