Κάποιες
φωτογραφίες καταγράφουν απλώς μια στιγμή. Κάποιες άλλες, με έναν παράξενο
τρόπο, κρατούν μέσα τους τον χρόνο.
Μια
τέτοια φωτογραφία είναι το περίφημο «Ελληνόπουλο» του 1952, του Δημήτρη
Χαρισιάδη. Ένα μικρό αγόρι από την Κοζάνη, ο Γιώργος Κουσιουρής, στέκεται
μπροστά στον φακό με τη σοβαρότητα και την αμηχανία ενός παιδιού που δεν
γνωρίζει ακόμη πως η μορφή του θα ταξιδέψει μέσα στις δεκαετίες.
Κρατά
στα χέρια του τα λιγοστά σχολικά του πράγματα. Το ρούχο του απλό, η εμφάνισή
του λιτή, το βλέμμα του καθαρό και κάπως αυστηρό. Δεν χαμογελά. Ίσως γιατί
εκείνη η εποχή δεν είχε μάθει ακόμη στα παιδιά να χαμογελούν στον φωτογραφικό
φακό. Ή ίσως γιατί το βλέμμα του μικρού Γιώργου κουβαλά, χωρίς να το γνωρίζει,
ολόκληρη την Ελλάδα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.
Και
όμως, η εικόνα αυτή έχει κάτι βαθιά αισιόδοξο.
Γιατί
το παιδί κρατά τα βιβλία του.
Και
τα βιβλία, τότε όπως και σήμερα, ήταν το μικρό του διαβατήριο προς έναν κόσμο
μεγαλύτερο από το χωριό, τη γειτονιά, το σπίτι του. Το σχολείο ήταν η ελπίδα. Η
μόρφωση ήταν ο δρόμος για να αλλάξει η ζωή.
Η
φωτογραφία έχει και μια ιδιαίτερη τεχνική αξία. Δεν είναι επιχρωματισμένη
μεταγενέστερα, όπως ίσως θα νόμιζε κανείς βλέποντάς την σήμερα. Είναι μία από
τις πρώτες έγχρωμες φωτοτσιγκογραφίες που τυπώθηκαν στην Ελλάδα με έγχρωμα
φιλμ. Έτσι, το χρώμα δεν προστέθηκε στον χρόνο, γεννήθηκε μαζί του.
Κι
ύστερα περνούν τα χρόνια.
Περισσότερες
από επτά δεκαετίες.
Και
απέναντι από το παιδί του 1952 εμφανίζεται ο ίδιος άνθρωπος σήμερα.
Ο
Γιώργος Κουσιουρής έχει πια μεγαλώσει. Το παιδικό πρόσωπο έχει γίνει ώριμο. Τα
μαλλιά έχουν ασπρίσει, το πρόσωπο έχει χαράξει τις δικές του γραμμές, το βλέμμα
έχει αποκτήσει εκείνη τη βαθιά ηρεμία που μόνο ο χρόνος μπορεί να χαρίσει.
Κι
όμως…
Είναι
ο ίδιος.
Σαν
να κοιτάζει ο ένας τον άλλον μέσα από έναν καθρέφτη επτά δεκαετιών.
Στη
μία φωτογραφία ένα παιδί αρχίζει τη διαδρομή του. Στην άλλη ένας ηλικιωμένος
πια άνθρωπος κοιτάζει πίσω από τη διαδρομή. Ανάμεσά τους χωρά μια ολόκληρη ζωή:
σχολεία, φιλίες, χαρές, δυσκολίες, εργασία, οικογένεια, απώλειες, όνειρα που
πραγματοποιήθηκαν και άλλα που έμειναν στον δρόμο.
Και
ίσως αυτό είναι το πιο συγκινητικό μήνυμα αυτών των δύο εικόνων.
Το
παιδί δεν έφυγε ποτέ.
Κρύβεται
ακόμη μέσα στο πρόσωπο του ηλικιωμένου άνδρα. Είναι εκείνο το μικρό αγόρι που
κάποτε κρατούσε τα βιβλία του και κοιτούσε τον φακό. Μόνο που τώρα κρατά κάτι
άλλο: τη μνήμη μιας ολόκληρης ζωής.
Με
την ευκαιρία του ανοίγματος των σχολείων, η εικόνα αυτή αποκτά έναν ακόμη
συμβολισμό.
Κάθε
Σεπτέμβρη, χιλιάδες παιδιά μπαίνουν στις σχολικές αυλές. Άλλα με καινούργιες
τσάντες, άλλα με παλιά βιβλία, άλλα γεμάτα ενθουσιασμό και άλλα με δισταγμό.
Κανένα όμως δεν γνωρίζει ακόμη πού θα το οδηγήσει ο δρόμος που μόλις ανοίγει
μπροστά του.
Κάποτε,
όμως, θα κοιτάξει κι αυτό πίσω.
Και
ίσως τότε να καταλάβει πως εκείνη η πρώτη μέρα στο σχολείο δεν ήταν απλώς η
αρχή μιας σχολικής χρονιάς. Ήταν η αρχή μιας ζωής που περίμενε να γραφτεί.
Η
φωτογραφία του μικρού Γιώργου μάς θυμίζει πως ο χρόνος αλλάζει τα πάντα, εκτός
από την ουσία του ανθρώπου. Το παιδί μεγαλώνει, το πρόσωπο αλλάζει, τα χρόνια
περνούν, όμως μέσα μας παραμένει εκείνο το πρώτο βλέμμα, η πρώτη αγωνία, το
πρώτο όνειρο.
Γι’
αυτό, κοιτάζοντας σήμερα αυτή την φωτογραφική σύζευξη, δεν βλέπουμε απλώς έναν
μαθητή του 1952 και έναν ηλικιωμένο άνδρα του σήμερα.
Βλέπουμε
τη διαδρομή από το παιδί στον άνθρωπο.
Βλέπουμε
τον χρόνο να περνά από πάνω του χωρίς να μπορεί να σβήσει τη μνήμη.
Και
βλέπουμε, ίσως, τον πιο όμορφο συμβολισμό κάθε νέας σχολικής χρονιάς:
κάθε
παιδί που περνά σήμερα την πόρτα του σχολείου κρατά στα χέρια του όχι μόνο τα
βιβλία του, αλλά και ολόκληρο το μέλλον του.