Η
Δευτέρα είχε ξημερώσει γαλήνια πάνω από το χωριό, σαν όλες τις καλοκαιρινές
Δευτέρες του θεσσαλικού κάμπου. Ο ήλιος πρόβαλλε αργά πίσω από τα χαμηλά
υψώματα, κι ένα απαλό φως χυνόταν πάνω στα χωράφια, στα καλαμπόκια που
στέκονταν όρθια σαν στρατιώτες της γης, διψασμένα για νερό και φροντίδα.
Ο
αέρας μύριζε χώμα, ιδρώτα και θερισμένο χορτάρι.
Στο
Βαλτινό, οι άνθρωποι είχαν μάθει να ζουν με τον μόχθο. Η ζωή μετριόταν με τα
ποτίσματα, τις σπορές, τις σοδειές, τα μεροκάματα και τις αγωνίες του καιρού.
Κανείς δεν περίσσευε από τη δουλειά - ούτε κι εκείνοι που έφευγαν για σπουδές.
Ο
Σπύρος ήταν από αυτά τα παιδιά.
Φοιτητής της Θεολογίας στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, ψηλός, λιγομίλητος τις
περισσότερες φορές, μα πεισματάρης όταν πίστευε πως είχε δίκιο. Είχε βλέμμα
καθαρό, μα και εκείνη τη σιωπηλή ανησυχία των νέων που κοιτούν πιο μακριά απ’
το χωριό τους χωρίς να ξέρουν αν πρέπει να φύγουν ή να γυρίσουν.
Όποτε
επέστρεφε στο χωριό, άφηνε στην άκρη τα βιβλία και ξανάμπαινε στον ρυθμό του
κάμπου. Δεν το έκανε πάντα με κέφι, υπήρχαν μέρες που γκρίνιαζε για τη ζέστη ή
για την ατέλειωτη δουλειά, κι άλλες που τον έβλεπαν να σιωπά κοιτάζοντας τον
δρόμο προς την πόλη, σαν να σκεφτόταν μια άλλη ζωή.
Κι
όμως, όταν χρειαζόταν, στεκόταν δίπλα στον πατέρα του. Εκείνο το πρωινό είχε
σηκωθεί νωρίς, λίγο κουρασμένος από το προηγούμενο βράδυ, μα δεν είπε όχι στο
χωράφι.
—«Μπράβο
στο παιδί», έλεγαν οι χωριανοί στο καφενείο. «Σπουδάζει κι όμως δεν ντρέπεται
να λερώσει τα χέρια του.»
Ο
Σπύρος μόνο χαμογελούσε.
—«Η
γη μάς μεγαλώνει όλους», συνήθιζε να λέει.
Εκείνο
το πρωινό, είχαν ξεκινήσει από νωρίς για το χωράφι. Οι αρδευτικές σωλήνες
έπρεπε να μεταφερθούν σε άλλο κομμάτι γης, εκεί όπου το καλαμπόκι διψούσε
περισσότερο.
Η
πλατφόρμα του τρακτέρ στεκόταν στην άκρη του αγρού.
Πάνω
από το χωράφι περνούσαν τα καλώδια της υψηλής τάσης - εκείνες οι απειλητικές
γραμμές που οι αγρότες φοβούνταν αλλά, με τα χρόνια, είχαν μάθει να συνυπάρχουν
μαζί τους.
Ο
πατέρας του κοιτούσε ανήσυχος.
—«Πρόσεχε
τα σύρματα, παιδί μου», του φώναξε.
Ο
Σπύρος γύρισε και χαμογέλασε.
—«Μη
φοβάσαι, πατέρα.»
Η
μάνα του, η κυρά-Βασιλική, είχε φύγει από νωρίς για τα Τρίκαλα. Ήταν Δευτέρα -
μέρα παζαριού. Από τα χαράματα είχε ετοιμαστεί, είχε βάλει το μαύρο μαντίλι της
και πήρε το λεωφορείο για την πόλη.
Το
σπίτι είχε κι άλλη έγνοια.
Ο
πεθερός της, ο γέρο-Σπύρος, ήταν βαριά άρρωστος. Μέρες τώρα χαροπάλευε στο
κρεβάτι και όλοι φοβούνταν το μοιραίο.
—«Γυρίζω
γρήγορα», είπε πριν φύγει.
—«Πρόσεχε,
μάνα», της αποκρίθηκε ο γιος της.
Ήταν
η τελευταία φορά που τον είδε ζωντανό.
Στο
χωράφι, ο ήλιος ανέβαινε όλο και πιο ψηλά.
Ο
Σπύρος έσκυβε, σήκωνε τις βαριές μεταλλικές σωλήνες και τις φόρτωνε στην
πλατφόρμα. Ο ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπό του, μα δεν παραπονιόταν.
Κι
ύστερα…
Μια
στιγμή μονάχα.
Ένα
αφηρημένο γύρισμα.
Ένα
σήκωμα του σωλήνα λίγο ψηλότερα.
Κανείς
δεν πρόλαβε να φωνάξει.
Ένας
εκτυφλωτικός σπινθήρας έσκισε τον αέρα.
Ένας
φοβερός κρότος αντήχησε στον κάμπο.
Το
ρεύμα της υψηλής τάσης χτύπησε τον νέο σαν κεραυνός.
Ο
Σπύρος σωριάστηκε στο χώμα ακαριαία.
Ο
πατέρας του έμεινε ακίνητος για μια στιγμή.
Το
μυαλό αρνιόταν να δεχτεί αυτό που έβλεπαν τα μάτια.
—«Σπύρο!»
Έτρεξε
κοντά του.
Γονάτισε
στο χώμα.
Τον
πήρε στην αγκαλιά του.
—«Παιδί
μου! Άνοιξε τα μάτια σου!»
