Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Η Σκαμνιά του Βαλτινού

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Στην αυλή του σπιτιού του μπάρμπα-Θωμά, στο Βαλτινό, στεκόταν η Σκαμνιά. Όχι ένα απλό δέντρο, μα μια ζωντανή μνήμη του τόπου. Η μουριά εκείνη, με κορμό που ήθελε δυο ανθρώπους να τον αγκαλιάσουν και κλαδιά που άπλωναν ίσκιο πλατύ και βαθύ, μετρούσε σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια ζωής. Όσα και οι αναστεναγμοί του χωριού.

Λέγαν πως φύτρωσε τότε που ακόμη Τούρκοι περνούσαν απ’ τα μέρη, όταν οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονταν τις τράπεζες - γιατί δεν υπήρχαν - και τα βιός τους τα θάβαν στη γη, σε καταγώγια και σε σημαδιακά μέρη. Κι η Σκαμνιά ήταν ένα τέτοιο σημείο, θεριακωμένη και σημαδιακιά. Έτσι την έλεγε ο μπάρμπα-Θωμάς, που θυμόταν ιστορίες από τον παππού του.

«Κάτι κρατάει αυτή η μουριά», έλεγε, χαμηλώνοντας τη φωνή. «Κάτω απ’ τις ρίζες της, λένε, πως είναι θαμμένος θησαυρός. Άλλοι λένε πως είναι της Βεζυροπούλας, της Χανούμ Σούφμεη, που χάθηκε εδώ γύρω στα χρόνια τα παλιά. Μη ρωτάς πολλά. Τα δέντρα ακούνε».

Και πράγματι, αν η Σκαμνιά μιλούσε, θα ’χε πολλά να πει.

Θα μιλούσε για τις νύχτες που οι γυναίκες κάθονταν στον ίσκιο της και ξεσπόριαζαν τις ρόκες, όταν το καλαμπόκι έτρεφε σπίτια και όνειρα. Για τα παιδιά που σκαρφάλωναν στα κλαδιά της, μαυρίζοντας τα χέρια τους απ’ τους καρπούς της και γελώντας δίχως έγνοια. Για τους γάμους που στήθηκαν κάτω απ’ τα φύλλα της, με τραγούδια, νταούλια και ξεφωνητά ως τα χαράματα.

Θα μιλούσε και για τις πασχαλιές. Τότε που στρώνονταν τραπέζια στην αυλή, που το κόκκινο τ’ αυγό έσπαγε στην πέτρα κι οι άνθρωποι αντάλλασσαν ευχές για ζωή. Κι ύστερα, για τα κλάματα. Για τα μοιρολόγια που ακούστηκαν χαμηλόφωνα, όταν η χαρά έδινε τη θέση της στην απώλεια. Η Σκαμνιά τα κράτησε όλα. Δεν διάλεξε.

Ο μπάρμπα-Θωμάς, κάθε πρωί, πριν ακόμη βγει ο ήλιος καλά-καλά την καλημέριζε. Έτσι συνήθιζε. Ένα νεύμα του κεφαλιού, ένα «καλημέρα, γριά μου» και συνέχιζε τη μέρα του. Πίστευε πως τα δέντρα θέλουν τον λόγο, όπως και οι άνθρωποι.

Μια χρονιά δύσκολη, με ξηρασία και φτώχεια, κάποιοι ξένοι ήρθαν στο χωριό. Ρώτησαν για παλιά δέντρα, για μνήμες, για θησαυρούς. Κάποιοι τους έδειξαν τη Σκαμνιά. Εκείνοι κοίταξαν τον κορμό, μέτρησαν, ψιθύρισαν. Μα ο Μπαρμπα-Θωμάς στάθηκε μπροστά τους.

«Εδώ δεν σκάβετε», είπε. «Ό,τι έχει αυτή η γη, είναι για να το θυμόμαστε, όχι για να το ξεθάβουμε».

Έφυγαν. Και η Σκαμνιά έμεινε όπως ήταν. Με τις ρίζες της βαθιά χωμένες στο χώμα και τις μνήμες της πιο βαθιά ακόμη.

Γιατί, όποιος στάθηκε στ’ αλήθεια στον ίσκιο της, κατάλαβε πως ο θησαυρός της δεν ήταν χρυσάφι. Ήταν ο χρόνος. Ήταν οι ζωές που πέρασαν και χάθηκαν, οι φωνές που σίγησαν, τα γέλια που ακόμη αντιλαλούν στα φύλλα της όταν φυσάει το απομεσήμερο αγέρι.

Κι έτσι η Σκαμνιά συνεχίζει. Να καλημερίζει τους διαβάτες στο στρατί, να απλώνει τον παχύ, δροσερό ίσκιο της τα καλοκαίρια και να στέκει αγέρωχη στον αιώνιο κύκλο ζωής και θανάτου. Άνθρωποι και φύση, δεμένοι για πάντα. Όπως οι ρίζες της με το χώμα του Βαλτινού.




Άνετη νίκη του ΑΟ Βαλτινού επί του Α.Ο. Ροπωτού (2-5)

 

Με πειστική εμφάνιση και πλουραλισμό στο σκοράρισμα, ο Α.Ο. Βαλτινού επικράτησε εκτός έδρας του Α.Ο. Ροπωτού με 2-5, επιβεβαιώνοντας την αγωνιστική του ανωτερότητα και φεύγοντας με το «διπλό» από το γήπεδο του Αγίου Βησσαριώνα.

