Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Τρεις νέοι του Βαλτινού απέναντι στον χρόνο

 

Η φωτογραφία αυτή, τραβηγμένη το 1936 σε κάποιο ταπεινό φωτογραφικό στούντιο, μοιάζει σήμερα με ένα μικρό παράθυρο ανοιγμένο στον χρόνο. Τρεις νέοι από το Βαλτινό στέκονται ακίνητοι μπροστά στον φακό, χωρίς να γνωρίζουν πως η στιγμή εκείνη θα ταξίδευε σχεδόν έναν αιώνα αργότερα για να μιλήσει σε ανθρώπους που δεν γεννήθηκαν ακόμη. Ο Κωσταντίνος Ανδρέου - Πέτρου, γεννημένος το 1922, ο Σωτήριος Ανδρέου - Πέτρου, γεννημένος το 1915, και ο Θεόδωρος Σκρέκας, γεννημένος το 1918, με την πόζα τους αυτή, μαρτυρούν σιωπηλά έναν ολόκληρο κόσμο.

Τα πρόσωπά τους έχουν εκείνη τη σοβαρότητα που χαρακτήριζε τους ανθρώπους της εποχής. Σπάνια χαμογελούσαν στις φωτογραφίες. Η ζωή δεν τους είχε μάθει να χαμογελούν εύκολα. Από μικροί γνώρισαν τον κόπο της γης, τις εποχές της φτώχειας, τη σκληρότητα της καθημερινότητας. Τα ρούχα τους -τα γιλεκάκια, τα σκούτινα παντελόνια, τα άσπρα πουκάμισα, τα τσαρούχια και τα τραγιασκοκαπέλα- εκτός από την ενδυμασία τους- δηλώνουν και την ίδια την κοινωνική ταυτότητα της αγροτικής Θεσσαλίας πριν από τον πόλεμο. Μέσα στις πτυχές των ρούχων τους μοιάζει να κρύβεται η μυρωδιά του χωραφιού, του καπνού από το τζάκι, του ιδρώτα και της σιωπηλής αξιοπρέπειας.

Ο Σωτήριος κάθεται στο κέντρο σαν ο άξονας της σύνθεσης. Η στάση του ήρεμη, σχεδόν αυστηρή. Δίπλα του οι δυο νεότεροι στέκονται όρθιοι, κρατώντας τις γκλίτσες τους, σαν να θέλουν να δείξουν πως έχουν ήδη περάσει από την παιδική ηλικία στην ευθύνη των ανδρών. Ο Θεόδωρος κρατά και μια ανθοδέσμη. Ίσως να ήταν στοιχείο του φωτογράφου, ίσως ένα συμβολικό αντικείμενο για να ομορφύνει την εικόνα. Κι όμως, σήμερα μοιάζει σαν ένα μικρό σημάδι ζωής και ελπίδας μέσα στην αυστηρότητα της εποχής.

Μας είναι άγνωστος ο λόγος για τον οποίο φωτογραφήθηκαν. Ίσως να ήταν λίγο πριν από τη στρατιωτική τους κατάταξη, σε μια εποχή που η Ευρώπη πλησίαζε χωρίς να το ξέρει ακόμη στη μεγάλη καταστροφή του πολέμου. Ίσως να είχαν κατέβει στα Τρίκαλα για την εμποροπανήγυρη, εκεί όπου οι άνθρωποι των χωριών συναντούσαν τον κόσμο της πόλης, αγόραζαν, πουλούσαν, διασκέδαζαν και ήθελαν να κρατήσουν ένα ενθύμιο της εξόδου τους. Ίσως πάλι να μην υπήρχε κανένας ιδιαίτερος λόγος, μόνο η βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να νικήσουν για λίγο τη λήθη.

Και πράγματι, χωρίς να το γνωρίζουν, νίκησαν τον χρόνο.

Η φωτογραφία αυτή δεν διασώζει μόνο τρία πρόσωπα. Διασώζει μια ολόκληρη εποχή του Βαλτινού. Τον τρόπο που στέκονταν οι άνθρωποι, τον τρόπο που ντύνονταν, τον τρόπο που κοιτούσαν τον κόσμο. Σήμερα, όσοι παρατηρούμε αυτή την εικόνα, δεν βλέπουμε μόνο τρεις νέους του 1936. Βλέπουμε τους πατεράδες και τους παππούδες μιας Ελλάδας που χάθηκε μέσα στους πολέμους, στη μετανάστευση, στην αλλαγή των καιρών. Βλέπουμε μια κοινωνία όπου η φτώχεια συμβάδιζε με την αξιοπρέπεια και όπου η απλότητα είχε ακόμη βάρος και ουσία.

Οι άνθρωποι φεύγουν. Τα σπίτια αλλάζουν. Οι φωνές σβήνουν. Όμως κάποιες φωτογραφίες μένουν σαν μικρές εστίες μνήμης. Κι όταν τις κοιτάζουμε προσεκτικά, είναι σαν να ακούμε τους απόηχους μιας άλλης ζωής: το βήμα στα καλντερίμια, τις φωνές στην πλατεία, το τρίξιμο του αργαλειού, το τραγούδι στα πανηγύρια.

