Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Μια πανσέληνος γεμάτη παιδικά χαμόγελα στο Βαλτινό

 

Να που αρκεί μια πλατεία, λίγη μουσική, ένα ολόγιομο φεγγάρι και, πάνω απ’ όλα, οι φωνές και τα χαμόγελα των παιδιών, για να γίνουν οι βραδιές ξεχωριστές.

Μια τέτοια όμορφη βραδιά έζησε το Βαλτινό την Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026, στην πλατεία του χωριού, όπου η Τοπική Κοινότητα Βαλτινού και ο Δήμος Τρικκαίων διοργάνωσαν μια ξεχωριστή εκδήλωση αφιερωμένη στους μικρούς μας φίλους.

Και ήταν σαν να θέλησε ο ίδιος ο Αύγουστος να χαρίσει στα παιδιά ένα τελευταίο μεγάλο χαμόγελο πριν παραδώσει τη σκυτάλη στον Σεπτέμβρη. Η βραδιά συνέπεσε με την τελευταία πανσέληνο του καλοκαιριού και το φως του φεγγαριού έλουσε την πλατεία, δημιουργώντας ένα σκηνικό σχεδόν παραμυθένιο.

Τη διασκέδαση ανέλαβαν οι Magic Brothers, που από την πρώτη στιγμή κατάφεραν να παρασύρουν μικρούς και μεγάλους σε ένα ξέφρενο παιχνίδι χαράς. Η πλατεία γέμισε παιδικές φωνές, γέλια, χορό, παιχνίδι και… μαγεία! Τα παιδιά έγιναν πρωταγωνιστές μιας βραδιάς που δεν είχε τίποτε από τη βιασύνη και τη σοβαρότητα της καθημερινότητας. Είχε μόνο κίνηση, ενθουσιασμό, φαντασία και εκείνη την αθώα χαρά που μόνο τα παιδιά ξέρουν να χαρίζουν απλόχερα.

Κι όσο η νύχτα προχωρούσε, τόσο το Βαλτινό έμοιαζε να ξαναβρίσκει κάτι από τα παλιά του καλοκαίρια. Η πλατεία έγινε για λίγο ένας μεγάλος κοινός τόπος συνάντησης, όπου οι μικροί έπαιζαν και χόρευαν, ενώ οι μεγαλύτεροι καμάρωναν τα παιδιά τους και απολάμβαναν τη ζωντάνια της βραδιάς.

Η βραδιά της 28ης Αυγούστου αποτέλεσε έτσι ένα όμορφο φινάλε για έναν Αύγουστο γεμάτο δράσεις και εκδηλώσεις για μικρούς και μεγάλους στην Κοινότητα Βαλτινού. Έναν Αύγουστο που απέδειξε πως ένα χωριό μπορεί να κρατά ζωντανή την πλατεία του, να δίνει χώρο στα παιδιά και να δημιουργεί αφορμές για συνάντηση, χαρά και επικοινωνία.


Και τώρα, καθώς το καλοκαίρι σιγά σιγά απομακρύνεται και το φεγγάρι του Αυγούστου φωτίζει τις τελευταίες του νύχτες, μένει μια όμορφη υπόσχεση:

Να ξαναβρεθούμε σύντομα στην ίδια πλατεία, με ακόμη περισσότερα παιδικά χαμόγελα, ακόμη περισσότερη μουσική, παιχνίδι και χαρά.

Γιατί οι όμορφες στιγμές δεν τελειώνουν μαζί με το καλοκαίρι.
Απλώς περιμένουν την επόμενη ευκαιρία για να ξαναγεννηθούν.



Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Ο θρύλος του πανηγυριού του Άη-Γιάννη στον Πρόδρομο

 Του Δημήτρη Τσιγάρα

Στον Πρόδρομο των Τρικάλων, εκεί όπου η θεσσαλική γη ανταμώνει με τις πλαγιές των βουνών και τα δάση κρατούν ακόμη στις φυλλωσιές τους τις παλιές ιστορίες των ανθρώπων, υπήρχε κάποτε ένα πανηγύρι ξακουστό σε ολόκληρη την περιοχή.

Κάθε χρόνο, στις 29 Αυγούστου, ημέρα της Αποτομής της Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου, ο τόπος γύρω από την εκκλησία του Άη-Γιάννη γέμιζε από κόσμο. Χιλιάδες προσκυνητές έφταναν από τα γύρω χωριά, αλλά και από πιο μακρινούς τόπους, άλλοι πεζοί, άλλοι με άλογα και κάρα, αργότερα με αυτοκίνητα. Έρχονταν να προσκυνήσουν τον Άγιο, να ανάψουν ένα κερί, να κάνουν το τάμα τους και να ζητήσουν τη βοήθειά του.

Μα το πανηγύρι δεν ήταν μόνο προσευχή.

Ήταν και αντάμωμα.

Ήταν τραγούδι, μουσική, χορός, χαρά και κοινό τραπέζι. Γιατί έτσι γιόρταζαν οι άνθρωποι παλιότερα: πρώτα γονάτιζαν μπροστά στον Άγιο και ύστερα κάθονταν όλοι μαζί γύρω από το καζάνι.

Κι ανάμεσα σε όλα τα θαύματα και τις παραδόσεις της ημέρας υπήρχε μία που ξεχώριζε.

Κάθε χρόνο, ανήμερα της γιορτής, ερχόταν στην εκκλησία ένα ελάφι.

Κανείς δεν γνώριζε από πού.

Εμφανιζόταν μέσα από το δάσος, σαν να το οδηγούσε ένα αόρατο χέρι. Έφτανε μόνο του μέχρι τον ιερό χώρο και στεκόταν ήρεμο, σαν να γνώριζε πως είχε έρθει η ώρα του.

Οι επίτροποι το έσφαζαν και από το κρέας του μαγείρευαν φαγητό στα μεγάλα καζάνια. Ύστερα, μετά τη λειτουργία, όλοι οι προσκυνητές έτρωγαν από το ίδιο φαγητό.

Ήταν ένα κοινό τραπέζι μνήμης και αγάπης.

Έτσι γινόταν κάθε χρόνο.

Μέχρι που κάποια χρονιά το ελάφι άργησε.

Οι προσκυνητές είχαν ήδη συγκεντρωθεί. Οι καμπάνες είχαν χτυπήσει. Η λειτουργία πλησίαζε στο τέλος της και οι επίτροποι ανησυχούσαν μήπως αργήσουν να ετοιμάσουν το φαγητό.

Και τότε, επιτέλους, το ελάφι εμφανίστηκε.

Ήταν όμως κουρασμένο.

Είχε έρθει αργά, ύστερα από μεγάλο δρόμο μέσα στο δάσος.

Οι επίτροποι, ανυπόμονοι να προλάβουν, δεν του έδωσαν τον χρόνο να ξεκουραστεί.

Το έσφαξαν αμέσως.

Άναψαν τη φωτιά.

Το μεγάλο καζάνι μπήκε στη φωτιά και το κρέας άρχισε να βράζει.

Ο κόσμος περίμενε.

Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα ακολουθούσε.

Όταν το φαγητό ήταν έτοιμο, οι επίτροποι σήκωσαν το καπάκι του καζανιού.

Και τότε πάγωσαν.

Μέσα στο καζάνι δεν υπήρχε κρέας.

Υπήρχαν ανθρώπινα χέρια.

Κανείς δεν μίλησε.

Η χαρά του πανηγυριού έγινε σε μια στιγμή τρόμος.

Οι άνθρωποι κοιτούσαν ο ένας τον άλλον και δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους. Ένας ανατριχιαστικός φόβος απλώθηκε στον ιερό χώρο.

Οι παλιοί είπαν πως ήταν σημάδι.

Ο Άγιος είχε προειδοποιήσει.

Κι επειδή η πράξη θεωρήθηκε μεγάλη ασέβεια, οι άνθρωποι θέλησαν να εξιλεωθούν. Από τότε καθιέρωσαν την ημέρα της γιορτής ως ημέρα νηστείας.

Το κρέας έπρεπε να απουσιάζει από το τραπέζι.

Και στη θέση του μπήκε ένα απλό φαγητό, φτωχό μα ευλογημένο:

φασόλια.

Έτσι, κάθε χρόνο, οι άνθρωποι μαγείρευαν φασόλια και τα μοίραζαν στους προσκυνητές, θυμούμενοι το παράξενο εκείνο σημάδι.

Μα κάποτε, χρόνια αργότερα, η παλιά παράδοση ξεχάστηκε.

Οι άνθρωποι θέλησαν να γιορτάσουν όπως άλλοτε.

Ξαναμαγείρεψαν κρέας.

Εκείνη τη χρονιά το δάσος έξω από την εκκλησία είχε γεμίσει κόσμο. Παντού υπήρχαν άνθρωποι. Προσκυνητές, οικογένειες, παιδιά, πραματευτάδες, μουσικοί. Άλλοι είχαν έρθει για τον Άγιο, άλλοι για το μεγάλο αντάμωμα κι άλλοι για το γλέντι που θα ακολουθούσε.

Ήταν μια ημέρα χαράς.

Μα η φύση είχε άλλα σχέδια.

Το μεσημέρι, ξαφνικά, ο ουρανός σκοτείνιασε.

Τα σύννεφα κατέβηκαν βαριά από το βουνό.

Και τότε άνοιξαν οι ουρανοί.

Έπεσε μια βροχή που κανείς δεν είχε ξαναδεί.

Δεν ήταν βροχή.

Ήταν κατακλυσμός.

Τα νερά κατέβαιναν ορμητικά από το βουνό, παρασέρνοντας χώμα, πέτρες και κλαδιά. Τα ρέματα φούσκωσαν μέσα σε λίγη ώρα και ο χώρος γύρω από την εκκλησία μετατράπηκε σε μια απέραντη λίμνη από λάσπη και νερό.

Το νερό μπήκε στην εκκλησία.

Πλημμύρισαν τα κελιά.

Οι άνθρωποι πανικοβλήθηκαν.

Άλλοι έτρεξαν προς το δάσος.

Άλλοι ανέβηκαν στα δέντρα για να σωθούν.

Μέσα στον πανικό δημιουργήθηκε φοβερός συνωστισμός. Οι άνθρωποι έσπρωχναν ο ένας τον άλλον, προσπαθώντας να σωθούν. Κάποιοι έπεσαν κάτω και ποδοπατήθηκαν.

Και μέσα σε εκείνη τη συμφορά χάθηκε και μια παιδική ζωή.

Το γλέντι είχε μετατραπεί σε θρήνο.

Τα κάρα και τα αμάξια έμειναν ακινητοποιημένα μέσα στον βούρκο για τρεις ολόκληρες ημέρες.

Οι παλιοί δεν χρειάστηκαν πολλές εξηγήσεις.

Σύνδεσαν αμέσως τα γεγονότα.

Θυμήθηκαν τα χέρια μέσα στο καζάνι.

Θυμήθηκαν την παλιά απαγόρευση.

Και είπαν πως ο Άη-Γιάννης θύμωσε.

Δεν ήταν, έλεγαν, μόνο το κρέας που είχε μαγειρευτεί.

Ήταν η ασέβεια που είχε αρχίσει να φωλιάζει στον ιερό χώρο. Το πανηγύρι είχε γίνει πολλές φορές αφορμή για ακολασίες, υπερβολές και συμπεριφορές που δεν ταίριαζαν με τον ιερό χαρακτήρα της ημέρας.

Και τότε ο Άγιος, σύμφωνα με την πίστη των παλιών, έστειλε τη βροχή σαν προειδοποίηση.

Το νερό έγινε η φωνή του.

Το βουνό έγινε ο αγγελιαφόρος του.

Και ο κατακλυσμός έγινε η τιμωρία για εκείνους που λησμόνησαν πως πρώτα ήταν η γιορτή του Αγίου και ύστερα το γλέντι.

Από τότε η παλιά παράδοση έμεινε βαθιά χαραγμένη στη μνήμη των κατοίκων.

Το πανηγύρι συνέχισε να γίνεται για πολλά χρόνια έξω από την εκκλησία, μέσα στο δάσος, όπως το ήθελε η παλιά συνήθεια. Μα μέχρι τα τέλη του περασμένου αιώνα, οι καιροί άλλαξαν.

Το γλέντι μεταφέρθηκε μέσα στο χωριό.

Η εκκλησία έμεινε στον δικό της χώρο, ήσυχη ανάμεσα στο πράσινο, κρατώντας τις προσευχές, τα τάματα και τις μνήμες των ανθρώπων.

Και κάθε 29 Αυγούστου, όταν οι καμπάνες του Άη-Γιάννη χτυπούν, ο θρύλος ξαναζωντανεύει στη μνήμη των παλιών.

Άλλοι τον πιστεύουν.

Άλλοι τον ακούν σαν μια ιστορία από τα χρόνια τα παλιά.

Μα οι θρύλοι δεν γεννιούνται μόνο για να εξηγούν τα ανεξήγητα.

Γεννιούνται για να θυμίζουν.

Κι αυτός ο θρύλος του Προδρόμου θυμίζει κάτι απλό και διαχρονικό:

πως η γιορτή χρειάζεται μέτρο, η χαρά χρειάζεται σεβασμό και ο ιερός τόπος δεν παύει ποτέ να είναι ιερός, ακόμη κι όταν γύρω του τραγουδούν τα βιολιά και χορεύουν οι άνθρωποι.

Κι όταν, κάθε χρόνο, η 29η Αυγούστου φτάνει ξανά, οι παλιοί λένε πως ο Άη-Γιάννης δεν ζητά πολλά.

Μόνο μια προσευχή.

Ένα κερί.

Και μια καρδιά που να θυμάται.

Γιατί μπορεί οι άνθρωποι να αλλάζουν, τα πανηγύρια να μετακινούνται και οι εποχές να περνούν, όμως οι παλιές ιστορίες μένουν σαν ψίθυρος κάτω από τα δέντρα του Προδρόμου.

Και μαζί τους μένει η μνήμη του νερού, που κάποτε κατέβηκε από το βουνό σαν οργή και έγινε για πάντα μέρος του θρύλου του Άη-Γιάννη.

 


Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Εικόνες του τόπου μας - Πρωτομαγιά στον Άη Γιάννη

 

Η παραπάνω φωτογραφία δεν κρατάει απλώς μια στιγμή, κρατάει μια ολόκληρη εποχή. Μια εποχή που σήμερα μοιάζει μακρινή, μα όταν την κοιτάξεις προσεκτικά, ανακαλύπτεις πως εξακολουθεί να ανασαίνει μέσα στα πρόσωπα, στα χαμόγελα και στα τοπία που αιχμαλώτισε ο χρόνος.

Είναι μια Πρωτομαγιά της δεκαετίας του 1980, στον Άη Γιάννη Πρόδρομου. Πάνω σ’ έναν βράχο, μέσα στο καταπράσινο δάσος της δρυός, τρεις έφηβοι ποζάρουν στον φακό: από αριστερά ο Βαγγέλης Γεωργίου, ο Γιώργος Καραθανάσης και ο Κώστας Ψύχος. Πίσω τους ο επιβλητικός Κόζιακας υψώνεται αγέρωχος, σαν να στέκει εκεί για να φυλάξει τη νεότητα μιας ολόκληρης γενιάς.

Εκείνη την ημέρα ο Άη Γιάννης δεν ήταν απλώς ένας όμορφος προορισμός. Ήταν ένας τόπος συνάντησης. Από νωρίς το πρωί, το δάσος γέμιζε ανθρώπους που έβγαιναν να «πιάσουν τον Μάη», να αφήσουν για λίγο πίσω τους την καθημερινότητα και να υποδεχθούν την άνοιξη μέσα στη φύση. Οι παρέες έστρωναν τα τραπεζομάντιλά τους, τα φαγητά και τα ποτά έβγαιναν από τα καλάθια, οι φωνές και τα γέλια ανακατεύονταν με τα κελαηδίσματα των πουλιών και η μουσική έδινε σιγά-σιγά τον δικό της ρυθμό στη γιορτή.

Μα για τους νέους εκείνης της εποχής ο Άη Γιάννης έκρυβε και κάτι περισσότερο. Ήταν ένας τόπος όπου μπορούσε να ανθίσει ένα βλέμμα, να γεννηθεί ένα χαμόγελο, να γίνει ένα πρώτο δειλό φλερτ. Μέσα στην ανεμελιά της γιορτής, ανάμεσα στους χορούς και στις παρέες, οι νέοι πλησίαζαν ο ένας τον άλλον χωρίς να τολμούν πάντα να πουν αυτά που ένιωθαν. Ένα βλέμμα ήταν αρκετό. Μια τυχαία συνάντηση στον χορό, ένα περπάτημα στο μονοπάτι, μια παρέα που έφερνε κοντά δυο ανθρώπους.

Κι έτσι, μέσα στις Πρωτομαγιές του Άη Γιάννη, ξετυλίχθηκαν κάποτε μικρές και μεγάλες ερωτικές ιστορίες. Κάποιες έμειναν απλώς ως μια γλυκιά ανάμνηση των νεανικών χρόνων. Άλλες, όμως, πήραν τον δρόμο της ζωής και κατέληξαν σε γάμο, σε οικογένεια, σε μια ολόκληρη κοινή πορεία.

Κοιτάζοντας σήμερα τη φωτογραφία, ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο που μπορεί να μας θυμίσει: πως η ζωή δεν αποτελείται μόνο από τα μεγάλα γεγονότα που καταγράφονται στα βιβλία. Χτίζεται και από τέτοιες απλές ημέρες. Από μια Πρωτομαγιά στο δάσος, από μια παρέα φίλων πάνω σ’ έναν βράχο, από ένα βλέμμα που κανείς άλλος δεν πρόσεξε, από έναν χορό που μπορεί να έγινε η αρχή μιας ιστορίας.

Και ο Κόζιακας, ίδιος και αγέρωχος πίσω από τους τρεις εφήβους, μοιάζει να γνωρίζει το μυστικό. Εκείνοι μεγάλωσαν, οι δρόμοι τους άλλαξαν, τα χρόνια κύλησαν. Το δάσος όμως κράτησε μέσα του τις φωνές, τα γέλια, τα τραγούδια και ίσως κάποια από εκείνα τα πρώτα σκιρτήματα που γεννήθηκαν μια ανοιξιάτικη Πρωτομαγιά.