Η ομάδα του ΑΟΒ «καθάρισε» ουσιαστικά τον αγώνα από το πρώτο κιόλας εικοσάλεπτο. Ο Αποστόλης Νικλητσιώτης ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής στο ξεκίνημα, πετυχαίνοντας δύο γρήγορα γκολ, ενώ ο Δημήτρης Κοθράς πρόσθεσε ακόμη ένα, διαμορφώνοντας το 0-3, σκορ με το οποίο οι δύο ομάδες οδηγήθηκαν στα αποδυτήρια.

Στο δεύτερο ημίχρονο, ο ΑΟ Βαλτινού συνέχισε στον ίδιο ρυθμό, διατηρώντας την κυριαρχία του στον αγωνιστικό χώρο. Ο Δημήτρης Κοθράς βρήκε ξανά δίχτυα, πετυχαίνοντας το δεύτερο προσωπικό του γκολ και ανεβάζοντας τον δείκτη του σκορ στο 0-4. Το κερασάκι στην τούρτα ήρθε από τον Ηλία Τσαρούχα, ο οποίος με ένα εντυπωσιακό απευθείας φάουλ από περίπου 50 μέτρα σημείωσε το 0-5, πετυχαίνοντας μάλιστα το πρώτο του τέρμα με τη φανέλα του ΑΟΒ.

Το μόνο που κατάφερε ο Α.Ο. Ροπωτού ήταν να μειώσει στο τέλος της αναμέτρησης, πετυχαίνοντας δύο γκολ, τα οποία απλώς διαμόρφωσαν το τελικό 2-5.

Για τον ΑΟ Βαλτινού αγωνίστηκαν οι: Ντανίκας, Καραλής, Γιώτας (Μουρίτσας), Κοθράς Κ. (Κουμπής), Σπυρόπουλος, Καμέας (Σταμούλης Ν.), Πατσιάς (Μάμαλης), Νικλητσιώτης, Γιαννόπουλος, Κοθράς Δ. (Μαντέλλος), Τσαρούχας.

Μια νίκη που δίνει ώθηση και αυτοπεποίθηση στον ΑΟΒ για τη συνέχεια του πρωταθλήματος, αφήνοντας πολύ θετικές εντυπώσεις με την εικόνα και την αποτελεσματικότητά του.


ΕΛ.ΑΣ.: Προήχθη σε Υποστράτηγο και αποστρατεύεται ο Θεσσαλάρχης Στυλιανός Μπιλιάλης – Ένας Τρικαλινός που τίμησε τη στολή και το Σώμα

 

Με τον βαθμό του Υποστρατήγου αποχωρεί από τις τάξεις της Ελληνικής Αστυνομίας ο Γενικός Περιφερειακός Αστυνομικός Διευθυντής Θεσσαλίας, Στυλιανός Μπιλιάλης, έπειτα από τις σημερινές τακτικές κρίσεις των ανώτατων και ανώτερων αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ., οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με απόφαση της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη.

Ο μέχρι πρότινος Ταξίαρχος, συγχωριανός και Τρικαλινός στην καταγωγή, αποστρατεύεται έχοντας υπηρετήσει το Σώμα με συνέπεια, εντιμότητα και υψηλό αίσθημα ευθύνης, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που αναγνωρίζεται τόσο από τους συναδέλφους του όσο και από την κοινωνία της Θεσσαλίας.

Κατά τη διάρκεια της πολυετούς και αξιόλογης διαδρομής του στην Ελληνική Αστυνομία, ο Στυλιανός Μπιλιάλης διακρίθηκε για το ήθος, τη διοικητική του επάρκεια και τη σταθερή προσήλωσή του στην τήρηση της νομιμότητας και την προστασία του πολίτη. Ως Γενικός Περιφερειακός Αστυνομικός Διευθυντής Θεσσαλίας, κλήθηκε να διαχειριστεί κρίσιμα ζητήματα δημόσιας ασφάλειας σε μια απαιτητική γεωγραφική και κοινωνική περιφέρεια, ανταποκρινόμενος με επαγγελματισμό και αποτελεσματικότητα.

Η προαγωγή του στον βαθμό του Υποστρατήγου, λίγο πριν την αποστρατεία του, αποτελεί έμπρακτη αναγνώριση της προσφοράς και της συνολικής του παρουσίας στο Σώμα. Για την τοπική κοινωνία των Τρικάλων και της Θεσσαλίας ευρύτερα, η αποχώρησή του σηματοδοτεί το τέλος μιας διαδρομής που χαρακτηρίστηκε από σεμνότητα, εργατικότητα και ουσιαστική προσφορά.

Ο Στυλιανός Μπιλιάλης αποχωρεί από την ενεργό υπηρεσία έχοντας τιμήσει τη στολή της Ελληνικής Αστυνομίας και αφήνοντας παρακαταθήκη επαγγελματισμού και αξιοπρέπειας, στοιχεία που αποτελούν παράδειγμα για τις νεότερες γενιές αστυνομικών.


Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Περπατώντας τον Σεβασμό

 

Στην παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία από το Μέτσοβο, ο σεβασμός δεν δηλώνεται, ασκείται. Δεν έχει φωνή, δεν έχει χειρονομίες μεγάλες, έχει ένα ελαφρύ πλάγιασμα του σώματος, μια σιωπηλή παραχώρηση χώρου. Η ηλικιωμένη γυναίκα παραστρατεί από το λιθόστρωτο, αφήνοντας τον δρόμο ανοιχτό για να περάσει ο νεότερος σε ηλικία ιερέας. Κι εκεί, σε αυτή τη φαινομενικά ασήμαντη κίνηση, συμπυκνώνεται μια ολόκληρη κοσμοαντίληψη.

