Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Απεβίωσε η Ευρυδίκη Στεφανή

 

Απεβίωσε η συγχωριανή μας Ευρυδίκη, σύζυγος Δημητρίου Στεφανή, την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026, σε ηλικία 82 ετών.

Η Ευρυδίκη, το γένος Σταύρου Χήρα, γεννήθηκε στο Βαλτινό το 1944. Παντρεύτηκε με τον Δημήτρη Στεφανή και απόχτησαν δύο παιδιά, τον Νίκο και τον Ιωάννη.

Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026 & ώρα 16:30μ.μ., στον Ιερό Ναό Γεννήσεως της Θεοτόκου Δενδροχωρίου Τρικάλων.

Παρακαλούνται οι συγγενείς και φίλοι όπως προσέλθουν και συνοδεύσουν την εκφορά της.

ΣΗΜ. Η σορός θα μεταφερθεί στον Ιερό Ναό Γεννήσεως της Θεοτόκου Δενδροχωρίου Τρικάλων, σήμερα Σάββατο 12-9-2026 και ώρα 16:00 μ.μ.


Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Μια φωτογραφική σύζευξη "Από το «Ελληνόπουλο» του 1952… στο σήμερα"

 

Κάποιες φωτογραφίες καταγράφουν απλώς μια στιγμή. Κάποιες άλλες, με έναν παράξενο τρόπο, κρατούν μέσα τους τον χρόνο.

Μια τέτοια φωτογραφία είναι το περίφημο «Ελληνόπουλο» του 1952, του Δημήτρη Χαρισιάδη. Ένα μικρό αγόρι από την Κοζάνη, ο Γιώργος Κουσιουρής, στέκεται μπροστά στον φακό με τη σοβαρότητα και την αμηχανία ενός παιδιού που δεν γνωρίζει ακόμη πως η μορφή του θα ταξιδέψει μέσα στις δεκαετίες.

Κρατά στα χέρια του τα λιγοστά σχολικά του πράγματα. Το ρούχο του απλό, η εμφάνισή του λιτή, το βλέμμα του καθαρό και κάπως αυστηρό. Δεν χαμογελά. Ίσως γιατί εκείνη η εποχή δεν είχε μάθει ακόμη στα παιδιά να χαμογελούν στον φωτογραφικό φακό. Ή ίσως γιατί το βλέμμα του μικρού Γιώργου κουβαλά, χωρίς να το γνωρίζει, ολόκληρη την Ελλάδα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.

Και όμως, η εικόνα αυτή έχει κάτι βαθιά αισιόδοξο.

Γιατί το παιδί κρατά τα βιβλία του.

Και τα βιβλία, τότε όπως και σήμερα, ήταν το μικρό του διαβατήριο προς έναν κόσμο μεγαλύτερο από το χωριό, τη γειτονιά, το σπίτι του. Το σχολείο ήταν η ελπίδα. Η μόρφωση ήταν ο δρόμος για να αλλάξει η ζωή.

Η φωτογραφία έχει και μια ιδιαίτερη τεχνική αξία. Δεν είναι επιχρωματισμένη μεταγενέστερα, όπως ίσως θα νόμιζε κανείς βλέποντάς την σήμερα. Είναι μία από τις πρώτες έγχρωμες φωτοτσιγκογραφίες που τυπώθηκαν στην Ελλάδα με έγχρωμα φιλμ. Έτσι, το χρώμα δεν προστέθηκε στον χρόνο, γεννήθηκε μαζί του.

Κι ύστερα περνούν τα χρόνια.

Περισσότερες από επτά δεκαετίες.

Και απέναντι από το παιδί του 1952 εμφανίζεται ο ίδιος άνθρωπος σήμερα.

Ο Γιώργος Κουσιουρής έχει πια μεγαλώσει. Το παιδικό πρόσωπο έχει γίνει ώριμο. Τα μαλλιά έχουν ασπρίσει, το πρόσωπο έχει χαράξει τις δικές του γραμμές, το βλέμμα έχει αποκτήσει εκείνη τη βαθιά ηρεμία που μόνο ο χρόνος μπορεί να χαρίσει.

Κι όμως…

Είναι ο ίδιος.

Σαν να κοιτάζει ο ένας τον άλλον μέσα από έναν καθρέφτη επτά δεκαετιών.

Στη μία φωτογραφία ένα παιδί αρχίζει τη διαδρομή του. Στην άλλη ένας ηλικιωμένος πια άνθρωπος κοιτάζει πίσω από τη διαδρομή. Ανάμεσά τους χωρά μια ολόκληρη ζωή: σχολεία, φιλίες, χαρές, δυσκολίες, εργασία, οικογένεια, απώλειες, όνειρα που πραγματοποιήθηκαν και άλλα που έμειναν στον δρόμο.

Και ίσως αυτό είναι το πιο συγκινητικό μήνυμα αυτών των δύο εικόνων.  

Το παιδί δεν έφυγε ποτέ.

Κρύβεται ακόμη μέσα στο πρόσωπο του ηλικιωμένου άνδρα. Είναι εκείνο το μικρό αγόρι που κάποτε κρατούσε τα βιβλία του και κοιτούσε τον φακό. Μόνο που τώρα κρατά κάτι άλλο: τη μνήμη μιας ολόκληρης ζωής.

Με την ευκαιρία του ανοίγματος των σχολείων, η εικόνα αυτή αποκτά έναν ακόμη συμβολισμό.

Κάθε Σεπτέμβρη, χιλιάδες παιδιά μπαίνουν στις σχολικές αυλές. Άλλα με καινούργιες τσάντες, άλλα με παλιά βιβλία, άλλα γεμάτα ενθουσιασμό και άλλα με δισταγμό. Κανένα όμως δεν γνωρίζει ακόμη πού θα το οδηγήσει ο δρόμος που μόλις ανοίγει μπροστά του.

Κάποτε, όμως, θα κοιτάξει κι αυτό πίσω.

Και ίσως τότε να καταλάβει πως εκείνη η πρώτη μέρα στο σχολείο δεν ήταν απλώς η αρχή μιας σχολικής χρονιάς. Ήταν η αρχή μιας ζωής που περίμενε να γραφτεί.

Η φωτογραφία του μικρού Γιώργου μάς θυμίζει πως ο χρόνος αλλάζει τα πάντα, εκτός από την ουσία του ανθρώπου. Το παιδί μεγαλώνει, το πρόσωπο αλλάζει, τα χρόνια περνούν, όμως μέσα μας παραμένει εκείνο το πρώτο βλέμμα, η πρώτη αγωνία, το πρώτο όνειρο.

Γι’ αυτό, κοιτάζοντας σήμερα αυτή την φωτογραφική σύζευξη, δεν βλέπουμε απλώς έναν μαθητή του 1952 και έναν ηλικιωμένο άνδρα του σήμερα.

Βλέπουμε τη διαδρομή από το παιδί στον άνθρωπο.

Βλέπουμε τον χρόνο να περνά από πάνω του χωρίς να μπορεί να σβήσει τη μνήμη.

Και βλέπουμε, ίσως, τον πιο όμορφο συμβολισμό κάθε νέας σχολικής χρονιάς:

κάθε παιδί που περνά σήμερα την πόρτα του σχολείου κρατά στα χέρια του όχι μόνο τα βιβλία του, αλλά και ολόκληρο το μέλλον του.


