Παραμονή
Δεκαπενταύγουστου, ολόκληρο το χωριό έμοιαζε να παίρνει ανάσα από το καμίνι του
καλοκαιριού και να την κρατά για το μεγάλο πανηγύρι. Από το απόγευμα κιόλας, το
στενό μπροστά στο σπίτι είχε γεμίσει από τα βήματα ζώων και ανθρώπων. Μουλάρια
φορτωμένα με βελέντζες, γομάρια σαμαρωμένα, κάρα χωρίς φορτία μα γεμάτα κόσμο,
γερόντους που έγερναν στο πλάι, μανάδες που κρατούσαν μωρά στα φουστάνια,
παλικάρια που χαχάνιζαν, κορίτσια στολισμένα με κορδέλες. Όλοι τραβούσαν για το
εξωκλήσι της Παναγίας, κρυμμένο μέσα στο δάσος, κάτω από δέντρα που σκέπαζαν
τον ουρανό με τα μεγάλα τους κλαδιά.
Στο
σπίτι, ο Χάρης και ο Λαζαράκος γκρίνιαζαν από το απόγευμα. Η μάνα πήγαινε κι
ερχόταν με το καζάνι στο τζάκι, ο πατέρας καθόταν στη σκάφη και μαστόρευε ένα
χαλασμένο σκοινί, αδιάφορος για τα παρακάλια των παιδιών. Εκείνος ποτέ δεν
πήγαινε στα πανηγύρια. «Σούσουρα», έλεγε. «Χαμένες ώρες και ξόδεμα». Η μάνα
ήθελε να πάει, μα χωρίς τον άντρα της δεν έκανε βήμα.
Έμενε
μόνο η γιαγιά, που κούναγε το κεφάλι της ακατάπαυστα.
— Όχι, όχι, δεν σας πάω. Πού να τρέχω νύχτα; Κι άμα ξεστρατίσετε, σαν τα
μπουρμπουνάρια που είστε;
Μα
ο Χάρης δεν το ’βαζε κάτω. Το παράπονο ανέβηκε από το λαιμό στα μάτια, κι από
τα μάτια έγινε κλάμα, ένα κλάμα μεγάλο, λυγμικό, που έκανε τη γιαγιά να
παραδώσει το όπλο.
—
Ω, νύφη, να πάρω τα δυο τα μεγάλα να τα πάω;
— Ξέρω, μαρ’ μάννα, λέει αυτή, άμα μπορείς, τράβα τα.
Η
μάνα πήρε τα δίδυμα να πάει τάχα για νερό στο αρτεσιανό, η γιαγιά σαμάρωσε το
γομάρι, έριξε και δυο βελέντζες πάνω του, έβαλε τον Λαζαράκο στο σαμάρι, τον Χάρη
πίσω, στα καπούλια, και κρατώντας το σχοινί του γαϊδάρου τράβηξε μπροστά
λέγοντας:
— Πάμε, παιδιά. Να βοηθάει η Παναγιά.
Πριν
πέσει το σκοτάδι είχαν φτάσει. Το δάσος έβραζε από κόσμο. Στρωσίδια απλώνονταν
δεξιά κι αριστερά, φωνές αντηχούσαν κάτω από τους κορμούς των φτελιών, τα
γαϊδούρια γκάριζαν, οι πλανόδιοι φώναζαν την πραμάτεια τους. Η γιαγιά
ξεσαμάρωσε το ζώο κι έστρωσε τη βελέντζα κάτω από μια φτελιά.
Ο
Λαζαράκος αποκοιμήθηκε γρήγορα, χωμένος στη μασχάλη της γιαγιάς. Ο Χάρης όμως
είχε τα μάτια του ορθάνοιχτα, να ψάχνουν ανάμεσα στα παιδιά μήπως δει κανέναν
φίλο. Στην άκρη του πανηγυριού, ο καφετζής είχε στήσει την ταβέρνα του:
καρέκλες, τραπέζια, ασετιλίνες καρφωμένες στα δέντρα. Ο αέρας μύριζε αρνί στη
σούβλα.
Αργά,
ενώ το φεγγάρι ανέβαινε, ο Χάρης ξάπλωσε κι αυτός. Ο ήχος του κλαρίνου άρχισε
να κυλάει μέσα στη νύχτα σαν νερό. Χωρίς να το καταλάβει, αποκοιμήθηκε.
Το
πρωί όλα ήταν αλλιώτικα. Οι οργανοπαίχτες είχαν φύγει, οι καρέκλες ήταν
στοιβαγμένες, οι ασετιλίνες σβηστές. Η εκκλησία έψελνε.
— Καθίστε εδώ, είπε η γιαγιά. Να πάω να μεταλάβω.
Μόλις
χάθηκε πίσω από την πόρτα, δυο παγωτατζήδες άρχισαν να φωνάζουν:
— Κασάτο παγωτό!
— Εδώ τα παγωτά ΕΒΓΑ!
Πριν
προλάβει ο Χάρης να σηκωθεί, φάνηκαν ο Σιούλας με τις αδερφές του κι ο Πίπης με
τη μάνα του. Ο Χάρης έλαμψε, σαν τον σκύλο του Γκέκα που κούναγε την ουρά μόλις
έβλεπε τους δικούς του.
Ο
Πίπης δεν άντεξε. Έβγαλε το πενηνταράκι από την τσέπη και το κόλλησε στο
κασόνι.
— Δως μου ένα παγωτό, είπε.
Ο
παγωτατζής έκοψε το κομμάτι με μια μαχαιριά. Ο Πίπης, έβγαλε το χαρτί, το
έγλειψε στη γωνία κι άρχισε να τρώει το παγωτό του με τέτοια ευλάβεια, σαν να
’ταν κάτι ζωντανό.
Οι
άλλοι τον κοιτούσαν, οι κοιλιές σφίγγονταν, τα μάτια μεγάλωναν. Μα περίμεναν
τους δικούς τους.
Κι
εκεί, μπροστά στα μάτια τους, ο Πίπης έχασε το τελευταίο κομματάκι. Έπεσε στο
χώμα και βυθίστηκε στον κουρνιαχτό. Ο Πίπης δεν τόλμησε να το πιάσει. Έκανε
μόνο το εξής: πήγε στο άλλο παιδάκι που μόλις είχε πάρει σοκολάτα και άρπαξε
την άδεια σακούλα. Την άνοιξε, την έψαξε, μύρισε τη σοκολάτα, κι ύστερα τη
φούσκωσε και την έσκασε στο γόνατο. Έτσι παρηγορήθηκε.
Όταν
γύρισε η γιαγιά, κατάλαβε αμέσως. Έλυσε τον κόμπο του μαντηλιού της, που φύλαγε
τις παράδες.
— Φέρε δυο κρέμες, είπε στον παγωτατζή.
Ο
Σιούλας ήθελε σουγιά. Μα όταν άκουσε την τιμή, έστριψε απότομα κι έκανε τάχα
πως δεν τον νοιάζει. Τελικά συμβιβάστηκε κι αυτός με μισό παγωτό.
Τα
παιδιά τριγύριζαν στους πάγκους, λαλίτσες, αηδονάκια που κελαηδούσαν με νερό,
μπακακάκια που έκαναν τα κορίτσια να τσιρίζουν.
Κάποια
στιγμή πέρασε κι ο θείος, ο μεγάλος αδερφός της μάνας.
— Συμπεθέρα! φώναξε στη γιαγιά.
Και μοίρασε στα παιδιά τρία γλειφιτζούρια με κόκκινο κουκουτσέλι.
Όταν
πια άρχισαν πάλι τα όργανα και ο κόσμος σηκώθηκε για τον πρώτο χορό, η γιαγιά
σαμάρωσε το γομάρι. Ο Λαζαράκος μπήκε μπροστά, ο Χάρης στα καπούλια, κι οι
τρεις πήραν τον δρόμο της επιστροφής μέσα από τα δέντρα.
Στο
σπίτι, λίγο αργότερα, ο μπέμπης και τα δίδυμα μοιράζονταν τα ίδια αυτά
κουκουτσέλια.
Και το πανηγύρι της Παναγίας γινόταν μια ιστορία που θα κουβαλούσαν όλο το
χειμώνα, μέχρι να φτάσει ο επόμενος Αύγουστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου