Του Δημήτρη Τσιγάρα
Στον
Πρόδρομο των Τρικάλων, εκεί όπου η θεσσαλική γη ανταμώνει με τις πλαγιές των
βουνών και τα δάση κρατούν ακόμη στις φυλλωσιές τους τις παλιές ιστορίες των
ανθρώπων, υπήρχε κάποτε ένα πανηγύρι ξακουστό σε ολόκληρη την περιοχή.
Κάθε
χρόνο, στις 29 Αυγούστου, ημέρα της Αποτομής της Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου,
ο τόπος γύρω από την εκκλησία του Άη-Γιάννη γέμιζε από κόσμο. Χιλιάδες
προσκυνητές έφταναν από τα γύρω χωριά, αλλά και από πιο μακρινούς τόπους, άλλοι
πεζοί, άλλοι με άλογα και κάρα, αργότερα με αυτοκίνητα. Έρχονταν να
προσκυνήσουν τον Άγιο, να ανάψουν ένα κερί, να κάνουν το τάμα τους και να
ζητήσουν τη βοήθειά του.
Μα
το πανηγύρι δεν ήταν μόνο προσευχή.
Ήταν
και αντάμωμα.
Ήταν
τραγούδι, μουσική, χορός, χαρά και κοινό τραπέζι. Γιατί έτσι γιόρταζαν οι
άνθρωποι παλιότερα: πρώτα γονάτιζαν μπροστά στον Άγιο και ύστερα κάθονταν όλοι
μαζί γύρω από το καζάνι.
Κι
ανάμεσα σε όλα τα θαύματα και τις παραδόσεις της ημέρας υπήρχε μία που
ξεχώριζε.
Κάθε
χρόνο, ανήμερα της γιορτής, ερχόταν στην εκκλησία ένα ελάφι.
Κανείς
δεν γνώριζε από πού.
Εμφανιζόταν
μέσα από το δάσος, σαν να το οδηγούσε ένα αόρατο χέρι. Έφτανε μόνο του μέχρι
τον ιερό χώρο και στεκόταν ήρεμο, σαν να γνώριζε πως είχε έρθει η ώρα του.
Οι
επίτροποι το έσφαζαν και από το κρέας του μαγείρευαν φαγητό στα μεγάλα καζάνια.
Ύστερα, μετά τη λειτουργία, όλοι οι προσκυνητές έτρωγαν από το ίδιο φαγητό.
Ήταν
ένα κοινό τραπέζι μνήμης και αγάπης.
Έτσι
γινόταν κάθε χρόνο.
Μέχρι
που κάποια χρονιά το ελάφι άργησε.
Οι
προσκυνητές είχαν ήδη συγκεντρωθεί. Οι καμπάνες είχαν χτυπήσει. Η λειτουργία
πλησίαζε στο τέλος της και οι επίτροποι ανησυχούσαν μήπως αργήσουν να
ετοιμάσουν το φαγητό.
Και
τότε, επιτέλους, το ελάφι εμφανίστηκε.
Ήταν
όμως κουρασμένο.
Είχε
έρθει αργά, ύστερα από μεγάλο δρόμο μέσα στο δάσος.
Οι
επίτροποι, ανυπόμονοι να προλάβουν, δεν του έδωσαν τον χρόνο να ξεκουραστεί.
Το
έσφαξαν αμέσως.
Άναψαν
τη φωτιά.
Το
μεγάλο καζάνι μπήκε στη φωτιά και το κρέας άρχισε να βράζει.
Ο
κόσμος περίμενε.
Κανείς
δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα ακολουθούσε.
Όταν
το φαγητό ήταν έτοιμο, οι επίτροποι σήκωσαν το καπάκι του καζανιού.
Και
τότε πάγωσαν.
Μέσα
στο καζάνι δεν υπήρχε κρέας.
Υπήρχαν
ανθρώπινα χέρια.
Κανείς
δεν μίλησε.
Η
χαρά του πανηγυριού έγινε σε μια στιγμή τρόμος.
Οι
άνθρωποι κοιτούσαν ο ένας τον άλλον και δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια
τους. Ένας ανατριχιαστικός φόβος απλώθηκε στον ιερό χώρο.
Οι
παλιοί είπαν πως ήταν σημάδι.
Ο
Άγιος είχε προειδοποιήσει.
Κι
επειδή η πράξη θεωρήθηκε μεγάλη ασέβεια, οι άνθρωποι θέλησαν να εξιλεωθούν. Από
τότε καθιέρωσαν την ημέρα της γιορτής ως ημέρα νηστείας.
Το
κρέας έπρεπε να απουσιάζει από το τραπέζι.
Και
στη θέση του μπήκε ένα απλό φαγητό, φτωχό μα ευλογημένο:
φασόλια.
Έτσι,
κάθε χρόνο, οι άνθρωποι μαγείρευαν φασόλια και τα μοίραζαν στους προσκυνητές,
θυμούμενοι το παράξενο εκείνο σημάδι.
Μα
κάποτε, χρόνια αργότερα, η παλιά παράδοση ξεχάστηκε.
Οι
άνθρωποι θέλησαν να γιορτάσουν όπως άλλοτε.
Ξαναμαγείρεψαν
κρέας.
Εκείνη
τη χρονιά το δάσος έξω από την εκκλησία είχε γεμίσει κόσμο. Παντού υπήρχαν
άνθρωποι. Προσκυνητές, οικογένειες, παιδιά, πραματευτάδες, μουσικοί. Άλλοι
είχαν έρθει για τον Άγιο, άλλοι για το μεγάλο αντάμωμα κι άλλοι για το γλέντι
που θα ακολουθούσε.