Γιατί τελικά, ο Μάης δεν «πιάνεται» μόνο με τα λουλούδια που μαζεύουμε. Πιάνεται και με τις στιγμές που μένουν μέσα μας. Κι αυτή η παλιά φωτογραφία είναι μια τέτοια στιγμή: ένα μικρό, πολύτιμο κομμάτι νεότητας, φυλαγμένο για πάντα ανάμεσα στα δέντρα του Άη Γιάννη και στη σκιά του Κόζιακα.



Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Η μηδενική απόσταση της Ψυχής

 

Ο χρόνος είναι ίσως η πιο οικεία, αλλά και η πιο αινιγματική διάσταση της ύπαρξης. Τον μετράμε με ρολόγια και ημερολόγια, όμως στην πραγματικότητα δεν είναι τα δευτερόλεπτα που βιώνουμε· είναι η ίδια η συνείδηση της μεταβολής. Εκεί όπου δεν υπάρχει επίγνωση, ο χρόνος μοιάζει να χάνει το νόημά του.

Ένα βουνό δεν γνωρίζει ότι στέκει χιλιάδες χρόνια. Ένας βράχος δεν αισθάνεται τη διάβρωση των αιώνων. Ένα άστρο δεν αντιλαμβάνεται την ηλικία του. Τα άψυχα όντα υφίστανται τις συνέπειες του χρόνου, αλλά δεν τον βιώνουν. Για εκείνα δεν υπάρχει παρελθόν, παρόν ή μέλλον, υπάρχει μόνο η κατάσταση στην οποία βρίσκονται κάθε στιγμή.

Αντίθετα, στα έμψυχα όντα ο χρόνος αποκτά νόημα, επειδή συνοδεύεται από μνήμη, προσδοκία και συνείδηση. Η γέννηση σηματοδοτεί την είσοδο στον χρόνο και ο θάνατος την έξοδο από αυτόν. Ολόκληρη η ζωή δεν είναι παρά η πορεία ανάμεσα σε αυτά τα δύο όρια. Ο χρόνος δεν είναι απλώς ένα φυσικό μέγεθος, είναι το μέτρο της ίδιας της ύπαρξης.

Αν, όμως, δεχθούμε ως υπόθεση τη μετεμψύχωση, τότε γεννιέται ένας ενδιαφέρων φιλοσοφικός συλλογισμός. Εφόσον η ψυχή συνεχίζει την πορεία της και ενσαρκώνεται εκ νέου, πότε ακριβώς συμβαίνει αυτή η μετάβαση;

Από τη σκοπιά της ίδιας της ψυχής, ίσως η απάντηση είναι απροσδόκητη: ακαριαία. Αν ο χρόνος υφίσταται μόνο εκεί όπου υπάρχει έμψυχη εμπειρία και δεν υπάρχει κάποιο ενδιάμεσο στάδιο συνειδητής ύπαρξης ανάμεσα στον θάνατο και στη νέα γέννηση, τότε η ψυχή δεν έχει τη δυνατότητα να βιώσει καμία αναμονή. Δεν υπάρχει «μετά» ούτε «πριν». Ο τελευταίος παλμός μιας ζωής και η πρώτη ανάσα της επόμενης θα μπορούσαν να αποτελούν, για την ίδια την ψυχή, μία αδιάσπαστη στιγμή.

Έτσι, ενώ για όσους μένουν πίσω μπορεί να περάσουν χρόνια, αιώνες ή και χιλιετίες, για την ψυχή η απόσταση ανάμεσα στον θάνατο και στη νέα γέννηση θα ήταν μηδενική. Όχι επειδή ο κοσμικός χρόνος σταματά, αλλά επειδή παύει να υπάρχει υποκείμενο που να τον αντιλαμβάνεται.

Ίσως, τελικά, ο χρόνος να μην είναι μια ιδιότητα του σύμπαντος, αλλά μια ιδιότητα της συνείδησης. Χωρίς κάποιον να τον ζει, ο χρόνος μετατρέπεται σε μια αφηρημένη μαθηματική παράμετρο. Με κάποιον να τον βιώνει, γίνεται ζωή.

Και αν αυτό ισχύει, τότε κάθε θάνατος δεν είναι αναγκαστικά ένα τέλος, αλλά το κλείσιμο ενός κύκλου εμπειρίας. Ενώ για τον κόσμο μεσολαβούν αμέτρητες στιγμές, για τη συνείδηση ίσως δεν μεσολαβεί καμία. Η αιωνιότητα, τότε, δεν θα ήταν μια ατελείωτη διάρκεια, αλλά η απουσία της διάρκειας. Και η απόσταση ανάμεσα στο τελευταίο βλέμμα ενός ανθρώπου και στο πρώτο βλέμμα μιας νέας ζωής ίσως να είναι, από τη σκοπιά της ψυχής, όσο μικρή είναι και η απόσταση ανάμεσα σε δύο διαδοχικές σκέψεις: μηδενική.

Υ.Γ.

Ο συλλογισμός αυτός είναι φιλοσοφικός και μεταφυσικός, όχι επιστημονικά αποδείξιμος. Ωστόσο, παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα οπτική: ότι ο χρόνος ίσως δεν είναι μόνο μια αντικειμενική διάσταση του σύμπαντος, αλλά και ένα βίωμα που αποκτά νόημα μόνο μέσα από τη συνείδηση.

Δημήτρης Τσιγάρας


Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Οι παλιές εικόνες του Αγίου Αθανασίου Βαλτινού: Μια έρευνα για τη διάσωση της εκκλησιαστικής μνήμης

 

Στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 16 Αυγούστου 2026 μια ιδιαίτερα σημαντική προσπάθεια μελέτης, έρευνας και καταγραφής παλαιών φορητών εικόνων που διασώζονται μέχρι σήμερα στον ναό. Στον χώρο του ναού βρέθηκαν, παρουσία του εκκλησιαστικού επιτρόπου Χρήστου Στεφ. Σταμούλη, ο Δημήτρης Τσιγάρας και ο θεολόγος, καθηγητής και συγγραφέας Δημήτριος Καλούσιος, με σκοπό να εξετάσουν και να τεκμηριώσουν ένα άγνωστο, αλλά πολύτιμο κομμάτι της εκκλησιαστικής ιστορίας του Βαλτινού.

Στον Άγιο Αθανάσιο διασώζονται παλαιές φορητές εικόνες, οι οποίες φυλάσσονται σήμερα σε ειδικό χώρο του ναού. Πρόκειται για αγιογραφίες φιλοτεχνημένες τόσο επάνω σε ξύλο όσο και σε πανί (μουσαμά), οι οποίες άλλοτε κοσμούσαν τον ναό και αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της λειτουργικής και λατρευτικής ζωής της κοινότητας.

Οι εικόνες αυτές συνδέονται με μια παλαιότερη εποχή της ενορίας, όταν αποτελούσαν μέρος του καθημερινού εκκλησιαστικού βιώματος των κατοίκων. Μπροστά σε αυτές προσευχήθηκαν γενιές ανθρώπων, τελέστηκαν ακολουθίες και μυστήρια, γιορτάστηκαν οι μεγάλες ημέρες της Εκκλησίας και εκφράστηκαν η πίστη, η ευλάβεια και η ευγνωμοσύνη των κατοίκων του χωριού.

Η μεγάλη ανακαίνιση του ναού το 1954 αποτέλεσε ένα σημαντικό ορόσημο για την εικόνα του Αγίου Αθανασίου. Νέες αισθητικές αντιλήψεις, πρακτικές ανάγκες, αλλά και η φθορά που είχε προκαλέσει ο χρόνος οδήγησαν στην ανανέωση του εικονογραφικού εξοπλισμού του ναού. Οι παλαιότερες εικόνες απομακρύνθηκαν από τη λατρευτική χρήση και αντικαταστάθηκαν από νεότερες.

Ωστόσο, το γεγονός ότι δεν καταστράφηκαν και παρέμειναν στον χώρο του ναού έχει σήμερα ιδιαίτερη σημασία. Η διατήρησή τους μάς επιτρέπει να αναζητήσουμε μέσα από αυτές στοιχεία για την ιστορία, την αισθητική, τη λατρευτική παράδοση και την κοινωνική ζωή της ενορίας σε παλαιότερες δεκαετίες.

Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης έρευνας οι εικόνες φωτογραφήθηκαν και καταγράφηκαν, ενώ θα ακολουθήσει η συστηματικότερη μελέτη τους. Στόχος δεν είναι μόνο η καταγραφή των ίδιων των αντικειμένων, αλλά κυρίως η διάσωση της μνήμης που αυτά κουβαλούν. Κάθε εικόνα μπορεί να κρύβει μια ιστορία: την ιστορία ενός δωρητή, μιας οικογένειας, μιας αφιέρωσης, μιας εποχής ή μιας ιδιαίτερης στιγμής στη ζωή της κοινότητας.

Η τεκμηρίωση τέτοιων παλαιών εκκλησιαστικών κειμηλίων αποκτά, επομένως, πραγματική ιστορική αξία. Συχνά αντίστοιχα τεκμήρια παραμένουν αμελέτητα, φθείρονται από τον χρόνο ή χάνονται οριστικά, μαζί με τις αναμνήσεις των ανθρώπων που τα γνώρισαν, τα προσκύνησαν και τα τίμησαν. Όταν όμως μια παλιά εικόνα καταγράφεται, φωτογραφίζεται και μελετάται, παύει να είναι ένα ξεχασμένο αντικείμενο σε έναν αποθηκευτικό χώρο και μετατρέπεται σε ιστορικό τεκμήριο.

