Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Μια προσωπική εμπειρία, από ένα κομμάτι της ζωής και της αισθητικής του χωριού μας

Η συγχωριανή μας Ρούλα Σταυρέκα, με την ευαισθησία και τη ματιά που τη διακρίνουν, μας χαρίζει μέσα από τα λόγια της μια μικρή, αλλά πολύτιμη εικόνα από ένα κομμάτι της ζωής και της αισθητικής του χωριού μας. Μια προσωπική εμπειρία, που φωτίζει τη σημασία της ποιότητας, της φιλοξενίας και της ατμόσφαιρας στους μικρούς μας τόπους.

Πριν από έναν χρόνο, καλοκαίρι, βρέθηκα στο χωριό. Μαζί με τον αδερφό μου πήγαμε στο Καφέ  Fuego, πάνω στην πλατεία. Από τη στιγμή που μπήκα στον χώρο, ένιωσα μια γλυκιά αύρα να με αγκαλιάζει.

Ο ιδιοκτήτης μάς υποδέχτηκε με ένα ζεστό χαμόγελο. Ο αδερφός μου μάς σύστησε και καθίσαμε σε έναν άνετο καναπέ. Η μουσική ήταν εξαιρετικά χαλαρωτική, κλασικά κομμάτια «πειραγμένα» με μια σύγχρονη, μοντέρνα προσέγγιση. Χαλάρωσα αμέσως. Μια γλυκιά θαλπωρή και μια αίσθηση χαράς με τύλιξαν. Η μουσική έκανε πραγματικά το θαύμα της. Ήταν σαν να βρισκόμουν στο σπίτι μου.

Δεν υπήρχε ένταση που να κουράζει ή να «τρυπάει» τα αυτιά, ούτε κακής ποιότητας ήχος. Και, το πιο βασικό, δεν υπήρχαν φωνές γύρω μου. Μόνο ησυχία, ισορροπία και σεβασμός.

Το μαγαζί αυτό εμπνέει σεβασμό. Ποιότητα. Χαλαρότητα. Ένιωσα οικεία από την πρώτη στιγμή. Ο ιδιοκτήτης έχει εξαιρετικό γούστο, επιλεγμένη διακόσμηση, προσεγμένη μουσική και μια ατμόσφαιρα με ρομαντική διάθεση, που σπάνια συναντάς.

Το Καφέ  Fuego είναι ένα από τα καλύτερα μαγαζιά του χωριού. Μοιάζει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα -χωρίς καμία πρόθεση σύγκρισης ή προσβολής. Έχει έναν ευρωπαϊκό αέρα, ένα ιδιαίτερο στιλ, που το κάνει μοναδικό στο χωριό μας.

Θερμά συγχαρητήρια στο ζευγάρι που κατάφερε να δημιουργήσει κάτι πραγματικά ξεχωριστό στον τόπο μας, έναν χώρο για ανθρώπους που εκτιμούν την ποιότητα, την αισθητική και την ηρεμία.



Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Στρατιώτης

 Γεώργιος Στ. Σταμούλης

Ήμουνα κληρωτός το δεκατέσσερα. Νέος, ούτε μουστάκι καλά καλά. Με στείλανε στις Σέρρες. Τότες δεν ήξερα από βασιλείς και Βενιζέλους, ήξερα μονάχα πως είχα χωράφι, δυο χέρια και μια μάνα που περίμενε να γυρίσω στο Βαλτινό.

Ύστερα τσακώθηκαν οι μεγάλοι. Ο βασιλιάς με τον Βενιζέλο. Κι εμείς βρεθήκαμε στη μέση, σαν τα πρόβατα που τα σπρώχνουν από πίσω και δεν ξέρουν πού πάνε. Μια μέρα μας φωνάζουν οι αξιωματικοί:
«Θα πάμε στην Καβάλα».

Με τα πόδια. Σειρά, σκόνη, ιδρώτας. Από πάνω μας οι Εγγλέζοι με τα αεροπλάνα να μας βαράνε. Τάχα δεν ήξεραν πως είμαστε Έλληνες. Τρεις μέρες κάναμε. Νηστεία. Γαλέτα ξερή, να σου κόβει τα δόντια. Το στομάχι κολλημένο στην πλάτη.

Μόλις φτάνουμε Καβάλα, μας λένε:
«Θα πάμε στη Δράμα».

Πάλι δρόμος. Πάλι νηστικοί και κακορίζικοι. Στη Δράμα έβρασαν φασόλια. Ένα καζάνι μεγάλο, αχνιστό, να σου τρέχουν τα σάλια. Ένας στρατιώτης από την Τσιάρα, Μπούγλας τον λέγαν, έφαγε πολύ. Είχε μέρες να δει φαΐ. Έσκασε για σημάδι. Έπεσε κάτω και δεν ξανασηκώθηκε. Έτσι απλά. Σαν να ’ταν τίποτα.

Εκεί στη Δράμα τα συνεννοήθηκαν οι μεγάλοι. Τα κέρατα οι αξιωματικοί. Μας λένε:
«Τώρα παιδιά, θα φύγουμε δια μέσου Κορυτσάς».

Μας βάλαν σε τρένα, αποστολές, ταξίδι μεγάλο. Και μια μέρα ανοίγουμε τα μάτια μας και βρισκόμαστε στη Γερμανία.
«Εδώ παιδιά θα περάσουμε καλά», μας είπαν.

Μας δώσαν μακαρόνια. Ψωμί καθόλου. Ύστερα μας βάλαν στο φιλότιμο.
«Ο ελληνικός στρατός είναι περήφανος».

Μπροστά οι μουσικές, βήμα κανονικό, και μπαίνουμε στην πόλη. Γκαίρλιτς τη λέγαν. Εκεί βρήκαμε κι άλλους δικούς μας. Τετάρτο Σώμα Στρατού. Χιλιάδες άνθρωποι, παραδομένοι χωρίς να πολεμήσουν.

«Τι γίνεται εδώ, μωρέ παιδιά;» ρωτήσαμε.
«Σφίχτε την κοιλιά σας μ’ ένα λουρί», μας είπαν, «για να βαστάξει».

Μας δώσαν μια κουραμάνα, πλιθί. Οι Γερμανοί δεν μας χώνευαν.
«Εδώ δεν έχουμε να φάμε εμείς, ήρθατε κι εσείς…»

Δυόμισι χρόνια μείναμε εκεί. Οι αξιωματικοί φοβόνταν τον Βενιζέλο και δεν γυρνούσαν πίσω. Κι εμείς λιώναμε. Πείνα, ψείρα, ντροπή. Στο τέλος κάναμε στάση.
«Πεθαίνουμε από την πείνα», είπαμε. «Τι χαλεύουμε εμείς στη Γερμανία;»

Μας αφήσαν να δουλέψουμε. Εγώ πήγα σ’ ένα εργοστάσιο που το χτίζαν. Με ρίξαν στα χαντάκια να περνάω τα ρούλια, τα κιούγκια. Δέκα μάρκα τη μέρα. Έξι μήνες. Ήταν η πρώτη φορά που δούλεψα και δεν ήξερα αν είμαι εργάτης ή αιχμάλωτος.

Ύστερα μάθαμε πως οι αξιωματικοί κάναν πάλι χαρτιά για να μείνουμε. Εκεί έγινε το κακό. Ξεσηκωθήκαμε.
«Θέλουμε να φύγουμε».

Οι υπαξιωματικοί μας είπαν:
«Θα σπάσουμε τις αποθήκες».

Σπάσαμε. Πήραμε ρούχα, τρόφιμα. Οι Γερμανοί μας είδαν, μα δεν κουνήθηκαν. Φύγαμε με τα πόδια, παρέες παρέες. Έναν Γερμανό τον πληρώσαμε να μας πάει σε σταθμό. Παντού Έλληνες. Πληρώσαμε εισιτήριο. Μας τα ’δωσαν πίσω.
«Αιχμάλωτοι και να πληρώνουν; Αντροπή».

Μας πήγε το τρένο στη Ρουμανία. Μετά καράβι, δρόμος, πάλι πόδια, κι ύστερα Βάρνα. Εκεί Άγγλοι, Γάλλοι, Βούλγαροι. Μας είπαν να υποδεχτούμε έναν στρατηγό. Φτιάξαμε έναν τσολιά όπως όπως, μια σημαία, και πήγαμε.

Μόλις πέρασε, τον χαιρετίσαμε. Χάρηκε.
Μόλις έφυγε, οι Βούλγαροι όρμησαν να μας πάρουν τη σημαία. Χέρια, πέτρες, μαχαίρια φτιαγμένα στο πόδι. Μακελειό. Κάθε μέρα. Οι Άγγλοι γελούσαν. Γούστο κάναν.

Στο τέλος μας πήραν σε καράβι. Είπαμε σωθήκαμε. Μα βγήκαμε στην Κωνσταντινούπολη. Κόσμος πολύς. Ρωτούσαν για τα παιδιά τους. Γιατροί, εξετάσεις, κι ύστερα Κρήτη. Ηράκλειο. Μας είχαν για βασιλικούς. Εκεί χορτάσαμε. Φάγαμε. Έξι μήνες.

Μας δώσαν άδεια. Γύρισα στο Βαλτινό. Κρύφτηκα. Δεν ήθελα άλλο στρατό. Είχα μπουχτίσει. Ύστερα ήρθαν οι Κρητικοί, πιάσαν τις οικογένειες. Βγήκαμε. Φωνάζαν:
«Λιποτάχτες».

Ένας αξιωματικός, Δασκαλόπουλος, μας έσωσε.
«Καλώς τα παιδιά», είπε και μας κέρασε τσιγάρο.

Ξαναπήγαμε στις Σέρρες. Κι από τότε, χρόνια ολόκληρα, ήμουνα στρατιώτης. Όταν με ρωτούσαν τι δουλειά κάνω, έλεγα:
«Στρατιώτης».

Είχα ξεχάσει πως ήμουνα αγρότης.



Νέα σημαντική έκδοση του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. ΘΕΟΛΟΓΗ Ι. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ Τα Παλιά Τρίκαλα Αναμνήσεις και Ιστορήματα

 Το εξαντλημένο εδώ και δεκαετίες σπουδαίο δίτομο έργο του αείμνηστου Τρικαλινού δημοσιογράφου και πρώτου προέδρου του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Θεολόγη Ι. Τριανταφύλου, Τα Παλιά Τρίκαλα. Αναμνήσεις και Ιστορήματα, το  οποίο είχε πρωτοεκδοθεί το 1976 και 1977, επανεκδόθηκε από κοινού από τον Φιλολογικό Ιστορικό Λογοτεχνικό Σύνδεσμο (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) Τρικάλων και τις Εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη (Θεσσαλονίκη). Το βιβλίο έχει ενταχθεί στη σειρά του Συνδέσμου: ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΕΣ, με αρ. 27.

Το εν λόγω δίτομο έργο του Θεολ. Τριανταφύλλου υπήρξε σημείο αναφοράς και πηγή πληροφοριών για τη ζωή και τα πρόσωπα που έδρασαν στην πόλη των Τρικάλων από την απελευθέρωσή της το 1881 έως την δεκαετία του 1960 περίπου. Η εξάντληση γρήγορα και των δύο τόμων είχε καταστήσει αναγκαία την επανέκδοσή του. Το εγχείρημα αυτό ανέλαβε ο Φ.Ι.ΛΟ.Σ., του οποίου ο Συγγραφέας υπήρξε ο πρώτος πρόεδρός του (1978-1984).

Η νέα έκδοση, που περιλαμβάνει και τους δύο τόμους, είναι φωτομηχανική αλλά με διορθώσεις σε ορισμένα σημεία και προσθήκη εκτενούς Παραρτήματος με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, καθώς και άλλων φωτογραφιών εντός του κειμένου.

Η νέα έκδοση διαρθρώνεται ως εξής:

Πρόλογος του Δ.Σ. του Φ.Ι.ΛΟ.Σ.

Α΄ ΤΟΜΟΣ

ΚΩΝ/ΝΟΥ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ (Δημάρχου Τρικάλων),  Ἄς θυμηθοῦμε τὰ παλιά (σελ. 3-4). ΕΙΣΑΓΩΓΗ (σελ. 5-6).   

1. Πῶς ἤτανε τὰ Τρίκαλα ὅταν ἀπελευθερώθηκαν τὸ 1881(σελ. 7-17). 2. Οἱ πρῶτοι Δήμαρχοι καὶ τὸ ἔργο τους (σελ. 18-20). 3. Τὰ Τρίκαλα στὴν περίοδο 1920-30 (σελ. 21-24). 4. Ὁ Ληθαῖος. Ἡ παλιὰ θέση του - Τὰ καφενεδάκια καὶ οἱ καταστροφικές πλημμύρες του - Πῶς περιγράφουν παλιοὶ Τρικαλινοὶ τὴν μεγάλη πλημμύρα τοῦ 1907 (σελ. 25-31). 5. Ἡ πόλις μὲ τ’ ἄφθονα νερά. Ἀνάβρες, βρύσες, τουλοῦμπες κι ἀρτεσιανά (σελ. 32-36). 6. Ἡ γραφική Μαρούγγενα. Ἡ ξακουστὴ παλιὰ βρύση της καὶ τὸ καφενεδάκι μὲ τὸ ὑπαίθριο θεατράκι του (σελ. 37-41). 7. Τὰ «Χασάπικα». Ἡ παλιὰ ἀγορὰ τῶν Τρικάλων (σελ.  42-44). 8. Άναμνήσεις ἀπὸ τοὺς πελαργούς (σελ. 45-49). 9. Οἱ βάτραχοι τοῦ Ληθαίου καὶ οἱ βδέλλες τοῦ Ζήσ’ Μαμάλα (σελ. 50-52). 10. Παλιὲς γραφικὲς συνοικίες τῆς πόλεως. Τὸ Βαρούσι: ἡ τρικαλινὴ Πλάκα - Τὸ ὄμορφο Τρικκαίογλου -  Τὰ καταπράσινα Σαράγια - Ἡ ἐκκλησία τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καὶ ἡ ἱστορία της (σελ. 53-61). 11. Τὸ Βυζαντινὸ Φρούριο (σελ. 62-63). 12. Ὀ «Ἁη-Λιᾶς καὶ ἡ Ντάπια». Ἡ ἀναδάσωση καὶ τὸ ὁμώνυμο ἐκκλησάκι - Ἀρχαιότητες  (σελ. 64-70). 13. Ὀ πετροπόλεμος στὴν Ντάπια. Ἕνα ... εὐ γενὲς ἄθλημα τῆς τρικαλινῆς νεολαίας (σελ. 71-73). 14. Μιὰ πολὺ ἥσυχη πολιτεία μὲ άφθονα ὅμως ... γαϊδουράκια (σελ. 74). 15. Παλιὲς ἀνοιξιάτικες ὀμορφιές (σελ. 75-77). 16. Τὰ ζεστὰ καλοκαίρια. Ὁ θανατερὸς λίβας καὶ τὰ ποταμίσια ... μπάνια τῶν Τρικαλινῶν (σελ.  78-80). 17. Πρωτοβρόχια καὶ βαρυχειμωνιές. Οἱ προετοιμασίες τῶν νοικοκυριῶν γιὰ τὸν Χειμῶνα (σελ. 81-83). 18. Ἐπαγγέλματα ποὺ ἔσβησαν. Πραματευτάδες, ἁμαξάδες, ὑπαίθριοι φωτογράφοι, πλανόδιοι μικροπωλητὲς κι ἄλλοι γραφικοὶ τύποι τῆς παλιᾶς ἐποχῆς (σελ. 84-94). 19. Τὸ Τρικαλινὸ πανηγύρι. Τὰ τυχερὰ παιγνίδια (ρουλέττες, λοταρίες, «παπατζῆδες»), ὁ πανοραματζής κι ἄλλα θεάματα (σελ. 95-99). 20. Τὸ παλιό μικτὸ γυμνάσιο. Ὁ διαχωρισμός του σὲ Ἀρρένων καὶ Θηλέων - Γυμνασιάρχες, καθηγητές, καθηγήτριες καὶ τὰ βάσανα τῶν μαθητῶν - Τὸ Λύκειο Βαμβέτσου (σελ. 100-107). 21. Σχολεῖα καὶ Δάσκαλοι. Ἡ παλιὰ μέθοδος διδασκαλίας καὶ οἱ τιμωρίες τῶν μικρῶν μαθητῶν (σελ. 108-114). 22. Ἡ πλατεία Μπαντίδου (Κιτριλάκη) καὶ τὸ “γελαδοπάζαρο” τῆς Δευτέρας (σελ. 115-119). 23. Τὸ Θεσσαλικὸ τραινάκι - Ὁ θρυλικός ... καπνοτραῖνος (σελ. 120-122). 24. Ἡ ὁδὸς Ἀσκληπιοῦ (σελ. 123-125). 25. Τὸ “Πανελλήνιον” ξενοδοχεῖο καὶ κινηματογράφος (σελ. 126-128). 26. Τὸ παλιὸ καφενεῖο “Βασιλικὸν” ἢ “Ἐθνικόν” (σελ. 129-130). 27. Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν Ἀττίκ. Παλιά θεατρική κίνηση (σελ. 131-136). 28. Τὰ Χριστούγεννα στὰ παλιὰ Τρίκαλα. Οἱ ἑτοιμασίες στὰ σπίτια, τὰ κάλαντα τῶν παιδιῶν, ἡ κίνηση στὴν ἀγορά, τό χριστουγεννιάτικο τραπέζι καὶ οἱ πανηγυρικὲς ἐκδόσεις τῶν ἐφημερίδων  (σελ. 137-140). 29. Τραγικὲς μέρες Ἀπριλίου 1941. Ὅταν  οἱ Γερμανοὶ σκόρπισαν τὸν ὄλεθρο μὲ τ’  ἀεροπλάνα τους καὶ μετὰ λίγες μέρες κατέλαβαν τὰ Τρίκαλα (σελ. 141-143). 30. Ὅταν φύγανε οἱ Γερμανοὶ ἀπὸ τὰ Τρίκαλα (18 Όκτωβρίου 1944)  (σελ. 144-146). 31. Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὰ πρῶτα μεταπελευθερωτικά χρόνια  (Τὸ Δημαρχεῖο καὶ οἱ πρῶτες μετὰ τὸν πόλεμο δημοτικὲς ἐκλογές - Μιὰ θρησκευτική διένεξη. Πρωταγωνιστὲς ἕνας δεσπότης κι ἕνας ἱεροκήρυκας - Τὸ ἐπίσημο καὶ ... συνοικιακό ποδόσφαιρο καὶ οἱ ... ξυλοδαρμοί) (σελ. 147-163). 32. Παλιὰ μουσικὴ κίνηση. Ὠδεῖα καὶ ἡ καλλιτεχνικὴ χορωδία Τρικάλων (σελ. 164-181). 33. Πολιτιστικὰ Σωματεῖα. (σελ. 182-191). 34. Ὁ Γυμναστικὸς Σύλλογος (σελ. 192-200). 35. Φιλανθρωπικὰ Σωματεῖα (σελ. 201-204). 36. Ἡ ἱστορία τοῦ Τρικαλινοῦ Τύπου (σελ. 205-249). Βιβλιογραφία Α΄ τόμου (σελ. 250).