Η σύγκρουση είναι αθόρυβη αλλά υπαρκτή. Η γυναίκα κουβαλά την ηλικία, την εμπειρία, τον χρόνο, θα περίμενε κανείς ο δρόμος να της ανήκει. Όμως, στο δικό της αξιακό σύστημα, ο σεβασμός δεν απονέμεται με βάση τα χρόνια, αλλά με βάση τον ρόλο. Ο ιερέας, νεότερος, δεν είναι απλώς άνθρωπος, είναι θεσμός, είναι φορέας του ιερού, είναι προσωρινός εκπρόσωπος μιας τάξης που υπερβαίνει το άτομο. Κι έτσι, εκείνη υποχωρεί, όχι από αδυναμία, αλλά από επίγνωση.

Το λιθόστρωτο γίνεται τότε σκηνή ηθικής. Ο δρόμος είναι στενός, όπως στενές είναι και οι επιλογές σε έναν τόπο αγριεμένο, όπου η φύση δεν αφήνει περιθώρια για ατομικές διεκδικήσεις. Η παραχώρηση χώρου δεν είναι πράξη υποταγής, είναι πράξη κοινωνικής συνοχής. Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν ακυρώνει τον εαυτό της, τον επιβεβαιώνει μέσα από τον άγραφο νόμο του χωριού.

Κι όμως, για το σημερινό βλέμμα, αυτή η κίνηση γεννά ερωτήματα. Είναι σεβασμός ή αυτοπαραίτηση; Είναι τιμή ή βάρος μιας παράδοσης που ζητά από τους παλαιότερους -και συχνά από τις γυναίκες- να κάνουν πάντα στην άκρη; Η φωτογραφία δεν απαντά. Απλώς καταγράφει τη στιγμή όπου δύο γενιές συναντιούνται χωρίς να κοιταχτούν, μέσα σε έναν κόσμο που προχωρά όχι με δικαιώματα, αλλά με καθήκοντα.

Το άγριο τοπίο του Μετσόβου, οι πέτρες, οι ξερολιθιές, τα γυμνά δέντρα, στέκουν μάρτυρες μιας ηθικής σμιλεμένης από την ανάγκη. Εδώ ο σεβασμός δεν είναι διαπραγματεύσιμος, είναι τρόπος να συνεχίζει ο δρόμος να υπάρχει. Και η ηλικιωμένη γυναίκα, παραστρατώντας για λίγο, μοιάζει να λέει χωρίς λόγια πως ο κόσμος κρατιέται όρθιος όχι από εκείνους που προχωρούν στο κέντρο του δρόμου, αλλά από εκείνους που ξέρουν πότε και γιατί να κάνουν στην άκρη.


Κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βαλτινού

 

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού προσκαλεί τα μέλη και τους φίλους του στην καθιερωμένη κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας, μια εκδήλωση που σηματοδοτεί την έναρξη της νέας χρονιάς με κέφι, αισιοδοξία και συλλογικό πνεύμα.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026, στις 20:30, στο φιλόξενο «Στέκι της Γεύσης», στο Βαλτινό.
Τη βραδιά θα πλαισιώσει DJ, που θα φροντίσει να δημιουργήσει μια ζεστή και γιορτινή ατμόσφαιρα, γεμάτη μουσική, χορό και καλή διάθεση για όλους.

Η είσοδος είναι 2 ευρώ, ώστε να δοθεί η δυνατότητα σε όλους να συμμετάσχουν και να στηρίξουν τις δράσεις του Συλλόγου.

Για κρατήσεις και περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να επικοινωνείτε στο τηλέφωνο 24310 94526.

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού σας περιμένει όλους για να ανταλλάξουμε ευχές, να κόψουμε την πίτα και να περάσουμε μαζί ένα όμορφο, χαρούμενο βράδυ, όπως μόνο το Βαλτινό ξέρει.


Η παλιά ρόκα στον αυλόγυρο

 

Στη φωτογραφία, η γιαγιά Αικατερίνη Τσιγάρα κάθεται στον αυλόγυρο, με την πλάτη της σχεδόν ακουμπισμένη στο δέντρο, σαν να παίρνει δύναμη από τον κορμό του. Στο ένα χέρι κρατά τη ρόκα, στο άλλο το αδράχτι, ανάμεσά τους τεντώνεται ένα νήμα λεπτό, σχεδόν αόρατο, κι όμως τόσο ουσιαστικό. Είναι το νήμα που ενώνει το μαλλί με το ύφασμα, την ανάγκη με τη δημιουργία, τη φύση με τον άνθρωπο.

Η ρόκα, ένα απλό ξύλινο εργαλείο, ένα μακρύ ραβδί με τους κλώνους στην κορυφή, δεν είναι εδώ απλώς αντικείμενο. Είναι προέκταση του σώματος και της μνήμης. Πάνω της στηρίζονται οι τουλούπες, το πλυμένο και λαναρισμένο μαλλί από τα πρόβατα του σπιτιού, έτοιμο να μεταμορφωθεί. Το γνέσιμο δεν είναι βιασύνη, είναι ρυθμός. Τα δάχτυλα γνωρίζουν τη δουλειά τους καλύτερα απ’ ό,τι τα λόγια. Με μικρές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, το άμορφο γίνεται νήμα, και το νήμα υπόσχεση ρούχου, κουβέρτας, ζεστασιάς.

