Μια αφήγηση για τους πέντε ήρωες της πλατείας Ρήγα Φεραίου
Του Δημήτρη Τσιγάρα
Ήταν μια μαύρη μέρα.18
Απριλίου 1944.
Η άνοιξη είχε ντύσει τα
Τρίκαλα με φως, κι όμως εκείνο το πρωινό ο ουρανός έμοιαζε βαρύς, σαν να
γνώριζε το κακό που ερχόταν. Στην πλατεία Ρήγα Φεραίου απλώθηκε μια παγωμένη
σιωπή, μια σιωπή που έκοβε την ανάσα. Οι λιγοστοί περαστικοί στάθηκαν στις
άκρες των πεζοδρομίων, με βλέμματα καρφωμένα στην είσοδο της πλατείας.
Και τότε ακούστηκε.
Ένα βαθύ, μεταλλικό
μουγκρητό έσκισε τον αέρα.
Ένα γερμανικό καμιόνι
πλησίαζε αργά, βαριά, σαν κτήνος που ερχόταν να κατασπαράξει τη ζωή. Οι ρόδες
του έτριζαν πάνω στο λιθόστρωτο και η μηχανή του βρυχόταν απειλητικά, ώσπου
σταμάτησε απότομα μπροστά στην πλατεία.
Εκεί, ανάμεσα σε δυο
φανοστάτες, είχε στηθεί ένα μεγάλο ξύλινο δοκάρι.
Πάνω του κρέμονταν πέντε αγχόνες.
Πέντε θηλιές για πέντε
παλικάρια.
Το καμιόνι γύρισε με το
πίσω μέρος του προς τις αγχόνες. Στην καρότσα του στέκονταν οι πέντε
μελλοθάνατοι, νέοι, όρθιοι μέσα στην τελευταία τους ώρα, με τα μάτια στραμμένα
όχι στον θάνατο, αλλά στην πατρίδα που άφηναν πίσω.
Οι Γερμανοί στρατιώτες
άρπαξαν τον πρώτο.
Πέρασαν τη θηλιά στον
λαιμό του.
Για μια στιγμή όλα
πάγωσαν.
Ύστερα το καμιόνι
ξεκίνησε αργά προς την απέναντι μικρή πλατεία. Το σώμα του νεαρού έμεινε να
αιωρείται στον αέρα. Για λίγα δευτερόλεπτα σπαρτάρησε. Τα πόδια του χτύπησαν το
κενό, τα χέρια του πάλεψαν με τον αέρα, και ύστερα… ακινησία.
Νεκρική.
Το ίδιο μαρτύριο
επαναλήφθηκε για τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο.
Κάθε φορά το ίδιο
δρομολόγιο του θανάτου.
Κάθε φορά το ίδιο σπαρακτικό θέαμα.
Κάθε φορά η ίδια παγωμένη σιωπή.
Μα όταν ήρθε η σειρά του
Κώστα Σύρμπα, του 22χρονου παλικαριού, συνέβη κάτι που πάγωσε ακόμη και τις
ψυχές των δημίων.
Η θηλιά κόπηκε.
Το σώμα του έπεσε.
Ένα κύμα ψιθύρων
διαπέρασε το πλήθος.
Σαν να αρνιόταν το ίδιο
το σχοινί να γίνει όργανο του θανάτου.
Οι δήμιοι, έξαλλοι,
έδεσαν δεύτερη θηλιά.
Το καμιόνι ξεκίνησε ξανά.
Και πάλι το σχοινί
κόπηκε.
Σαν να επαναστατούσε
ακόμη και το άψυχο υλικό απέναντι στη βαρβαρότητα.
Μα οι δήμιοι δεν
σταμάτησαν.
Για τρίτη φορά πέρασαν τη
θηλιά στον λαιμό του νεαρού.
Για τρίτη φορά το καμιόνι
προχώρησε.
Και τότε, μέσα στη
νεκρική σιγή της πλατείας, ακούστηκε μόνο ένας ήχος.
Ο σπαραγμός μιας μάνας.
Ένας θρήνος που δεν ήταν
ανθρώπινη φωνή, αλλά πληγή ανοιχτή. Μια μάνα που έβλεπε το παιδί της να
πεθαίνει τρεις φορές μπροστά στα μάτια της. Τα νύχια της έσκιζαν τις σάρκες
της, τα μάτια της έκαιγαν από τον πόνο, κι η φωνή της ανέβαινε στον ουρανό σαν
κατάρα και προσευχή μαζί.
Οι λίγοι Τρικαλινοί και
οι συγγενείς, από τα απέναντι πεζοδρόμια, παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα.
Κανείς δεν μιλούσε.
Τα μάτια τους ήταν γεμάτα
δάκρυα.
Οι ψυχές τους πλημμύριζαν
από πόνο, από οργή, από μια σιωπηλή υπόσχεση ότι αυτή η θυσία δεν θα ξεχαστεί
ποτέ.
Και τότε συνέβη κάτι
σχεδόν μεταφυσικό.
Ο ανοιξιάτικος ήλιος, που
έγερνε προς τη δύση, στάθηκε για λίγο πάνω από την κορυφή του Κόζιακα. Οι
χρυσές του ακτίνες έπεσαν πάνω στα πέντε νεκρά παλικάρια, σαν τελευταίο χάδι
της φύσης, σαν φωτοστέφανο μαρτύρων.
Οι δήμιοι, μέσα στην
απανθρωπιά τους, κρέμασαν στα στήθη των νεκρών πινακίδες:
«Πυροβόλησα Γερμανό
στρατιώτη»
Ήθελαν να τους
στιγματίσουν.
Μα η ιστορία έγραψε άλλα.
Δεν έμειναν ως
εγκληματίες.
Έμειναν ως ήρωες.
Η θυσία τους απλώθηκε
παντού μέσα από το τελευταίο γράμμα του Κώστα Σύρμπα. Ένα γράμμα που κάθε λέξη
του στάζει αίμα και φως:
«Να θυμάσαι πως ο γιος
σου πάει πικραμένος, γιατί δεν θ’ ακούσει τις καμπάνες της Ελευθερίας…
Ζήτω η Ελευθερία.»
Και πράγματι.
Έξι μήνες αργότερα, στις
18 Οκτωβρίου 1944, οι καμπάνες της λευτεριάς χτύπησαν χαρμόσυνα.
Η πόλη γέμισε φως.
Οι άνθρωποι βγήκαν στους
δρόμους.
Η κατοχή είχε τελειώσει.
Μα οι πέντε ήρωες δεν
ήταν εκεί να ακούσουν τον ήχο που τόσο λαχτάρησαν.
Έφυγαν πικραμένοι.
Κι όμως, ίσως να τον
άκουσαν αλλιώς.
Μέσα από τον άνεμο που
περνά ακόμη από την πλατεία.
Μέσα από το ποτάμι που
κυλά δίπλα στο μνημείο τους.
Μέσα από τις καρδιές όσων
θυμούνται.
Γιατί οι καμπάνες της
ελευθερίας δεν χτυπούν μόνο στους ναούς.
Χτυπούν στη μνήμη των
λαών.
Και τα ονόματα των πέντε
παλικαριών θα ηχούν για πάντα μαζί τους, ως παράδειγμα αρετής, τόλμης, θυσίας
και αδιάκοπου αγώνα για ειρήνη και λευτεριά.
Για όλους τους λαούς της
γης.






















.jpg)
.jpg)
.jpg)


.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)





.jpg)




