Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Περπατώντας τον Σεβασμό

 

Στην παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία από το Μέτσοβο, ο σεβασμός δεν δηλώνεται, ασκείται. Δεν έχει φωνή, δεν έχει χειρονομίες μεγάλες, έχει ένα ελαφρύ πλάγιασμα του σώματος, μια σιωπηλή παραχώρηση χώρου. Η ηλικιωμένη γυναίκα παραστρατεί από το λιθόστρωτο, αφήνοντας τον δρόμο ανοιχτό για να περάσει ο νεότερος σε ηλικία ιερέας. Κι εκεί, σε αυτή τη φαινομενικά ασήμαντη κίνηση, συμπυκνώνεται μια ολόκληρη κοσμοαντίληψη.

Η σύγκρουση είναι αθόρυβη αλλά υπαρκτή. Η γυναίκα κουβαλά την ηλικία, την εμπειρία, τον χρόνο, θα περίμενε κανείς ο δρόμος να της ανήκει. Όμως, στο δικό της αξιακό σύστημα, ο σεβασμός δεν απονέμεται με βάση τα χρόνια, αλλά με βάση τον ρόλο. Ο ιερέας, νεότερος, δεν είναι απλώς άνθρωπος, είναι θεσμός, είναι φορέας του ιερού, είναι προσωρινός εκπρόσωπος μιας τάξης που υπερβαίνει το άτομο. Κι έτσι, εκείνη υποχωρεί, όχι από αδυναμία, αλλά από επίγνωση.

Το λιθόστρωτο γίνεται τότε σκηνή ηθικής. Ο δρόμος είναι στενός, όπως στενές είναι και οι επιλογές σε έναν τόπο αγριεμένο, όπου η φύση δεν αφήνει περιθώρια για ατομικές διεκδικήσεις. Η παραχώρηση χώρου δεν είναι πράξη υποταγής, είναι πράξη κοινωνικής συνοχής. Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν ακυρώνει τον εαυτό της, τον επιβεβαιώνει μέσα από τον άγραφο νόμο του χωριού.

Κι όμως, για το σημερινό βλέμμα, αυτή η κίνηση γεννά ερωτήματα. Είναι σεβασμός ή αυτοπαραίτηση; Είναι τιμή ή βάρος μιας παράδοσης που ζητά από τους παλαιότερους -και συχνά από τις γυναίκες- να κάνουν πάντα στην άκρη; Η φωτογραφία δεν απαντά. Απλώς καταγράφει τη στιγμή όπου δύο γενιές συναντιούνται χωρίς να κοιταχτούν, μέσα σε έναν κόσμο που προχωρά όχι με δικαιώματα, αλλά με καθήκοντα.

Το άγριο τοπίο του Μετσόβου, οι πέτρες, οι ξερολιθιές, τα γυμνά δέντρα, στέκουν μάρτυρες μιας ηθικής σμιλεμένης από την ανάγκη. Εδώ ο σεβασμός δεν είναι διαπραγματεύσιμος, είναι τρόπος να συνεχίζει ο δρόμος να υπάρχει. Και η ηλικιωμένη γυναίκα, παραστρατώντας για λίγο, μοιάζει να λέει χωρίς λόγια πως ο κόσμος κρατιέται όρθιος όχι από εκείνους που προχωρούν στο κέντρο του δρόμου, αλλά από εκείνους που ξέρουν πότε και γιατί να κάνουν στην άκρη.


Κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βαλτινού

 

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού προσκαλεί τα μέλη και τους φίλους του στην καθιερωμένη κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας, μια εκδήλωση που σηματοδοτεί την έναρξη της νέας χρονιάς με κέφι, αισιοδοξία και συλλογικό πνεύμα.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026, στις 20:30, στο φιλόξενο «Στέκι της Γεύσης», στο Βαλτινό.
Τη βραδιά θα πλαισιώσει DJ, που θα φροντίσει να δημιουργήσει μια ζεστή και γιορτινή ατμόσφαιρα, γεμάτη μουσική, χορό και καλή διάθεση για όλους.

Η είσοδος είναι 2 ευρώ, ώστε να δοθεί η δυνατότητα σε όλους να συμμετάσχουν και να στηρίξουν τις δράσεις του Συλλόγου.

Για κρατήσεις και περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να επικοινωνείτε στο τηλέφωνο 24310 94526.

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού σας περιμένει όλους για να ανταλλάξουμε ευχές, να κόψουμε την πίτα και να περάσουμε μαζί ένα όμορφο, χαρούμενο βράδυ, όπως μόνο το Βαλτινό ξέρει.


Η παλιά ρόκα στον αυλόγυρο

 

Στη φωτογραφία, η γιαγιά Αικατερίνη Τσιγάρα κάθεται στον αυλόγυρο, με την πλάτη της σχεδόν ακουμπισμένη στο δέντρο, σαν να παίρνει δύναμη από τον κορμό του. Στο ένα χέρι κρατά τη ρόκα, στο άλλο το αδράχτι, ανάμεσά τους τεντώνεται ένα νήμα λεπτό, σχεδόν αόρατο, κι όμως τόσο ουσιαστικό. Είναι το νήμα που ενώνει το μαλλί με το ύφασμα, την ανάγκη με τη δημιουργία, τη φύση με τον άνθρωπο.

Η ρόκα, ένα απλό ξύλινο εργαλείο, ένα μακρύ ραβδί με τους κλώνους στην κορυφή, δεν είναι εδώ απλώς αντικείμενο. Είναι προέκταση του σώματος και της μνήμης. Πάνω της στηρίζονται οι τουλούπες, το πλυμένο και λαναρισμένο μαλλί από τα πρόβατα του σπιτιού, έτοιμο να μεταμορφωθεί. Το γνέσιμο δεν είναι βιασύνη, είναι ρυθμός. Τα δάχτυλα γνωρίζουν τη δουλειά τους καλύτερα απ’ ό,τι τα λόγια. Με μικρές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, το άμορφο γίνεται νήμα, και το νήμα υπόσχεση ρούχου, κουβέρτας, ζεστασιάς.

Η γιαγιά Αικατερίνη δεν εργάζεται μόνη, ακόμη κι αν στη φωτογραφία φαίνεται μόνη. Μαζί της είναι όλες εκείνες οι γυναίκες που έγνεθαν στους αυλόγυρους, τα απογεύματα και τα βράδια, όταν έπεφτε ο ήλιος και άνοιγαν οι κουβέντες. Το γνέσιμο ήταν καθημερινή εργασία, μα και κοινωνική πράξη. Γύρω από τη ρόκα κυλούσαν νέα, παράπονα, γέλια, μικρές εξομολογήσεις. Το νήμα που έφτιαχναν δεν ένωνε μόνο ίνες μαλλιού, ένωνε ζωές.

Υπάρχει κάτι βαθιά στοχαστικό σε αυτή τη διαδικασία. Το μαλλί περνά από το κούρεμα, το πλύσιμο, το λανάρισμα, ώσπου να φτάσει στη ρόκα. Τίποτα δεν γίνεται αμέσως. Όπως και στη ζωή, κάθε στάδιο απαιτεί υπομονή και φροντίδα. Το γνέσιμο διδάσκει ότι η αντοχή χτίζεται σιγά, πως ό,τι έχει αξία δεν προκύπτει με βία αλλά με επιδεξιότητα και χρόνο.

Σήμερα, κοιτάζοντας τη φωτογραφία, νιώθουμε πως το νήμα έχει απλωθεί μέχρι εμάς. Η ρόκα μπορεί να σιώπησε, οι αυλόγυροι να άδειασαν από τις βραδινές συντροφιές, όμως η μνήμη συνεχίζει να γνέθει. Και κάθε φορά που τη θυμόμαστε, είναι σαν να στρίβει ξανά το αδράχτι, κρατώντας δεμένο το παρελθόν με το παρόν, όπως ακριβώς εκείνο το λεπτό νήμα ανάμεσα στα χέρια της γιαγιάς Αικατερίνης.


επικοινωνιστε μαζι μας