Η γιαγιά Αικατερίνη δεν εργάζεται μόνη, ακόμη κι αν στη φωτογραφία φαίνεται μόνη. Μαζί της είναι όλες εκείνες οι γυναίκες που έγνεθαν στους αυλόγυρους, τα απογεύματα και τα βράδια, όταν έπεφτε ο ήλιος και άνοιγαν οι κουβέντες. Το γνέσιμο ήταν καθημερινή εργασία, μα και κοινωνική πράξη. Γύρω από τη ρόκα κυλούσαν νέα, παράπονα, γέλια, μικρές εξομολογήσεις. Το νήμα που έφτιαχναν δεν ένωνε μόνο ίνες μαλλιού, ένωνε ζωές.

Υπάρχει κάτι βαθιά στοχαστικό σε αυτή τη διαδικασία. Το μαλλί περνά από το κούρεμα, το πλύσιμο, το λανάρισμα, ώσπου να φτάσει στη ρόκα. Τίποτα δεν γίνεται αμέσως. Όπως και στη ζωή, κάθε στάδιο απαιτεί υπομονή και φροντίδα. Το γνέσιμο διδάσκει ότι η αντοχή χτίζεται σιγά, πως ό,τι έχει αξία δεν προκύπτει με βία αλλά με επιδεξιότητα και χρόνο.

Σήμερα, κοιτάζοντας τη φωτογραφία, νιώθουμε πως το νήμα έχει απλωθεί μέχρι εμάς. Η ρόκα μπορεί να σιώπησε, οι αυλόγυροι να άδειασαν από τις βραδινές συντροφιές, όμως η μνήμη συνεχίζει να γνέθει. Και κάθε φορά που τη θυμόμαστε, είναι σαν να στρίβει ξανά το αδράχτι, κρατώντας δεμένο το παρελθόν με το παρόν, όπως ακριβώς εκείνο το λεπτό νήμα ανάμεσα στα χέρια της γιαγιάς Αικατερίνης.


Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Μαθητές της Α΄ Λυκείου του ΓΕΛ Βαλτινού σε βιωματικό μάθημα πολιτισμού, στις καλύβες των Σαρακατσαναίων

 

Ένα ξεχωριστό, βιωματικό μάθημα ιστορίας και πολιτισμού είχαν την ευκαιρία να ζήσουν οι μαθητές της Α΄ Λυκείου του ΓΕΛ Βαλτινού, μέσα από την εκπαιδευτική τους επίσκεψη στις «καλύβες» των Σαρακατσαναίων, στη θέση Σεισμόπληκτα Τρικάλων. Πρόκειται για τις παραδοσιακές κατασκευές που ο Πολιτιστικός Σύλλογος Σαρακατσαναίων διατήρησε και αναπαρέστησε με αυθεντικότητα, προσφέροντας έναν ζωντανό χώρο μνήμης και γνώσης.

Η ξενάγηση πραγματοποιήθηκε από την Υπεύθυνη Πολιτιστικών Προγραμμάτων της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Τρικάλων, κα Μαρία Ρούσσα, και τον κ. Νικόλαο Κωσταρέλο, πρώην Διευθυντή Δημοτικών Σχολείων. Και οι δύο, όντες Σαρακατσαναίοι, μετέφεραν στους μαθητές όχι μόνο πληροφορίες, αλλά και το προσωπικό τους βίωμα, προσδίδοντας στην επίσκεψη ιδιαίτερο βάθος και αυθεντικότητα.

Η παρουσίασή τους ήταν εμπεριστατωμένη και πολυδιάστατη. Ανέδειξε το αξιακό σύστημα των Σαρακατσαναίων, την προσήλωσή τους στην οικογενειακή προκοπή και τη δημιουργία, τη λειτουργία του Συμβουλίου συνυποστήριξης της κοινότητας, καθώς και τον επίμοχθο αγώνα τους μέσα στη βουκολική, μετακινούμενη ζωή. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη συμβολή των Σαρακατσαναίων στους αγώνες της πατρίδας, αλλά και στη βαθιά θρησκευτική τους πίστη. Οι Άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος παρουσιάστηκαν ως χρονικά και συμβολικά ορόσημα της ζωής τους, καθορίζοντας τη μετακίνηση των κοπαδιών προς τα χειμαδιά και την επιστροφή τους στα θερινά βοσκοτόπια.

Με το ίδιο μεράκι, οι δύο ξεναγοί οδήγησαν τους μαθητές και στο Μουσείο των Σαρακατσαναίων. Εκεί εκτίθενται περίτεχνες υφαντές φορεσιές, κεντημένες στον αργαλειό, φλάμπουρα με τα χαρακτηριστικά «μήλα της ευγονίας», καθώς και σκεύη οικοτεχνίας, τα οποία συνόδευαν τη νομαδική τους ζωή στις αδιάκοπες αναζητήσεις βοσκοτόπων.

Ξεχωριστή μνεία έγινε και στις ίδιες τις «καλύβες»: πρόχειρες μόνο στην όψη, αλλά αριστοτεχνικά κατασκευασμένες με υλικά της φύσης, όπως καλάμια και σάλωμα βρίζας. Με μαθηματικούς υπολογισμούς και πρακτική σοφία, οι Σαρακατσαναίοι διαμόρφωναν έναν ενιαίο χώρο, όπου συγκατοικούσαν επτά και περισσότερα άτομα, αποδεικνύοντας τη λειτουργικότητα και την αντοχή της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής τους.