Με τον αγιασμό άνοιξε η νέα σχολική χρονιά στο Βαλτινό

 

Με τις ευχές της Εκκλησίας, τα χαμόγελα των παιδιών και τις προσδοκίες μιας καινούργιας σχολικής χρονιάς, πραγματοποιήθηκε σήμερα ο καθιερωμένος αγιασμός στις σχολικές μονάδες του Βαλτινού.

Το πρώτο κουδούνι σήμανε και πάλι την επιστροφή στις σχολικές αίθουσες, εκεί όπου η γνώση συναντά τη δημιουργία, η φιλία γεννιέται και τα παιδιά κάνουν ένα ακόμη βήμα στον δρόμο της ζωής.

Ο αγιασμός πραγματοποιήθηκε αρχικά στο Δημοτικό Σχολείο Βαλτινού, παρουσία μαθητών, γονέων, εκπαιδευτικών και εκπροσώπων των τοπικών φορέων. Ακολούθησε ο αγιασμός στο Γυμνάσιο–Λύκειο Βαλτινού και, τέλος, στον Παιδικό Σταθμό, όπου τα μικρότερα παιδιά έδωσαν το δικό τους ξεχωριστό χρώμα στην πρώτη ημέρα της νέας σχολικής χρονιάς.

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η παρουσία των γονέων και των εκπαιδευτικών, ανθρώπων που μοιράζονται καθημερινά την αγωνία, την προσπάθεια αλλά και τη χαρά της προόδου των παιδιών. Γιατί το σχολείο δεν είναι μόνο ένας χώρος μαθημάτων και γνώσεων. Είναι ένας ζωντανός τόπος όπου διαμορφώνονται χαρακτήρες, καλλιεργούνται αξίες και χτίζονται οι αυριανοί πολίτες της κοινωνίας.

Ο Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας Βαλτινού Βάιος Τσιγάρας, απευθυνόμενος στους μαθητές, στους γονείς και στους εκπαιδευτικούς, ευχήθηκε μια δημιουργική σχολική χρονιά, τονίζοντας:

«Εύχομαι σε όλα τα παιδιά υγεία, χαμόγελα και πρόοδο, για τα ίδια και τις οικογένειές τους. Εμείς θα φροντίσουμε να είμαστε δίπλα τους, σε ό,τι χρειαστούν, γιατί τα παιδιά μας είναι το μέλλον του τόπου μας.

Καλή σχολική χρονιά και στους εκπαιδευτικούς μας, με υπομονή, δύναμη και δημιουργικότητα. Το σημαντικότερο δεν είναι να βγάλουν μόνο καλούς μαθητές, αλλά κυρίως καλύτερους ανθρώπους, με αξίες, ιδανικά, σεβασμό και αγάπη για τον συνάνθρωπο».

Τα λόγια αυτά αποτυπώνουν και την ουσία της σημερινής ημέρας. Γιατί κάθε νέα σχολική χρονιά είναι κάτι περισσότερο από μια ημερομηνία στο ημερολόγιο. Είναι μια νέα αρχή. Ένα λευκό τετράδιο που περιμένει να γεμίσει με γνώσεις, όνειρα, προσπάθειες, επιτυχίες αλλά και μικρές αποτυχίες που γίνονται μαθήματα ζωής.

Στο Βαλτινό, το σχολείο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του χωριού. Γύρω του συναντώνται οι γενιές: τα παιδιά που ξεκινούν τώρα το πρώτο τους ταξίδι στη γνώση, οι μεγαλύτεροι μαθητές που ανοίγουν τα φτερά τους για το μέλλον, οι γονείς που αγωνιούν και καμαρώνουν και οι εκπαιδευτικοί που καθημερινά προσφέρουν γνώση, φροντίδα και παιδεία.

Και κάπως έτσι, με τον ήχο του πρώτου κουδουνιού και τις ευχές του αγιασμού, το Βαλτινό υποδέχθηκε τη νέα σχολική χρονιά.

Με την ευχή οι αυλές των σχολείων να γεμίζουν κάθε μέρα με παιδικές φωνές, χαμόγελα και δημιουργία και κάθε παιδί να βρίσκει μέσα στην τάξη όχι μόνο τη γνώση που θα το οδηγήσει στο αύριο, αλλά και εκείνες τις αξίες που θα το κάνουν καλύτερο άνθρωπο.

Καλή και δημιουργική σχολική χρονιά σε όλους!

 


Απεβίωσε ο Βασίλειος Σ. Μπιλιάλης

 

Απεβίωσε ο συγχωριανός μας Βασίλειος Μπιλιάλης την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026, σε ηλικία 86 ετών.

Ο Βασίλειος Μπιλιάλης του Στυλιανού γεννήθηκε στο Ξυλοπάροικο το 1940. Παντρεύτηκε με την Στεργιούλα, το γένος Σωτηρίου Ανδρέου – Πέτρου και απόχτησαν δύο παιδιά, τον Στυλιανό και τον Σωτήρη.

Η κηδεία θα γίνει το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026 & ώρα 11:00 π.μ. στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού Τρικάλων.

Η σορός θα μεταφερθεί στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού Τρικάλων το Σάββατο 12-9- 2026 και ώρα 10:30 π.μ.


Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

174 παιδιά σε δύο σελίδες – Το Δημοτικό Σχολείο Βαλτινού το 1948

Του  Δημήτρη Τσιγάρα

Ανάμεσα στα παλιά έγγραφα του Δημοτικού Σχολείου Βαλτινού διασώζεται ένα ιδιαίτερα σημαντικό ιστορικό τεκμήριο: η κατάσταση των μαθητών του σχολικού έτους 1948-1949. Δυο κιτρινισμένες από τον χρόνο σελίδες, γραμμένες με το χέρι, που σήμερα, περισσότερο από επτά δεκαετίες αργότερα, εξακολουθούν να κρατούν ζωντανή τη μνήμη μιας ολόκληρης γενιάς.

Η κατάσταση είναι οργανωμένη σε τρεις κατακόρυφες στήλες. Στην πρώτη σελίδα καταγράφονται οι μαθητές με αύξοντες αριθμούς από το 1 έως το 90, ενώ η δεύτερη συνεχίζει από το 91 και φτάνει μέχρι το 174. Δίπλα σε κάθε όνομα αναγράφεται και η τάξη φοίτησης. Έτσι, μέσα σε δύο μόνο φύλλα χαρτιού καταγράφεται ο μαθητικός πληθυσμός ενός ολόκληρου χωριού: 174 παιδιά.

Στο κάτω μέρος του εγγράφου βρίσκεται η υπογραφή του Δημοδιδασκάλου Δημητρίου Βασ. Μπούγα, ενώ η χαρακτηριστική κόκκινη σφραγίδα του σχολείου επικυρώνει την επίσημη καταγραφή. Η γραφή, η διάταξη των ονομάτων, οι διορθώσεις και τα σημάδια του χρόνου πάνω στο χαρτί κάνουν το έγγραφο να μοιάζει σχεδόν με ένα μικρό παράθυρο ανοιχτό προς το Βαλτινό του 1948.

Και ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη εποχή.

Η Ελλάδα εκείνα τα χρόνια προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της Κατοχής, ενώ βρισκόταν ακόμη μέσα στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου. Η φτώχεια, οι στερήσεις, η ανασφάλεια και οι κοινωνικές αναταράξεις σημάδευαν την καθημερινότητα των ανθρώπων. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη δύσκολη πραγματικότητα, το σχολείο του Βαλτινού γέμιζε από παιδικές φωνές.

174 μαθητές!