Β΄ ΤΟΜΟΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ (σελ. 5-6). 1. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Ν. ΤΡΙΚΑΛΩΝ (1881-1974). Ἐκλογές, βουλευτές, πολιτευτές, προεκλογικὰ ἀνέκδοτα κι άλλα πολιτικὰ γεγονότα τοῦ τόπου (σελ. 7-69). 2. ΤΟ 5ο ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΠΕΖΙΚΟΥ. Ἠ ἔνδοξη ἱστορία του ἀπὸ τὸ 1910 ὥς τὸ 1941 (σελ. 70-102). 3. ΤΡΙΚΑΛΑ: ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΛΛΟΙΩΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ. Ἡ καταπληκτικὴ ἐξέλιξή της, παλιὰ ἀρχοντικὰ καὶ κοσμικὴ κίνηση (σελ. 103-112). 4. ΠΩΣ ΓΛΕΝΤΟΥΣΑΝ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΤΡΙΚΑΛΙΝΟΙ. Τὰ καφέ σαντὰν μὲ τὶς γκαρσόνες, ἐξοχικὰ κι ἄλλα κέντρα καὶ τὰ πιὸ φημισμένα οὐζάδικα (σελ. 113-125). 5. ΑΞΕΧΑΣΤΟΙ ΤΡΙΚΑΛΙΝΟΙ ΤΥΠΟΙ  (σελ. 126-134). 6. ΜΙΑ ΜΑΝΤΡΑ ΣΤΕΓΑΣΕ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ. Ὁ Ἰταλὸς Τζιοβάννι καὶ οἱ πρῶτοι κινηματογράφοι “Ἀττικὸν” καὶ “ΡΕΞ” (σελ. 135-137). 7. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΣΥΚΟΙΝΩΝΙΏΝ (σελ. 138-151). 8. Η ΜΠΑΡΜΠΕΡΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΣΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΕΠΟΧΗ  (σελ. 152-164). 9. ΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΑΠΟΚΤΗΣΑΝ ΤΟ 1906 ΗΛΕΚΤΡΟΦΩΤΙΣΜΟ. Ἡ ἱστορία τοῦ ἐργοστασίου Σταματοπούλου (σελ. 165-174). 10. Η ΑΣΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΓΝΩΣΤΗ ΩΣ ΑΝΩΤΕΡΟ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΟ  (σελ. 175-177). 11. ΑΠΟΚΡΗΑΤΙΚΑ ΞΕΦΑΝΤΩΜΑΤΑ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΚΑΛΑ. Χοροεσπερἰδες, μασκαράτες, χαρτοπόλεμος, ἀξέχαστοι ἀποκριάτικοι  χοροί, τὰ ὁμαδικὰ γλέντια κι έθιμα τῆς Καθαρῆς Δευτέρας (σελ. 178-185). 12. ΟΤΑΝ ΤΑ ΜΑΓΑΖΙΑ ΑΝΟΙΓΑΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ. Οἱ ἀγῶνες γιὰ τὴν καθιέρωση τῆς ἀργίας, οἱ ἄθλιες συνθῆκες ἐργασίας τῶν ὑπαλλήλων, πότε ἱδρύθηκε τὸ Ἐπιμελητήριο Τρικάλων (σελ. 186-196). 13. ΠΑΛΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΤΡΙΚΑΛΩΝ. Ἀπό τὸ 1882 ὣς τὸ 1958 (σελ. 197-202). ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  Β΄ τόμου (σελ.  203).

Το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΙΚΟΝΩΝ, που προστέθηκε με την επιμέλεια του νυν προέδρου του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Θεοδώρου Νημά (σελ. 205-259), περιλαμβάνει 100 φωτογραφίες (αρκετές έγχρωμες), στις οποίες απεικονίζονται παλιά εμβληματικά κτίρια και πλατείες των Τρικάλων, κινηματογράφοι, στιγμιότυπα από δραστηριότητες, καθηγητές και μαθητές όλων των παλιών γυμνασίων της πόλης, στρατιωτικές προσωπικότητες, στιγμιότυπα από την κοινωνική ζωή, αθλητές και παράγοντες του Γυμναστικού Συλλόγου Τρικάλων και των ποδοσφαιρικών ομάδων (Αχιλλέα, ΑΕΤ, Α.Ο. Τρίκαλα, Α.Ο. Δήμητρα κ.ά.), γνωστοί ληστές και εφημερίδες των Τρικάλων. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ (σελ. 260).

Το βιβλίο διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία.


Στην ίδια δίψα

 


Στη φωτογραφία, ένας ηλικιωμένος άντρας σκύβει στη βρύση μαζί με μια κατσίκα. Τα στόματά τους πλησιάζουν το ίδιο ρεύμα νερού, χωρίς ιεραρχία, χωρίς βιασύνη, χωρίς επίγνωση ότι αυτή η στιγμή θα μπορούσε να ερμηνευτεί, να συμβολιστεί, να στοχαστεί. Κι όμως, εκεί ακριβώς κρύβεται η δύναμή της.

Το νερό δεν ρωτά ποιος είναι άνθρωπος και ποιος ζώο. Ρέει. Δίνεται. Υπάρχει για όποιον διψά. Κι ο άνθρωπος της φωτογραφίας δεν σπρώχνει, δεν διεκδικεί προτεραιότητα, σκύβει μαζί, σαν να θυμάται -ή σαν να μην ξέχασε ποτέ- ότι η ζωή δεν είναι ατομικό προνόμιο αλλά κοινό συμβάν.

Όταν ο άνθρωπος μοιράζεται τη ζωή του με τα ζώα, δεν κάνει φιλανθρωπία. Επανατοποθετεί τον εαυτό του μέσα στον κόσμο. Αποσύρει, έστω για λίγο, την ψευδαίσθηση της κυριαρχίας. Ο πλανήτης δεν μας ανήκει, τον διασχίζουμε όπως το νερό διασχίζει την πέτρα: προσωρινά, αφήνοντας ίχνη, δεχόμενοι φθορά.

Το ζώο δεν γνωρίζει ιδιοκτησία, σύνορα, «δικά μου» και «δικά σου». Γνωρίζει τη δίψα, την ανάγκη, τη συνύπαρξη. Κι ο άνθρωπος, όταν στέκεται δίπλα του χωρίς φόβο και υπεροχή, μοιάζει να ξαναμαθαίνει μια παλιά γλώσσα - τη γλώσσα της κοινής μοίρας.

Ίσως, τελικά, ο πλανήτης να μην ανήκει σε κανέναν. Ή ίσως να ανήκει μόνο σε όσους ξέρουν να σκύβουν. Να μοιράζονται. Να πίνουν χωρίς να στερεύουν την πηγή.


Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Μια βόλτα στον χρόνο: Ο κεντρικός δρόμος του Βαλτινού το 1995

 

Ένα ταξίδι στον χρόνο, στον κεντρικό δρόμο του Βαλτινού, όπως ήταν πριν από τριάντα χρόνια.

Το βίντεο που τραβήχτηκε το 1995 μάς γυρίζει πίσω σε μια καθημερινότητα που σήμερα μοιάζει μακρινή, αλλά παραμένει οικεία. Εικόνες που δεν υπάρχουν πια ζωντανεύουν ξανά: ο μύλος στην είσοδο του χωριού, τότε που το κτίσμα του στεκόταν ακόμη όρθιο, το πρατήριο υγρών καυσίμων του Μπιλιάλη, η ψησταριά και το σπίτι του Καστρακίδα, τα δύο περίπτερα, του Γάκη και του Παπακώστα, σημεία συνάντησης, κουβέντας και μικρών ειδήσεων της ημέρας.

Μαζί με όσα χάθηκαν, ξεχωρίζουν και όσα τότε δεν υπήρχαν. Το Δημαρχείο, το φαρμακείο, και άλλα κτίρια που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα, απουσιάζουν από το πλάνο, θυμίζοντάς μας πως το χωριό αλλάζει, εξελίσσεται, μεταμορφώνεται.

Αυτό το βίντεο δεν είναι απλώς μια καταγραφή εικόνων. Είναι μια σιωπηλή αφήγηση μνήμης, μια βόλτα στον δρόμο όπου περπάτησαν γενιές, ένα βλέμμα στο Βαλτινό όπως ήταν - και όπως συνεχίζει, με άλλους τρόπους, να είναι μέσα μας.


ΚΑΜΠΑΝΑΡΙΟ

 

Υπάρχουν ορισμένα καμπαναριά που αποδίδουν με θαυμάσιο αρχιτεκτονικό τρόπο το πνεύμα της άνωσης που τα διέπει. Τα κοιτάζεις και αυτά σου μεταδίδουν την άμεση και επιτακτική ανάγκη να τα ακολουθήσεις στην κατεύθυνση που σου δείχνουν. Και τι δείχνουν; Το απροσδιόριστο ύψος. Το αχανές επάνω. Και πώς μπορούμε να πετάξουμε προς τα εκεί; Μα με τα διπλωμένα φτερά που κουβαλάμε στις αποσκευές του μυαλού μας. Δεν χρειάζεται νομίζω απαραίτητα η θρησκευτική πίστη ή μόνον αυτή. Αρκεί και η έμφυτη χάρη, αρκεί και η αίσθηση της μυστικής ώθησης που μας καταλαμβάνει, όταν γύρω μας όλα κυριεύονται από την ποίηση της στιγμής. 

Του Ηλία Κεφάλα

 


Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Ο φανός που δεν σβήνει στη θύελλα

 

Ο φανός θυέλλης, ή το «λουξ», όπως το λέγαμε στο Βαλτινό, είναι μια φορητή λάμπα πετρελαίου. Είναι ένα μικρό θαύμα επιμονής. Σχεδιασμένος για να αντέχει, για να προστατεύει τη φλόγα του από τον άνεμο και τη βροχή, στέκεται εκεί όπου το φως συνήθως παραδίνεται. Το γυαλί του είναι ασπίδα. Κρατά τη φλόγα ζωντανή, σταθερή, χωρίς τρεμόκαιγμα, χωρίς καπνιά που να θολώνει το βλέμμα. Ένα φως οικονομικό, λιτό, μα αξιόπιστο, όπως ακριβώς χρειάζεται να είναι το φως όταν όλα γύρω σκοτεινιάζουν.

Τον κρατούσαν στα χέρια τους άνθρωποι που τους έβρισκε η θύελλα τη νύχτα. Ο φανός δεν έδιωχνε την καταιγίδα, δεν έκανε τον άνεμο να σωπάσει ούτε τη βροχή να κοπάσει. Έκανε κάτι πιο ταπεινό και γι’ αυτό πιο σπουδαίο: φώτιζε το επόμενο βήμα. Μόνο αυτό. Και συχνά, αυτό αρκεί για να σωθεί κανείς.