Την εκπαιδευτική επίσκεψη συνόδευσαν ο Διευθυντής του ΓΕΛ Βαλτινού κ. Αριστείδης Μυλωνάς και οι εκπαιδευτικοί κα Κατερίνα Φασουλή, κα Κωνσταντίνα Πετρακοπούλου και κ. Αθανάσιος Φλόκας, στηρίζοντας έμπρακτα τη σύνδεση της σχολικής γνώσης με την τοπική πολιτιστική κληρονομιά.

Το ΓΕΛ Βαλτινού εκφράζει τις θερμές του ευχαριστίες προς την κα Μαρία Ρούσσα και τον κ. Νίκο Κωσταρέλο για την πολύτιμη συμβολή τους στη διάδοση των πολιτιστικών μας αξιών, οι οποίες αποτελούν ουσιαστική προστιθέμενη αξία στην αγωγή και τη διαμόρφωση των μαθητών.

Θέατρο σκιών στο Βαλτινό: ο Καραγκιόζης γέμισε χαμόγελα τα σχολεία

 

Μια ξεχωριστή και ιδιαίτερα χαρούμενη εμπειρία έζησαν οι μαθητές του Νηπιαγωγείου και του Δημοτικού Σχολείου Βαλτινού, μέσα από μια υπέροχη παράσταση θεάτρου σκιών με πρωταγωνιστή τον αγαπημένο Καραγκιόζη. Η εκδήλωση χάρισε άφθονο γέλιο, χαρά και ενθουσιασμό στα παιδιά, δημιουργώντας μια ζεστή και γιορτινή ατμόσφαιρα στους σχολικούς χώρους.

Ο εμψυχωτής Κοσμάς Παναγιώκας, με το ταλέντο και την αμεσότητά του, κατάφερε όχι μόνο να διασκεδάσει τους μικρούς θεατές, αλλά και να τους μεταδώσει ουσιαστικά κοινωνικά μηνύματα και αξίες, προσαρμοσμένα στην ηλικία και την ευαισθησία τους. Μέσα από τον λόγο, το χιούμορ και τους γνώριμους χαρακτήρες του θεάτρου σκιών, τα παιδιά ήρθαν σε επαφή με έννοιες όπως η φιλία, η συνεργασία, ο σεβασμός και η καλοσύνη.

Η όμορφη αυτή δράση πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία και μέριμνα του Δήμου Τρικκαίων, επιβεβαιώνοντας τη σημασία που αποδίδεται στον πολιτισμό και στην παιδαγωγική ψυχαγωγία των παιδιών.

Ο Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας Βαλτινού, κ. Βάιος Τσιγάρας, εξέφρασε τις θερμές του ευχαριστίες προς τον Δημοτικό Σύμβουλο κ. Βασίλη Τσιούτσια, τον εμψυχωτή κ. Κοσμά Παναγιώκα, καθώς και προς τον Διευθυντή του Δημοτικού Σχολείου, τη Διευθύντρια του Νηπιαγωγείου και όλους τους εκπαιδευτικούς που συνέβαλαν στην υλοποίηση της εκδήλωσης. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον καθημερινό αγώνα των εκπαιδευτικών, οι οποίοι προσφέρουν στα παιδιά όχι μόνο γνώση, αλλά και φροντίδα, ασφάλεια και μια ζεστή αγκαλιά.

Η παράσταση θεάτρου σκιών άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις, αποδεικνύοντας πως ο πολιτισμός, όταν συναντά την παιδική ψυχή, μπορεί να γίνει πηγή χαράς, μάθησης και αισιοδοξίας.


Μεταξύ κάμπου και αψηλού

 

Το σημερινό μας θέμα είναι δύο φωτογραφίες, μία του Βασίλη Σταμούλη και μια του Θανάση Ζαμπακά, όπου ο χιονισμένος Κόζιακας, μέσα στην αίγλη του, στέκει στο βάθος σαν παλιός δάσκαλος και διδάσκει με τη σιωπή του. Το χιόνι απλώνεται στις πλάτες του σαν μνήμη καθαρή, άφθαρτη, κι ο κάμπος μπροστά του ανασαίνει χαμηλόφωνα, σαν να μη θέλει να τον ξυπνήσει. Ανάμεσά τους, σπίτια, καλώδια, ίχνη ανθρώπων, μικρά, ταπεινά, κι όμως πεισματάρικα παρόντα.

«Πόσο ευλογημένοι πρέπει να νιώθουμε στον τόπο μας», λέει το σχόλιο του Θανάση, και η φράση αιωρείται όπως η πρωινή πάχνη. Η ευλογία εδώ δεν είναι θόρυβος, είναι μέτρο. Είναι το να ξέρεις πως υπάρχει κάτι που σε ξεπερνά και σε χωράει μαζί. Ο αητός που λαχταρά να γίνει ο άνθρωπος δεν είναι φυγή, είναι επιστροφή στην καθαρότητα της θέας, εκεί όπου τα πράγματα παίρνουν το σωστό τους βάρος.

Ο Κόζιακας θυμίζει ότι η ανύψωση δεν είναι πάντα κίνηση προς τα πάνω. Είναι στάση ψυχής. Να στέκεσαι και να βλέπεις. Να αφήνεις το βλέμμα να περνά από τον κάμπο στο βουνό και πίσω, σαν ανάσα που ενώνει το χαμηλό με το αψηλό. Κι έτσι, χωρίς να γίνεις αητός, μαθαίνεις να πετάς: με ευγνωμοσύνη, με σιωπή, με ένα «καλημέρα» που χωρά ολόκληρη τη φύση.


Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

«Η Άσφαλτος και το Ρεύμα» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Ήταν αρχές καλοκαιριού του 1968 όταν ακούσαμε τον θόρυβο από μακριά, να ανεβαίνει τον δρόμο με βουή που δεν είχαμε ξανακούσει στο Βαλτινό. Ήρθαν μεγάλα φορτηγά γεμάτα άμμο και την άδειαζαν σε μικρούς σωρούς, κατά μήκος του κεντρικού δρόμου. Σηκωνόταν σκόνη, άσπρη, λεπτή σαν αλεύρι, και τα παιδιά τρέχαμε να χωθούμε μέσα, να πατάμε με τα γυμνά μας πόδια την άμμο που καιγόταν από τον ήλιο.

— Θα φτιάξουν τον δρόμο, είπε ο πατέρας με τα μάτια του να γελούν.

Ήταν να γίνει δρόμος σύγχρονος, μεγάλος, με άσφαλτο, όπως λέγανε. Ήρθαν τα γκρέιτερ με τις μεγάλες σιδερένιες λεπίδες που έσπρωχναν χώματα, οι πατόζες, τα φορτηγά. Μέρα με τη μέρα, η δημοσιά άλλαζε μορφή μπροστά μας, φάρδυνε, ίσιωνε, καθάριζε.

Κι όταν έστρωσαν καλά την άμμο, ήρθε εκείνο το άλλο φορτηγό, που έριχνε ένα καυτό, μαύρο υγρό που έβραζε κάτω από τον ήλιο. Μύριζε πίσσα, πικρή, αλλά εμάς μας φαινόταν ωραία μυρωδιά γιατί ήταν μυρωδιά καινούργιου. Κανείς δεν περπατούσε πάνω στην πίσσα, μα στεκόμασταν στην άκρη και κοιτούσαμε το μαύρο ποτάμι να απλώνεται.

Όταν τελείωσε, ο δρόμος έμοιαζε καθρέφτης. Φαρδύς, λείος, χωρίς κουρνιαχτό το καλοκαίρι και χωρίς λάσπη τον χειμώνα. Πόσο όμορφο έδειχνε το χωριό μας τώρα! Τα σπίτια έμοιαζαν πιο περιποιημένα, κι οι αυλές καθάριζαν πιο εύκολα, δίχως τις λάσπες που έφερναν τα πόδια μας.

Δεν πέρασε καιρός και ήρθε το αστικό λεωφορείο στο χωριό. Επεκτάθηκε η γραμμή, είπε ο πρόεδρος με περηφάνια, και τώρα δεν θα κατεβαίναμε με τα κάρα και τα ποδήλατα στα Τρίκαλα. Θα πηγαίναμε με το αστικό, κάθε πρωί στις οκτώ και το μεσημέρι στις τρεις.

Κάθε Δευτέρα, το λεωφορείο γέμιζε ασφυκτικά. Μανάδες με παιδιά, άντρες με σακιά στα χέρια, γέροι με μπαστούνια, όλοι με τη λαχτάρα να πάνε στην πόλη για το παζάρι. Η μάνα μου έπαιρνε μαζί τις κότες της μέσα σε ένα μεγάλο καλάθι που κουνιόντουσαν, κακαρίζοντας όλη την ώρα. Πλάι τους, ένα σακί με δύο γουρουνάκια που έσκουζαν σαν να τα έσφαζαν. Οι γυναίκες γελούσαν και κουνούσαν τα κεφάλια τους, μα ήταν όλα τόσο φυσικά τότε.

Η μάνα πουλούσε αυγά και τις δύο κότες στο παζάρι και γύριζε με ψώνια: σαπούνια, μακαρόνια, λίγο καφέ, μερικές φορές και μορταδέλα. Τι νόστιμη που μας φαινόταν εκείνη η μορταδέλα! Την τρώγαμε με τον αδερφό μου καθισμένοι στο πεζούλι, μοιράζοντας το κομμάτι με προσοχή για να μην τελειώσει γρήγορα.

Ήταν η εποχή που όλα άλλαζαν γρήγορα. Την βλέπαμε την αλλαγή, την ζούσαμε, και ας μη το καταλαβαίναμε τότε πως ήταν ιστορία.

Μια μέρα, ήρθε ο παππούς Χρήστος φουριόζος.

— Τα μάθατε τα νέα; φώναξε.

— Τι έγινε; ρώτησε ο πατέρας.

— Έρχεται η ΔΕΗ, μας φέρνουν το ρεύμα!

Χαρήκαμε όλοι, γιατί το ρεύμα είχε σταματήσει το προηγούμενο καλοκαίρι στο διπλανό χωριό και μετά ήρθε ο χειμώνας και έμεινε εκεί. Τώρα ήρθε και η σειρά μας.

Ήρθαν φορτηγά με κολώνες και σύρματα. Οι εργάτες έσκαβαν αυλάκια, έστηναν στύλους, περνούσαν καλώδια. Στα σπίτια, οι ηλεκτρολόγοι τοποθετούσαν διακόπτες, λάμπες και πρίζες. Μια μέρα, άναψε το φως και φώτισε κάθε δωμάτιο. Το χωριό έλαμπε τα βράδια, εκεί που πριν δεν έβλεπες τίποτα, μόνο τα αστέρια.