Ένας αριθμός που προκαλεί σήμερα εντύπωση, ιδιαίτερα όταν συγκριθεί με τον σημερινό μαθητικό πληθυσμό του χωριού. Το Δημοτικό Σχολείο είχε τότε φτάσει σε μια από τις κορυφαίες, ίσως και στην κορυφαία, στιγμή της μαθητικής του ακμής. Πίσω από τον αριθμό 174 δεν βρίσκονται απλώς 174 καταχωρίσεις σε ένα παλιό χαρτί. Βρίσκονται 174 παιδιά, 174 οικογένειες, εκατοντάδες γονείς και συγγενείς και, μαζί τους, ένας ολόκληρος κόσμος του Βαλτινού.

Ακόμη πιο συγκινητική γίνεται η ανάγνωση των ίδιων των ονομάτων.

Τα επώνυμα που συναντά κανείς στις δύο σελίδες αποτελούν σχεδόν έναν γενεαλογικό χάρτη του χωριού εκείνης της εποχής. Είναι τα οικογενειακά ονόματα που ακούγονταν στις αυλές, στα σοκάκια, στα χωράφια, στην πλατεία και στην εκκλησία. Είναι τα ονόματα των οικογενειών που αποτελούσαν τον κοινωνικό ιστό του Βαλτινού στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αξία του εγγράφου.

Αν κάποιος γνωρίζει τις οικογένειες του χωριού και διαβάσει προσεκτικά τα ονόματα, μπορεί να αναζητήσει μέσα σε αυτά τους παππούδες και τις γιαγιάδες, τους γονείς ή τους συγγενείς μιας μεταγενέστερης γενιάς. Κάποια επώνυμα εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα. Άλλα, όμως, έχουν πλέον εκλείψει ή έχουν γίνει σπανιότερα. Ο γενεαλογικός χάρτης του Βαλτινού έχει αλλάξει σημαντικά μέσα στις δεκαετίες.

Και αυτή η αλλαγή αποτυπώνεται με τον πιο απλό και αδιάψευστο τρόπο: στον αριθμό των παιδιών.

Από τους 174 μαθητές του 1948, στη σημερινή εποχή απέχουμε πολύ. Η δραματική μείωση του μαθητικού πληθυσμού δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε μια στατιστική. Είναι η συνέπεια μιας βαθιάς δημογραφικής μεταβολής που γνώρισαν τα χωριά της ελληνικής υπαίθρου: λιγότερες γεννήσεις, μικρότερες οικογένειες, μετακινήσεις των νέων προς τα αστικά κέντρα και αλλαγή του τρόπου ζωής.

Η συρρίκνωση του μαθητικού πληθυσμού λόγω του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες σύγχρονες προκλήσεις για την ελληνική παιδεία, με τις πιο δραματικές συνέπειες να καταγράφονται στην ελληνική επαρχία.

Η ερήμωση των σχολικών μονάδων στα χωριά και στις ακριτικές περιοχές της χώρας εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς. Κάθε χρόνο, δεκάδες νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία αναστέλλουν τη λειτουργία τους ή συγχωνεύονται λόγω έλλειψης παιδιών. Η ελληνική παιδεία καλείται να βρει άμεσα λύσεις, όχι απλώς διαχειριζόμενη τη μείωση των μαθητών με «λουκέτα» και συγχωνεύσεις, αλλά στηρίζοντας τις δομές της επαρχίας με γενναία κίνητρα για εκπαιδευτικούς και οικογένειες, ώστε το σχολείο να παραμείνει ζωντανός πυρήνας για την ελληνική περιφέρεια.



Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Ένα σχολείο που το αγάπησαν οι γονείς

 

Την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου ανοίγουν και πάλι οι πόρτες των σχολείων σε ολόκληρη τη χώρα. Οι αυλές θα γεμίσουν παιδικές φωνές, χαμόγελα, συναντήσεις και εκείνη τη μοναδική ζωντάνια που σηματοδοτεί κάθε καινούργια σχολική αρχή.

Στο Βαλτινό, η νέα σχολική χρονιά βρίσκει το Γυμνάσιο και το Λύκειο πιο όμορφα και περιποιημένα, χάρη στη φροντίδα και την έμπρακτη αγάπη ανθρώπων που νοιάζονται για το σχολείο και τα παιδιά του χωριού.

Οι απαραίτητες εργασίες καθαρισμού των εξωτερικών χώρων πραγματοποιήθηκαν από την Τοπική Κοινότητα Βαλτινού, ώστε το σχολικό συγκρότημα να είναι έτοιμο να υποδεχθεί μαθητές και εκπαιδευτικούς.

Ιδιαίτερη, όμως, αναφορά αξίζει στην πρωτοβουλία του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων, τα μέλη του οποίου, με προσωπική εργασία, εθελοντική προσφορά και δικά τους έξοδα, έδωσαν πραγματικά μια διαφορετική εικόνα στο σχολείο.

Με την παρουσία και βοήθεια μαθητών, βάφτηκε ο περιβάλλων χώρος, ανανεώθηκαν οι κολώνες, βάφτηκε το γήπεδο του μπάσκετ και οι μπασκέτες. Με μεράκι, κόπο και πολλές ώρες προσωπικής εργασίας, ο χώρος μεταμορφώθηκε και το σχολείο έγινε πραγματικά αγνώριστο.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αξία αυτής της προσπάθειας.

Γιατί την Παρασκευή, την ώρα του αγιασμού, τα παιδιά δεν θα αντικρίσουν μόνο ένα πιο καθαρό και όμορφο σχολείο. Θα αντικρίσουν ένα σχολείο που κάποιοι άνθρωποι αγάπησαν αρκετά, ώστε να αφιερώσουν τον χρόνο, τον κόπο και τα χρήματά τους για να το κάνουν καλύτερο.

Θα δουν, χωρίς ίσως να χρειαστεί κανείς να τους το εξηγήσει, πως το σχολείο δεν είναι μόνο οι αίθουσες, τα βιβλία και τα μαθήματα. Είναι ένας χώρος που ανήκει σε όλους και για τον οποίο όλοι μπορούν να προσφέρουν.

Η εθελοντική αυτή πρωτοβουλία των γονέων αποτελεί ένα όμορφο παράδειγμα συλλογικής ευθύνης και προσφοράς. Είναι ένα μάθημα που δεν διδάσκεται μέσα από τα βιβλία, αλλά μέσα από το παράδειγμα. Και τα παιδιά, περισσότερο από τα λόγια, θυμούνται τα παραδείγματα.

Ας ευχηθούμε, λοιπόν, η νέα σχολική χρονιά να είναι γεμάτη υγεία, δημιουργία, πρόοδο και όνειρα για όλους τους μαθητές του Βαλτινού.

Και ας κρατήσουμε από αυτή την όμορφη προσπάθεια ένα απλό μήνυμα:

Όταν αγαπάς έναν τόπο, δεν περιμένεις μόνο από τους άλλους να τον φροντίσουν. Βάζεις κι εσύ το δικό σου λιθαράκι.

Καλή σχολική χρονιά στα παιδιά μας, στους εκπαιδευτικούς και στους γονείς τους!








Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Το καλοκαίρι που έφυγε

 

Στον θεσσαλικό κάμπο, καταμεσής του θέρους, ο αγρότης έχει τελειώσει το αλώνισμα. Το άχυρο, πολύτιμο απομεινάρι του θερισμού, έχει μαζευτεί και στοιβαχτεί στο καλαμωτό κάρο. Δίπλα του η γυναίκα του, συνοδοιπόρος στον καθημερινό αγώνα, κι εκεί μπροστά τα δυο γαϊδουράκια, ζεμένα στον ξύλινο ζυγό, περιμένουν το πρόσταγμα για τον δρόμο της επιστροφής.

Δεν είναι ένας απλός δρόμος αυτός. Είναι ο δρόμος του κάματου. Ο δρόμος που οδηγεί από το αλώνι στο σπίτι, από το χωράφι στον αχυρώνα, από τον μόχθο της ημέρας στην ασφάλεια της αυλής. Κάθε άχυρο που φορτώθηκε στο κάρο είναι κι ένα μικρό απόθεμα για τον χειμώνα, μια υπόσχεση πως τα ζωντανά θα έχουν τροφή και το νοικοκυριό θα μπορέσει να σταθεί όρθιο.

Κι όμως, μέσα σε όλη αυτή την κούραση, η φωτογραφία έχει μια παράξενη γαλήνη. Ο άνθρωπος στέκεται μπροστά, σχεδόν χαμογελαστός. Σαν να ξέρει πως η ζωή, όσο δύσκολη κι αν είναι, έχει τη δική της ομορφιά όταν την κοιτάς μέσα από τα απλά της πράγματα. Η γυναίκα κάθεται στο καλαμωτό, τα γαϊδουράκια βαδίζουν αργά και πίσω τους απλώνεται ο γνώριμος θεσσαλικός τόπος, λουσμένος στο φως του καλοκαιριού.

Τα ψηλά δέντρα μοιάζουν να φυλάνε τη διαδρομή. Η σκόνη του δρόμου σηκώνεται απαλά κάτω από τα πόδια των ζώων και το άχυρο, σωστός μικρός λόφος πάνω στο κάρο, μοσχοβολάει ήλιο και θερισμένο χωράφι. Είναι μια εικόνα που σήμερα μοιάζει σχεδόν παραμυθένια, μα κάποτε ήταν η καθημερινότητα των ανθρώπων του κάμπου.

Ήταν το καλοκαίρι των αλωνιών, των γαϊδουριών και των ξύλινων κάρων. Το καλοκαίρι που οι άνθρωποι δούλευαν από το χάραμα ως το σούρουπο και γνώριζαν την αξία του ψωμιού, του άχυρου, του καρπού και μιας στάμνας δροσερό νερό. Ήταν μια ζωή σκληρή, μα δεμένη με τη γη και τους κύκλους της.

Κοιτάζοντας σήμερα αυτή τη φωτογραφία, βλέπουμε τους παλιούς ανθρώπους του θεσσαλικού κάμπου. Βλέπουμε τους παππούδες και τις γιαγιάδες μιας ολόκληρης γενιάς που έζησε με λιγότερα, μα ίσως με βαθύτερη συναίσθηση της αξίας των πραγμάτων. Βλέπουμε έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια.

Και ίσως αυτό είναι που κάνει τη φωτογραφία τόσο συγκινητική.

Γιατί ο χρόνος προχώρησε. Τα κάρα χάθηκαν, τα γαϊδουράκια έφυγαν από τους δρόμους, τα αλώνια σώπασαν και τα χέρια που φόρτωναν το άχυρο στο καλαμωτό κάρο έγιναν ρυτίδες, μνήμη και ιστορία.

Έμεινε όμως η φωτογραφία.

Έμεινε εκείνη η καλοκαιρινή διαδρομή, κάπου στο Μικρό Κεφαλόβρυσο, από το αλώνι στο σπίτι, με το κάρο φορτωμένο και τη ζωή ολόκληρη στοιβαγμένη πάνω του. Έμεινε το χαμόγελο του ανθρώπου, η παρουσία της γυναίκας του, ο αργός βηματισμός των ζώων και το άπλετο φως ενός θεσσαλικού καλοκαιριού.

Μια εικόνα απλή, καθημερινή και παλιά.

Μα όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε πως οι πιο απλές εικόνες είναι εκείνες που στο τέλος γίνονται οι πιο πολύτιμες μνήμες.



Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Εικόνες του χωριού: «Η περηφάνια που περνά από γενιά σε γενιά»

 

Επιλέξαμε να σχολιάσουμε μια εικόνα με τρεις μαθητές, που κρατάνε με περηφάνια τις ελληνικές σημαίες, και τον Πρόεδρο της Τοπικής Κοινότητας Βαλτινού να στέκονται μπροστά από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Μόλις έχουν καταθέσει το στεφάνι της τιμής και της μνήμης, στη σιωπή εκείνη που κάνει το παρελθόν να μοιάζει ξαφνικά τόσο κοντινό και ζωντανό.

Κοιτάζοντας αυτή την εικόνα, είναι σαν να ακούς μέσα της ένα δυνατό, αθέατο «ΕΛΛΑΔΑ!». Ένα αυθόρμητο κάλεσμα που έρχεται από βαθιά μέσα μας και κουβαλά αιώνες μνήμης, αγώνων, θυσιών και ελπίδας. Οι σημαίες ανεμίζουν στον ανοιξιάτικο ουρανό και μοιάζουν να ενώνουν το χθες με το σήμερα, τους ανθρώπους που έπεσαν για την πατρίδα με τα παιδιά που κρατούν σήμερα στα χέρια τους το σύμβολό της.

Είναι μια στιγμή ψυχικής ανύψωσης. Είναι η στιγμή που η ιστορία βγαίνει από τα βιβλία και στέκεται μπροστά μας, μέσα από τα πρόσωπα των παιδιών, τις στολές, τις σημαίες, τη συγκίνηση και το στεφάνι που κατατέθηκε στη μνήμη εκείνων που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία.

Και αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμα κάθε επετείου: να μη λησμονούμε. Να θυμόμαστε πως η πατρίδα δεν είναι μόνο ένας τόπος, είναι μνήμη, γλώσσα, παράδοση, σύμβολα και άνθρωποι. Είναι όλα εκείνα που παραλάβαμε από τους προηγούμενους και έχουμε χρέος να παραδώσουμε στους επόμενους.

Τα παιδιά της εικόνας στέκονται όρθια και περήφανα. Κρατούν τις σημαίες σαν να κρατούν στα χέρια τους ένα κομμάτι της Ελλάδας. Και δίπλα τους, ο εκπρόσωπος της τοπικής κοινωνίας, σε μια συμβολική συνάντηση γενεών, θυμίζει πως η ιστορία συνεχίζεται.

Γιατί η Ελλάδα δεν υπάρχει μόνο στις μεγάλες σελίδες της ιστορίας. Υπάρχει και σε τέτοιες μικρές, καθημερινές στιγμές. Σε ένα στεφάνι. Σε μια σημαία που ανεμίζει. Σε ένα παιδί που στέκεται με σεβασμό μπροστά στους νεκρούς. Σε μια κοινότητα που θυμάται.

Και τότε η υπερηφάνεια δεν χρειάζεται πολλά λόγια.

Αρκεί μια εικόνα.

Τρεις σημαίες υψωμένες, ένας φόρος τιμής στους ήρωες και μια Ελλάδα που, μέσα από τα παιδιά της, συνεχίζει να στέκεται όρθια.



Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Όταν το παρελθόν σε περιμένει στην αυλή ενός σπιτιού

 

Αυτές τις μέρες βρίσκομαι εδώ, στο Βαλτινό. Στο χωριό που, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, εξακολουθεί να έχει έναν παράξενο τρόπο να σε γυρίζει πίσω. Να σε κάνει να περπατάς στους ίδιους δρόμους και να αναγνωρίζεις, μέσα σε όσα έχουν αλλάξει, εκείνα που δεν άλλαξαν ποτέ μέσα σου.

Αν όλα πάνε καλά με την υγεία του πατέρα μου, την Κυριακή θα φύγω για την Αθήνα. Μα σήμερα το πρωί, πριν φύγω, θέλησα να κάνω έναν περίπατο. Πήρα τον δρόμο για τον Μέλιγο, όπως τόσες φορές παλιότερα, και άφησα τα βήματά μου να με οδηγήσουν μόνα τους.

Πέρασα έξω από το σπίτι της θείας μου.

Και τότε άρχισαν να ξυπνούν μέσα μου οι μνήμες.

Προχώρησα λίγο πιο κάτω και, σχεδόν ασυναίσθητα, άρχισα να ψάχνω με τα μάτια μου το παλιό σπίτι του θείου μου, του Βασίλη Κεφάλα. Ίσως ήθελα να το ξαναδώ όπως το θυμόμουν. Να αντικρίσω ξανά τους τοίχους του, την αυλή του, τις πέτρες του, όλα εκείνα που για τους άλλους μπορεί να είναι απλώς ένα παλιό σπίτι, αλλά για μένα ήταν ένα κομμάτι από τα παιδικά μου χρόνια.

Όμως το σπίτι δεν υπήρχε πια.

Στη θέση του είχε χτιστεί ένα όμορφο καινούριο σπίτι, με μια περιποιημένη αυλή.

Στάθηκα για λίγο και το κοίταξα.

Έτσι είναι η ζωή…

Τα σπίτια αλλάζουν. Οι αυλές αλλάζουν. Οι δρόμοι αλλάζουν. Οι άνθρωποι φεύγουν. Κι όμως, οι μνήμες μένουν εκεί, αόρατες, σαν να περιμένουν κάποια στιγμή να τις ξανασυναντήσεις.

Και τότε είδα έναν άνθρωπο να κάθεται έξω από το σπίτι.

Ήταν ο ποιητής και συγγραφέας, ο δεύτερος ξάδελφός μου, ο Ηλίας Κεφάλας.

Πλησίασα.

Και με μια συγκίνηση που ανέβηκε ξαφνικά από πολύ βαθιά μέσα μου, του φώναξα:

«Καλημέρα, Ηλία!»

Με κοίταξε.

Δεν με αναγνώρισε.

Είχαν περάσει τόσα χρόνια από την τελευταία φορά που είχαμε ιδωθεί…

Του είπα ποια είμαι και, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ήταν σαν να άνοιξε μια πόρτα στον χρόνο. Μια πόρτα που μας πήγε πίσω, στα χρόνια που οι συγγενείς ήταν πιο κοντά, που τα σπίτια ήταν πάντα ανοιχτά και οι άνθρωποι είχαν χρόνο να καθίσουν, να μιλήσουν, να γελάσουν.

Και τότε βγήκε στην αυλή και η Αθηνά.

Η γυναίκα του.

Την είδα και, χωρίς να το σκεφτώ, της φώναξα:

«Αθηνά!»

Και την αγκάλιασα.

Ήταν από εκείνες τις αγκαλιές που δεν χρειάζονται λόγια. Γιατί μέσα τους χωρούν όλα όσα δεν ειπώθηκαν. Τα χρόνια που πέρασαν, οι αναμνήσεις, οι άνθρωποι που μεγάλωσαν, εκείνοι που έφυγαν, εκείνοι που έμειναν…

Και, πάνω απ’ όλα, η μεγάλη απώλεια που σημάδεψε τη ζωή τους.

Έχασαν πριν από μερικά χρόνια τον γιο τους.

Κι εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως η χαρά της συνάντησης είχε μέσα της και μια βαθιά θλίψη. Γιατί ο χρόνος δεν περνάει από όλους τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο. Σε κάποιους αφήνει μόνο ρυτίδες και αναμνήσεις. Σε άλλους αφήνει πληγές που δεν φαίνονται, αλλά υπάρχουν για πάντα.

Κοίταξα τον Ηλία και την Αθηνά.

Ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που θυμόμουν.

Η ίδια γλυκύτητα. Η ίδια καλοσύνη. Η ίδια ζεστασιά.

Σαν να μην είχαν περάσει τα χρόνια.

Θυμήθηκα τότε τις εποχές που έρχονταν από την Αθήνα στο χωριό και περνούσαν από το σπίτι μας για να μας δουν. Τότε που οι επισκέψεις ήταν πιο συχνές και η ζωή έμοιαζε πιο απλή. Τότε που μπορούσαμε να καθίσουμε γύρω από ένα τραπέζι και να μιλήσουμε χωρίς να κοιτάζουμε το ρολόι.

Μόνο που τώρα, μέσα στα μάτια τους, υπήρχε κάτι που δεν υπήρχε τότε.

Μια σιωπηλή θλίψη.

Μια σκιά που δεν χρειαζόταν να μου εξηγήσουν.

Η ζωή τους είχε γνωρίσει τη μεγάλη δοκιμασία και, παρ’ όλα αυτά, εκείνοι εξακολουθούσαν να προσφέρουν στους άλλους την ίδια ζεστασιά.

Μου πρότειναν να μου κάνουν το τραπέζι.

Ήθελαν να με κρατήσουν λίγο ακόμη κοντά τους.

Μα τους εξήγησα πως δεν μπορούσα να λείψω για πολύ από το πατρικό μου.

Κι έφυγα.

Όμως, καθώς απομακρυνόμουν, γύρισα για λίγο το βλέμμα πίσω.

Κοίταξα το καινούριο σπίτι, την αυλή, τους δυο ανθρώπους που στέκονταν εκεί και ένιωσα πως, παρά τις αλλαγές, κάτι είχε μείνει ανέγγιχτο.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο σπουδαίο πράγμα στη ζωή.

Να περνούν τα χρόνια και να μη χάνεται η ανθρωπιά.

Να περνάς μέσα από τις μεγάλες χαρές και τις μεγάλες λύπες και να παραμένεις άνθρωπος.

Ο Ηλίας και η Αθηνά δεν άλλαξαν.

Παρέμειναν δύο υπέροχοι ΑΝΘΡΩΠΟΙ.

Αύριο γυρίζω στην Αθήνα, παρέα με τα παιδιά μου, τη Μαριλένα μου και τον Γιώργο μου.

Μα παίρνω μαζί μου κάτι ακόμη από το Βαλτινό.

Μια αγκαλιά.

Ένα βλέμμα.

Μια παλιά ανάμνηση.

Και τη βεβαιότητα πως, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να κάνουν το παρελθόν να μοιάζει ζωντανό.

 


Απεβίωσε ο Βασίλειος Κ. Καραθανάσης

 

Απεβίωσε ο συγχωριανός μας Βασίλειος Καραθανάσης του Κωνσταντίνου και της Στυλιανής την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026, σε ηλικία 73 ετών.

Ο Βασίλειος Καραθανάσης γεννήθηκε το 1953 στο Βαλτινό. Παντρεύτηκε με την Ελίζαμπεθ Κουτσέι Κατρία και απόχτησαν δύο κόρες, την Κωνσταντινιά και την Ολυμπία.

