Πριν
από πολλά χρόνια, στα γήπεδα των χωριών δεν παιζόταν μόνο ποδόσφαιρο. Παίζονταν
χαρακτήρες, ιδιοσυγκρασίες, πειράγματα και αυθόρμητες ατάκες που έμελλαν να
γίνουν μικροί θρύλοι. Και το παράξενο είναι πως αυτές οι ιστορίες δεν χάνονται.
Αντίθετα, επιβιώνουν περισσότερο κι από τα αποτελέσματα των αγώνων. Κανείς δεν
θυμάται εύκολα ποιος κέρδισε εκείνο το ματς, όλοι όμως θυμούνται το γέλιο.
Έτσι
έγινε και στο πρόσφατο μνημόσυνο. Ανάμεσα στη συγκίνηση, στα κεράσματα και στις
ήρεμες κουβέντες, κάποιος θυμήθηκε ένα περιστατικό με τον Κώστα. Έναν
ποδοσφαιριστή προικισμένο, δυνατό, ψυχωμένο, που όταν έμπαινε στο γήπεδο έπαιζε
με όλο του το είναι. Μόνο που το πάθος του, καμιά φορά, έβγαινε από τα όρια.
Διαμαρτυρίες, φωνές προς τον διαιτητή, λίγες… παραδοσιακές βρισιές προς τους
αντιπάλους, όλα μέσα στο «πακέτο» του αγωνιστικού του χαρακτήρα.
Σε
έναν δύσκολο αγώνα, όπου τα αίματα είχαν ανάψει, ο Κώστας είχε βαλθεί να τα
βάλει με όλους. Με τους αντιπάλους, με τον διαιτητή, ίσως και με την τύχη του.
Από τον πάγκο ο πρόεδρος της ομάδας, που λεγόταν κι αυτός Κώστας και ήταν
μάλιστα θείος του, δεν άντεξε άλλο.
—
«Κώστα, πάψε! Σταμάτα… γιατί βρίζεις;»
Ο
ποδοσφαιριστής γύρισε προς τον πάγκο με εκείνη τη σιγουριά που μόνο οι
αυθεντικοί άνθρωποι διαθέτουν και απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη:
—
«Ά ρε, άσε μας… Εσύ γιατί βρίζεις;»
Και
τότε ήρθε η ιστορική απάντηση του προέδρου:
—
«Εγώ είμαι πρόεδρος, ρε!»
Δεν
χρειάστηκε τίποτε άλλο. Η κερκίδα λύγισε από τα γέλια. Για λίγα λεπτά κανείς
δεν ενδιαφερόταν για το σκορ, τα φάουλ ή το αποτέλεσμα. Η πιο δυνατή φάση του
αγώνα δεν έγινε μέσα στην περιοχή, αλλά στον… διάλογο του πάγκου.
Χρόνια
αργότερα, η ίδια ατάκα έκανε ξανά τη δουλειά της. Στο μνημόσυνο, εκεί όπου η
μνήμη συναντά τη νοσταλγία, κάποιος την αφηγήθηκε και η συντροφιά ξέσπασε στα
γέλια. Γιατί τελικά οι άνθρωποι δεν μένουν στη μνήμη μας μόνο για τις σοβαρές
στιγμές τους. Μένουν και για εκείνες τις αυθόρμητες κουβέντες που αποκτούν τη
δύναμη να νικούν τον χρόνο.
Αυτές
οι αυθόρμητες ατάκες είναι η άυλη κληρονομιά των χωριών μας. Περνούν από παρέα
σε παρέα και, πολλές φορές, διατηρούν τη μνήμη των ανθρώπων πιο ζωντανή από
οποιοδήποτε επίσημο ιστορικό γεγονός.
Αυτές
οι μικρές, πολύτιμες ιστορίες είναι οι ψηφίδες που συνθέτουν τη συλλογική μνήμη
του τόπου μας
Και
κάπου εκεί συνειδητοποιείς πως στα χωριά μας οι καλύτερες ιστορίες δεν
γράφτηκαν ποτέ σε βιβλία ούτε καταγράφηκαν σε πρακτικά αγώνων. Ζουν από στόμα
σε στόμα, από γενιά σε γενιά, αποδεικνύοντας ότι το γέλιο είναι ίσως η πιο
τρυφερή μορφή μνήμης. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι να διηγούνται τέτοιες
ιστορίες, εκείνοι που πρωταγωνίστησαν σε αυτές δεν φεύγουν ποτέ πραγματικά.
Παραμένουν στις παρέες, στις αναμνήσεις και στα χαμόγελά μας, κερδίζοντας τον
πιο όμορφο αγώνα: τον αγώνα απέναντι στη λήθη.