Ύστερα ήρθαν τα ψυγεία, τα πλυντήρια, οι τηλεοράσεις. Κι η ζωή, που έμοιαζε ίδια κάθε μέρα, τώρα γινόταν πιο εύκολη, πιο φωτεινή, πιο όμορφη. Και κάθε βράδυ, όταν έβλεπα το φως να βγαίνει απ’ τα παράθυρα των σπιτιών, καταλάβαινα πως το Βαλτινό είχε πια αλλάξει για πάντα.


Ένα διοικητικό τεκμήριο που φωτίζει την ιστορική ταυτότητα του Βαλτινού (1960)

 

Η επίσημη διοικητική αλληλογραφία που ακολουθεί αποτελεί ένα εξαιρετικά πολύτιμο τεκμήριο για την ιστορία του Βαλτινού και τη λειτουργία των κοινοτικών θεσμών κατά τα μέσα του 20ού αιώνα. Πρόκειται για το έγγραφο διορισμού του Αντωνίου Κων. Τσιγάρα στη θέση του τακτικού αγροφύλακα της περιοχής, εκδοθέν από το Αγρονομείο Τρικάλων στις 4 Μαΐου 1960. Μέσα από την τυπολογία, τη γλώσσα και τις λεπτομερείς διαδικαστικές οδηγίες που περιλαμβάνει, αναδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο οργανωνόταν η αγροτική ασφάλεια, η κοινοτική εποπτεία και η προστασία των καλλιεργειών σε μια εποχή όπου ο ρόλος του αγροφύλακα υπήρξε καθοριστικός για την εύρυθμη καθημερινότητα των αγροτικών οικισμών.

Πέρα από την προφανή ιστορική του αξία, το έγγραφο φωτίζει πτυχές της κοινωνικής ζωής, της διοικητικής δομής και των θεσμικών σχέσεων ανάμεσα στο Κράτος, τη Νομαρχία και την κοινότητα του Βαλτινού. Αποτελεί έτσι ένα ζωντανό ίχνος μνήμης που συνδέει τις νεότερες γενιές με έναν κόσμο όπου το κοινοτικό αίσθημα, η ευθύνη και η προσωπική τιμή κατείχαν κεντρική θέση στην τοπική ζωή. Ως τεκμήριο, διασώζει όχι μόνο μια υπηρεσιακή πράξη, αλλά και το πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής.

Το έγγραφο αναφέρει τα εξής:

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΑΓΡΟΝΟΜΕΙΟΝ Τρικάλων

Εν Τρικάλοις τη 4 Μαΐου 1960

Αριθ. Πρωτ. 685

ΠΡΟΣ

Τον κ. Αντώνιον Κων. Τσιγάραν

Εις Βαλτινόν

Ανακινούμεν υμίν ότι δια της υπ’ αρίθ. 15.082 της 4ης Μαΐου 1960 αποφάσεως του Νομάρχου Τρικάλων διωρισθήτε τακτικός αγροφύλαξ της περιοχής Βαλτινού επί τριετεί θητεία και μηνιαίω μισθώ δραχμών 771 καταβαλλομένω υμίν εκ του Λογαριασμού Αγροφυλακής, τοποθετούμεν δε υμάς εις την κτηματικήν θέσιν Β΄ ως ειδικώτερον τα όρια ταύτης διαγράφονται εν τη υπ’ αρίθ. 8 της 30 Μαΐου 1938 αποφάσει του Κοινοτικού Συμβουλίου Βαλτινού.

Παρακαλείσθε  όθεν όπως εντός δέκα (10) το βραδύτερον ημερών από της κοινοποιήσεως υμίν του παρόντος προσέλθήτε ενώπιον ημών και υποβληθήτε εις την νενομισμένην ορκωμοσίαν (άλλος θα θεωρηθήτε αποποιηθείς τον διορισμόν), εντός δε τριών (3) το βραδύτερον ημερών από της ορκωμοσίας σας αναλάβητε τα καθήκοντά σας εμφανιζόμενος προς τούτο ενώπιον ημών, άλλως θέλετε θεωρηθή παραιτηθείς της υπηρεσίας.

Ο ΑΓΡΟΝΟΜΟΣ Τρικάλων

(Σφραγίδα - Υπογραφή)

Τω εκοινοποιήθη την 6/5/1960

Ωρκίσθη την 6/5/1960

Ανέλαβε τα καθήκοντά του την 6/5/1960

Ο Αγρονόμος

(Σφραγίδα - Υπογραφή)


Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Ένα φως ανάμεσα στους αιώνες

 

Ο νεοκτισμένος αναθηματικός ναΐσκος υψώνεται διακριτικά στον αύλειο χώρο, χτισμένος από πέτρα ζεστή στο χρώμα και σκεπασμένος με κεραμίδια που βαραίνουν όμορφα πάνω στη μικρή του στέγη. Το λιτό καμπαναριό του, με τον σταυρό στην κορυφή, μοιάζει περισσότερο με χειρονομία παρά με δήλωση, μια κίνηση προς τον ουρανό, χαμηλόφωνη και σταθερή. Από τα στενά του παράθυρα ξεχύνεται φως κιτρινωπό, που σπάει τη μελαγχολία του συννεφιασμένου ουρανού και καθρεφτίζεται στο βρεγμένο λιθόστρωτο της αυλής.

