Υπάρχουν
φωτογραφίες που απλώς κρατούν μια στιγμή. Κι υπάρχουν άλλες που, όσο
περισσότερο τις κοιτάζεις, τόσο περισσότερο μοιάζουν με πόρτες. Τις ανοίγεις
και ξαφνικά βρίσκεσαι σε έναν άλλο χρόνο, ακούς φωνές που έχουν σιγήσει,
βλέπεις πρόσωπα που έχουν αλλάξει ή φύγει, μυρίζεις το χώμα μιας αυλής και
αισθάνεσαι πως από κάπου θα ακουστεί μια φωνή να φωνάζει: «Ελάτε, θα αργήσουμε
για την εκκλησία!».
Αυτή
η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι μια τέτοια πόρτα.
Είναι
τραβηγμένη το 1965, έξω από το σπίτι της οικογένειας Βαγγελού, στο Βαλτινό.
Λίγο πριν ξεκινήσουμε για την εκκλησία, για τα στέφανα της Ευαγγελίας Βαγγελού.
Μια γαμήλια φωτογραφία, όπως τόσες άλλες εκείνης της εποχής, μόνο που σήμερα,
ύστερα από τόσες δεκαετίες, έχει αποκτήσει μια αξία που κανένας από εκείνους
που στάθηκαν μπροστά στον φακό δεν μπορούσε τότε να φανταστεί.
Κοιτάζω
πρώτα τον εαυτό μου, κάτω αριστερά. Ένα παιδί, καθισμένο στο χώμα, με το βλέμμα
στραμμένο στον φωτογράφο. Δεν γνωρίζω τι σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή. Ίσως
τίποτε περισσότερο από την ανυπομονησία ενός παιδιού που περιμένει να τελειώσει
η φωτογράφιση. Ίσως να με τραβούσε κάτι που βρισκόταν έξω από το κάδρο. Σήμερα,
όμως, εκείνο το παιδί μοιάζει να κοιτάζει εμένα, τον άνθρωπο που έγινα. Και
είναι παράξενο πώς μια παλιά φωτογραφία μπορεί να μας φέρει αντιμέτωπους με τον
ίδιο μας τον χρόνο.
Δίπλα
μου βρίσκεται η Βάσω Ζαμπακά. Πιο πίσω, η Μαρία, σύζυγος του Γιάννη Βαγγελού.
Στο κέντρο, καθισμένη μπροστά, η μικρή Κατερίνα Βαγγελού. Όρθια, με τα λευκά
της ρούχα και το στεφανάκι στα μαλλιά, η Στεφανία Βαγγελού, παρανυφάκι της
ημέρας. Και δίπλα της η νύφη, η Ευαγγελία, ντυμένη στα λευκά, όπως υπαγόρευε το
όνειρο και η παράδοση κάθε κοριτσιού που έφτανε στην ώρα του γάμου της.
Το
λευκό της νυφιάτικης φορεσιάς ξεχωρίζει μέσα στο ασπρόμαυρο της εικόνας. Δεν
χρειάζονται χρώματα για να καταλάβει κανείς πως εκείνη ήταν η πρωταγωνίστρια
της ημέρας. Στέκεται ανάμεσα στους δικούς της ανθρώπους, λίγο αμήχανη ίσως,
λίγο συγκινημένη, κρατώντας στα χέρια της όχι μόνο τα λουλούδια και την
προσμονή του γάμου, αλλά και ολόκληρη τη ζωή που άνοιγε μπροστά της.
Στο
πλευρό της στέκονται οι γονείς της. Ο πατέρας της, ο Αντώνιος, αυστηρός και
επιβλητικός μέσα στο σκούρο κοστούμι του. Και η μητέρα της, η Κωνστάντω, με το
μαύρο μαντίλι στα μαλλιά, όρθια κι εκείνη, με εκείνη τη σιωπηλή αξιοπρέπεια των
ανθρώπων μιας άλλης εποχής. Λίγο πιο πέρα, μόλις που διακρίνεται ο Αντώνης
Βαγγελός, σαν να θέλησε ο χρόνος να τον κρατήσει στην άκρη του κάδρου, χωρίς
όμως να τον αφήσει να χαθεί.
Κι
ύστερα είναι το σπίτι.
Ίσως
σήμερα, κοιτάζοντας τη φωτογραφία, να στεκόμαστε περισσότερο στα πρόσωπα. Όμως
το σκηνικό γύρω τους μιλάει εξίσου δυνατά. Ο χωμάτινος αχυρώνας, ο τοίχος, η
χωμάτινη αυλή, οι πέτρες σκορπισμένες στο έδαφος. Τίποτε δεν είναι στημένο για
να εντυπωσιάσει. Κι όμως, αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη φωτογραφία τόσο
αληθινή.
Εκεί
βρίσκεται ένα ολόκληρο Βαλτινό του 1965.
Ένα
χωριό που δεν είχε ακόμη γνωρίσει τις μεγάλες αλλαγές που θα έφερναν τα επόμενα
χρόνια. Τα σπίτια ήταν απλά, οι αυλές χωμάτινες, οι αχυρώνες απαραίτητοι για
την καθημερινή ζωή και οι άνθρωποι ζούσαν με όσα μπορούσαν να παράγουν, να
δημιουργήσουν και να μοιραστούν. Η φτώχεια υπήρχε, αλλά δεν είχε πάντα τη
σημερινή της ονομασία. Ήταν τρόπος ζωής, ήταν κοινή μοίρα και, πολλές φορές,
δεν εμπόδιζε τους ανθρώπους να χαμογελούν, να παντρεύονται, να γιορτάζουν και
να ελπίζουν.
Ίσως
αυτό να είναι και το πιο συγκινητικό στοιχείο της φωτογραφίας. Μέσα σε μια αυλή
χωρίς τσιμέντο, μπροστά σε έναν χωμάτινο αχυρώνα, άνθρωποι στέκονται για να
απαθανατίσουν μια από τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής τους. Δεν χρειάζονταν
πλούσια σκηνικά. Το σκηνικό ήταν η ίδια τους η ζωή.
Κοιτάζοντας
σήμερα αυτή την εικόνα, αντιλαμβάνομαι πως η φωτογραφία δεν κράτησε μόνο τον
γάμο της Ευαγγελίας. Κράτησε μια ολόκληρη εποχή. Κράτησε το Βαλτινό πριν
αλλάξει μορφή. Κράτησε ανθρώπους πριν τους παρασύρει ο χρόνος. Κράτησε τα
ρούχα, τα βλέμματα, τις στάσεις του σώματος, το σπίτι, την αυλή, το χώμα κάτω
από τα παπούτσια.
Και κράτησε, χωρίς να το ξέρει, κι ένα παιδί. Εμένα.
Ένα
παιδί που καθόταν τότε στο χώμα και κοιτούσε τον φακό, χωρίς να γνωρίζει πως,
ύστερα από εξήντα και πλέον χρόνια, θα ξανασυναντούσε εκείνο το βλέμμα μέσα από
μια παλιά φωτογραφία.
Τότε
περιμέναμε να πάμε στην εκκλησία για τα στέφανα.
Σήμερα
περιμένουμε κάτι άλλο: να μη χαθούν από τη μνήμη μας οι άνθρωποι, τα σπίτια, οι
αυλές και οι μικρές ιστορίες που έφτιαξαν τον τόπο μας.
Γιατί
τελικά αυτό είναι μια παλιά φωτογραφία.
Δεν
είναι απλώς μια εικόνα του χθες.
Είναι
η μνήμη που αρνείται να γεράσει.