Υπάρχει μια παράξενη σοφία σε αυτό το φως. Δεν είναι εκτυφλωτικό, δεν διεκδικεί τον ουρανό. Σέβεται το σκοτάδι, αλλά δεν το φοβάται. Στέκει μέσα στη θύελλα, όχι κόντρα της με αλαζονεία, αλλά με πείσμα σιωπηλό. Η φλόγα του δεν ουρλιάζει, επιμένει. Και η επιμονή αυτή γίνεται μάθημα, ότι η αντοχή δεν χρειάζεται θόρυβο, μόνο διάρκεια.

Στις διακοπές ρεύματος, στο ψάρεμα, στο κάμπινγκ, στις υπαίθριες δουλειές, ο φανός θυέλλης θυμίζει έναν παλιό ρυθμό ζωής. Τότε που το φως δεν ήταν δεδομένο, αλλά ευθύνη. Έπρεπε να το φροντίσεις, να το ανάψεις, να το προστατεύσεις. Κι έτσι το φως αποκτούσε αξία. Δεν ήταν απλώς εργαλείο, ήταν σύντροφος. Ένα μικρό σταθερό σημείο μέσα στην αβεβαιότητα.

Μεταφορικά, ο φανός θυέλλης γίνεται εικόνα του ανθρώπου που κρατά κάτι αναμμένο μέσα του, όταν όλα γύρω δοκιμάζονται. Ένα φλογερό πνεύμα, μια ελπίδα που δεν σβήνει, όχι γιατί οι συνθήκες είναι ευνοϊκές, αλλά γιατί έχει μάθει να αντέχει. Όπως η φλόγα πίσω από το γυαλί, έτσι κι ο άνθρωπος χρειάζεται κάποιες άμυνες: όχι για να απομονωθεί, αλλά για να μη σβήσει.

Ίσως γι’ αυτό ο φανός θυέλλης συγκινεί ακόμα. Δεν υπόσχεται ασφάλεια από τη θύελλα. Υπόσχεται παρουσία μέσα σε αυτήν. Ένα φως που δεν τρεμοπαίζει, που δεν εγκαταλείπει, που δείχνει τον δρόμο χωρίς να τον απλοποιεί. Και σε έναν κόσμο γεμάτο καταιγίδες -εξωτερικές και εσωτερικές- αυτό το ταπεινό, σταθερό φως παραμένει μια από τις πιο δυνατές μορφές ελπίδας.


Φεβρουάριος στο Βαλτινό: ο μικρός μήνας ανάμεσα στον χειμώνα και την άνοιξη

 

Ο Φεβρουάριος στο Βαλτινό και στα θεσσαλικά χωριά έρχεται χαμηλόφωνος, σαν άνθρωπος που ξέρει πως δεν κρατά για πολύ. Είναι ο μικρός μήνας, ο «Κουτσοφλέβαρος», μα κουβαλά πάνω του το βάρος του χειμώνα και την πρώτη, διστακτική υπόσχεση της άνοιξης.

Στα χωράφια γύρω από το Βαλτινό η γη μένει ακόμη σκούρα και βαριά. Οι βροχές του Γενάρη έχουν ποτίσει το χώμα, κι οι αγρότες κοιτούν τον ουρανό με μάτι έμπειρο, ζυγίζοντας τις μέρες. Άλλοτε ο Φλεβάρης δείχνει τα δόντια του με παγωνιές και βοριάδες που κατεβαίνουν από τα βουνά της Πίνδου, κι άλλοτε μαλακώνει ξαφνικά, αφήνοντας τον ήλιο να ζεστάνει τα μεσημέρια. Τότε, στα χαντάκια και στις άκρες των χωραφιών, ξεμυτίζουν οι πρώτες μαργαρίτες και οι αγριοβιολέτες, σαν μικρά σημάδια ότι ο κύκλος γυρίζει ξανά.

Στο χωριό, οι καμινάδες καπνίζουν ακόμη. Τα βράδια είναι κρύα, κι ο κόσμος μαζεύεται νωρίς στα σπίτια, γύρω από το καλοριφέρ, τη σόμπα ή το τζάκι. Ο Φεβρουάριος είναι μήνας κουβέντας και μνήμης. Στα καφενεία, όπου ο καιρός το επιτρέπει, ακούγονται ιστορίες παλιές, για βαρυχειμωνιές, για χιόνια που σκέπαζαν τις αυλές, για χρόνια δύσκολα, μα και για πείσμα και αντοχή. Είναι μήνας που δεν σηκώνει πολλά λόγια, μα αφήνει χώρο στη σκέψη.

Στο Βαλτινό, ο Φεβρουάριος κουβαλά και τα έθιμά του. Οι Απόκριες αρχίζουν δειλά, με μια διάθεση που παλεύει να ξεφύγει από τη σοβαρότητα του χειμώνα. Γέλια ακούγονται πιο συχνά, παιδιά μασκαρεύονται πρόχειρα, κι οι μεγάλοι θυμούνται πως, όσο κι αν κρατά το κρύο, η ζωή βρίσκει τρόπο να γιορτάζει. Είναι ένα γέλιο συγκρατημένο, σαν να φοβάται μήπως το ματιάσει ο καιρός.

Στη φύση γύρω από το Βαλτινό, τα δέντρα στέκουν γυμνά, μα όχι άδεια. Μέσα τους δουλεύει σιωπηλά ο χυμός, ετοιμάζοντας το ξέσπασμα της άνοιξης. Τα νερά στα ρέματα κυλούν πιο ήσυχα, και τα πουλιά αρχίζουν να δοκιμάζουν τις φωνές τους τα πρωινά. Όποιος περπατήσει έξω από το χωριό αυτές τις μέρες, νιώθει πως κάτι αλλάζει, έστω κι αν δεν φαίνεται ακόμη καθαρά.

Ο Φεβρουάριος είναι μήνας μεταβατικός, γεμάτος υπομονή. Δεν υπόσχεται πολλά, μα δεν απογοητεύει. Είναι σαν τον άνθρωπο που ξέρει να περιμένει: με τα πόδια στη λάσπη του χειμώνα και το βλέμμα στραμμένο προς το φως που έρχεται. Στο Βαλτινό και στα γύρω χωριά, αυτός ο μήνας διδάσκει σιωπηλά πως κάθε τέλος κρύβει μέσα του μια αρχή - κι ας είναι ακόμη ντυμένη με κρύο.


Ισχυρή βροχόπτωση στο Βαλτινό και τη Θεσσαλία - Επί ποδός Περιφέρεια και Δήμος Τρικκαίων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων

 

Με έντονα καιρικά φαινόμενα σημαδεύτηκε η σημερινή ημέρα στο Βαλτινό και γενικότερα σε πολλές περιοχές της Θεσσαλίας, καθώς η ισχυρή βροχόπτωση δοκίμασε τις αντοχές των υποδομών αλλά και την ετοιμότητα των αρμόδιων αρχών.

Από τις πρώτες ώρες της κακοκαιρίας, η Περιφέρεια Θεσσαλίας και ο Δήμος Τρικκαίων τέθηκαν επί ποδός, ενεργοποιώντας τους μηχανισμούς πολιτικής προστασίας για την άμεση αντιμετώπιση των προβλημάτων που προέκυψαν. Η υψηλή ένταση της βροχής προκάλεσε συσσώρευση υδάτων σε αγροτικούς δρόμους, χαμηλά σημεία και καλλιεργήσιμες εκτάσεις, δημιουργώντας κινδύνους τόσο για τις μετακινήσεις όσο και για την τοπική αγροτική δραστηριότητα.

Στο Βαλτινό, αλλά και σε άλλες περιοχές του Δήμου Τρικκαίων, οι τεχνικές υπηρεσίες επενέβησαν άμεσα, προχωρώντας σε διανοίξεις καναλιών απορροής, διαμόρφωση και καθαρισμό κοιτών ρεμάτων, καθώς και σε αποσυμφόρηση σημείων όπου τα όμβρια ύδατα λιμνάζαν επικίνδυνα. Οι παρεμβάσεις αυτές κρίθηκαν καθοριστικές για να περιοριστούν οι επιπτώσεις της κακοκαιρίας και να αποτραπούν σοβαρότερα προβλήματα.

Η σημερινή βροχόπτωση έρχεται να υπενθυμίσει με έντονο τρόπο τη συνεχή ευαλωτότητα της Θεσσαλίας απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα, αλλά και τη σημασία της πρόληψης, της συντήρησης των υδρολογικών υποδομών και της άμεσης συνεργασίας μεταξύ Περιφέρειας και Δήμων.

Παρά τις δυσκολίες, η έγκαιρη κινητοποίηση και η συντονισμένη δράση των υπηρεσιών συνέβαλαν ώστε η κατάσταση να παραμείνει διαχειρίσιμη. Οι αρχές παραμένουν σε αυξημένη ετοιμότητα, καθώς τα καιρικά φαινόμενα απαιτούν διαρκή επαγρύπνηση και ψυχραιμία από όλους.



Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Ο βράχος του Κόζιακα (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Ο Κόζιακας ήταν πάντα εκεί. Όχι απλώς σαν βουνό, αλλά σαν παρουσία. Έστεκε απέναντι από το Βαλτινό, στα ριζά του χωριού, και μας κοίταζε όπως κοιτάζουν οι παλιοί τους νεότερους: σιωπηλά, με υπομονή, με μια βεβαιότητα πως ό,τι κι αν γίνει, εκείνος δεν θα φύγει.

Τον θυμάμαι από παιδί. Γεμάτος έλατα και πεύκα, καστανιές και κρανιές, μυρωμένος από ρίγανη και τσάι του βουνού. Την άνοιξη πρασίνιζε τόσο που νόμιζες πως το πράσινο ξεχείλιζε και κατέβαινε μέχρι τις αυλές μας. Οι ράχες του γέμιζαν παπαρούνες, κόκκινες σαν μικρές φωτιές, κι εγώ είχα την εντύπωση πως αν έκλεινα τα μάτια και άπλωνα τα χέρια, θα τις άγγιζα.