Έτσι, αυτή η παλιά φωτογραφία εκτός από ένα οικογενειακό κειμήλιο, είναι και ένα κομμάτι της συλλογικής μνήμης του τόπου. Ένα σιωπηλό μήνυμα από τρεις νέους του Βαλτινού που, χωρίς να το γνωρίζουν, άφησαν πίσω τους μια μαρτυρία για να θυμίζει στους μεταγενέστερους πως κάθε ανθρώπινη ζωή, όσο απλή κι αν φαίνεται, κουβαλά μέσα της μια ολόκληρη ιστορία.


Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ

 Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ  Α. ΝΗΜΑ - Δημότη και κάτοικου Τρικάλων

Η Κεντρική Πλατεία κατά την δεκαετία του 1960, όταν διαμορφώθηκε επί δημαρχίας Ιωάννη Μάτη. Στο βάθος το Φρούριο με το Ρολόι (Από καρτ-ποστάλ του Εμμ. Διακάκη & Υιού).

Στα Τρίκαλα έχουμε αρκετές πλατείες και αυτή που ξεχώριζε έως πριν από μερικά χρόνια ήταν η Κεντρική, τόσο ως προς το μέγεθος όσο και ως προς την ομορφιά. Πρωτοκατασκευάστηκε από τον πρώτο αιρετό δήμαρχο Τρικκαίων Γεώργιο Κανούτα (1881-1883, 10.5.1887-1891, 1903-1914), ο οποίος υπήρξε ο δημιουργός της σύγχρονης πόλης. Αργότερα, επί δημαρχίας Θεοδοσίου Θεοδοσοπούλου (1934-1942), η Κεντρική Πλατεία ανακαινίστηκε, τοποθετήθηκαν φανοστάτες, φυτεύτηκαν δέντρα, δημιουργήθηκαν πρασιές με λουλούδια κ.ά.

Τελευταία, επί δημαρχίας Ιωάννη Μάτη (10.5.1959-27.8.1972), η Κεντρική Πλατεία εξωραΐστηκε ακόμη περισσότερο και έγινε πολύ όμορφη. Η καλαίσθητη λιμνούλα με τον “Νικολάκη”, τα παρτέρια με τις τριανταφυλλιές και τα άλλα άνθη, τα μεγάλα δέντρα που το καλοκαίρι με τη σκιά τους δρόσιζαν τους θαμώνες της, ηλικιωμένους κυρίως που κάθονταν στα παγκάκια κάτω από αυτά, οι προτομές των τοπικών ηρώων περιμετρικά της και ο ευρύχωρος χώρος για συγκεντρώσεις,  είχαν καταστήσει την Κεντρική πλατεία αγαπητή και λειτουργική.

Η πανέμορφη λιμνούλα με τον “Νικολάκη” και το συντριβάνι με την οδό Γ. Κονδύλη στο βάθος κατά την δεκαετία του 1980.

Και όλο αυτό το ωραίο δημιούργημα, που ίσως να χρειαζόταν  κάποιον μικρό καλλωπισμό, καταστράφηκε στις μέρες μας για να πάρει τη θέση του ένα απαίσιο και άχαρο τσιμεντένιο κατασκεύασμα με τρεις επικίνδυνες χαβούζες. Υψώθηκε μάλιστα και ένα «ύψωμα» που θυμίζει Γολγοθά και «προστατεύεται» από μία τάφρο, η οποία, εκτός από επικίνδυνη, κατάντησε σκουπιδότοπος.

Στην ανατολική πλευρά, η άκρη είναι υπερυψωμένη επικινδύνως.

Τα τσιμεντένια παγκάκια είναι παντελώς ακατάλληλα, διότι δεν μπορεί να καθίσει κάποιος σ’ αυτά, διότι τον μεν Χειμώνα θα ξεπαγιάσει, το δε Καλοκαίρι θα τσουρουφλιστεί.

Οι προτομές των ηρώων, πλην του ανδριάντα του Σαράφη, μπήκαν στη γραμμή η μία πίσω από την άλλη σαν στρατιωτικό άγημα, και ο ημιανδριάντας του Νικ. Στορνάρη κατέβηκε στα μέτρα ... των νέων σχεδιαστών της..., ενώ έχουν τοποθετηθεί σε βάσεις - ταράτσες, στις οποίες ήδη εναποθέτουν το μεσημεριανό  τους διάφοροι επισκέπτες και γευματίζουν.

Και παρόλα αυτά οι υπεύθυνοι γι’ αυτό το ανοσιούργημα καμαρώνουν θυμίζοντας τον Ηρόστρατο.

Κι αυτά δεν είναι μόνο δική μου εκτίμηση, που μακάρι να ήταν. Κρίμα!


επικοινωνιστε μαζι μας