Οι εικόνες αυτές δεν αποτελούν μόνο έργα θρησκευτικής τέχνης. Είναι σιωπηλοί μάρτυρες μιας άλλης εποχής. Φέρουν πάνω τους ίχνη της πίστης των ανθρώπων, των τοπικών παραδόσεων, των αφιερώσεων και των δωρεών, αλλά και των αισθητικών αντιλήψεων που διαμόρφωσαν διαχρονικά τη φυσιογνωμία της ενορίας του Αγίου Αθανασίου.

Η έρευνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια καταγραφής της τοπικής ιστορίας του Βαλτινού. Η ιστορία ενός τόπου δεν βρίσκεται μόνο στα μεγάλα γεγονότα και στα επίσημα έγγραφα. Βρίσκεται και στα μικρά, καθημερινά τεκμήρια που διασώθηκαν σχεδόν αθόρυβα μέσα στον χρόνο. Ανάμεσά τους βρίσκονται οι παλιές εικόνες, τα εκκλησιαστικά αντικείμενα, οι επιγραφές, οι αφιερώσεις και κάθε στοιχείο που μπορεί να φωτίσει τον τρόπο με τον οποίο έζησαν, πίστεψαν και δημιούργησαν οι προηγούμενες γενιές.

Οι παλιές εικόνες του Αγίου Αθανασίου αποτελούν, με αυτή την έννοια, ένα πολύτιμο κομμάτι της συλλογικής μνήμης του Βαλτινού. Η συστηματική μελέτη και τεκμηρίωσή τους μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη δημιουργία ενός αρχείου εκκλησιαστικής και τοπικής ιστορίας, ώστε η γνώση αυτή να μην παραμείνει μόνο στη μνήμη των παλαιοτέρων, αλλά να περάσει και στις επόμενες γενιές.

Οι εικόνες και τα υπόλοιπα κειμήλια που εντοπίστηκαν θα μελετηθούν περαιτέρω και τα αποτελέσματα της έρευνας θα παρουσιαστούν σε μελλοντική εργασία. Πρόκειται για μια προσπάθεια που φιλοδοξεί να αναδείξει την ιδιαίτερη αξία αυτών των σιωπηλών μαρτύρων και να φωτίσει ένα άγνωστο μέχρι σήμερα κεφάλαιο της θρησκευτικής και κοινωνικής ζωής του Βαλτινού.

Γιατί κάθε παλιά εικόνα που διασώζεται δεν είναι απλώς μια εικόνα. Είναι ένα κομμάτι χρόνου. Ένα ίχνος από τα πρόσωπα που πέρασαν, από τα χέρια που την άγγιξαν, από τις προσευχές που ψιθυρίστηκαν μπροστά της. Και όσο αυτά τα ίχνη καταγράφονται και διασώζονται, η μνήμη του τόπου εξακολουθεί να ζει.


Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Ο Μύθος της Γέφυρας της Μαρούγκαινας

 Του Δημήτρη Τσιγάρα

Στα χρόνια τα παλιά, τότε που τα Τρίκαλα ζούσαν κάτω από τη βαριά σκιά της Τουρκοκρατίας, ο Ληθαίος κυλούσε ήσυχα μέσα από την πόλη, άλλοτε γαλήνιος σαν καθρέφτης του ουρανού κι άλλοτε ορμητικός, σαν να κουβαλούσε στα νερά του τις χαρές και τις λύπες των ανθρώπων. Στις όχθες του, κοντά στο ποτάμι, υψωνόταν το κονάκι ενός Τούρκου μπέη, ενώ δίπλα απλωνόταν το κτήμα του, που το φρόντιζε ένας άξιος και εργατικός επιστάτης, ο Μαρούγκας.

Ο Μαρούγκας ήταν άνθρωπος τίμιος, δουλευτής και αγαπητός σε όσους τον γνώριζαν. Ζούσε με τη γυναίκα του και τα δυο μικρά παιδιά τους σε ένα φτωχικό σπίτι πλάι στο κτήμα. Η ζωή τους ήταν απλή, μα μέσα στο σπίτι τους υπήρχε εκείνος ο ανεκτίμητος πλούτος που δίνει η οικογενειακή αγάπη. Τα παιδιά μεγάλωναν με τα γέλια τους να γεμίζουν την αυλή και ο Μαρούγκας, όσο κουρασμένος κι αν γύριζε από τη δουλειά, έβρισκε πάντα τη δύναμη να τα πάρει στην αγκαλιά του.

Μα η μοίρα είχε άλλα γραμμένα.

Ο Μαρούγκας αρρώστησε βαριά. Η αρρώστια τον πήρε γρήγορα και, πριν προλάβει η οικογένειά του να συνειδητοποιήσει το κακό, εκείνος έφυγε από τη ζωή. Η γυναίκα του έμεινε χήρα και τα δυο παιδιά τους ορφανά. Η Μαρούγκαινα, όπως άρχισαν από τότε να την αποκαλούν, βρέθηκε ξαφνικά μόνη απέναντι στη σκληρότητα της ζωής.

Δεν είχε χρόνο να θρηνήσει. Έπρεπε να ζήσει τα παιδιά της.

Έτσι, αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά στο κονάκι του μπέη ως παραδουλεύτρα. Από το πρωί ως το βράδυ πάλευε με την κούραση και τη φτώχεια, έχοντας μοναδικό της στήριγμα τα δυο παιδιά της. Εκείνα ήταν η χαρά της, η ελπίδα της, ο λόγος για τον οποίο άντεχε κάθε δυσκολία.

Ώσπου ήρθε εκείνη η καταραμένη μέρα.

Τα παιδιά κατέβηκαν στις όχθες του Ληθαίου για να παίξουν. Κοντά στο σημείο υπήρχε μια παλιά τοξωτή πέτρινη γέφυρα, που ένωνε τις δυο όχθες του ποταμού. Τα παιδιά ανέβηκαν πάνω της, όπως είχαν κάνει κι άλλες φορές.

Κανείς δεν είδε. Κανείς δεν άκουσε. Κανείς δεν μπόρεσε να πει πώς ακριβώς έγινε.

Μόνο ύστερα από κάμποσες ώρες τα δυο παιδιά βρέθηκαν νεκρά στα νερά του Ληθαίου.

Η είδηση έπεσε στα Τρίκαλα σαν κεραυνός. Η Μαρούγκαινα έχασε μέσα σε μια στιγμή ό,τι πολυτιμότερο της είχε απομείνει. Πρώτα της είχε πάρει ο θάνατος τον άντρα της και τώρα ο ποταμός τής πήρε τα δυο παιδιά της.

Έμεινε ολομόναχη.

Από εκείνη την ημέρα η γέφυρα άλλαξε για πάντα μέσα στα μάτια της. Εκεί όπου οι άλλοι έβλεπαν πέτρες, καμάρα και δρόμο, εκείνη έβλεπε τον τόπο της συμφοράς της. Κάθε μέρα κατέβαινε στον Ληθαίο, στεκόταν απέναντι από τη γέφυρα και την κοιτούσε με βλέμμα γεμάτο πόνο.

«Γιατί;» ψιθύριζε.

Κι ύστερα την αναθεμάτιζε.

Έκλαιγε τόσο πολύ, που έμοιαζε σαν τα δάκρυά της να ενώνονταν με τα νερά του ποταμού. Κυλούσαν από τα μάγουλά της και έπεφταν στον Ληθαίο, σαν παράπονο, σαν μάλωμα, σαν μια μάνα που ζητούσε πίσω από το ποτάμι τα παιδιά της.

Ο μπέης την έβλεπε καθημερινά να μαραζώνει. Τη λυπήθηκε και, θέλοντας να της δώσει έναν λόγο για να συνεχίσει να ζει, της πρότεινε να κατασκευάσουν εκεί κοντά μια πέτρινη δίκρουνη βρύση, στη μνήμη των παιδιών της.

Η Μαρούγκαινα αναθάρρησε.

Ίσως γιατί κατάλαβε πως ο πόνος της μπορούσε να γίνει μνήμη. Ίσως γιατί αισθάνθηκε πως, αν έφτιαχνε κάτι με τα χέρια της, θα έδινε στα παιδιά της έναν τόπο που δεν θα μπορούσε να τα πάρει ο χρόνος.

Έτσι άρχισε το έργο.

Η ίδια βρήκε τους μαστόρους. Η ίδια τους υπέδειξε τον τόπο. Η ίδια εξηγούσε πώς ήθελε να γίνει η βρύση. Και δεν έμεινε μόνο να παρακολουθεί. Κουβαλούσε πέτρες, βοηθούσε τους τεχνίτες και δούλευε μαζί τους, σαν να ήθελε κάθε πέτρα να κρατά μέσα της ένα κομμάτι από την ψυχή της.

Και κάποτε η βρύση ολοκληρώθηκε.

Ήταν μια όμορφη, πέτρινη, δίκρουνη βρύση. Από τα δυο στόμιά της έτρεχε άφθονο, κρυστάλλινο και εύγευστο νερό. Οι Τρικαλινοί έρχονταν να ξεδιψάσουν, να γεμίσουν τις στάμνες τους, να σταθούν λίγο στη δροσιά της.

Για τη Μαρούγκαινα, όμως, η βρύση ήταν κάτι πολύ περισσότερο.