Τις νύχτες, όμως, γινόταν θαύμα. Τα χωριουδάκια που την ημέρα χάνονταν μέσα στο πράσινο, άναβαν τα φώτα τους και φάνταζαν σαν να είχαν πέσει όλα τα αστέρια από τον ουρανό και να κάθισαν πάνω στο βουνό. Τρεμόπαιζαν σαν πυγολαμπίδες. Καθόμουν και τα χάζευα, κι η μάνα μου έδειχνε με το δάχτυλο: «Εκεί είναι το τάδε χωριό, παραπέρα το άλλο». Τα ήξερε όλα τα ονόματα, λες και τα είχε βαφτίσει η ίδια.

Σε εκείνες τις νύχτες ήταν πάντα και η Νίκη δίπλα μου. Η Νίκη, η πιο καλή μας φίλη. Από παιδιά καρδιακές. Ψηλή, πανύψηλη – ένα και ογδόντα δύο –, όμορφη, με κορμί που ξεχώριζε, με γέλιο πλατύ που φώτιζε τα πάντα. Κι όμως, μέσα της κουβαλούσε μια συστολή, μια έλλειψη αυτοπεποίθησης, σαν να μην πίστευε ποτέ πόσο εντυπωσιακή ήταν. Εμείς το ξέραμε. Και προσπαθούσαμε, όπως μπορούσαμε, να της το θυμίζουμε.

Όταν έβρεχε και ξεπρόβαλλε το ουράνιο τόξο, ο Κόζιακας το φορούσε σαν στεφάνι. Από τη μια άκρη ως την άλλη, πολύχρωμο, σαν κορδέλα στα μαλλιά ενός μικρού κοριτσιού. Τότε η Νίκη γελούσε και έλεγε πως το βουνό στολίστηκε για χάρη μας. Άλλες φορές πάλι ο Κόζιακας χανόταν για μέρες κάτω από βαριά σύννεφα και τότε το χωριό έμοιαζε πιο μικρό, πιο μόνο. Μα όταν έβγαινε ο ήλιος, ήταν σαν να μας έπαιρνε όλους στην αγκαλιά του.

Πρωτομαγιά ανεβαίναμε στον Πρόδρομο. Ξεκινούσαμε χαράματα, με το ραδιάκι, την τριχιά για την κούνια, λίγα μπισκότα, τσίχλες και καμιά κονσέρβα. Η Νίκη πάντα μπροστά, με μεγάλα βήματα, κι ας παραπονιόταν πως κουράστηκε. Όποιος μας έβλεπε στο δρόμο φώναζε: «Ελάτε κορίτσια, ανεβείτε». Και εμείς, χωρίς δεύτερη σκέψη, πηδούσαμε στις καρότσες, κι η Νίκη γελούσε δυνατά, κρατώντας τα μαλλιά της για να μη φύγουν στον αέρα.

Εκεί, στη μέση του βουνού, στήναμε πρώτα την κούνια. Η Νίκη ήταν η πρώτη που ανέβαινε. Η πιο ψηλή, η πιο τολμηρή, κι όμως κάθε φορά φώναζε σαν μικρό παιδί. Ύστερα γυρίζαμε από παρέα σε παρέα, χαιρετούσαμε γνωστούς, μυρίζαμε τα ψητά που έψηναν στις ψησταριές τους. Μας πρόσφεραν κρέας, μα εμείς ντρεπόμασταν να πάρουμε. Τώρα γελάω με την ντροπή μας, τότε μας φαινόταν σωστό.

Το μεσημέρι πηγαίναμε στον βράχο. Μια πέτρα μόνη της, γύρω στο ένα μέτρο, στενή, ξεκομμένη απ’ όλα, λες και είχε ξεχαστεί εκεί από τον καιρό. Κάθε χρόνο στον ίδιο βράχο. Δεν τον αλλάζαμε.

Ένα αγόρι με φωτογραφική μηχανή μας έβγαζε φωτογραφίες, του δίναμε λίγα λεφτά και κρατούσαμε το χαρτί σαν θησαυρό.

Ήμασταν κουρασμένες, ξεθεωμένες, αλλά γεμάτες χαρά. Μας έφταναν αυτά. Η παρέα, τα γέλια, η αίσθηση πως τίποτα κακό δεν μπορούσε να μας αγγίξει.

Χρόνια μετά, παντρεμένη πια, είπα να πάμε μια μέρα με τον άντρα μου τον Δημήτρη στον Πρόδρομο, στο δάσος του Αϊ Γιάννη. Πήγαμε ένα πρωινό. Όλα ήταν όπως τότε. Τα δέντρα, τα μονοπάτια, η μυρωδιά. Του έδειχνα τα μέρη και ξαφνικά άρχισα να ψάχνω τον βράχο.

Ήταν μπροστά μου και δεν τον έβλεπα.

Όταν τον αναγνώρισα, φώναξα. Πλησίασα με ένα σφίξιμο στο στομάχι. Η Νίκη δεν ήταν πια δίπλα μου. Είχε φύγει χρόνια πριν, άδικα, σε ένα τροχαίο. Μαζί της έφυγε κι ο μικρός της Άκης, μόλις πέντε χρονών, και η αγέννητη κορούλα της, οχτώ μηνών στην κοιλιά της. Τρεις ζωές σε μια στιγμή.

Τα δάκρυα ήρθαν μόνα τους. «Ο βράχος τι θα πάθει;» είπα μέσα μου. «Οι άνθρωποι φεύγουν». Μια ανατριχίλα με διαπέρασε. Ανέβηκα πάνω, όπως τότε, για μια φωτογραφία. Και για μια στιγμή μου φάνηκε πως άκουσα γέλια. Το γέλιο της Νίκης. Το ίδιο πλατύ, το ίδιο ζωντανό.

Στάθηκα και της μίλησα σιωπηλά. Γλυκιά μου Νίκη, μοναδικό μου πλάσμα. Μας λείπεις. Μου λείπεις. Να ξέρεις πως δεν σε ξεχάσαμε και δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα είσαι πάντα στην παρέα μας, στη μνήμη μας. Είμαι σίγουρη πως γελάς από εκεί που είσαι, με τα αστεία μας, όπως τότε.

Έβγαλα μια τελευταία φωτογραφία. Μόνο την πέτρα. Και φύγαμε.

Όταν κατεβαίνω τώρα από το χωριό για την Αθήνα, τον χαιρετώ όπως παλιά. Κοιτάζω τον Κόζιακα και του λέω: «Γεια σου, γερο-Κόζιακα. Θα τα πούμε πάλι». Και ξέρω πως εκείνος θα είναι εκεί. Να κρατά για μένα τη Νίκη, τα γέλια μας και όλα όσα ο χρόνος δεν κατάφερε να πάρει.



ΝΕΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ – ΚΟΠΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗΣ ΠΙΤΑΣ

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού ενημερώνει τα μέλη και τους φίλους του ότι, μετά την αναβολή της εκδήλωσης λόγω πένθους, η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας θα πραγματοποιηθεί με τα νεότερα οργανωτικά δεδομένα ως εξής:

 Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026
 Ώρα: 20:30
Χώρος: Ταβέρνα «Το Τσαγαλί», Παραπόταμος

Τη βραδιά θα πλαισιώσει DJ, χαρίζοντάς μας μια όμορφη και ζεστή βραδιά με μουσική, κέφι και χορό.

Είσοδος: 2 €
Τηλέφωνο κρατήσεων: 24310 84570

Σας περιμένουμε όλους να ανταμώσουμε, να ανταλλάξουμε ευχές για τη νέα χρονιά και να στηρίξουμε με την παρουσία μας τις δράσεις του Συλλόγου, σε ένα κλίμα ενότητας και αισιοδοξίας.

 


Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Το Μηδέν που πολλαπλασιάζει και το Ένα που μαθαίνει να μην είναι μόνο


Στη φωτογραφία, το 10 είναι ζωγραφισμένο πάνω σε φθαρμένο μέταλλο. Δεν λάμπει, αντέχει. Το 1 στέκεται όρθιο, αυστηρό, μόνο του. Το 0 είναι κύκλος, άδειος και πλήρης μαζί. Και δίπλα-δίπλα σχηματίζουν κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμά τους.

Ο άντρας, ως 1, είναι μονάδα. Έχει κατεύθυνση, αιχμή, αρχή και τέλος. Μπορεί να προχωρά, να μετρά, να στέκεται. Μα μόνος του μετράει λίγο. Είναι αριθμός που υπάρχει, όχι που σημαίνει. Η παρουσία του είναι ευθεία, αλλά στενή.

Η γυναίκα, ως 0, μοιάζει με τίποτα, κι όμως είναι χώρος. Είναι αγκαλιά και κύκλος, δυνατότητα και αναμονή. Το μηδέν δεν φαίνεται να προσθέτει αξία, κι όμως αλλάζει τα πάντα. Χωρίς αυτό, οι αριθμοί μένουν μικροί, αυτάρκεις και φτωχοί. Με αυτό, πολλαπλασιάζονται.

Όταν το 1 στέκεται δίπλα στο 0, γεννιέται το 10. Όχι απλώς ένας μεγαλύτερος αριθμός, αλλά μια σχέση. Εκεί ο άντρας δεν χάνει την ταυτότητά του, αποκτά βάθος. Δεν παύει να είναι μονάδα, γίνεται όμως μέτρο. Μαζί της αυξάνεται, όχι γιατί εκείνη τον «μεγαλώνει», αλλά γιατί του δίνει νόημα. Τον τοποθετεί σε πλαίσιο.

Κι όμως, υπάρχει μια σκληρή ασυμμετρία:
ο άντρας χωρίς τη γυναίκα του παραμένει 1.
Η γυναίκα, όταν χάσει τον άντρα, γίνεται 0.

Ίσως όχι γιατί δεν αξίζει μόνη της, αλλά γιατί έτσι τη δίδαξαν να μετριέται. Να υπάρχει ως θέση δίπλα σε κάποιον άλλον. Το μηδέν δεν είναι ανυπαρξία, είναι σιωπή που περιμένει να αναγνωριστεί. Είναι δύναμη που δεν της έμαθαν να τη λέει με φωνή.

