Το ποίημα «Ο Μύθος του Βαλτινού» μπορεί να αναλυθεί υπό το πρίσμα της καντιανής ηθικής θεωρίας της κατηγορικής προσταγής (Kategorischer Imperativ) — μιας δεοντολογικής θεωρίας που δίνει έμφαση στο καθήκον, την πρόθεση και την καθολικότητα των ηθικών πράξεων.
Ο
Εμμάνουελ Καντ υποστήριξε ότι μια πράξη είναι ηθικά σωστή αν πηγάζει από
καθήκον και είναι σύμφωνη με μια καθολική αρχή. Η πιο κλασική διατύπωση της
κατηγορικής προσταγής είναι:
«Να
ενεργείς μόνο σύμφωνα με εκείνη την αρχή που θα μπορούσες ταυτόχρονα να
θελήσεις να γίνει καθολικός νόμος».
Μια
άλλη βασική διατύπωση είναι:
«Να
φέρεσαι στην ανθρωπότητα, είτε στον εαυτό σου είτε σε οποιονδήποτε άλλον, πάντα
ως σκοπό και ποτέ μόνο ως μέσο».
Ανάλυση
του ποιήματος υπό το πρίσμα της κατηγορικής προσταγής
Η
πράξη του εμπόρου: βοήθεια της γυναίκας.
Ο
έμπορας, όταν βλέπει τη γυναίκα (χωρίς να ξέρει ότι είναι η Χολέρα),
ενστικτωδώς και ανιδιοτελώς αποφασίζει να τη βοηθήσει:
«Εκείνος
καλοκάγαθος χωρίς να το σκεφθεί
της λέει στ’ άλογό του αμέσως ν’ ανεβεί.»
Ηθική
εκτίμηση κατά Καντ:
-Πράξη
από καθήκον: Η βοήθεια στον συνάνθρωπο χωρίς να περιμένει αντάλλαγμα είναι
πράξη καθήκοντος και συνεπώς ηθική.
-Καθολική
αρχή: Η πράξη «βοηθώ έναν άνθρωπο σε ανάγκη» είναι κάτι που μπορεί να γίνει
καθολικός νόμος — όλοι θα όφειλαν να την ακολουθούν.
-Ο
άλλος ως σκοπός: Ο έμπορας δεν εργαλειοποιεί τη γυναίκα, ούτε πράττει για
προσωπικό όφελος. Την αντιμετωπίζει ως άνθρωπο με αξία.
Άρα, σύμφωνα με τον Καντ, η πρώτη του πράξη
είναι ηθικά άμεμπτη.
Η
αποκάλυψη της αλήθειας: είναι η Χολέρα
Όταν
μαθαίνει την αλήθεια, ο έμπορας συνειδητοποιεί ότι έφερε ακουσίως τον θάνατο
στο χωριό του. Πράττει απελπισμένα:
«Πιάνει σκοτώνει
τ' άλογα και καίει την πραμάτεια [...]
ειδοποιεί για το κακό που στο χωριό
ζυγώνει.»
Ηθική
εκτίμηση κατά Καντ:
Παρότι
πράττει υπό συναισθηματική πίεση (φόβο και ενοχή), οι πράξεις του (καταστροφή
πραγμάτων, ειδοποίηση των συγχωριανών) δεν παραβιάζουν καμία καντιανή αρχή.
Αντιθέτως,
προσπαθεί να αποτρέψει ένα κακό, παρά το ότι ξέρει πως φέρει μέρος της ευθύνης.
Η
τελική του πράξη (αυτοκτονία):
«Ο άμοιρος ο
έμπορας στη Σαλαμπριά πηγαίνει
βουτάει μέσα στα θολά νερά της και πεθαίνει.»
Εδώ
προκύπτει η μεγάλη καντιανή αντίφαση.
Η
αυτοκτονία στην ηθική του Καντ:
Ο
Καντ είναι σαφώς αντίθετος στην αυτοκτονία, γιατί:
Το
άτομο χρησιμοποιεί τον εαυτό του ως μέσο για να ξεφύγει από τον πόνο.
Δεν
σέβεται την ίδια του την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως σκοπό καθαυτό.
Δεν
μπορεί να θελήσει κανείς η αρχή «ο άνθρωπος αυτοκτονεί όταν νιώθει ενοχή ή
πόνο» να γίνει καθολικός νόμος.
Άρα,
η αυτοχειρία του εμπόρου είναι ανήθικη κατά Καντ, όσο και αν φαίνεται τραγικά
κατανοητή.
Η
πράξη:
Ο
έμπορας, όταν μαθαίνει πως η γυναίκα που βοήθησε είναι η Χολέρα, καίει την
πραμάτεια του.
«Πιάνει σκοτώνει
τ’ άλογα και καίει την πραμάτεια
και στου θανάτου τη σκιά δακρύζουνε τα μάτια.»
Στο
πλαίσιο του ποιήματος, φαίνεται ότι ο έμπορας: Καταλαβαίνει πως οποιαδήποτε επαφή με τα
αντικείμενα
και τα άλογα που μετέφεραν τη Χολέρα θα μεταδώσει την ασθένεια. Επομένως, τα καταστρέφει, για να αποτρέψει περαιτέρω
εξάπλωση.
Κριτήρια
Καντιανής αξιολόγησης
Ο
Καντ εξετάζει κάθε πράξη με βάση:
Την
προαίρεση
(αν έγινε από καθήκον).
Την
καθολικότητα
(αν η αρχή πίσω από την πράξη μπορεί να γίνει καθολικός νόμος).
Το
σεβασμό στον άνθρωπο ως αυτοσκοπό.
Είναι
η πράξη ηθικά ορθή;
1.
Η πράξη πηγάζει από καθήκον;
Ναι
— ο έμπορας ενεργεί
από καθήκον προς την κοινότητα: να μην προκαλέσει περισσότερο κακό. Δεν το κάνει από
εγωισμό, συμφέρον ή φόβο, αλλά από ευθύνη.
2.
Μπορεί η αρχή να καθολικευτεί;
Η
ηθική αρχή πίσω από την πράξη θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής:
«Όταν
η ιδιοκτησία μου ενδέχεται να μεταδώσει θανάσιμο κακό, έχω καθήκον να τη
θυσιάσω για το κοινό καλό.»
Αυτή
η αρχή μπορεί
να καθολικευτεί.
Είναι μια πράξη προστασίας
των άλλων,
όχι αυταρχική ή ιδιοτελής. Άρα, είναι συμβατή με την κατηγορική προσταγή.
3.
Υπάρχει σεβασμός προς την ανθρώπινη αξία;
Ναι.
Ο έμπορας δεν
αντιμετωπίζει ούτε τους άλλους ούτε τον εαυτό του ως μέσο, αλλά προσπαθεί να σώσει ζωές. Θυσιάζει υλικά
αγαθά για
χάρη ανθρώπων.
Τι
δεν θα ήταν καντιανά
ορθό:
Αν
έκαιγε την πραμάτεια από
απόγνωση,
αυτοτιμωρία, ή χωρίς λογική βάση (π.χ. για να
ξεσπάσει), τότε η πράξη θα δεν είχε ηθική αξία κατά Καντ, γιατί δεν θα πηγάζει από
καθήκον αλλά από πάθος ή απελπισία.
Όμως
στο ποίημα, η πράξη παρουσιάζεται ως συνειδητή θυσία, όχι παράλογο
ξέσπασμα.
Συμπέρασμα:
Κατά
τον Καντ, η καταστροφή της πραμάτειας είναι ηθικά ορθή πράξη, επειδή:
Πηγάζει
από καθήκον.
Μπορεί
να γίνει καθολικός
νόμος.
Σέβεται
την ανθρώπινη
αξιοπρέπεια
και αποσκοπεί στη διαφύλαξη
της ζωής των άλλων.
Είναι μια από τις λίγες στιγμές του ποιήματος όπου το ηθικό καθήκον, η
πρόθεση και το αποτέλεσμα ευθυγραμμίζονται.
Συμπέρασμα
Το
ποίημα θέτει ένα δραματικό ηθικό δίλημμα, αλλά η προσέγγιση του Καντ είναι
αυστηρή: οι προθέσεις και οι αρχές πίσω από τις πράξεις είναι που καθορίζουν
την ηθική τους αξία, όχι τα αποτελέσματα.
Ο
έμπορας ενήργησε ηθικά, όταν βοήθησε χωρίς σκοπιμότητα. Αλλά παραβίασε το
καντιανό καθήκον προς τον εαυτό του όταν αυτοκτόνησε από ενοχή — υποκύπτοντας
στο συναίσθημα, όχι στο καθήκον.
Όμως
με όλες τις πράξεις, που ηθικά σύμφωνα με τον Κάντ, είναι ορθές , οδήγησαν στην
καταστροφή των κατοίκων ενός χωριού;
Αυτό
είναι πολύ
καίριο ερώτημα
— και αγγίζει τον
βαθύ πυρήνα της καντιανής ηθικής: τι έχει μεγαλύτερη σημασία στην ηθική
μας κρίση;
Η
πρόθεση και η ηθική αρχή,
ή το
αποτέλεσμα μιας πράξης;
Όλες
οι πράξεις του εμπόρου ήταν σύμφωνα με την κατηγορική προσταγή — και όμως, οδήγησαν στην
καταστροφή
του χωριού.