Ήταν το μνήμα των παιδιών της.

Κάθε μέρα πήγαινε εκεί. Καθόταν πλάι στο νερό, άκουγε το αδιάκοπο κελάρισμά του και τους μιλούσε. Τους τραγουδούσε τραγούδια, τους διηγούνταν παλιές ιστορίες και τους έλεγε όσα δεν πρόλαβε να τους πει όσο ήταν ζωντανοί.

Κι ίσως, μέσα στη μοναξιά της, να πίστευε πως το νερό της βρύσης ήταν η φωνή τους.

Με τα χρόνια, το όνομα της Μαρούγκαινας πέρασε στον τόπο. Η βρύση, η γέφυρα και η γύρω περιοχή συνδέθηκαν για πάντα με τη μνήμη της. Αργότερα, μετά τον θάνατό της, δημιουργήθηκε εκεί κοντά ένα εξοχικό κέντρο που πήρε το όνομά της, το περίφημο «Κέντρο Μαρούγκαινας». Η παράδοση μάλιστα λέει πως στο κέντρο αυτό διασκέδασε και ο Βασιλιάς, όταν επισκέφθηκε τα Τρίκαλα.

Οι καιροί όμως άλλαξαν.

Η βρύση της Μαρούγκαινας χάθηκε. Δεν έμεινε παρά σε κάποιες παλιές φωτογραφίες, σαν μια ξεθωριασμένη ανάμνηση μιας άλλης εποχής. Η γέφυρα, όμως, συνέχισε να στέκει και να κουβαλά στις πέτρες της τον θρύλο.

Ώσπου ήρθε η Κατοχή.

Οι εχθροί την ανατίναξαν, αφήνοντας στη θέση της συντρίμμια και μια ακόμη πληγή στην ιστορία του τόπου. Μα οι Τρικαλινοί δεν άφησαν τη γέφυρα να χαθεί. Μετά από καιρό την ξανάστησαν, σαν να αναστήλωναν μαζί της ένα κομμάτι από τη μνήμη της πόλης.

Και πέρασαν κι άλλα χρόνια. Η παλιά γέφυρα, φορτωμένη από τον χρόνο, τις πλημμύρες, τις φθορές και τις αναμνήσεις, γκρεμίστηκε. Μα δεν γκρεμίστηκε ο θρύλος της.

Σήμερα, εκεί όπου κάποτε υψωνόταν η παλιά πέτρινη καμάρα, οι κάτοικοι περιμένουν να κατασκευαστεί μια νέα γέφυρα, με τα χαρακτηριστικά και τη μορφή της παλιάς. Γιατί μια γέφυρα δεν είναι μόνο πέτρα και δρόμος. Είναι πέρασμα ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα. Είναι μνήμη που ενώνει ανθρώπους και γενιές.

Και ίσως, όταν ξαναστηθεί η γέφυρα της Μαρούγκαινας, να μην είναι απλώς μια καινούργια κατασκευή.

Να είναι ένας φόρος τιμής στη γυναίκα εκείνη που έχασε τα πάντα, μα άφησε πίσω της ένα όνομα που δεν μπόρεσε να το πάρει ούτε ο ποταμός ούτε ο χρόνος.

Κι αν κάποτε, μια ήσυχη βραδιά, σταθεί κανείς πάνω στη νέα γέφυρα και ακούσει προσεκτικά τον Ληθαίο να κυλά από κάτω, μπορεί να νιώσει πως μέσα στο τραγούδι του νερού υπάρχει ακόμη ένας παλιός θρήνος.

Ο θρήνος μιας μάνας. Και μαζί του, η αιώνια μνήμη της Μαρούγκαινας.


«Έλα, κάθισε. Να σε κεράσω κάτι…»

 

Δημήτρη, με αφορμή την ανάρτηση για τα γενέθλια της Χρύσας Παζαρά, θα ήθελα να καταθέσω κι εγώ ένα προσωπικό μου βίωμα, μια μικρή αλλά πολύτιμη ανάμνηση από τη φιλοξενία της Φωτούλας, της μαμάς της Χρύσας.

Με τη Φωτούλα υπήρξαμε φίλες από παλιά. Τη γνώρισα στα καπνά, όταν δουλεύαμε μαζί στο ίδιο συνεργείο. Ήταν τότε νέοι άνθρωποι, με όνειρα, με χαρές, με εκείνη την αθωότητα που είχε η ζωή των ανθρώπων του χωριού. Εκείνη ήταν ερωτευμένη με τον Νίκο κι εκείνος με τη Φωτούλα. Παντρεύτηκαν και η ζωή τους πήρε τον δικό της δρόμο. Η φιλία μας, όμως, συνεχίστηκε για ένα διάστημα, ώσπου τα χρόνια πέρασαν και κάποια στιγμή χαθήκαμε.

Κι όμως, υπάρχουν άνθρωποι που, όσο κι αν τους απομακρύνει ο χρόνος, δεν τους σβήνει ποτέ από μέσα μας.

Το περασμένο καλοκαίρι, μαζί με τα ξαδέρφια μου, γυρίζαμε στο χωριό αναζητώντας λουλούδια για μια ξεχωριστή περίσταση. Στα Τρίκαλα όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά και, περνώντας έξω από το σπίτι της Φωτούλας, είπα στον ξάδερφό μου:

«Εδώ έχει λουλούδια. Και σ’ αυτό το σπίτι θα μας δώσουν, γιατί ξέρω την κυρία».

Έξω ήταν η Χρύσα. Μας είδε και φώναξε τη μητέρα της. Κι εκείνη, μόλις μας αντίκρισε, δεν χρειάστηκε ούτε στιγμή για να μας αναγνωρίσει. Μας αγκάλιασε με εκείνη την αυθόρμητη ζεστασιά που δεν διδάσκεται και δεν προσποιείται.

«Ελάτε να καθίσετε στη βεράντα. Να σας κεράσω κάτι. Ένα γλυκό, ένα νερό…»

Κι έτσι, από μια απλή αναζήτηση για λίγα λουλούδια, βρεθήκαμε καθισμένοι στη βεράντα της, να ξετυλίγουμε ξανά το κουβάρι των παλιών αναμνήσεων. Εκεί μάθαμε μάλιστα πως η μητέρα του ξαδέρφου μου ήταν νονά του Νίκου. Μια ακόμη μικρή κλωστή που έδεσε το παρελθόν με το παρόν.

Αχ, τι υποδοχή ήταν εκείνη! Τι φιλοξενία!

Μας έφερε κρύο νερό, γιατί η ζέστη εκείνη την ημέρα ήταν μεγάλη, μας κέρασε γλυκό, μας μίλησε με χαρά. Μα το μεγαλύτερο κέρασμα δεν ήταν ούτε το νερό ούτε το γλυκό. Ήταν το χαμόγελό της. Ήταν η καλοσύνη της. Ήταν η χαρά που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της όταν συνάντησε ανθρώπους που συνδέονταν με ένα κομμάτι της ζωής της.

Και τότε κατάλαβα πως η Φωτούλα που είχα γνωρίσει χρόνια πριν ήταν ακόμη εκεί. Δεν είχε αλλάξει.

Η ίδια χαμογελαστή, ευγενική, όμορφη και καλόκαρδη γυναίκα. Η ίδια καθαρή ψυχή, που σε κάνει να νιώθεις πως δεν πέρασε ούτε μία μέρα από τότε που γνωριστήκατε.

Δυστυχώς, σήμερα οι πόρτες στα σπίτια μοιάζουν όλο και περισσότερο κλειστές. Ακόμη και στα χωριά, όπου κάποτε η φιλοξενία ήταν τρόπος ζωής, οι άνθρωποι έγιναν πιο κλειστοί, πιο επιφυλακτικοί. Δεν ανοίγουν εύκολα την πόρτα τους, ούτε την καρδιά τους.

Η πόρτα, όμως, της Φωτούλας ήταν και παραμένει διάπλατα ανοιχτή. Όπως ανοιχτή είναι και η καρδιά της.

Δεν άλλαξε. Δεν χρειάστηκε να κρυφτεί πίσω από προσχήματα. Δεν φοβάται τα σχόλια, δεν υπολογίζει τι θα πει ο ένας και τι θα πει ο άλλος. Προχωρά με απλότητα, όπως προχωρά η ίδια η ζωή. Με την αγάπη της για τα παιδιά της και τα εγγόνια της, με τις αναμνήσεις της, με τις χαρές και τις λύπες της.

Και μιλούσε με τόση αγάπη για τον σύζυγό της, τον Νίκο, που έχει φύγει πια από τη ζωή, σαν να ήταν ακόμη εκεί. Σαν να μην είχε χωρίσει ποτέ η ζωή τους. Γιατί κάποιοι άνθρωποι, όταν έχουν αγαπηθεί πραγματικά, δεν φεύγουν ποτέ οριστικά. Μένουν μέσα στις μνήμες, στις κουβέντες, στις σιωπές και στην καρδιά εκείνων που τους αγάπησαν.

Πολλές φορές, ύστερα από εκείνη τη συνάντηση, συζητήσαμε με τον ξάδερφό μου για τη φιλοξενία της Φωτούλας, για τον χαρακτήρα της, για την αγνότητα και τον σεβασμό που αποπνέει. Και κάθε φορά καταλήγαμε στο ίδιο συμπέρασμα:

Αυτό που συναντήσαμε εκείνη την ημέρα δεν ήταν απλώς μια ευγενική υποδοχή. Ήταν κάτι πολύ πιο βαθύ και πολύ πιο σπάνιο.

Ήταν ανθρωπιά.

Και στις μέρες μας, η ανθρωπιά είναι ίσως το πιο πολύτιμο λουλούδι. Ένα λουλούδι που δεν αγοράζεται, δεν καλλιεργείται εύκολα και δεν μαραίνεται με τον χρόνο. Ανθίζει μόνο στις καρδιές των ανθρώπων που ξέρουν ακόμη να ανοίγουν την πόρτα τους, να χαμογελούν αληθινά και να λένε στον συνάνθρωπό τους:

«Έλα, κάθισε. Να σε κεράσω κάτι…»

Κι ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο μεγάλο κέρασμα της ζωής: ένας άνθρωπος που σε υποδέχεται με την καρδιά του.


Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Θερινό σινεμά στο Βαλτινό κάτω από τον έναστρο ουρανό

 

Μια όμορφη καλοκαιρινή βραδιά, γεμάτη νοσταλγία, γέλιο και άρωμα από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν οι κάτοικοι του Βαλτινού τη Δευτέρα 24 Αυγούστου, στις 21:00, στην κεντρική πλατεία του χωριού.

Η Τοπική Κοινότητα Βαλτινού, σε συνεργασία με τον Δήμο Τρικκαίων, διοργανώνει μια ξεχωριστή βραδιά θερινού σινεμά, μεταφέροντας στην πλατεία του χωριού τη μαγεία μιας άλλης εποχής. Κάτω από τον έναστρο καλοκαιρινό ουρανό, μικροί και μεγάλοι θα έχουν την ευκαιρία να καθίσουν αναπαυτικά, να συναντηθούν με φίλους και συγχωριανούς και να παρακολουθήσουν την αγαπημένη ελληνική κινηματογραφική ταινία «Τζένη Τζένη».

Πρόκειται για μια ταινία που έχει μείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη του ελληνικού κοινού, συνδέοντας το χιούμορ, τις ατάκες, τους αξέχαστους χαρακτήρες και τη μοναδική ατμόσφαιρα του παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου.

Και επειδή θερινό σινεμά χωρίς ποπ κορν δεν γίνεται, η Τοπική Κοινότητα Βαλτινού θα προσφέρει δωρεάν ποπ κορν σε όσους επιθυμούν να απολαύσουν την ταινία με τον τρόπο που ταιριάζει σε μια τέτοια βραδιά. Μια μικρή, αλλά όμορφη πινελιά που θα συμπληρώσει τη νοσταλγική εμπειρία και θα θυμίσει σε όλους τις παλιές καλοκαιρινές κινηματογραφικές βραδιές.

Η κεντρική πλατεία του Βαλτινού θα μετατραπεί, έστω για λίγες ώρες, σε μια μεγάλη υπαίθρια κινηματογραφική αίθουσα. Οι καρέκλες θα στηθούν, τα φώτα θα χαμηλώσουν και η μεγάλη οθόνη θα φωτιστεί κάτω από τον ουρανό του Αυγούστου.

Μια βραδιά για όλους, με ελληνικό σινεμά, παρέα, ποπ κορν και καλοκαιρινή διάθεση. Γιατί ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο η ταινία, είναι και οι άνθρωποι με τους οποίους τη μοιραζόμαστε, οι αναμνήσεις που ξυπνά και οι όμορφες στιγμές που δημιουργεί.

Δευτέρα 24 Αυγούστου, στις 21:00, στην κεντρική πλατεία Βαλτινού.
Το θερινό σινεμά έρχεται στο χωριό και μας προσκαλεί όλους σε μια βραδιά γεμάτη νοσταλγία και χαμόγελο!


Τα χρόνια που ανθίζουν

 

Υπάρχουν γενέθλια που δεν μετρούν απλώς τα χρόνια, αλλά θυμίζουν πόσο όμορφα είναι να τα μοιράζεσαι με εκείνους που αγαπάς περισσότερο. Έτσι, η συγχωριανή μας Χρύσα Παζαρά γιόρτασε τα 47α γενέθλιά της, έχοντας στο πλευρό της τα δυο της παιδιά, σε μια όμορφη οικογενειακή στιγμή γεμάτη χαμόγελα και ζεστασιά.

Κρατώντας την τούρτα με τα δυο αναμμένα κεράκια, η Χρύσα δεν δίστασε να φανερώσει τα 47 της χρόνια. Χρόνια που δεν κρύβονται, αλλά μάλλον μοιάζουν να χάνονται πίσω από τη φρεσκάδα, τη ζωντάνια και την ομορφιά της. Γιατί τελικά η ηλικία δεν βρίσκεται στους αριθμούς, αλλά στον τρόπο που κοιτάζουμε τη ζωή και στους ανθρώπους που έχουμε δίπλα μας.

Και ίσως το πιο όμορφο κερί των γενεθλίων να είναι εκείνο που ανάβει μέσα στην καρδιά μας, όταν βλέπουμε τα παιδιά μας να μεγαλώνουν και να στέκονται δίπλα μας στις σημαντικές και στις απλές στιγμές της ζωής.

Χρύσα, από καρδιάς σου ευχόμαστε να τα χιλιάσεις, με υγεία, χαμόγελο και πολλή ευτυχία. Να συνεχίσεις να ανθίζεις μέσα στα χρόνια και κάθε επόμενη τούρτα να βρίσκει γύρω σου τους ανθρώπους που αγαπάς!


Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Μια φωτογραφία, μια ολόκληρη εποχή

 

Υπάρχουν φωτογραφίες που απλώς κρατούν μια στιγμή. Κι υπάρχουν άλλες που, όσο περισσότερο τις κοιτάζεις, τόσο περισσότερο μοιάζουν με πόρτες. Τις ανοίγεις και ξαφνικά βρίσκεσαι σε έναν άλλο χρόνο, ακούς φωνές που έχουν σιγήσει, βλέπεις πρόσωπα που έχουν αλλάξει ή φύγει, μυρίζεις το χώμα μιας αυλής και αισθάνεσαι πως από κάπου θα ακουστεί μια φωνή να φωνάζει: «Ελάτε, θα αργήσουμε για την εκκλησία!».

Αυτή η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι μια τέτοια πόρτα.

Είναι τραβηγμένη το 1965, έξω από το σπίτι της οικογένειας Βαγγελού, στο Βαλτινό. Λίγο πριν ξεκινήσουμε για την εκκλησία, για τα στέφανα της Ευαγγελίας Βαγγελού. Μια γαμήλια φωτογραφία, όπως τόσες άλλες εκείνης της εποχής, μόνο που σήμερα, ύστερα από τόσες δεκαετίες, έχει αποκτήσει μια αξία που κανένας από εκείνους που στάθηκαν μπροστά στον φακό δεν μπορούσε τότε να φανταστεί.

Κοιτάζω πρώτα τον εαυτό μου, κάτω αριστερά. Ένα παιδί, καθισμένο στο χώμα, με το βλέμμα στραμμένο στον φωτογράφο. Δεν γνωρίζω τι σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή. Ίσως τίποτε περισσότερο από την ανυπομονησία ενός παιδιού που περιμένει να τελειώσει η φωτογράφιση. Ίσως να με τραβούσε κάτι που βρισκόταν έξω από το κάδρο. Σήμερα, όμως, εκείνο το παιδί μοιάζει να κοιτάζει εμένα, τον άνθρωπο που έγινα. Και είναι παράξενο πώς μια παλιά φωτογραφία μπορεί να μας φέρει αντιμέτωπους με τον ίδιο μας τον χρόνο.

Δίπλα μου βρίσκεται η Βάσω Ζαμπακά. Πιο πίσω, η Μαρία, σύζυγος του Γιάννη Βαγγελού. Στο κέντρο, καθισμένη μπροστά, η μικρή Κατερίνα Βαγγελού. Όρθια, με τα λευκά της ρούχα και το στεφανάκι στα μαλλιά, η Στεφανία Βαγγελού, παρανυφάκι της ημέρας. Και δίπλα της η νύφη, η Ευαγγελία, ντυμένη στα λευκά, όπως υπαγόρευε το όνειρο και η παράδοση κάθε κοριτσιού που έφτανε στην ώρα του γάμου της.

Το λευκό της νυφιάτικης φορεσιάς ξεχωρίζει μέσα στο ασπρόμαυρο της εικόνας. Δεν χρειάζονται χρώματα για να καταλάβει κανείς πως εκείνη ήταν η πρωταγωνίστρια της ημέρας. Στέκεται ανάμεσα στους δικούς της ανθρώπους, λίγο αμήχανη ίσως, λίγο συγκινημένη, κρατώντας στα χέρια της όχι μόνο τα λουλούδια και την προσμονή του γάμου, αλλά και ολόκληρη τη ζωή που άνοιγε μπροστά της.

Στο πλευρό της στέκονται οι γονείς της. Ο πατέρας της, ο Αντώνιος, αυστηρός και επιβλητικός μέσα στο σκούρο κοστούμι του. Και η μητέρα της, η Κωνστάντω, με το μαύρο μαντίλι στα μαλλιά, όρθια κι εκείνη, με εκείνη τη σιωπηλή αξιοπρέπεια των ανθρώπων μιας άλλης εποχής. Λίγο πιο πέρα, μόλις που διακρίνεται ο Αντώνης Βαγγελός, σαν να θέλησε ο χρόνος να τον κρατήσει στην άκρη του κάδρου, χωρίς όμως να τον αφήσει να χαθεί.