Το 10 της φωτογραφίας είναι παλιό, ξεφτισμένο, με βίδες που το κρατούν ακόμα στη θέση του. Όπως οι σχέσεις: δεν είναι τέλειες, δεν είναι καινούργιες, αλλά αν αντέχουν, είναι γιατί κάποτε δύο σύμβολα δέχτηκαν να σταθούν μαζί.

Ίσως το αληθινό στοίχημα δεν είναι να γίνουμε δέκα,
αλλά να μάθουμε πως και το μηδέν είναι πλήρες,
και το ένα δεν φοβάται να πάψει να είναι μόνο.


Οι εργάτριες απ’ τα γύρω χωριά…

 Του Παύλου Ριζαργιώτη

Λίγο πριν την αυγή. Όταν μια ακόμα μέρα θα άρχιζε. Με το νυχτοκάματο να έχει σχεδόν διασφαλιστεί. Για το καθημερινό φαΐ της οικογένειας. Το αύριο των παιδιών. Και ξάφνου, μια ισχυρή βροντή σχίζει το παγωμένο αέρα του θεσσαλικού κάμπου. Φωτιά, θάνατος.

Ε, ρε χάρε! Τι έκανες; Πέντε νέες γυναίκες. Πέντε μανάδες. Πέντε εργάτριες. Μας πήρες ό,τι καλύτερο. Την ομορφιά του ανθρώπου. Την μήτρα της ζωής. Την παραγωγό του πλούτου.

Η Βασιλική. Η Έλενα. Η Αθανασία. Η Σταυρούλα. Η Αγάπη. Νεκρές. Εκεί στο εργοστάσιο μπισκότων της «Βιολάντα», στα Τρίκαλα. «Εργατικό ατύχημα» θα πουν. Φόνος είναι. Εκ προμελέτης.

Το αφεντικό δεν νοιάστηκε ποτέ γ’ αυτές τις πέντε εργάτριες. Σαν μηχανές τις έβλεπε πάντα και όχι σαν ανθρώπους. Δεν άκουγε τους χτύπους της καρδιάς τους να αυξάνονται όταν η κούραση της δουλειάς βάραινε αφόρητα το κορμί. Εξακολουθούσε να μετράει πόσο γρήγορα κινούνταν τα χέρια τους στη γραμμή παραγωγής. Δεν ένιωθε την αγωνία τους, δεν καταλάβαινε το φόβο τους μην και καούν στους φούρνους κι αφήσουν τα παιδιά τους στη λάκα. Μόνο για το πώς θα μειώσει τα έξοδα και θ’ αυξήσει τα κέρδη νοιαζόταν. Για «σοβαρό περιστατικό» έκανε λόγο η εταιρία αναφερόμενη στη φονική έκρηξη στο εργοστάσιο. Ονόμασε «περιστατικό» το έγκλημα που οδήγησε στο θάνατο πέντε εργατριών. Κι είναι κοροϊδία το εκ των υστέρων τάχα μου εργοδοτικό ενδιαφέρον για τους χήρους και τα ορφανά.

Τούτο το κράτος και οι κυβερνήσεις του πάντα με το μέρος των αφεντικών. Όχι μόνο αφήνει τους βιομήχανους ασύδοτους και απείραχτους να θυσιάζουν στο βωμό των κερδών τους ανθρώπινες ζωές, αλλά και τους βοηθάει με κάθε τρόπο. Με τους νόμους που ψηφίζει, με την υποβάθμιση και κατάργηση κάθε μέσου και μέτρου ελέγχου, με την ατιμωρησία που τους διασφαλίζει. Κι ας κάνει τάχα τον λυπημένο ο Μητσοτάκης. Λίγο που τον νοιάζει, όπως και για τους άλλους 201 εργαζόμενους που έχασαν τη ζωή τους σε «εργατικά ατυχήματα» μέσα στο 2025. Κροκοδείλια τα δάκρυα όλων όσοι είναι με το μέρος των αφεντικών, της «επιχειρηματικότητας», των «επενδύσεων», της «καπιταλιστικής ανάπτυξης». Μαζί και της δικής μας φάρας, των δημοσιογράφων, που, μετά από τα λόγια λύπης και παρηγοριάς, σπεύδουν να υπερτονίσουν ότι η εν λόγω εταιρία είναι από τις πιο προκομένες και κερδοφόρες, παράδειγμα προς μίμηση!

Γυναίκες από τα γύρω χωριά οι νεκρές εργάτριες. Τα χτυπημένα από την ανέχεια και τη φτώχεια χωριά του θεσσαλικού κάμπου. Εκεί όπου οι αγρότες δεν έχουν πια εισόδημα και βγήκαν με τα τρακτέρ στα μπλόκα να παλέψουν για την επιβίωση, βρίσκοντας μπροστά τους την κυβερνητική άρνηση και κοροϊδία. Οι γυναίκες τους ψάχνουν απεγνωσμένα ένα μεροκάματο να συνδράμουν στην οικογένεια. Εχοντας στην πλάτη τους και την ανατροφή των παιδιών και τη φροντίδα των γερόντων.

Όταν η ανάγκη γι’ αυτό το μεροκάματο είναι τόσο μεγάλη, πώς ν’ αντισταθείς στα επιτακτικά «θέλω» τους εργοδότη; Και μάλιστα σε μια εποχή που τα συνδικάτα είναι αδύναμα ή και ανύπαρκτα στους χώρους δουλειάς κι η απειλή της απόλυσης παραλύει κάθε σκέψη αντίδρασης. Ναι, το Εργατικό Κέντρο Τρικάλων είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους που παραμόνευαν, αλλά η επαφή των εργατριών μαζί του στο χώρο του εργοστασίου ήταν απαγορευμένη από την εργοδοσία.

«Καταραμένος τόπος» η Θεσσαλία. Η γη της Επαγγελίας. Πότε ο «Ντάνιελ» πνίγει τους χωριάτες κι αφανίζει το βιός τους. Πότε τα τρένα συγκρούονται στα Τέμπη και σκοτώνονται δεκάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι. Πότε η φωτιά στην μπισκοτοβιομηχανία «Βιολάντα» καίει ζωντανές εργάτριες. Όμως, πίσω από όλες αυτές τις καταστροφές βρίσκεται η ίδια αιτία. Το κυνήγι του κέρδους το οποίο κοστίζει ανθρώπινες ζωές. Για το κέρδος δεν έγιναν τα απαραίτητα αντιπλημμυρικά έργα. Γι’ αυτό ιδιωτικοποιήθηκε και υποβαθμίστηκε ως προς την ασφάλειά του ο σιδηρόδρομος. Γι’ αυτό δεν πάρθηκαν τα απαραίτητα εργοδοτικά μέτρα για την αποφυγή φονικών «ατυχημάτων» στο εργοστάσιο της «Βιολάντα».

Τώρα πονάμε και θρηνούμε. Γρήγορα να σκεφτούμε και να ενεργήσουμε. Να οργανώσουμε τη Νέμεση…


Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Γιάννης Γεωργίου: μια ζωντανή μνήμη της παραδοσιακής μουσικής του τόπου μας

 Στο Βαρούσι Τρικάλων. Από αριστερά: Βασίλης Γεωργίου Τραγούδι, Άγγελος Σίττας Κλαρίνο, Γιάννης Γεωργίου Ακορντεόν, και Βασίλης Έξαρχος βιολί.

Από τους τελευταίους αυθεντικούς εκπροσώπους της παραδοσιακής μουσικής του τόπου μας, ο συγχωριανός μας Γιάννης Γεωργίου συνεχίζει ακάθεκτος, με το συγκρότημά του, να δίνει το παρών σε χορούς, κοπές πίτας και ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις, κρατώντας ζωντανό το νήμα της μουσικής μας παράδοσης.

Γεννημένος το 1952 στο Βαλτινό Τρικάλων, ο Γιάννης Γεωργίου υπήρξε και παραμένει μια ξεχωριστή φυσιογνωμία της παραδοσιακής μουσικής. Από νεαρή ηλικία βρέθηκε κοντά στους ήχους και τους ρυθμούς της λαϊκής μας κληρονομιάς και γρήγορα ξεχώρισε για το μεράκι, τη συνέπεια και την αυθεντικότητά του. Η πορεία του στη μουσική σκηνή υπήρξε πλούσια και πολυδιάστατη, καθώς συμμετείχε σε πλήθος μουσικών σχημάτων και παραδοσιακών ορχηστρών, συνοδεύοντας γάμους, πανηγύρια και τοπικές γιορτές σε ολόκληρη την περιοχή.

Για δεκαετίες, η παρουσία του ήταν συνώνυμη με το γλέντι και τη χαρά. Με τη μουσική του πρόσφερε κέφι και συγκίνηση σε χιλιάδες ανθρώπους, δημιουργώντας αναμνήσεις που παραμένουν ζωντανές μέχρι σήμερα. Η μουσική, άλλωστε, δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Παρότι σήμερα είναι συνταξιούχος, όταν του δίνεται η ευκαιρία, πιάνει το ακορντεόν, το αρμόνιο ή το νταούλι και, με τη χαρακτηριστική και εξαιρετική φωνή του, γοητεύει το κοινό, σκορπίζοντας αυθόρμητα χαμόγελα και ζωντάνια.

Ο Γιάννης Γεωργίου δεν είναι απλώς ένας οργανοπαίχτης, είναι φορέας μνήμης, ήθους και πολιτισμού. Με τη διαδρομή και τη συνεχή παρουσία του αποδεικνύει πως η παραδοσιακή μουσική δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν, αλλά μπορεί να συνεχίσει να ζει, να εξελίσσεται και να ενώνει τις γενιές, όσο υπάρχουν άνθρωποι που την υπηρετούν με αγάπη και αφοσίωση.


Από την όμορφη βραδιά της κοπής πίτας του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Πιαλείας. Από αριστερά: Γιάννης Γεωργίου Αρμόνιο, Βασίλης Μαργαρίτης Τραγούδι, Γιώργος Κολτσίδας Κλαρίνο και Αδάμος Χρήστος Κιθάρα.


