Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα
Ήταν αρχές Αυγούστου,
τότε που ο κάμπος της Θεσσαλίας βαραίνει από τη ζέστη και ο αέρας, ακόμη και
προς το δειλινό, ανασαίνει καυτός πάνω από τα χωράφια. Τα στάχυα είχαν από
καιρό θεριστεί, τα αλώνια σιωπούσαν, και μόνο οι τζίτζικες έσκιζαν τη γαλήνη
του απογεύματος με το αδιάκοπο τραγούδι τους, στα δέντρα του μικρού δάσους της
Παναγίας.
Ο Παπακώστας πήρε το μικρό
αυτοκίνητό του και ξεκίνησε για το ξωκλήσι. Ο Δεκαπενταύγουστος πλησίαζε, και
όπως κάθε χρόνο, έπρεπε να φροντίσει τις τελευταίες προετοιμασίες για τη μεγάλη
γιορτή της Παναγίας: να ελέγξει τα κεριά, να τακτοποιήσει τον χώρο, να
βεβαιωθεί πως όλα θα ήταν έτοιμα για τους πιστούς που θα ανηφόριζαν εκείνο το
βράδυ.
Όταν έφτασε στο μικρό
δάσος, στάθμευσε κάτω από τις σκιές των δέντρων και κατέβηκε αργά, κρατώντας
στο χέρι τα κλειδιά και μια μικρή σακούλα με όσα χρειαζόταν για τις δουλειές
του.
Τότε το βλέμμα του έπεσε
σε έναν άγνωστο άντρα να κάθεται μόνος του σε ένα ξύλινο παγκάκι, κάτω από μια
ψηλή βελανιδιά. Ήταν μεσήλικας, καλοντυμένος, με βλέμμα σταθερό και ανέκφραστο.
Ο ιερέας δεν τον γνώριζε.
— Καλησπέρα σας, είπε
ευγενικά.
Ο άντρας έγνεψε αμυδρά,
χωρίς να απαντήσει.
Ο Παπακώστας συνέχισε
προς το ξωκλήσι, χωρίς να δώσει περισσότερη σημασία.
Μέσα στο εκκλησάκι
δούλεψε για αρκετή ώρα. Τακτοποίησε τα καντήλια, σκούπισε το δάπεδο, ίσιωσε τα
λευκά καλύμματα της Αγίας Τράπεζας και άναψε για λίγο το καντήλι μπροστά στην
εικόνα της Παναγίας. Όταν τελείωσε, έκλεισε προσεκτικά την πόρτα και πήρε τον δρόμο
της επιστροφής.
Τότε άκουσε πίσω του μια
φωνή.
— Εσύ είσαι ο Παπακώστας;
Γύρισε και είδε τον άντρα
από το παγκάκι να τον κοιτάζει.
— Ναι, εγώ είμαι,
απάντησε.
Ο μεσήλικας σηκώθηκε
αργά.
— Έλα εδώ. Σε θέλω.
Ο ιερέας πλησίασε,
απορημένος.
Και τότε ο άγνωστος, με
φωνή κοφτή και ψυχρή, είπε:
— Είμαι αστυνομικός. Σε
συλλαμβάνω. Μπες μέσα στο αυτοκίνητό μου και μη μιλάς.
Ο Παπακώστας πάγωσε.
Για μια στιγμή νόμισε πως
επρόκειτο για κακόγουστο αστείο. Χαμογέλασε αμήχανα, ψάχνοντας στο πρόσωπο του
άντρα κάποιο ίχνος ειρωνείας.
Δεν υπήρχε κανένα.
Πριν προλάβει να μιλήσει,
ο άγνωστος τον άρπαξε βίαια από το χέρι.
— Βρε άνθρωπέ μου, ποιος
είσαι; Τι θέλεις; ψέλλισε ο ιερέας.
— Αυτά θα τα πεις στο
Τμήμα, απάντησε εκείνος άγρια. Σου είπα, είμαι αστυνομικός. Και μη με
αναγκάσεις να θυμώσω.
Με μια απότομη κίνηση
άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του και τον έσπρωξε μέσα.
Ο Παπακώστας άρχισε να
διαμαρτύρεται, μα όταν ο άντρας τον απείλησε πως θα έβγαζε το υπηρεσιακό του
πιστόλι από το ντουλαπάκι, σώπασε.