Η κηδεία του θα γίνει με αποτέφρωση, στο Αποτεφρωτήριο Ριτσώνας.


Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Ο μύθος του παιδιού που άκουσε τις νεράιδες του Ληθαίου

Του Δημήτρη Τσιγάρα

 Ο Ληθαίος κυλούσε ήσυχα μέσα από τα Τρίκαλα, σαν ένα ασημένιο νήμα που έραβε την πόλη με το τοπίο. Τα νερά του περνούσαν κάτω από τα γεφύρια, χάιδευαν τις όχθες και καθρέφτιζαν τα δέντρα, τα σπίτια και τον ουρανό. Μα οι παλιοί Τρικαλινοί έλεγαν πως ο Ληθαίος δεν ήταν ένας συνηθισμένος ποταμός. Στα νερά του κατοικούσαν μυστικά που δεν τα φανέρωνε σε όλους.

Ιδιαίτερα τις νύχτες της πανσελήνου, όταν το φεγγάρι κρεμόταν πάνω από την πόλη σαν μεγάλο ασημένιο λυχνάρι, οι άνθρωποι απέφευγαν να πλησιάζουν τις όχθες του. Έλεγαν πως τότε έβγαιναν από τα νερά οι νεράιδες του Ληθαίου. Φορούσαν αραχνούφαντα φορέματα, τόσο λεπτά που έμοιαζαν υφασμένα από ομίχλη και φεγγαρόφωτο, και χόρευαν πάνω στο νερό τραγουδώντας τραγούδια που κανένας θνητός δεν μπορούσε να μάθει.

Όποιος τύχαινε να τις δει, έλεγαν, βρισκόταν μπροστά σε μια μεγάλη μοίρα. Μπορούσαν να του χαρίσουν τύχη, έμπνευση και ευτυχία, μπορούσαν όμως και να τον παρασύρουν στον αόρατο κόσμο τους, όπου ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά και κανείς δεν γνώριζε αν θα επέστρεφε ποτέ.

Κανείς δεν ήξερε αν όλα αυτά ήταν αλήθεια ή αν ήταν απλώς ιστορίες που οι παλιοί έλεγαν στα παιδιά για να τα κρατούν μακριά από το ποτάμι τις νύχτες. Όμως στον κόσμο των ανθρώπων, μερικές φορές, οι μύθοι περιμένουν υπομονετικά τη στιγμή που θα γίνουν αλήθεια.

Εκείνα τα χρόνια είχε εγκατασταθεί στα Τρίκαλα μια οικογένεια που είχε έρθει από τα Γιάννενα. Ανάμεσά τους ήταν κι ένα αγόρι, ο Βασίλης, που αγαπούσε περισσότερο απ’ όλα τη μουσική.

Ο Βασίλης ήταν ακόμη μικρός, μα είχε μέσα του μια παράξενη ευαισθησία. Άκουγε τον άνεμο να περνά ανάμεσα από τα κλαδιά και νόμιζε πως άκουγε τραγούδι. Άκουγε τη βροχή να χτυπά τα κεραμίδια και προσπαθούσε να βρει τον ρυθμό της. Κι όταν ο πατέρας του έπαιρνε τη μαντόλα στα χέρια του, ο μικρός καθόταν δίπλα του και τον παρακολουθούσε με μάτια γεμάτα θαυμασμό.

Ένα απόγευμα, πήρε το καλάμι του και κατηφόρισε προς τον Ληθαίο για ψάρεμα. Ο ήλιος άρχιζε να γέρνει προς τη δύση και το φως του χρυσοκόκκινου δίσκου απλωνόταν πάνω στο ποτάμι. Τα νερά γυάλιζαν και οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου έσπαζαν στην επιφάνειά τους σε χιλιάδες μικρά κομμάτια φωτός.

Ο Βασίλης έριξε τη πετονιά του και περίμενε.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και τα ψάρια άρχισαν να τσιμπούν. Ένα, δύο, τρία… Κάμποσα ψάρια είχαν ήδη συγκεντρωθεί στο καλάθι του.

Ο ήλιος όμως είχε σχεδόν βασιλέψει.

Ο Βασίλης ετοιμάστηκε να μαζέψει τα πράγματά του, όταν ξαφνικά κάτι παράξενο συνέβη.

Οι αντανακλάσεις πάνω στο νερό άρχισαν να κινούνται διαφορετικά. Δεν ήταν πια απλές ανταύγειες του ήλιου. Σαν να αναδεύτηκε ολόκληρος ο Ληθαίος και να άνοιξε μπροστά του ένας αόρατος δρόμος.

Και τότε τις είδε.

Μέσα από το φως του δειλινού ξεπρόβαλαν τρεις κοπέλες.

Ήταν πανέμορφες. Τα φορέματά τους ήταν αραχνούφαντα και έμοιαζαν να κυματίζουν χωρίς να τα αγγίζει ο άνεμος. Τα μαλλιά τους έπεφταν στους ώμους σαν χρυσαφένια και ασημένια νήματα και τα πόδια τους άγγιζαν μόλις την επιφάνεια του νερού.

Και τραγουδούσαν.

Ο Βασίλης έμεινε ακίνητος.

Δεν είχε ακούσει ποτέ στη ζωή του τέτοια μουσική. Ήταν σαν να τραγουδούσε μαζί ο ποταμός, τα δέντρα, τα πουλιά και ο ουρανός. Η μία φωνή έμπλεκε μέσα στην άλλη και όλες μαζί έφτιαχναν μια μελωδία τόσο γλυκιά, που το αγόρι ξέχασε ακόμη και να αναπνεύσει.

Δεν ένιωθε φόβο πια.

Μόνο θαυμασμό.

Πλησίασε λίγο περισσότερο.

— Ποιες είστε; ρώτησε διστακτικά.

Οι τρεις κοπέλες σταμάτησαν να τραγουδούν και τον κοίταξαν χαμογελώντας.

— Είμαστε οι νεράιδες του Ληθαίου, του απάντησαν.

Ο Βασίλης κοίταξε τα ψάρια που είχε πιάσει.

— Το τραγούδι σας είναι τόσο όμορφο… Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω. Πάρτε τα ψάρια μου.

Οι νεράιδες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Η πράξη του παιδιού τις συγκίνησε. Δεν ζήτησε τίποτα για τον εαυτό του, θέλησε μόνο να ανταποδώσει τη χαρά που του χάρισαν.

— Η καλοσύνη σου, Βασίλη, αξίζει ένα δώρο, είπε η μεγαλύτερη.

— Ζήτησε ό,τι επιθυμεί η καρδιά σου, συμπλήρωσε η δεύτερη.

— Κι αν είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί, εμείς θα το πραγματοποιήσουμε, είπε η τρίτη.

Ο Βασίλης σκέφτηκε για λίγο.

Θα μπορούσε να ζητήσει πλούτη. Θα μπορούσε να ζητήσει δύναμη ή τύχη. Μα τίποτε από αυτά δεν τον συγκινούσε.

Σήκωσε το βλέμμα του και είπε:

— Θέλω να μπορώ κι εγώ να φτιάχνω τραγούδια τόσο όμορφα όσο τα δικά σας. Να παίρνω τις νότες και να τις κάνω τραγούδια. Και να μπορώ να τα τραγουδώ στους ανθρώπους.

Οι νεράιδες χαμογέλασαν.

Πλησίασαν μία-μία το αγόρι. Η πρώτη το φίλησε στο δεξί μάγουλο, η δεύτερη στο αριστερό και η τρίτη ακούμπησε τα χείλη της απαλά στο μέτωπό του.

— Απόψε, του ψιθύρισαν, ο Ληθαίος σου χάρισε το τραγούδι του.

Και πριν προλάβει να τους απαντήσει, άρχισαν να χάνονται μέσα στις τελευταίες ανταύγειες του δειλινού.

Οι μορφές τους έγιναν φως.

Ύστερα έγιναν σκιά.

Και τέλος χάθηκαν μέσα στα νερά του ποταμού.

Ο Βασίλης έμεινε μόνος.

Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν όσα είχε δει ήταν αληθινά. Ύστερα κοίταξε το καλάθι του και θυμήθηκε πως είχε προσφέρει τα ψάρια του στις νεράιδες.

Χαμογέλασε.

Και πήρε τον δρόμο για το σπίτι.

Μόλις έφτασε, δεν είπε τίποτα σε κανέναν.

Πήρε στα χέρια του τη μαντόλα του πατέρα του και κάθισε σε μια γωνιά. Άρχισε να ψάχνει τις νότες.

Στην αρχή τα δάχτυλά του δίσταζαν.

Ύστερα, όμως, συνέβη κάτι παράξενο.

Μια μελωδία άρχισε να γεννιέται από τα χέρια του.

Ήταν απλή στην αρχή, σαν μικρό ρυάκι. Ύστερα μεγάλωσε, κύλησε και άνοιξε σαν ποτάμι. Ο Βασίλης άρχισε να τη συνοδεύει με στίχους.

Και τότε κατάλαβε.

Οι νεράιδες δεν του είχαν χαρίσει απλώς ένα τραγούδι.

Του είχαν ανοίξει την πόρτα προς έναν ολόκληρο κόσμο.

Από εκείνη την ημέρα, κάθε φορά που έπιανε τη μαντόλα στα χέρια του, οι νότες έρχονταν μόνες τους. Οι στίχοι έβρισκαν τον δρόμο τους και οι μελωδίες γεννιούνταν η μία μετά την άλλη.

Σαν να είχε μείνει μέσα στην καρδιά του ένα κομμάτι από το τραγούδι των νεράιδων.

Τα χρόνια πέρασαν.

Το αγόρι μεγάλωσε και η μουσική του ταξίδεψε πολύ μακριά από τις όχθες του Ληθαίου. Τα τραγούδια του τα τραγούδησαν άνθρωποι σε γειτονιές και πλατείες, σε ταβέρνες και πανηγύρια, σε χαρές και σε λύπες. Έγιναν η φωνή μιας ολόκληρης εποχής.

Και το όνομα του Βασίλη Τσιτσάνη έμελλε να μείνει για πάντα δεμένο με το τραγούδι.

Μα οι παλιοί Τρικαλινοί έλεγαν πως, όταν κάποιος περνούσε αργά τη νύχτα από τις όχθες του Ληθαίου και άκουγε προσεκτικά το νερό, μπορούσε ακόμη να διακρίνει μέσα στο μουρμούρισμά του μια παράξενη μελωδία.

Κι αν ήταν νύχτα με πανσέληνο, ίσως να άκουγε και τρεις γυναικείες φωνές να τραγουδούν από μακριά.

Γιατί οι νεράιδες, λένε, δεν έφυγαν ποτέ πραγματικά από τον Ληθαίο.

Κι εκεί, ανάμεσα στο νερό και στο φως του φεγγαριού, κρατούν ακόμη ζωντανό το μυστικό του τραγουδιού που κάποτε χάρισαν σ’ ένα αγόρι από τα Τρίκαλα.

Το αγόρι που έγινε ο μεγάλος λαϊκός συνθέτης Βασίλης Τσιτσάνης.



Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Νικολάκης της πλατείας… ένα παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ

 

Κάποιες γωνιές της πόλης δεν είναι απλώς χώροι. Είναι μνήμες. Κρατούν μέσα τους τα βήματα των ανθρώπων, τις φωνές των παιδιών, τις συναντήσεις, τα βλέμματα, τις μικρές καθημερινές ιστορίες που περνούν από γενιά σε γενιά. Για τους Τρικαλινούς, μια τέτοια γωνιά υπήρξε και παραμένει η λιμνούλα της κεντρικής πλατείας, με τον αεικίνητο, σκανταλιάρη Νικολάκη της.

Η ιστορία της, όμως, δεν αρχίζει με το νερό να κυλά και τα παιδιά να τρέχουν γύρω της. Αρχίζει το 1968, μέσα σε χώμα, εργοτάξια και ανθρώπους που εργάζονται για να αλλάξουν την όψη της πλατείας.

Στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ανάμεσα στους εργάτες, ξεχωρίζει ο τότε Δήμαρχος Τρικκαίων, ο αείμνηστος Ιωάννης Μάτης. Δεν στέκεται από μακριά, ως ένας απλός παρατηρητής. Είναι εκεί, μέσα στο έργο, κοντά στους ανθρώπους και στις εργασίες, παρακολουθώντας και επιβλέποντας τη διαμόρφωση της λιμνούλας. Σκύβει πάνω από το χώμα, εξετάζει την πορεία των εργασιών, συμμετέχει με τον δικό του τρόπο στη δημιουργία ενός νέου σημείου αναφοράς για την πόλη.

Κι ύστερα ήρθε το νερό.

Η λιμνούλα άρχισε να καθρεφτίζει τον ουρανό, τα γύρω κτίρια, τους περαστικούς και, κυρίως, μια μικρή μπρούτζινη φιγούρα που έμελλε να γίνει αγαπημένη μορφή της πόλης.

Ο Νικολάκης είχε δημιουργηθεί λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1961-1962, από τον σπουδαίο γλύπτη Νικόλαο Παυλόπουλο, τον γνωστό ως Νικόλα. Ένα αγόρι σε φυσικό μέγεθος, χυτό στον ορείχαλκο, με μια αφοπλιστική παιδική αθωότητα αλλά και μια αδιάντροπη… σκανταλιά.

Το ένα νερό βγαίνει από το στόμα του και το άλλο —χωρίς καμία απολύτως ντροπή— από το σημείο όπου η παιδική αταξία συναντά την αιώνια αθωότητα!

Και κάπως έτσι, ο Νικολάκης έγινε το πιο θρασύτατο παιδί των Τρικάλων.

Δεν μεγάλωσε ποτέ.

Έμεινε εκεί, στην άκρη του νερού, να κοιτάζει τους περαστικούς με το ίδιο αθώο βλέμμα. Είδε παιδιά που κάποτε έτρεχαν γύρω του να μεγαλώνουν, να παντρεύονται, να αποκτούν τα δικά τους παιδιά. Είδε ανθρώπους να φεύγουν από την πόλη και άλλους να επιστρέφουν. Είδε την πλατεία να αλλάζει, τα καταστήματα να μεταμορφώνονται, τα αυτοκίνητα να πληθαίνουν και τις δεκαετίες να περνούν.

Κι εκείνος, πάντα εκεί.

Ένα παιδί παγιδευμένο για πάντα στη στιγμή της σκανταλιάς του.

Οι παλιές φωτογραφίες μοιάζουν σήμερα με παράθυρα σε μια άλλη εποχή. Η πλατεία είναι ακόμη η ίδια και ταυτόχρονα τόσο διαφορετική. Οι άνθρωποι φορούν τα ρούχα μιας άλλης Ελλάδας, τα αυτοκίνητα έχουν άλλη μορφή, τα καταστήματα άλλες επιγραφές. Και στο κέντρο όλων αυτών, η μικρή λιμνούλα, που έγινε κομμάτι της καθημερινής ζωής των Τρικαλινών.

