Ήταν
αρχές της δεκαετίας του 1980, τότε που το Βαλτινό στεκόταν ακόμη ανάμεσα σε δύο
εποχές: στη γνώριμη αγροτική καθημερινότητα που έσβηνε αργά και στη νέα
αντίληψη της «προόδου» που ερχόταν αποφασιστικά, φέρνοντας μαζί της το τσιμέντο
και την άσφαλτο. Εκεί όπου άλλοτε απλωνόταν η «γελαδαριά» του χωριού, ένας
ανοιχτός χώρος ταπεινός και γήινος, γεννιόταν η νέα κεντρική πλατεία.
Η
πλατεία, τριγωνική στο σχήμα της, μοιάζει ακόμη ανολοκλήρωτη στη φωτογραφία.
Περιμετρικά της διακρίνονται οι χωμάτινοι δρόμοι, σημάδια μιας εποχής που δεν
είχε ακόμη παραδοθεί ολοκληρωτικά στην αστική λογική. Πριν από λίγες μόλις
ημέρες είχε πέσει το τσιμέντο πάνω στην πράσινη έκταση της γης, αφήνοντας μια
αίσθηση αυστηρή, σχεδόν ξένη προς τη φυσιογνωμία του τόπου. Ο χώρος φαίνεται
ακαλαίσθητος, σαν να μην έχει ακόμη αποφασίσει τι θέλει να γίνει. Μια πλατεία
χωρίς μνήμη ή ένας τόπος που αναζητά καινούρια ταυτότητα.
Κι
όμως, εκείνη την εποχή, το τσιμέντο έμοιαζε με υπόσχεση λύτρωσης. Για χρόνια τα
λασπόνερα ταλαιπωρούσαν τον τόπο. Οι βροχές μεταμόρφωναν τους δρόμους σε βούρκο
και κάθε πέρασμα γινόταν δοκιμασία για μικρούς και μεγάλους. Η ανάγκη να
ξεφύγουν οι κάτοικοι από τη λάσπη γέννησε την πεποίθηση πως η άσφαλτος και το
τσιμέντο ήταν η μόνη σωτηρία. Και πράγματι, μπορεί να γλίτωσαν το χωριό από τη
λάσπη των νερών, όμως μαζί μ’ αυτήν πήραν και ένα μεγάλο κομμάτι από το φυσικό
πράσινο της γης, από εκείνη τη ζωντανή ανάσα που ένωνε τον άνθρωπο με τον τόπο
του.
Ωστόσο,
στη φωτογραφία διακρίνεται και μια σιωπηλή πρόνοια των κατασκευαστών: οι
ξύλινες προστατευτικές κατασκευές γύρω από τα νεόφυτα δέντρα. Μικρές υποσχέσεις
ζωής μέσα στη σκληρότητα του τσιμέντου. Ήταν σαν μια έμμεση παραδοχή ότι η γη
δεν μπορούσε να σβηστεί ολοκληρωτικά, πως το πράσινο, έστω και αργά, έπρεπε να
επιστρέψει και να μαλακώσει τη νέα όψη της πλατείας.
Γύρω
από αυτήν, τα σπίτια της χαμηλής δόμησης κρατούσαν ακόμη τον χαρακτήρα τους,
απλά και ανθρώπινα, χωρίς υπερβολές, σαν προέκταση των ανθρώπων που τα
κατοικούσαν. Το καφενείο του «Μάμαλη» δεν είχε ακόμη ανοίξει, η κοινωνική ζωή
του χωριού δεν είχε βρει ακόμη εκείνο το μεταγενέστερο σημείο αναφοράς της.
Μονάχα το μικρό περίπτερο, παρακείμενο της πλατείας, πάνω στη δημοσιά, στεκόταν
ως σταθερός πόλος έλξης. Εκεί περνούσαν οι κουβέντες, τα νέα, τα πειράγματα, οι
αναμονές. Ένα μικρό ξύλινο κουβούκλιο που, δίχως να το ξέρει, κρατούσε παλμό
ζωής στο κέντρο του χωριού.
Στο
δεξί μέρος της φωτογραφίας υψώνονται ακόμη τα πανύψηλα πεύκα της εκκλησίας.
Αγέρωχα, σιωπηλά, σαν φύλακες μιας μνήμης που αντιστέκεται στις αλλαγές. Οι
κορμοί τους και οι σκιές τους θυμίζουν πως το Βαλτινό είχε πάντοτε μια σχέση
βαθιά με το φυσικό του περιβάλλον, μια σχέση που δεν κόπηκε εύκολα, ακόμη κι
όταν οι άνθρωποι αποφάσισαν να στρώσουν το χώμα με τσιμέντο.
Και
στο προσκήνιο, ο Χρήστος. Μια γνώριμη μορφή του χωριού, να καπνίζει αργά την
πίπα του και να περιδιαβαίνει το τσιμεντένιο πεζοδρόμιο της νέας πλατείας. Το
βήμα του μοιάζει στοχαστικό, σχεδόν βαρύ, σαν να ζυγίζει μέσα του τα θετικά και
τα αρνητικά των αλλαγών που ήδη ξεκινούσαν στον τόπο. Ίσως να αναρωτιόταν αν η
πρόοδος έχει πάντα τίμημα, αν ο άνθρωπος κερδίζει πραγματικά όταν νικά τη λάσπη
αλλά χάνει λίγο από το χώμα που τον γέννησε.
Η
φωτογραφία αυτή δεν αποτυπώνει απλώς μια πλατεία που κατασκευάζεται.
Αιχμαλωτίζει μια μεταβατική στιγμή του Βαλτινού - τότε που ο τόπος άφηνε πίσω
του μια παλιά ζωή και δοκίμαζε να φορέσει τα καινούρια της εποχής. Και όπως
συμβαίνει συχνά με τις μεγάλες αλλαγές, τίποτε δεν ήταν απολύτως κερδισμένο ή
χαμένο. Μόνο ο χρόνος θα έδειχνε αν το τσιμέντο θα ρίζωνε στη μνήμη όσο βαθιά
μπορούσαν να ριζώσουν τα νεόφυτα δέντρα της πλατείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου