Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Οι εθελοντές μάγειρες της Παναγίας Βαλτινού

 Με μεράκι και προσφορά, κρατούν ζωντανή την παράδοση του πανηγυριού

Λίγες μόλις ώρες πριν αρχίσει το μεγάλο αντάμωμα του Δεκαπενταύγουστου, το πανηγύρι της Παναγίας Βαλτινού έχει ήδη ξεκινήσει. Όχι με μουσικές και χορούς, αλλά με την αθόρυβη και πολύτιμη δουλειά των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από όλα όσα θα απολαύσουν οι προσκυνητές και οι επισκέπτες.

Στο μαγειρείο της Παναγίας, τα καζάνια έχουν πάρει τη θέση τους και η φωτιά έχει ανάψει. Οι μεγάλες κουτάλες κινούνται αργά μέσα στις κατσαρόλες, οι μυρωδιές της παραδοσιακής κουζίνας πλημμυρίζουν τον χώρο και οι εθελοντές μάγειρες εργάζονται με κέφι, υπομονή και μεράκι. Είναι άνθρωποι που, για πολλά χρόνια τώρα, προσφέρουν ανιδιοτελώς τον χρόνο και την προσωπική τους εργασία, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην επιτυχία του πανηγυριού.

Η παραμονή της Παναγίας έχει τη δική της γεύση και παράδοση: η αλάδωτη φασολάδα, μαγειρεμένη με τον παραδοσιακό τρόπο, περιμένει τους προσκυνητές που θα προσέλθουν στον ναό. Και ανήμερα της μεγάλης γιορτής, το κρέας με το κριθαράκι θα συμπληρώσει το παραδοσιακό πανηγυρικό τραπέζι, προσφέροντας σε όλους όχι μόνο ένα πιάτο φαγητό, αλλά και μια γεύση από την παλιά φιλοξενία του χωριού.

Γιατί το πανηγύρι δεν είναι μόνο η θρησκευτική τελετή, η λιτανεία, οι ευχές και το αντάμωμα. Είναι και όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που εργάζονται αθόρυβα, πολλές φορές μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ώστε όλα να είναι έτοιμα. Είναι οι εθελοντές που βάζουν το δικό τους λιθαράκι στη συλλογική προσπάθεια και αποδεικνύουν πως οι παραδόσεις ενός τόπου δεν διατηρούνται από μόνες τους, χρειάζονται ανθρώπους που τις αγαπούν και τις υπηρετούν.

Στη φωτογραφία, μπροστά από τα καζάνια της Παναγίας, αποτυπώνεται μια μικρή αλλά σημαντική στιγμή αυτής της μεγάλης προσφοράς. Από αριστερά διακρίνονται ο Κωνσταντίνος Τζιωρτζιώτης, εκκλησιαστικός επίτροπος, ο Χρήστος Σταμούλης, ο Δημήτριος Κόρακας, ο Κώστας Κράβαρης, ο Απόστολος Στάθης, η Ρίκα Βότσιου, πρόεδρος του Εκπολιτιστικού Συλλόγου, και ο Βασίλειος Βότσιος.

Επτά άνθρωποι, μαζί με όλους όσοι συμμετέχουν στην προετοιμασία, αποτελούν ένα κομμάτι της αθέατης πλευράς του πανηγυριού. Μιας πλευράς που δεν ακούγεται όσο οι μουσικές, δεν φαίνεται όσο οι χοροί, αλλά είναι απαραίτητη για να στηθεί η μεγάλη γιορτή.

Αξίζουν, λοιπόν, λίγα λόγια ιδιαίτερης μνείας και ένα μεγάλο ευχαριστώ στους εθελοντές μάγειρες της Παναγίας Βαλτινού. Γιατί μέσα από τα καζάνια, τη φωτιά και το παραδοσιακό φαγητό, προσφέρουν κάτι πολύ περισσότερο: προσφέρουν χρόνο, κόπο, αγάπη και ψυχή.

Και έτσι, κάθε Δεκαπενταύγουστο, μαζί με το θυμίαμα και τις καμπάνες, μαζί με τις ευχές και τα ανταμώματα, συνεχίζεται και μια άλλη όμορφη παράδοση του Βαλτινού: η παράδοση της προσφοράς και της φιλοξενίας.


Το Πανηγύρι της Παναγιάς κάτω από τα Δέντρα (Του Χάρη Αγγελή)

 

Παραμονή Δεκαπενταύγουστου, ολόκληρο το χωριό έμοιαζε να παίρνει ανάσα από το καμίνι του καλοκαιριού και να την κρατά για το μεγάλο πανηγύρι. Από το απόγευμα κιόλας, το στενό μπροστά στο σπίτι είχε γεμίσει από τα βήματα ζώων και ανθρώπων. Μουλάρια φορτωμένα με βελέντζες, γομάρια σαμαρωμένα, κάρα χωρίς φορτία μα γεμάτα κόσμο, γερόντους που έγερναν στο πλάι, μανάδες που κρατούσαν μωρά στα φουστάνια, παλικάρια που χαχάνιζαν, κορίτσια στολισμένα με κορδέλες. Όλοι τραβούσαν για το εξωκλήσι της Παναγίας, κρυμμένο μέσα στο δάσος, κάτω από δέντρα που σκέπαζαν τον ουρανό με τα μεγάλα τους κλαδιά.

Στο σπίτι, ο Χάρης και ο Λαζαράκος γκρίνιαζαν από το απόγευμα. Η μάνα πήγαινε κι ερχόταν με το καζάνι στο τζάκι, ο πατέρας καθόταν στη σκάφη και μαστόρευε ένα χαλασμένο σκοινί, αδιάφορος για τα παρακάλια των παιδιών. Εκείνος ποτέ δεν πήγαινε στα πανηγύρια. «Σούσουρα», έλεγε. «Χαμένες ώρες και ξόδεμα». Η μάνα ήθελε να πάει, μα χωρίς τον άντρα της δεν έκανε βήμα.

Έμενε μόνο η γιαγιά, που κούναγε το κεφάλι της ακατάπαυστα.
— Όχι, όχι, δεν σας πάω. Πού να τρέχω νύχτα; Κι άμα ξεστρατίσετε, σαν τα μπουρμπουνάρια που είστε;

Μα ο Χάρης δεν το ’βαζε κάτω. Το παράπονο ανέβηκε από το λαιμό στα μάτια, κι από τα μάτια έγινε κλάμα, ένα κλάμα μεγάλο, λυγμικό, που έκανε τη γιαγιά να παραδώσει το όπλο.

— Ω, νύφη, να πάρω τα δυο τα μεγάλα να τα πάω;
— Ξέρω, μαρ’ μάννα, λέει αυτή, άμα μπορείς, τράβα τα.

Η μάνα πήρε τα δίδυμα να πάει τάχα για νερό στο αρτεσιανό, η γιαγιά σαμάρωσε το γομάρι, έριξε και δυο βελέντζες πάνω του, έβαλε τον Λαζαράκο στο σαμάρι, τον Χάρη πίσω, στα καπούλια, και κρατώντας το σχοινί του γαϊδάρου τράβηξε μπροστά λέγοντας:
— Πάμε, παιδιά. Να βοηθάει η Παναγιά.

Πριν πέσει το σκοτάδι είχαν φτάσει. Το δάσος έβραζε από κόσμο. Στρωσίδια απλώνονταν δεξιά κι αριστερά, φωνές αντηχούσαν κάτω από τους κορμούς των φτελιών, τα γαϊδούρια γκάριζαν, οι πλανόδιοι φώναζαν την πραμάτεια τους. Η γιαγιά ξεσαμάρωσε το ζώο κι έστρωσε τη βελέντζα κάτω από μια φτελιά.

Ο Λαζαράκος αποκοιμήθηκε γρήγορα, χωμένος στη μασχάλη της γιαγιάς. Ο Χάρης όμως είχε τα μάτια του ορθάνοιχτα, να ψάχνουν ανάμεσα στα παιδιά μήπως δει κανέναν φίλο. Στην άκρη του πανηγυριού, ο καφετζής είχε στήσει την ταβέρνα του: καρέκλες, τραπέζια, ασετιλίνες καρφωμένες στα δέντρα. Ο αέρας μύριζε αρνί στη σούβλα.

Αργά, ενώ το φεγγάρι ανέβαινε, ο Χάρης ξάπλωσε κι αυτός. Ο ήχος του κλαρίνου άρχισε να κυλάει μέσα στη νύχτα σαν νερό. Χωρίς να το καταλάβει, αποκοιμήθηκε.

Το πρωί όλα ήταν αλλιώτικα. Οι οργανοπαίχτες είχαν φύγει, οι καρέκλες ήταν στοιβαγμένες, οι ασετιλίνες σβηστές. Η εκκλησία έψελνε.
— Καθίστε εδώ, είπε η γιαγιά. Να πάω να μεταλάβω.

Μόλις χάθηκε πίσω από την πόρτα, δυο παγωτατζήδες άρχισαν να φωνάζουν:
— Κασάτο παγωτό!
— Εδώ τα παγωτά ΕΒΓΑ!

Πριν προλάβει ο Χάρης να σηκωθεί, φάνηκαν ο Σιούλας με τις αδερφές του κι ο Πίπης με τη μάνα του. Ο Χάρης έλαμψε, σαν τον σκύλο του Γκέκα που κούναγε την ουρά μόλις έβλεπε τους δικούς του.

Ο Πίπης δεν άντεξε. Έβγαλε το πενηνταράκι από την τσέπη και το κόλλησε στο κασόνι.
— Δως μου ένα παγωτό, είπε.

Ο παγωτατζής έκοψε το κομμάτι με μια μαχαιριά. Ο Πίπης, έβγαλε το χαρτί, το έγλειψε στη γωνία κι άρχισε να τρώει το παγωτό του με τέτοια ευλάβεια, σαν να ’ταν κάτι ζωντανό.

Οι άλλοι τον κοιτούσαν, οι κοιλιές σφίγγονταν, τα μάτια μεγάλωναν. Μα περίμεναν τους δικούς τους.

Κι εκεί, μπροστά στα μάτια τους, ο Πίπης έχασε το τελευταίο κομματάκι. Έπεσε στο χώμα και βυθίστηκε στον κουρνιαχτό. Ο Πίπης δεν τόλμησε να το πιάσει. Έκανε μόνο το εξής: πήγε στο άλλο παιδάκι που μόλις είχε πάρει σοκολάτα και άρπαξε την άδεια σακούλα. Την άνοιξε, την έψαξε, μύρισε τη σοκολάτα, κι ύστερα τη φούσκωσε και την έσκασε στο γόνατο. Έτσι παρηγορήθηκε.

Όταν γύρισε η γιαγιά, κατάλαβε αμέσως. Έλυσε τον κόμπο του μαντηλιού της, που φύλαγε τις παράδες.
— Φέρε δυο κρέμες, είπε στον παγωτατζή.

Ο Σιούλας ήθελε σουγιά. Μα όταν άκουσε την τιμή, έστριψε απότομα κι έκανε τάχα πως δεν τον νοιάζει. Τελικά συμβιβάστηκε κι αυτός με μισό παγωτό.

Τα παιδιά τριγύριζαν στους πάγκους, λαλίτσες, αηδονάκια που κελαηδούσαν με νερό, μπακακάκια που έκαναν τα κορίτσια να τσιρίζουν.

Κάποια στιγμή πέρασε κι ο θείος, ο μεγάλος αδερφός της μάνας.
— Συμπεθέρα! φώναξε στη γιαγιά.
Και μοίρασε στα παιδιά τρία γλειφιτζούρια με κόκκινο κουκουτσέλι.

Όταν πια άρχισαν πάλι τα όργανα και ο κόσμος σηκώθηκε για τον πρώτο χορό, η γιαγιά σαμάρωσε το γομάρι. Ο Λαζαράκος μπήκε μπροστά, ο Χάρης στα καπούλια, κι οι τρεις πήραν τον δρόμο της επιστροφής μέσα από τα δέντρα.

Στο σπίτι, λίγο αργότερα, ο μπέμπης και τα δίδυμα μοιράζονταν τα ίδια αυτά κουκουτσέλια.
Και το πανηγύρι της Παναγίας γινόταν μια ιστορία που θα κουβαλούσαν όλο το χειμώνα, μέχρι να φτάσει ο επόμενος Αύγουστος.


επικοινωνιστε μαζι μας