Μα
το πρόσωπο του νέου είχε ήδη βυθιστεί στη μεγάλη σιωπή.
Μόνο
τα τζιτζίκια ακούγονταν.
Η
γη έμοιαζε να μην κατάλαβε τίποτε.
Η
είδηση έφτασε γρήγορα στο χωριό.
Πέρασε
σαν παγωμένος αέρας από αυλή σε αυλή.
Από
στόμα σε στόμα.
Από
βλέμμα σε βλέμμα.
Στο
καφενείο, οι άντρες πάγωσαν.
—«Ποιος;
Ο Σπύρος;»
—«Ο φοιτητής;»
—«Δεν γίνεται…»
Κανείς
δεν το χωρούσε ο νους του.
Το
παιδί που όλοι αγαπούσαν.
Το
παιδί με τον καλό λόγο.
Το
παιδί που χαιρετούσε πάντα με σεβασμό.
Μα
έμενε το πιο δύσκολο.
Η
μάνα.
Ποιος
θα της το έλεγε;
Στα
Τρίκαλα, το Δευτεριάτικο παζάρι βούιζε από ζωή. Οι πραματευτάδες φώναζαν, οι
γυναίκες ψώνιζαν, ο κόσμος πηγαινοερχόταν βιαστικός.
Η
κυρά-Βασιλική στεκόταν έξω από ένα μαγαζί κρατώντας σακούλες, όταν είδε έναν
συγχωριανό να την πλησιάζει.
Το
πρόσωπό του ήταν σκοτεινό.
Τα
μάτια του χαμηλωμένα.
—«Βασίλω πάει…»
Η
γυναίκα τον κοίταξε ανήσυχα.
—«Τι
έγινε;»
Εκείνος
κούνησε το κεφάλι, δίστασε.
Κι
ύστερα είπε βιαστικά, σαν να ήθελε να τελειώνει με το βάρος:
—«Πάει
ο Σπύρος… πέθανε.»
Η
γυναίκα σταυροκοπήθηκε αμέσως.
—«Αχ…
ο καημένος ο γέρος…» ψιθύρισε.
Σκέφτηκε
τον πεθερό της, τον άρρωστο γέρο-Σπύρο που χαροπάλευε μέρες.
—«Το
’ξερα πως δεν θα κρατούσε…»
Μάζεψε
βιαστικά τα πράγματά της.
Δεν
ρώτησε τίποτε άλλο.
Πήρε
τον δρόμο της επιστροφής.
Όμως
μέσα της κάτι δεν ησύχαζε.
Γιατί
ο άνθρωπος είχε τέτοιο βλέμμα;
Γιατί
απέφευγε να τη κοιτάξει;
Όσο
πλησίαζε στο χωριό, η καρδιά της βάραινε χωρίς λόγο.
Κι
όταν έφτασε κοντά στο σπίτι, είδε κόσμο μαζεμένο έξω από την αυλή.
Γυναίκες
με μαύρα.
Άντρες
σκυφτούς.
Σιωπή.
Βαριά
σιωπή.
Σταμάτησε.
—«Τι
έγινε;» φώναξε. «Γιατί είστε εδώ;»
Μια
γειτόνισσα πλησίασε με δάκρυα στα μάτια.
Της
έπιασε το χέρι.
—«Κουράγιο,
Βασίλω, πάει ο γυιόκας σου…»
Η
γυναίκα πάγωσε.
—«Πού
είναι ο Σπύρος;» είπε απότομα.
Κανείς
δεν απάντησε.
Και
τότε κατάλαβε.
Όχι
από λόγια.
Από
τη σιωπή.
Από
τα πρόσωπα.
Από
τον θρήνο που βάραινε την αυλή.
Οι
σακούλες έπεσαν από τα χέρια της.
—«Όχι…»
Έκανε
δυο βήματα πίσω.
—«Όχι
το παιδί μου…»
Η
κραυγή της ακούστηκε σ’ όλο το χωριό.
Ήταν
κραυγή μάνας που της ξερίζωσαν την ψυχή.
Την
ημέρα της κηδείας, το χωριό ντύθηκε στα μαύρα.
Οι
καμπάνες χτυπούσαν αργά, βαριά, σαν να θρηνούσαν κι εκείνες.
Άνθρωποι
από τα γύρω χωριά ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν.
Όλοι
μιλούσαν για τον χαρακτήρα του.
Για
τη μόρφωσή του.
Για
την καλοσύνη του.
Ο
πατέρας στεκόταν σκυφτός, σαν άνθρωπος που έχασε τον δρόμο του μέσα στη ζωή.
Η
μάνα έκλαιγε δίχως παρηγοριά.
Η
παντρεμένη αδελφή του στεκόταν δίπλα της, βουβή, κρατώντας τον πόνο σαν πέτρα
στο στήθος.
Και
κάπου μακριά, στον κάμπο, το άλλο χωράφι περίμενε ακόμη τις σωλήνες που δεν
έφτασαν ποτέ.
Μα
όσοι πέρασαν αργότερα από εκείνο το σημείο, κάτω από τα καλώδια της υψηλής
τάσης, χαμήλωναν ασυναίσθητα το βλέμμα.
Σαν
να φοβούνταν ακόμη εκείνο το αόρατο χέρι της μοίρας, που μέσα σε μια στιγμή
πήρε ένα νέο παιδί και βύθισε ολόκληρο το χωριό σε πένθος.
Γιατί
υπάρχουν άνθρωποι που, όσο λίγο κι αν ζήσουν, αφήνουν πίσω τους μια σιωπή
μεγαλύτερη από τον χρόνο που έζησαν.










