Ήταν
μια ημέρα χαράς.
Μα
η φύση είχε άλλα σχέδια.
Το
μεσημέρι, ξαφνικά, ο ουρανός σκοτείνιασε.
Τα
σύννεφα κατέβηκαν βαριά από το βουνό.
Και
τότε άνοιξαν οι ουρανοί.
Έπεσε
μια βροχή που κανείς δεν είχε ξαναδεί.
Δεν
ήταν βροχή.
Ήταν
κατακλυσμός.
Τα
νερά κατέβαιναν ορμητικά από το βουνό, παρασέρνοντας χώμα, πέτρες και κλαδιά.
Τα ρέματα φούσκωσαν μέσα σε λίγη ώρα και ο χώρος γύρω από την εκκλησία
μετατράπηκε σε μια απέραντη λίμνη από λάσπη και νερό.
Το
νερό μπήκε στην εκκλησία.
Πλημμύρισαν
τα κελιά.
Οι
άνθρωποι πανικοβλήθηκαν.
Άλλοι
έτρεξαν προς το δάσος.
Άλλοι
ανέβηκαν στα δέντρα για να σωθούν.
Μέσα
στον πανικό δημιουργήθηκε φοβερός συνωστισμός. Οι άνθρωποι έσπρωχναν ο ένας τον
άλλον, προσπαθώντας να σωθούν. Κάποιοι έπεσαν κάτω και ποδοπατήθηκαν.
Και
μέσα σε εκείνη τη συμφορά χάθηκε και μια παιδική ζωή.
Το
γλέντι είχε μετατραπεί σε θρήνο.
Τα
κάρα και τα αμάξια έμειναν ακινητοποιημένα μέσα στον βούρκο για τρεις ολόκληρες
ημέρες.
Οι
παλιοί δεν χρειάστηκαν πολλές εξηγήσεις.
Σύνδεσαν
αμέσως τα γεγονότα.
Θυμήθηκαν
τα χέρια μέσα στο καζάνι.
Θυμήθηκαν
την παλιά απαγόρευση.
Και
είπαν πως ο Άη-Γιάννης θύμωσε.
Δεν
ήταν, έλεγαν, μόνο το κρέας που είχε μαγειρευτεί.
Ήταν
η ασέβεια που είχε αρχίσει να φωλιάζει στον ιερό χώρο. Το πανηγύρι είχε γίνει
πολλές φορές αφορμή για ακολασίες, υπερβολές και συμπεριφορές που δεν ταίριαζαν
με τον ιερό χαρακτήρα της ημέρας.
Και
τότε ο Άγιος, σύμφωνα με την πίστη των παλιών, έστειλε τη βροχή σαν
προειδοποίηση.
Το
νερό έγινε η φωνή του.
Το
βουνό έγινε ο αγγελιαφόρος του.
Και
ο κατακλυσμός έγινε η τιμωρία για εκείνους που λησμόνησαν πως πρώτα ήταν η
γιορτή του Αγίου και ύστερα το γλέντι.
Από
τότε η παλιά παράδοση έμεινε βαθιά χαραγμένη στη μνήμη των κατοίκων.
Το
πανηγύρι συνέχισε να γίνεται για πολλά χρόνια έξω από την εκκλησία, μέσα στο
δάσος, όπως το ήθελε η παλιά συνήθεια. Μα μέχρι τα τέλη του περασμένου αιώνα,
οι καιροί άλλαξαν.
Το
γλέντι μεταφέρθηκε μέσα στο χωριό.
Η
εκκλησία έμεινε στον δικό της χώρο, ήσυχη ανάμεσα στο πράσινο, κρατώντας τις
προσευχές, τα τάματα και τις μνήμες των ανθρώπων.
Και
κάθε 29 Αυγούστου, όταν οι καμπάνες του Άη-Γιάννη χτυπούν, ο θρύλος
ξαναζωντανεύει στη μνήμη των παλιών.
Άλλοι
τον πιστεύουν.
Άλλοι
τον ακούν σαν μια ιστορία από τα χρόνια τα παλιά.
Μα
οι θρύλοι δεν γεννιούνται μόνο για να εξηγούν τα ανεξήγητα.
Γεννιούνται
για να θυμίζουν.
Κι
αυτός ο θρύλος του Προδρόμου θυμίζει κάτι απλό και διαχρονικό:
πως
η γιορτή χρειάζεται μέτρο, η χαρά χρειάζεται σεβασμό και ο ιερός τόπος δεν
παύει ποτέ να είναι ιερός, ακόμη κι όταν γύρω του τραγουδούν τα βιολιά και
χορεύουν οι άνθρωποι.
Κι
όταν, κάθε χρόνο, η 29η Αυγούστου φτάνει ξανά, οι παλιοί λένε πως ο Άη-Γιάννης
δεν ζητά πολλά.
Μόνο
μια προσευχή.
Ένα
κερί.
Και
μια καρδιά που να θυμάται.
Γιατί
μπορεί οι άνθρωποι να αλλάζουν, τα πανηγύρια να μετακινούνται και οι εποχές να
περνούν, όμως οι παλιές ιστορίες μένουν σαν ψίθυρος κάτω από τα δέντρα του
Προδρόμου.
Και
μαζί τους μένει η μνήμη του νερού, που κάποτε κατέβηκε από το βουνό σαν οργή
και έγινε για πάντα μέρος του θρύλου του Άη-Γιάννη.