ΛΗΚΥΘΟΣ

 

Πρώτα το χτύπησαν οι κεραυνοί. Ύστερα οι άνθρωποι το κλάδεψαν αλύπητα. Εκείνο όμως άντεξε. Ακόμα και χωρίς τα στιβαρά του μέλη ορθώθηκε και μετασχηματίστηκε.. Έγινε το δέντρο-λήκυθος, δηλαδή μια κατακόρυφη κουφάλα για να μαζεύει μέσα τη βροχή και να ξεδιψά ο ουρανός. Εκεί ακριβώς στέκομαι συχνά και μαθητεύω στη δέντρινη δύναμη και υπομονή. Και μαζί με τον ουρανό σκύβω κι εγώ και ξεδιψάω. 

Του Ηλία Κεφάλα


Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Εκλογικός κατάλογος γυναικών Κοινότητος Βαλτινού του έτους 1950

 Μελέτη του Δημήτρη Τσιγάρα

Η παρούσα εργασία αποσκοπεί στη δημοσιοποίηση και αξιοποίηση άγνωστων ή ελάχιστα μελετημένων αρχειακών τεκμηρίων που αφορούν την ιστορία της Κοινότητας Βαλτινού του Νομού Τρικάλων, συμβάλλοντας στη μελέτη της κοινωνικής και δημογραφικής της φυσιογνωμίας κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Ο εκλογικός κατάλογος γυναικών, και ειδικότερα εκείνος του έτους 1950, αποτελεί πολύτιμη πρωτογενής πηγή, καθώς συνδέεται άμεσα με ένα ιστορικό ορόσημο για τη νεότερη ελληνική κοινωνία: την καθιέρωση και εφαρμογή του εκλογικού δικαιώματος των γυναικών. Μετά από μακρόχρονους κοινωνικούς αγώνες και θεσμικές διεκδικήσεις, οι Ελληνίδες απέκτησαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα στις αρχές της δεκαετίας του 1950, γεγονός που σηματοδότησε βαθιά τομή στη δημόσια ζωή και στην αντίληψη περί ισότητας των φύλων.

Η συγκρότηση ειδικών εκλογικών καταλόγων γυναικών, όπως αυτός της Κοινότητας Βαλτινού, δεν αποτελεί απλώς διοικητική πράξη, αλλά καταγράφει την είσοδο των γυναικών στον δημόσιο και πολιτικό χώρο. Μέσα από τα στοιχεία του καταλόγου -ονοματεπώνυμα, πατρώνυμα, στοιχεία συζύγων, έτος γεννήσεως και επάγγελμα- αποτυπώνεται με ακρίβεια η κοινωνική διάρθρωση, οι οικογενειακές σχέσεις και η θέση της γυναίκας στην τοπική κοινωνία της εποχής.

Το ιστορικό πλαίσιο της περιόδου είναι ιδιαίτερα κρίσιμο. Η Ελλάδα εξέρχεται τραυματισμένη από την Κατοχή και τον Εμφύλιο Πόλεμο, με την ύπαιθρο να αντιμετωπίζει πληθυσμιακή αύξηση, φτώχεια και έντονες κοινωνικές μεταβολές. Στο Βαλτινό, όπως και σε άλλα χωριά της θεσσαλικής πεδιάδας, οι γυναίκες είχαν αναλάβει πολλαπλούς ρόλους: στη γεωργική παραγωγή, στην οικογενειακή οικονομία και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Η θεσμική αναγνώριση του πολιτικού τους δικαιώματος έρχεται να επισφραγίσει μια ήδη ουσιαστική, αλλά άτυπη, κοινωνική παρουσία.

Η μελέτη του συγκεκριμένου εκλογικού καταλόγου δεν εξαντλείται στη στατιστική ή διοικητική του αξία. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ιστορικό τεκμήριο μνήμης, προσφέροντας τη δυνατότητα ανασύνθεσης της τοπικής κοινωνίας, της γενεαλογίας των οικογενειών και της εξέλιξης του γυναικείου ρόλου στο Βαλτινό κατά τον 20ό αιώνα.

Από τη δεκαετία του 1940 έως το 1950 η Κοινότητα Βαλτινού συγκροτούνταν από τους εξής οικισμούς: Βαλτινό, Αμμουδιά, Ασπρόβαλτος, Μέλιγος, Μεσιακά και Φωτάδα. Ο οικισμός της Φωτάδας αποσπάστηκε από την Κοινότητα Βαλτινού και συστάθηκε ως αυτοτελής κοινότητα το έτος 1950, σύμφωνα με το ΦΕΚ 165Α/04-08-1950, περί σύστασης κοινότητας με την απόσπαση του οικισμού Φωτάδα από την Κοινότητα Βαλτινού και τον ορισμό του ως έδρας της νέας κοινότητας.

Ωστόσο, στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Βαλτινού απαντούν αρκετά ονόματα κατοίκων της Φωτάδας, γεγονός που εξηγείται από το ότι η σύνταξη και η συγκρότηση του καταλόγου είχε ήδη ξεκινήσει από το έτος 1949, πριν από τη διοικητική απόσπαση του οικισμού.

Ως εκ τούτου, τα ονόματα των γυναικών που περιλαμβάνονται στον εκλογικό κατάλογο, αφορούν κατοίκους των οικισμών Βαλτινό, Αμμουδιά, Ασπρόβαλτος, Μέλιγος, Μεσιακά και Φωτάδα.

Στο πλαίσιο αυτό, η εργασία φιλοδοξεί να αποτελέσει συμβολή τόσο στη μικροϊστορία του τόπου όσο και στη γενικότερη μελέτη της κοινωνικής ιστορίας της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Εκλογικός κατάλογος

Ο κατάλογος είναι τυπωμένος στο τυπογραφείο ΤΥΠΟΙΣ «ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΩΝΗΣ» ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ, όπως αναγράφεται στο κάτω δεξιό μέρος του εξωφύλλου.

Μορφή και περιεχόμενο

Ο κατάλογος αποτελείται από οκτώ (8) φύλλα, κιτρινισμένα από την πολυκαιρία, διαστάσεων 25 × 35 εκατοστών. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνει εξώφυλλο, οπισθόφυλλο και τέσσερις (4) σελίδες περιεχομένου.

Στο εξώφυλλο αναγράφονται τα εξής:

ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΒΑΛΤΙΝΟΥ
ΝΟΜΟΥ ΤΡΙΚΑΛΩΝ

ΣΥΝΤΑΧΘΕΙΣ
Υπό της οικείας Επιτροπής του άρθρου 1
του από 4 Ιουλίου 1949 Βασιλικού Διατάγματος και
κηρυχθείς οριστικός δυνάμει της υπ’ αριθ. 249/1949
αποφάσεως του Πρωτοδικείου Τρικάλων.

ΤΥΠΟΙΣ «ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΩΝΗΣ»
ΚΑΡΔΙΤΣΑ

Το εσωτερικό μέρος του εξωφύλλου είναι κενό. Στην πρώτη και στη δεύτερη σελίδα, στο άνω μέρος, επαναλαμβάνονται ο τίτλος και τα στοιχεία της συνταχθείσας επιτροπής, ακριβώς όπως αναγράφονται στο εξώφυλλο.

Ακολουθεί, κατά στήλες, ο κατάλογος των 110 εγγεγραμμένων γυναικών. Ο κατάλογος είναι ταξινομημένος αλφαβητικά κατά επώνυμο και ολοκληρώνεται στη δεύτερη σελίδα ως εξής:

ΕΓΓΡΑΠΤΕΑΙ

Αύξων αριθμός – Επώνυμον – Κύριον όνομα – Κύριον όνομα συζύγου – Κύριον όνομα και επώνυμο πατρός – Έτος γεννήσεως – Επάγγελμα – Αριθμός δημοτολογίου – Τόπος διανομής και διεύθυνση κατοικίας


Φωτογραφία από την πρώτη σελίδα του Εκλογικού Καταλόγου Γυναικών Κοινότητας Βαλτινού 1950

Η Απώλεια

 

Η απώλεια δεν είναι το τέλος, είναι ο τρόπος που η ζωή μαθαίνει να ψιθυρίζει.
Όταν κάτι φεύγει, δεν σβήνει, μεταμορφώνεται σε χώρο, σε ανάσα, σε σιωπή.

Ό,τι αγαπήσαμε δεν χάνεται, απλώς παύει να μας ανήκει.
Κι εκεί, μέσα στην ορφάνια του κόσμου, ανακαλύπτουμε πως η αγάπη δεν ήταν ποτέ κατοχή, αλλά μνήμη που ανασαίνει μέσα μας.

Η απώλεια είναι δάσκαλος που δεν υψώνει τη φωνή του.
Σε αφήνει μόνο, για να μάθεις να στέκεσαι χωρίς στήριγμα.
Σε αφήνει γυμνό, για να καταλάβεις πως δεν χρειάζεσαι ένδυμα για να υπάρξεις.

Όταν πονάς, είναι γιατί αντιστέκεσαι σ’ αυτό που αλλάζει.
Μα μόλις αφήσεις το ποτάμι να σε περάσει, βρίσκεις το νόημα εκεί όπου δεν περίμενες να υπάρχει τίποτα.

Η απώλεια είναι η τέχνη του κενού, το άδειο βάζο που ακόμη μυρίζει άνθος, η καρέκλα που θυμάται το σώμα που δεν κάθεται πια, το φως στο δωμάτιο που ξέρει να περιμένει.

Και κάποτε, χωρίς να το ζητήσεις, έρχεται εκείνη η γαλήνη, η ίδια που ονομάσαμε ευτυχία: η απονία του σώματος, η αταραξία της ψυχής, όταν καταλάβεις πως τίποτα δεν χάνεται, παρά μόνο αλλάζει μορφή.


Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Οι πουτσαράδες του αρτεσιανού - (Του Χάρη Αγγελή)

 

Το πρωινό φως άρχιζε να σηκώνεται πάνω από το χωριό όταν ο Σιούλας άνοιξε τα μάτια του. Με την πρώτη κίνηση αντίκρισε τον Πίπη να ζορίζεται στον δρόμο, κρατώντας ένα γκιούμι γεμάτο νερό. Το ’χε στο δεξί του χέρι, περπατούσε λίγα βήματα και μετά σταματούσε να το αλλάξει στο άλλο, λες και το γκιούμι αύξανε βάρος όσο προχωρούσε.

Ο πατέρας του Πίπη, πρωτομάστορας στους πλιθάδες, είχε φύγει από νωρίς για τις γούρνες, εκεί η ομάδα του είχε ήδη αρχίσει να ετοιμάζει το χώμα για τα πλιθιά της μέρας.

—Πάμε κι εμείς να δούμε, είπε ο Σιούλας. Πιάνει το γκιούμι από το απέναντι χερούλι κι έτσι οι δυο μικροί μοιράζονταν το βάρος σαν να κουβαλούσαν θησαυρό.

Ο Χάρης κοίταξε για μια στιγμή τη Λιάρα, τη βρήκε φρόνιμη να μαρκιώνεται στον ίσκιο και τους ακολούθησε. Εξάλλου, οι πλιθάδες θα έκοβαν και τα δικά τους πλιθιά, κι από τις γούρνες μπορούσε να βλέπει τη γελάδα χωρίς έγνοια.

Όταν έφτασαν, ο μπαρμπα-Γιάννης τούς υποδέχτηκε πλαταγίζοντας τη γλώσσα του στον ουρανίσκο.
—Καλώς τους πουτσαράδες μου! Πού ’ναι το νερό απ’ τ’ αρτεσιανό; Μπράβο, παιδί μ’, είπε στον Πίπη. Είδες που μπόρεσες;

Άφησε κάτω το τσαπί, πήρε το γκιούμι και γέμισε ένα πανάρι που το ήπιε μονορούφι. Το ίδιο έκαναν κι οι άλλοι μαστόροι, όλοι έπιναν από το ίδιο πανάρι, με τη σειρά, σαν αδέρφια που μοιράζονται την ίδια δίψα και την ίδια μοίρα.

Ύστερα γύρισαν στα εργαλεία. Με τα τσαπιά βυθίζονταν στο στεγνωμένο χώμα, το έσπαγαν, το ξαναχτυπούσαν ανάποδα, ώσπου να γίνει αφράτο. Μαζί με το χώμα ανασύρουν ρίζες από αγριάδες, τις πετούσαν στην άκρη και συνέχιζαν ακούραστα. Ο μπαρμπα-Γιάννης, που το μάτι του ήξερε να μετρά χωρίς μέτρο, υπολόγιζε πως η λάσπη που θα γινόταν θα ’φτανε ίσαμε το μεσημέρι.

—Τώρα φέρτε νερό! φώναξε.

Τα μικρότερα αδέρφια του Σιούλα έτρεχαν με τενεκέδες, έριχναν το νερό στο σκαμμένο χώμα κι όταν αυτό ντουζούνιαζε, πηδούσαν μέσα και το πατούσαν με τα πόδια, όπως ζυμώνει κανείς ψωμί. Μύριζε γη νωπή, καλοκαιρινή, μυρωδιά δουλειάς και φτώχειας, αλλά και μιας κρυφής περηφάνιας.

Πασπάλιζαν άχυρο από πάνω κι η λάσπη ήταν έτοιμη. Ένας φόρτωνε την καζιάκα με το φτυάρι, δυο παιδιά την κουβαλούσαν και την άδειαζαν στο καλούπι. Ο πατέρας του Πίπη, με χέρι σίγουρο, την ίσιωνε με το φαρδύ ξύλινο μυστρί, να πάει η ίδια ποσότητα σε κάθε θήκη. Ύστερα έπιανε το καλούπι από τη μέση, το σήκωνε τελετουργικά κι η λάσπη έμενε πίσω κομμένη σε οχτώ πλιθιά, οχτώ μικρά τούβλα από κόπο και ήλιο.

Δουλειά βαριά. Πιο βαριά κι από τον θέρο, γιατί εκεί δούλευες με το δρεπάνι και τον αέρα στα δάχτυλα, εδώ όμως ο ήλιος έπεφτε κατακέφαλα και το χώμα κολλούσε στα πόδια σαν να ’θελε να σε τραβήξει μέσα του. Οι γυναίκες σπάνια πατούσαν στις γούρνες, όχι γιατί δεν άντεχαν, αλλά γιατί οι δυνάμεις τους ήταν ήδη δεμένες στις άλλες δουλειές του σπιτιού. Οι άντρες των πλιθάδων ήταν οι φτωχότεροι των φτωχών, δεν είχαν χωράφια να θερίσουν, μόνο μπράτσα να πουλήσουν.

Μα όποιος ζύμωνε πλιθιά με τον ήλιο κατάσαρκα, ήξερε πως το ψωμί της κάθε μέρας ήταν κερδισμένο τίμια.

Τα παιδιά κάθισαν στην άκρη, ιδρωμένα αλλά περήφανα. Ήξεραν πως χωρίς αυτά το καλούπι δεν θα γέμιζε ποτέ. Ο Σιούλας έσκυψε το κεφάλι του και παρατήρησε τα γυμνά χωμάτινα πόδια του. Νόμιζε πως ψήλωσε μισή πιθαμή μέσα σε μια μέρα.

Ο Χάρης χαμογέλασε κρυφά, γιατί από μακριά είδε τη Λιάρα να τον κοιτάζει σαν να τον καμάρωνε. Κι ο Πίπης, με το γκιούμι άδειο στο χώμα, ένιωσε για πρώτη φορά πως έπιασαν τόπο τα χέρια του.

Και μέσα στη ζέστη που κουβαλούσε το μεσημέρι, οι τρεις μικροί φίλοι κατάλαβαν πως είχαν γίνει, έστω για μια μέρα, εργάτες αληθινοί, που προσφέρουν νερό στους μεγάλους και κρατούν όρθιο το χωριό τους.


Ανακοίνωση – Αναβολή Εκδήλωσης

 

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού ενημερώνει τα μέλη και τους φίλους του ότι η εκδήλωση για την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας αναβάλλεται, λόγω πένθους, ως ελάχιστος φόρος τιμής στη μνήμη των πέντε εργαζόμενων γυναικών που έχασαν άδικα τη ζωή τους στο τραγικό δυστύχημα στη βιομηχανία ΒΙΟΛΑΝΤΑ στα Τρίκαλα.

Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, στεκόμαστε με σεβασμό και συμπαράσταση στις οικογένειες των θυμάτων και σε ολόκληρη την τοπική κοινωνία που πενθεί.

Η εκδήλωση μετατίθεται και θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026, στις 20:30, στο φιλόξενο «Στέκι της Γεύσης», στο Βαλτινό.

Σας ευχαριστούμε για την κατανόηση και τη στήριξή σας.


Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Η Εύθραυστη Αξία της Ζωής - Στη Μνήμη των Πέντε Γυναικών


Υπάρχουν στιγμές που ο λόγος κονταίνει και η σιωπή βαραίνει. Το δυστύχημα στο εργοστάσιο της ΒΙΟΛΑΝΤΑ στα Τρίκαλα άνοιξε μια τέτοια σιωπή, μια ρωγμή στον χρόνο της πόλης, όπου πέντε γυναίκες έφυγαν από τη ζωή την ώρα που εργάζονταν, την ώρα που η καθημερινότητα –αυτή η τόσο ανθρώπινη βεβαιότητα– υποσχόταν απλώς μια ακόμη μέρα.

Το πένθος δεν είναι μόνο θλίψη, είναι και απορία. Πώς χωρά ο θάνατος μέσα στην εργασία, μέσα στο «πρέπει», μέσα στη ρουτίνα που μας κρατά όρθιους; Πώς γίνεται η ζωή να κόβεται όχι σε μια στιγμή εξαιρετική, αλλά σε μια ώρα συνηθισμένη; Εκεί ακριβώς γεννιέται το υπαρξιακό ερώτημα: αν ο θάνατος παραμονεύει και στην πιο ταπεινή πράξη, τι αξία έχει τότε η ζωή;

Ίσως η απάντηση να βρίσκεται όχι στον ίδιο τον θάνατο, αλλά στο ίχνος που αφήνει. Οι γυναίκες αυτές δεν χάθηκαν ως αριθμοί, ούτε ως «περιστατικό». Ήταν πρόσωπα με φωνή, με σώμα κουρασμένο, με σκέψεις για το αύριο. Κι αν ο θάνατός τους μας συγκλονίζει, είναι γιατί μας θυμίζει πως η ανθρώπινη ζωή είναι ανεκτίμητη ακριβώς επειδή είναι εύθραυστη. Δεν ακυρώνεται από την απώλεια, φωτίζεται.

Το πένθος, όσο κι αν πονά, είναι και μια μορφή φροντίδας. Μας καλεί να σταθούμε πιο προσεκτικά ο ένας απέναντι στον άλλον, να διεκδικήσουμε έναν κόσμο όπου η εργασία δεν θα απειλεί τη ζωή, αλλά θα τη στηρίζει. Να θυμηθούμε πως πίσω από κάθε θέση εργασίας υπάρχει ένας άνθρωπος που αγαπιέται και αγαπά.

Μπροστά στον θάνατο δεν έχουμε εύκολες παρηγοριές. Έχουμε όμως τη μνήμη και την ευθύνη. Να κρατήσουμε ζωντανό το όνομά τους μέσα στη συλλογική συνείδηση, και να αφήσουμε το πένθος να γίνει εγρήγορση, σεβασμός, αλληλεγγύη. Ίσως τότε ο θάνατος, χωρίς να παύει να είναι μυστήριο, να μην είναι μάταιος.

Γιατί όσο θυμόμαστε, όσο νοιαζόμαστε, όσο αλλάζουμε έστω και λίγο τον τρόπο που ζούμε και εργαζόμαστε μαζί, οι ζωές που χάθηκαν συνεχίζουν να μιλούν. Και μέσα στη βαριά σιωπή, αυτός ο ψίθυρος είναι ήδη μια μορφή ελπίδας.


επικοινωνιστε μαζι μας