Το αυτοκίνητο ξεκίνησε.
Η διαδρομή προς τα
Τρίκαλα απλωνόταν μπροστά τους, μα όσο περνούσε η ώρα, ο ιερέας άρχισε να
καταλαβαίνει πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Οι κινήσεις του άντρα ήταν νευρικές, το
βλέμμα του ταραγμένο, οι κουβέντες του ασύνδετες.
Δεν ήταν άνθρωπος στα
καλά του.
Μια σκέψη γεννήθηκε μέσα
του.
— Σε παρακαλώ, είπε
ήρεμα, πριν πάμε στο Τμήμα, να περάσουμε από την εκκλησία του χωριού. Άφησα την
πόρτα ανοιχτή και πρέπει να την κλειδώσω.
Ο άντρας τον κοίταξε
καχύποπτα.
— Καλά. Θα σου κάνω τη
χάρη. Αλλά μην επιχειρήσεις τίποτα.
Μπήκαν στο χωριό και
κατευθύνθηκαν προς τον ναό.
— Κατέβα, του είπε ο
άντρας. Κλείδωσε και γύρνα αμέσως. Αν κάνεις καμιά εξυπνάδα, θα κατέβω και θα
σε πυροβολήσω.
Ο ιερέας κατέβηκε και
περπάτησε γρήγορα προς την εκκλησία. Προσποιήθηκε πως κλείδωνε, μα το βλέμμα
του έψαχνε απεγνωσμένα για κάποιον άνθρωπο.
Ο δρόμος ήταν έρημος.
Κανείς.
Με βαριά καρδιά επέστρεψε
στο αυτοκίνητο.
Τότε του ήρθε μια δεύτερη
ιδέα.
— Σε παρακαλώ, πάμε για
ένα λεπτό στο καφενείο. Να δώσω τα κλειδιά στον επίτροπο.
Ο άντρας δίστασε.
— Εντάξει. Αλλά γρήγορα.
Όταν έφτασαν στο
καφενείο, ο Παπακώστας κατέβηκε σχεδόν τρέχοντας και μπήκε μέσα.
Η αίθουσα ήταν γεμάτη από
γνώριμα πρόσωπα: ο πρόεδρος της κοινότητας, μερικοί ηλικιωμένοι χωριανοί και οι
συνηθισμένοι θαμώνες που έπιναν τον απογευματινό τους καφέ.
— Βοήθεια! είπε
λαχανιασμένος. Ένας άνθρωπος με απήγαγε και λέει πως είναι αστυνομικός!
Η ατμόσφαιρα πάγωσε.
Δίχως δεύτερη κουβέντα,
όλοι σηκώθηκαν και βγήκαν έξω.
Μόλις αντίκρισαν τον
άντρα, ένας από τους κατοίκους τον αναγνώρισε αμέσως.
— Αυτός είναι από το
διπλανό χωριό… είναι πράγματι αστυνομικός, αλλά έχει σοβαρά ψυχολογικά
προβλήματα.
Ο άντρας, βλέποντας το
πλήθος, άρχισε να φωνάζει.
— Είναι εγκληματίας!
Είναι κακοποιός! Πρέπει να τον πάω στο Τμήμα!
Οι φωνές του αντηχούσαν
στον δρόμο, ενώ οι χωριανοί προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν.
Κάποιος έτρεξε αμέσως στο
τηλέφωνο και κάλεσε το 100.
Λίγη ώρα αργότερα, το
περιπολικό έφτασε με αναμμένο φάρο. Οι αστυνομικοί κατέβηκαν, μίλησαν μαζί του
και τελικά τον οδήγησαν στο όχημα.
Ο Παπακώστας έμεινε
ακίνητος, σαν να μην είχε ακόμη συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί.
Έκανε τον σταυρό του.
Ο ζεστός αέρας του
Αυγούστου πέρασε ανάμεσα από τα δέντρα, σαν ανάσα λύτρωσης.
Το μαρτύριό του είχε
τελειώσει.
Κι όμως, για πολλές μέρες
ακόμη, δεν μπορούσε να πιστέψει πως εκείνο το ήσυχο απόγευμα στο ξωκλήσι της
Παναγίας είχε μετατραπεί σε έναν εφιάλτη που έμοιαζε βγαλμένος από παράξενη
διήγηση.

.jpg)