Άρα, πώς μπορούμε να θέλουμε τέτοιες πράξεις να γίνουν καθολικός νόμος, αν έχουν καταστροφικά
αποτελέσματα;
Η
απάντηση του Καντ (με βάση τη θεωρία του)
Ο
Καντ δεν
αξιολογεί τις πράξεις με βάση τις συνέπειες, αλλά αποκλειστικά με βάση το αν αυτές προέρχονται
από καθήκον
και σέβονται
τον ηθικό νόμο.
Για τον Καντ:
Ηθικά
σωστή είναι όχι
η πράξη που οδηγεί στο καλύτερο αποτέλεσμα, αλλά εκείνη που είναι ενεργημένη από καλή
βούληση,
δηλαδή από καθήκον.
Το
ότι μια πράξη είχε τραγικές
συνέπειες,
δεν
σημαίνει ότι ήταν ανήθικη
— αν έγινε με αγαθή πρόθεση και σε συμφωνία με τον ηθικό νόμο.
Η
καθολική
αρχή
«βοηθάω έναν άγνωστο σε ανάγκη χωρίς ιδιοτέλεια» παραμένει έγκυρη, ακόμα κι αν σε
σπάνιες περιπτώσεις οδηγεί αθέλητα σε κακό.
Για
τον Καντ, η
ηθική αξία μιας πράξης είναι εντελώς ανεξάρτητη από το αποτέλεσμά της.
Όμως,
αυτό είναι αντίφαση ή περιορισμός;
Το
δίλημμα που τίθεται αποτελεί μια κριτική που συχνά ασκείται στον Καντ:
«Μπορούμε να θεωρούμε μια πράξη ηθικά σωστή, όταν οι συνέπειές της είναι
καταστροφικές;»
«Δεν
πρέπει οι συνέπειες να παίζουν κάποιον ρόλο στην ηθική κρίση;»
Αυτό
ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η ωφελιμιστική ηθική, όπως εκφράστηκε από τον
Μπένθαμ και τον Μιλ, διαφωνεί με τον Καντ. Οι ωφελιμιστές υποστηρίζουν ότι
ηθικά σωστή είναι η πράξη που επιφέρει το μεγαλύτερο δυνατό καλό — την
περισσότερη δυνατή ευτυχία — για τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων.
Αν,
λοιπόν, μια πράξη, όσο αγαθή κι αν είναι η πρόθεσή της, προκαλεί πολύ πόνο ή
οδηγεί σε μεγάλη καταστροφή, τότε, από ωφελιμιστική σκοπιά, δεν μπορεί να
θεωρηθεί ηθικά αποδεκτή.
Η
περίπτωση του εμπόρου είναι τραγικά ειρωνική: έπραξε από ευσπλαχνία και σύμφωνα
με το καθήκον — άρα, κατά την καντιανή αντίληψη, έπραξε ηθικά σωστά —, όμως το
αποτέλεσμα ήταν ο μαζικός θάνατος ενός ολόκληρου χωριού. Από ωφελιμιστική
σκοπιά, η πράξη του είναι ηθικά καταδικαστέα.
Έτσι,
το ποίημα αναδεικνύει με δραματικό τρόπο την ένταση ανάμεσα στην ηθική αρχή και
τις συνέπειες της πράξης.
Ο
Καντ θα έλεγε: «Ο έμπορος έκανε το σωστό, ακόμη κι αν ο κόσμος καταστράφηκε».
Ο
Μιλ θα απαντούσε: «Αν γνώριζες ότι από την πράξη σου θα πέθαινε ολόκληρο το
χωριό, δεν θα έπρεπε να τη βοηθήσεις, τελικά, δεν ωφελείς κανέναν».
Και
τότε προκύπτει το καίριο καντιανό ερώτημα:
«Αυτό
θέλουμε να γίνει καθολικός νόμος;»
Κατά
τον Καντ, η απάντηση είναι καταφατική: η αρχή της ανιδιοτελούς βοήθειας πρέπει
να μπορεί να καταστεί καθολικός νόμος, ανεξάρτητα από το κόστος ή τις
συνέπειες.