Πόσοι άραγε στάθηκαν δίπλα της;

Πόσα παιδιά έσκυψαν πάνω από το νερό για να δουν τον Νικολάκη;

Πόσες φωτογραφίες τραβήχτηκαν εκεί;

Πόσες πρώτες συναντήσεις, πόσοι περίπατοι, πόσες κουβέντες, πόσα «θυμάσαι τότε;» συνδέθηκαν με αυτή τη μικρή γωνιά της πλατείας;

Η λιμνούλα δεν ήταν απλώς ένα έργο ανάπλασης. Έγινε κομμάτι της συλλογικής μνήμης των Τρικάλων.

Και σήμερα, μέσα στη νέα, ανακαινισμένη μορφή της κεντρικής πλατείας, ο Νικολάκης εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί. Το περιβάλλον άλλαξε, οι εποχές άλλαξαν, η πόλη προχώρησε. Μα εκείνος παραμένει πιστός στη θέση του.

Σαν να αρνείται πεισματικά να μεγαλώσει.

Ίσως γιατί οι πόλεις χρειάζονται κάποια πράγματα που δεν αλλάζουν. Χρειάζονται ένα σημάδι που να ενώνει το χθες με το σήμερα. Έναν μικρό μάρτυρα του χρόνου που να θυμίζει στους παλιούς και να συστήνει στους νεότερους μια ιστορία που δεν γράφτηκε σε βιβλία, αλλά χαράχτηκε στην καθημερινότητα.

Και ο Νικολάκης είναι ακριβώς αυτό.

Ένα μικρό, μπρούτζινο αγόρι που εδώ και περισσότερα από εξήντα χρόνια πειράζει την πόλη, δροσίζει τη λιμνούλα και κλέβει χαμόγελα.

Κάποτε ο Γιάννης Μάτης στεκόταν ανάμεσα στους εργάτες και παρακολουθούσε το έργο να παίρνει μορφή. Σήμερα, οι φωτογραφίες εκείνες μάς επιτρέπουν να ξαναγυρίσουμε για λίγο σε εκείνες τις ημέρες. Να δούμε το χώμα πριν γίνει πλατεία, τη λιμνούλα πριν γεμίσει νερό, την πόλη πριν αλλάξει πρόσωπο.

Και μέσα από όλες αυτές τις αλλαγές, να συναντήσουμε ξανά τον Νικολάκη.

Ίδιος όπως τότε.

Με το νερό στο στόμα, τη σκανταλιά στο βλέμμα και την αιώνια παιδική του αθωότητα.

Ένα παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ, γιατί ίσως οι Τρικαλινοί δεν θέλησαν ποτέ να το αφήσουν να μεγαλώσει.


Δ.Τ.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Όταν η καρδιά γυρίζει στην πατρίδα

 

Την καλοκαιρινή τους άδεια απολαμβάνουν αυτές τις ημέρες στην Ελλάδα ο συγχωριανός μας Γιάννης Πέτρου και η σύζυγός του Βάσω, που εδώ και μερικά χρόνια ζουν και εργάζονται στη Γερμανία.

Μπορεί η Γερμανία να προσφέρει μια πιο οργανωμένη κοινωνία, με υποδομές, τάξη και πολλές δυνατότητες, όμως υπάρχουν πράγματα που δεν μετριούνται με την οργάνωση και την υλική ευημερία. Είναι το ελληνικό καλοκαίρι, το φως του ήλιου, η θάλασσα, τα βουνά, τα χωριά, οι άνθρωποι, οι μυρωδιές και οι γεύσεις του τόπου μας. Είναι, πάνω απ’ όλα, εκείνη η βαθιά αίσθηση της οικειότητας που γεννιέται όταν ο άνθρωπος επιστρέφει στις ρίζες του.

Για τον Γιάννη και τη Βάσω, λοιπόν, αυτές οι ημέρες δεν είναι απλώς μια καλοκαιρινή ανάπαυλα από την εργασία. Είναι μια μικρή επιστροφή στην πατρίδα, στους δικούς τους ανθρώπους, στις γνώριμες εικόνες και στις αναμνήσεις που κρατούν ζωντανό τον δεσμό με τον τόπο που αγαπούν.

Κι είναι όμορφο να βλέπεις ανθρώπους που έφυγαν για να ζήσουν μακριά, να επιστρέφουν ξανά στις ρίζες τους, να ανταμώνουν με συγγενείς και φίλους και να ξαναζούν, έστω και για λίγο, τη θαλπωρή της πατρίδας.

Γιατί μπορεί η ζωή να τους οδήγησε μακριά, όμως η απόσταση δεν μπορεί να σβήσει τις ρίζες. Και κάθε φορά που επιστρέφουν, είναι σαν να ξαναβρίσκουν ένα κομμάτι του εαυτού τους που έμεινε εδώ.

Γιάννη και Βάσω, σας ευχόμαστε να απολαύσετε όμορφα και ξέγνοιαστα το υπόλοιπο της άδειάς σας στον τόπο μας, να χαρείτε κάθε στιγμή και να γεμίσετε τις αποσκευές της επιστροφής σας στη Γερμανία με όμορφες εικόνες, αγαπημένες αναμνήσεις και τις καλύτερες εντυπώσεις από την Ελλάδα μας.

Καλό υπόλοιπο διακοπών και… καλή αντάμωση με την πατρίδα!


Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΤΗ ΛΕΥΚΑ

 

Στη ρίζα της τρυφερής λεύκας πάω και πάλι. Επιστρέφω στο παλιό μας καταφύγιο. Εκεί στη σκοτεινή και πυκνόφυλλη κρυψώνα, στο δέντρο-λαμπάδα του αλσυλλίου και στη μυστική έξαρση της πνιγερής πρασινάδας του. Σ’ εκείνη την απόμερη γωνιά, αλλά και μέσα στις φυλλωσιές της και στα λαμπρά διάκενά τους, όπου οι ηλιαχτίδες μπαίνουν και μας ψάχνουν. Όμως εσύ δεν είσαι εδώ. Ούτε κι εγώ. Το λέω, κι ας έχω έλθει κατάμονος, επειδή μοιάζω σαν να λείπω. Μα πού πάμε; Και γιατί έχουμε πάντα την απουσία χαραγμένη πάνω μας; Ο κόσμος ακόμα κι εκεί που είναι ακίνητος, κι εκεί δεν είναι ποτέ στάσιμος. Λειτουργεί συνεχώς αλλομορφομετάβλητος. Φαντάζομαι ακόμα την εικόνα σου, όπως τότε που ερχόσουν με τη νύχτα κουβάρι κρυμμένο στα μαλλιά σου. Τώρα κρέμομαι από τα δέντρα που με περιστοιχίζουν και ψιθυρίζω τους στίχους του Αλέξανδρου Μάτσα: «ευδαιμονία της κολόνας, κυπαρίσσι των αριθμών – τρυγόνα που διαλαλεί το φως». Η απουσία σου εγγράφεται αμέτρητη σχεδόν σ’ ολόκληρη την οθόνη του ουρανού. Το μέλλον επίκειται χωρίς εμάς. Ήδη έχουμε φύγει.

 

Του Ηλία Κεφάλα


επικοινωνιστε μαζι μας