Κι ύστερα είναι το σπίτι.

Ίσως σήμερα, κοιτάζοντας τη φωτογραφία, να στεκόμαστε περισσότερο στα πρόσωπα. Όμως το σκηνικό γύρω τους μιλάει εξίσου δυνατά. Ο χωμάτινος αχυρώνας, ο τοίχος, η χωμάτινη αυλή, οι πέτρες σκορπισμένες στο έδαφος. Τίποτε δεν είναι στημένο για να εντυπωσιάσει. Κι όμως, αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη φωτογραφία τόσο αληθινή.

Εκεί βρίσκεται ένα ολόκληρο Βαλτινό του 1965.

Ένα χωριό που δεν είχε ακόμη γνωρίσει τις μεγάλες αλλαγές που θα έφερναν τα επόμενα χρόνια. Τα σπίτια ήταν απλά, οι αυλές χωμάτινες, οι αχυρώνες απαραίτητοι για την καθημερινή ζωή και οι άνθρωποι ζούσαν με όσα μπορούσαν να παράγουν, να δημιουργήσουν και να μοιραστούν. Η φτώχεια υπήρχε, αλλά δεν είχε πάντα τη σημερινή της ονομασία. Ήταν τρόπος ζωής, ήταν κοινή μοίρα και, πολλές φορές, δεν εμπόδιζε τους ανθρώπους να χαμογελούν, να παντρεύονται, να γιορτάζουν και να ελπίζουν.

Ίσως αυτό να είναι και το πιο συγκινητικό στοιχείο της φωτογραφίας. Μέσα σε μια αυλή χωρίς τσιμέντο, μπροστά σε έναν χωμάτινο αχυρώνα, άνθρωποι στέκονται για να απαθανατίσουν μια από τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής τους. Δεν χρειάζονταν πλούσια σκηνικά. Το σκηνικό ήταν η ίδια τους η ζωή.

Κοιτάζοντας σήμερα αυτή την εικόνα, αντιλαμβάνομαι πως η φωτογραφία δεν κράτησε μόνο τον γάμο της Ευαγγελίας. Κράτησε μια ολόκληρη εποχή. Κράτησε το Βαλτινό πριν αλλάξει μορφή. Κράτησε ανθρώπους πριν τους παρασύρει ο χρόνος. Κράτησε τα ρούχα, τα βλέμματα, τις στάσεις του σώματος, το σπίτι, την αυλή, το χώμα κάτω από τα παπούτσια.

Και κράτησε, χωρίς να το ξέρει, κι ένα παιδί. Εμένα.

Ένα παιδί που καθόταν τότε στο χώμα και κοιτούσε τον φακό, χωρίς να γνωρίζει πως, ύστερα από εξήντα και πλέον χρόνια, θα ξανασυναντούσε εκείνο το βλέμμα μέσα από μια παλιά φωτογραφία.

Τότε περιμέναμε να πάμε στην εκκλησία για τα στέφανα.

Σήμερα περιμένουμε κάτι άλλο: να μη χαθούν από τη μνήμη μας οι άνθρωποι, τα σπίτια, οι αυλές και οι μικρές ιστορίες που έφτιαξαν τον τόπο μας.

Γιατί τελικά αυτό είναι μια παλιά φωτογραφία.

Δεν είναι απλώς μια εικόνα του χθες.

Είναι η μνήμη που αρνείται να γεράσει.

 



Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Όταν η φωτιά κάνει την δουλειά της

 

Μια φωτιά που καίει αργά, ένα μεγάλο καζάνι που σιγοβράζει και δυο άνθρωποι που, αφού έκαναν ό,τι ήταν να κάνουν, κάθονται στις καρέκλες τους και περιμένουν.

Έτσι, ο Αποστόλης Στάθης και ο Βασίλης Βότσιος, έχοντας ολοκληρώσει τη δική τους δουλειά, αφήνουν τώρα τη φωτιά να κάνει το υπόλοιπο. Το καζάνι μπροστά τους στέκει αγέρωχο, γεμάτο υποσχέσεις για τη γεύση που σε λίγο θα γεμίσει τα πιάτα και θα ενώσει τους ανθρώπους γύρω από το τραπέζι. Τα ξύλα, το μεγάλο κουτάλι, η μυρωδιά του φαγητού και η αναμονή συνθέτουν μια εικόνα που μοιάζει απλή, μα κρύβει μέσα της ολόκληρη την παράδοση του πανηγυριού.

Γιατί αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο για τον Αποστόλη και τον Βασίλη. Χρόνια τώρα, κάθε Δεκαπενταύγουστο, δίνουν ανελλιπώς το «παρών». Είναι από εκείνους τους ανθρώπους που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις ούτε μεγάλες κουβέντες. Ξέρουν τη δουλειά, την έχουν μάθει με τα χρόνια και την υπηρετούν με συνέπεια. Κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, στον ίδιο τόπο, με την ίδια διάθεση, αναλαμβάνουν να δώσουν στο πανηγύρι ένα από τα πιο ουσιαστικά του συστατικά: τη γεύση του.

Και τώρα, καθισμένοι απέναντι από το καζάνι, μοιάζουν σαν να έχουν παραδώσει τη σκυτάλη στη φωτιά. Ό,τι ήταν να γίνει με τα χέρια τους, έγινε. Τα υπόλοιπα θέλουν χρόνο. Κι εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή αναμονή, υπάρχει ίσως ένα μικρό μάθημα ζωής: πως δεν χρειάζεται πάντα να βιάζεσαι. Κάποια πράγματα θέλουν τη φωτιά τους, τον χρόνο τους και την υπομονή τους για να γίνουν σωστά.

Το πανηγύρι, άλλωστε, δεν είναι μόνο η μουσική, ο χορός και η συνάντηση των ανθρώπων. Είναι και όλες εκείνες οι αθέατες στιγμές που προηγούνται. Οι άνθρωποι που ανάβουν τη φωτιά, που στήνουν τα καζάνια, που ετοιμάζουν το φαγητό, που φροντίζουν να μη λείψει τίποτα. Άνθρωποι που εργάζονται αθόρυβα, ώστε οι άλλοι να χαρούν.

Και κάποια στιγμή, το φαγητό θα είναι έτοιμο. Το καζάνι θα ανοίξει, οι μυρωδιές θα σκορπίσουν στον αέρα και οι άνθρωποι θα καθίσουν γύρω από τα τραπέζια. Ίσως τότε κανείς να μη θυμάται πόσες ώρες χρειάστηκαν για να φτάσει εκείνο το πιάτο στο τραπέζι.

Όμως η φωτογραφία θα θυμάται.

Θα θυμάται τον Αποστόλη και τον Βασίλη στις καρέκλες τους, ήρεμους και υπομονετικούς, να κοιτούν τη φωτιά που κάνει τη δουλειά της. Και μαζί τους θα θυμάται όλους εκείνους τους ανθρώπους που, χρόνο με τον χρόνο, κρατούν ζωντανές τις μικρές τελετουργίες του τόπου μας.

Γιατί τελικά, η παράδοση δεν κρατιέται μόνο με λόγια. Κρατιέται με ανθρώπους.

Και εκείνο το βράδυ, λίγο πριν το φαγητό του πανηγυριού φτάσει στα τραπέζια, δύο από αυτούς απλώς περίμεναν. Ήξεραν πως η δουλειά τους είχε γίνει. Τώρα ήταν η σειρά της φωτιάς.

Κι αυτή, όπως κάθε χρόνο, ήξερε καλά τι έπρεπε να κάνει.


Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Όταν τα καμπαναριά συνομιλούν

 Του Δημήτρη Τσιγάρα

Είναι κάποιες στιγμές που ένα τοπίο δεν χρειάζεται λόγια για να μιλήσει. Αρκεί ένα δειλινό, λίγη σιωπή και δυο καμπαναριά που στέκουν αντικριστά, σαν δυο παλιοί γνώριμοι που γνωρίζονται από πάντα.

Το χωριό απλώνεται ήσυχο κάτω από το βουνό και, πάνω από τις στέγες και τα δέντρα, υψώνονται τα δυο καμπαναριά. Το ένα, με το ρολόι του, μοιάζει να κρατά τον χρόνο των ανθρώπων. Το άλλο, με τον σταυρό του, μοιάζει να κρατά τον χρόνο της ψυχής. Ανάμεσά τους, ένας ολόκληρος κόσμος από μνήμες, προσευχές, χαρές, λύπες και ανθρώπινες ιστορίες.

Και ίσως, όταν ο ήλιος χαμηλώνει και ο ουρανός βάφεται χρυσαφένιος, να αρχίζει μια παράξενη συνομιλία.

Το καμπαναριό με το ρολόι λέει:
«Εγώ μετρώ τις ώρες. Είδα τους ανθρώπους να γεννιούνται, να μεγαλώνουν, να φεύγουν. Είδα παιδιά να τρέχουν στις αυλές, νέους να ονειρεύονται, γέροντες να κοιτούν τον δρόμο περιμένοντας εκείνους που δεν γύρισαν ποτέ. Κάθε χτύπος μου είναι κι ένα κομμάτι ζωής».

Και το άλλο αποκρίνεται:
«Κι εγώ δεν μετρώ τις ώρες. Μετρώ τις στιγμές που αξίζει να θυμάται κανείς. Κάθε φορά που χτύπησαν οι καμπάνες μου, κάποιος προσευχήθηκε, κάποιος πανηγύρισε, κάποιος αποχαιρέτησε έναν αγαπημένο. Η φωνή μου ταξίδεψε πάνω από τις στέγες και τους λόφους, για να θυμίσει στους ανθρώπους πως δεν είναι μόνοι».


Έτσι συνομιλούν τα καμπαναριά. Όχι με λέξεις, αλλά με τη σιωπηλή τους παρουσία.

Το ένα κοιτάζει το άλλο και ανάμεσά τους περνά ο άνεμος, κουβαλώντας μυρωδιές από τα δέντρα, ψιθύρους από παλιές αυλές και ίσως ακόμη τον απόηχο μιας καμπάνας που χτύπησε πριν από δεκαετίες. Γιατί τα καμπαναριά των χωριών δεν είναι απλώς πέτρα, κεραμίδι και καμπάνες. Είναι σημάδια μνήμης. Είναι οι κάθετοι άξονες γύρω από τους οποίους περιστράφηκε η ζωή μιας κοινότητας.

Κάτω από αυτά μεγάλωσαν γενιές ανθρώπων. Εκεί ανακοινώθηκαν χαρές και συμφορές. Εκεί οι άνθρωποι έμαθαν να ξεχωρίζουν τον ήχο της γιορτής από εκείνον του αποχαιρετισμού. Και κάθε χτύπος της καμπάνας έγινε, με τον καιρό, μέρος της συλλογικής μνήμης του τόπου.

Ίσως γι’ αυτό, όταν κοιτάζουμε σήμερα ένα παλιό καμπαναριό, δεν βλέπουμε μόνο ένα κτίσμα. Βλέπουμε ανθρώπους που δεν υπάρχουν πια. Βλέπουμε δρόμους που άλλαξαν, σπίτια που γέρασαν, αυλές που άδειασαν. Βλέπουμε όμως και κάτι που άντεξε: τη μνήμη.

Και καθώς το δειλινό απλώνει το τελευταίο του φως πάνω στις κορυφές, τα δυο καμπαναριά μοιάζουν να στέκουν λίγο ψηλότερα από τον χρόνο. Σαν φύλακες του χωριού, σαν δυο σιωπηλοί αφηγητές μιας ιστορίας που δεν γράφτηκε σε βιβλία, αλλά χαράχτηκε στις ψυχές των ανθρώπων.

Κι όταν κάποτε η καμπάνα χτυπήσει ξανά, ο ήχος της θα ταξιδέψει ανάμεσα στα σπίτια, θα ανέβει στις πλαγιές και θα χαθεί στον ορίζοντα.

Ίσως τότε, για μια ακόμη φορά, τα καμπαναριά να συνομιλήσουν.

Και ίσως αυτό που θα πουν να είναι απλό:

«Όσο υπάρχει κάποιος να θυμάται, ο χρόνος δεν παίρνει τίποτε οριστικά μαζί του.»

 

Οι φωτογραφίες είναι της Ελένης Χριστογιάννη


Απεβίωσε ο Γεώργιος Βαγγελός του Παύλου

 

Απεβίωσε ο συγχωριανός μας Γεώργιος Βαγγελός του Παύλου και της Αναστασίας την Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026 σε ηλικία 79 ετών.

Ο Γεώργιος Βαγγελός γεννήθηκε το 1947 στο Βαλτινό. Παντρεύτηκε την Ελένη το γένος Καή από το Διαλεχτό και απόχτησαν δύο παιδιά. Τον Παύλο και την Αναστασία.


Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Ο Β΄ Τομέας του Δήμου Τρικκαίων: Η μάχη για μια καλύτερη καθημερινότητα στα χωριά μας

 

Η καθημερινότητα των χωριών μας δεν κρίνεται μόνο από τα μεγάλα έργα και τις σημαντικές παρεμβάσεις. Κρίνεται, ίσως περισσότερο, από όλα εκείνα τα μικρά και πολλές φορές αθόρυβα που γίνονται κάθε μέρα, ώστε οι γειτονιές να είναι καθαρές, οι δρόμοι και οι κοινόχρηστοι χώροι να παραμένουν λειτουργικοί, το πράσινο να φροντίζεται και οι ζημιές να αποκαθίστανται όσο το δυνατόν γρηγορότερα.

Σε αυτή τη διαρκή προσπάθεια, σημαντικός είναι ο ρόλος του Β΄ Τομέα του Δήμου Τρικκαίων, που προσπαθεί να βρίσκεται καθημερινά κοντά στους πολίτες και στις ανάγκες των περιοχών που έχει στην ευθύνη του. Με συνεχή παρουσία και με τα διαθέσιμα μέσα, τα μηχανήματα και τα εργαλεία του Δήμου, οι εργαζόμενοι δίνουν καθημερινά τη δική τους μάχη για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της καθημερινότητας.

Οι αρμοδιότητες του Β΄ Τομέα είναι πολλές και απαιτητικές. Περιλαμβάνουν εργασίες καθαρισμού και ευπρεπισμού κοινόχρηστων χώρων, παρεμβάσεις για τη βελτίωση και συντήρηση του πρασίνου, κλαδέματα και περιποίηση της βλάστησης, αποκατάσταση ζημιών, μικροπαρεμβάσεις σε δρόμους και δημοτικούς χώρους, καθώς και κάθε άλλη ανάγκη που προκύπτει και απαιτεί άμεση αντιμετώπιση.

Πίσω από κάθε τέτοια παρέμβαση υπάρχουν άνθρωποι. Εργαζόμενοι που ξεκινούν νωρίς το πρωί, που βρίσκονται στους δρόμους κάτω από τον ήλιο, μέσα στο κρύο ή τη βροχή, χειρίζονται μηχανήματα, εργαλεία και οχήματα και προσπαθούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες που δημιουργούνται καθημερινά. Πολλές φορές η δουλειά τους περνά απαρατήρητη, γιατί το αποτέλεσμα θεωρείται αυτονόητο. Όμως, όταν ένας χώρος καθαρίζεται, όταν ένα πρόβλημα αποκαθίσταται, όταν ένα σημείο πρασίνου περιποιείται ή όταν μια ζημιά αντιμετωπίζεται, πίσω από όλα αυτά υπάρχει ο κόπος και η προσπάθεια των ανθρώπων του Δήμου.

Η Αντιδήμαρχος Ελένη Πούλιου, αναγνωρίζοντας αυτή την καθημερινή προσπάθεια, εκφράζει τις θερμές ευχαριστίες της προς όλους τους εργαζομένους του Β΄ Τομέα, που δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους για να ανταποκριθούν στις ανάγκες των πολιτών.

Η αντιμετώπιση της καθημερινότητας δεν είναι υπόθεση μιας ημέρας. Είναι μια συνεχής διαδικασία που απαιτεί οργάνωση, συντονισμό, συνεργασία και κυρίως ανθρώπους με διάθεση να προσφέρουν. Τα προβλήματα δεν τελειώνουν ποτέ· μόλις αντιμετωπιστεί ένα, εμφανίζεται ένα άλλο. Γι’ αυτό και η παρουσία των συνεργείων στους δρόμους και στις γειτονιές είναι διαρκής.

Ο Β΄ Τομέας λειτουργεί, ουσιαστικά, ως ένας από τους καθημερινούς «μηχανισμούς» του Δήμου που βρίσκονται κοντά στον πολίτη. Εκεί όπου υπάρχει ένα πρόβλημα, μια ανάγκη ή μια εκκρεμότητα, στόχος είναι να υπάρξει παρέμβαση και λύση. Άλλοτε πρόκειται για μια μικρή εργασία που ολοκληρώνεται γρήγορα και άλλοτε για μια πιο δύσκολη παρέμβαση που απαιτεί χρόνο, προσωπικό και μηχανήματα.

Και μπορεί οι μεγάλες αλλαγές στην εικόνα μιας πόλης ή ενός χωριού να συνδέονται με έργα και σημαντικές υποδομές, όμως η ποιότητα ζωής χτίζεται καθημερινά. Χτίζεται με έναν καθαρό δρόμο, ένα περιποιημένο πάρκο, έναν ασφαλή κοινόχρηστο χώρο, μια έγκαιρη αποκατάσταση μιας ζημιάς. Χτίζεται με τη φροντίδα που δείχνει ένας Δήμος στους ανθρώπους και στους χώρους του.

Σε αυτή την προσπάθεια, οι εργαζόμενοι του Β΄ Τομέα αποτελούν την καθημερινή, έμπρακτη παρουσία του Δήμου στις γειτονιές. Με τα μέσα που διαθέτουν και με προσωπικό αγώνα, προσπαθούν να κρατήσουν τους χώρους καθαρούς, λειτουργικούς και ανθρώπινους.

Και γι’ αυτό, ένα μεγάλο «ευχαριστώ» αξίζει σε όλους εκείνους που, πολλές φορές μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, εργάζονται καθημερινά για να είναι οι χώροι γων χωριών μας λίγο καλύτεροι την επόμενη μέρα.


επικοινωνιστε μαζι μας