Όμως, θέτοντας το ζήτημα που οδηγεί κατευθείαν
στην καρδιά της φιλοσοφικής διαφωνίας, μπορούμε να αναρωτηθούμε:
Μήπως
χρειάζεται μια σύνθεση ανάμεσα στο καθήκον και τις συνέπειες;
Μήπως
καμία ηθική θεωρία δεν μπορεί να δώσει από μόνη της απάντηση σε κάθε ανθρώπινο
δίλημμα;
Κι
ίσως εκεί ακριβώς να έγκειται και η δύναμη του ποιήματος:
Δεν
μας δίνει εύκολες απαντήσεις, μας αφήνει αντιμέτωπους με τραγικά διλήμματα.
Γιατί η ηθική σκέψη αρχίζει ίσως εκεί ακριβώς όπου οι εύκολες απαντήσεις τελειώνουν και τα πράγματα γίνονται πραγματικά δύσκολα.
Ο μύθος του Βαλτινού
Ήταν λένε κάποτε και είναι αληθινό
ένας νέος έμπορας από το Βαλτινό.
Είχε τρία άλογα βαρβάτα δυνατά
και ταξίδια έκανε συχνά προς τη Φραγκιά.
Δυο τρεις φορές το χρόνο ταξίδευε εκεί
κι έμοιαζε η πραμάτεια του προίκα βασιλική.
Αγόραζε μπακίρια, μετάξια, ασημικά,
υφάσματα, κασμίρια και ρούχα πλουμιστά.
Σε ένα απ' τα ταξίδια του, γυρνώντας στο χωριό
κακοκαιριά τον πιάνει κοντά στον Πηνειό.
Πλημμύρισε ο τόπος και βγήκε η Σαλαμπριά
και το νερό απειλούσε τα γύρω τα χωριά.
Καθώς λοιπόν για πέρασμα κοιτούσε για να βρει
αντίκρισε μπροστά του γυναίκα μοναχή,
χλωμή μαυροφορούσα, με μακριά μαλλιά,
να τον κοιτάει στα μάτια, βουβή χωρίς μιλιά.
Παίρνει αυτός το λόγο και ευθύς την ερωτά:
-Ποια είσαι; Τι γυρεύεις, μονάχη εδώ κυρά;
-Απέναντι πηγαίνω μα το πολύ νερό,
μου έκλεισε το δρόμο και μάταια προσπαθώ.
Εκείνος καλοκάγαθος χωρίς να το σκεφθεί
της λέει στ' άλογό του αμέσως ν' ανεβεί.
Και με κινδύνους χίλιους, τα ορμητικά νερά
περάσανε και βγήκαν στην απέναντι μεριά.
-Σ' ευχαριστώ λεβέντη μου, χρόνια πολλά να ζήσεις,
για το καλό που μ' έκανες χάρη μη μου ζητήσεις.
Εγώ μονάχα θα σου πω ποια είμαι τι ζητάω,
Χολέρα με φωνάζουνε και στο χωριό σου πάω.
Τα πάνω κάτω ήρθανε κι αντάριασε η μέρα
την ώρα που του έλεγε πως ήταν η χολέρα.
Απεγνωσμένος έφερε στη σκέψη τα παιδιά του
την όμορφη γυναίκα του και ράγισε η καρδιά του.
Πιάνει σκοτώνει τ' άλογα και καίει την πραμάτεια
και στου θανάτου τη σκιά δακρύζουνε τα μάτια.
Τρέχει κι αρχίζει με φωνές τον κάμπο να οργώνει
ειδοποιεί για το κακό που στο χωριό ζυγώνει.
Ανάστατοι οι κάτοικοι τα σπίτια τους αφήσαν’
γέροι γυναίκες και παιδιά, γρήγορα την κολλήσαν’
και πριν προλάβουν για καλά τους έχει ξεκληρίσει
λίγοι προφτάσαν’ κρύφτηκαν σε κάποιο εξωκλήσι.
Στον Αι Θανάση κρύφτηκαν και με την προσευχή τους
ζητούν βοήθεια απ' το θεό για την καταστροφή τους.
Το Παλιοχώρι χάθηκε, το αφάνισε μια μέρα
στο πέρασμά της από ’κεί η άτιμη χολέρα.
Ο άμοιρος ο έμπορας στη Σαλαμπριά πηγαίνει
βουτάει μέσα στα θολά νερά της και πεθαίνει.
Από την ευσπλαχνία του και το φιλότιμό του
χωρίς να θέλει έφερε το χάρο στο χωριό του.
Περνά διαβαίνει ο καιρός και φεύγει η χολέρα
και φάνηκε η άνοιξη στο δροσερό αέρα.
Ρίχνονται τότε στη δουλειά πιο κάτω και αρχίζουν
το Βαλτινό του σήμερα όλοι μαζί το κτίζουν.
Δημήτρης Τσιγάρας


