Μπροστά στην είσοδο, η πέτρα του δαπέδου γυαλίζει από τη βροχή, ενώ το εσωτερικό του ναΐσκου αποκαλύπτεται μέσα από το ανοιχτό άνοιγμα: ένα μικρό τέμπλο, αναμμένα κεριά, σιωπή. Η ανθρώπινη παρουσία υποδηλώνεται όχι από φωνές, αλλά από την τακτοποιημένη φροντίδα του χώρου, από το άναμμα του φωτός που περιμένει τον προσκυνητή χωρίς να τον καλεί επιτακτικά.

Λίγα μέτρα πιο πέρα, ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου δεσπόζει με την οικεία του μορφή, ενώ στο βάθος το Κουρσούμ τζαμί, με τον μολυβδοσκέπαστο θόλο και τον ψηλό μιναρέ, στέκει βαρύ και σιωπηλό, φορέας μιας άλλης εποχής. Οι όγκοι των κτισμάτων δεν ανταγωνίζονται, συνυπάρχουν. Το παλιό και το νέο, το χριστιανικό και το μουσουλμανικό, το ταπεινό και το μνημειακό, συγκροτούν ένα ενιαίο τοπίο μνήμης.

Ο ναΐσκος, καρπός της δωρεάς μιας οικογένειας συμπολιτών, εντάσσεται φυσικά σε αυτό το σύνολο. Δεν επιδιώκει να ξεχωρίσει, αλλά να προστεθεί. Να λειτουργήσει ως προσκυνηματικό σημείο καθημερινό, ανοιχτό, ανθρώπινο. Είναι ένα αναθηματικό ίχνος πίστης που μετατρέπεται σε συλλογικό αγαθό, σε στοιχείο του χώρου και της πόλης.

Καθώς πέφτει το φως της ημέρας και οι σκιές των δέντρων απλώνονται στην αυλή, ο μικρός ναΐσκος μοιάζει να κρατά αναμμένη μια ελάχιστη φλόγα ανάμεσα στους αιώνες. Όχι για να τους εξηγήσει, αλλά για να τους φωτίσει στιγμιαία. Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή συνύπαρξη των μνημείων, ο τόπος αποκτά βάθος, όχι μόνο ιστορικό, αλλά και ανθρώπινο.


ΧΡΥΣΟ ΚΛΑΔΙ

 

Στέκομαι μπροστά στη μισόγυμνη λεύκα και μαγνητίζομαι από το προτεταμένο χρυσό κλαδί της που φέγγει, εκπέμποντας από τις δύο όψεις των φύλλων του ασημένιες και χρυσαφιές ανταύγειες. Τι συνειρμοί ξετυλίγονται αμέσως. Αναθυμάμαι αίφνης τον ανθρωπολόγο συγγραφέα Τζέιμς Φρέιζερ που άρχισε να γράφει το επικό του έργο «Το χρυσό κλαδί» το 1890 και μέχρι το 1915 που προοδευτικά το τελείωσε συμπλήρωσε δώδεκα τόμους. Η εξέλιξη της συγγραφής του αυτής μας έδωσε παρατηρήσεις πάνω στους μύθους και τις θρησκείες των λαών και από τις αναλύσεις του προέκυψαν οι όροι «συμπαθητική μαγεία» και «τοτεμισμός». Τι θαυμαστά ταξίδια. Δεν είμαστε παρά συνεχόμενα κλαδιά του μεγάλου δέντρου της ζωής, ένας απόηχος των τελετουργιών που απαντούσαν στις περιέργειες του ανθρώπινου πνεύματος, στον φόβο και τη δεισιδαιμονία. Όλες αυτές οι μυθολογίες υπεισέρχονται συνεχώς και μέσα στις κοινωνίες των γραμμάτων για να φανεί έτσι η υπαρκτική αδυναμία του ανθρώπου. Ξανακοιτάζω το χρυσό κλαδί με τις φωτεινές αντανακλάσεις των φύλλων του και είμαι έτοιμος να ενστερνισθώ όλα τα νοήματα που μπορεί να έχει μια συγκίνηση από έναν ταπεινό δέντρινο δείκτη.

Του Ηλία Κεφάλα


Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Το τελευταίο τραγούδι της νύχτας

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του ’70, τότε που μια συναυλία δεν ήταν απλώς διασκέδαση αλλά γεγονός. Όταν μάθαμε πως ο Γιώργος Νταλάρας θα τραγουδούσε στο στάδιο των Τρικάλων, ένιωσα σαν να άνοιγε ένα παράθυρο σε έναν κόσμο λίγο πιο μεγάλο από το χωριό μας. Εγώ κι ο Τάκης ήμασταν δεκαέξι χρονών, γεμάτοι ανυπομονησία και μια αδιόρατη αίσθηση ελευθερίας που σπάνια μας χαριζόταν.

Πήραμε το αστικό λεωφορείο με καρδιά που χτυπούσε πιο γρήγορα απ’ τις ρόδες του. Καθίσαμε πίσω, μιλώντας λίγο και κοιτώντας πολύ, σαν να φοβόμασταν μην ξοδέψουμε τη χαρά πριν την ώρα της. Τα Τρίκαλα μάς υποδέχτηκαν φωτισμένα, ζωντανά, σχεδόν θορυβώδη. Στο στάδιο, ο κόσμος ήταν πυκνός σαν σμήνος, νέοι, οικογένειες, ζευγάρια. Κι όταν βγήκε ο Νταλάρας στη σκηνή και ακούστηκε η πρώτη νότα, ένιωσα κάτι να μου σφίγγει το στήθος, σαν να μου έλεγε πως μεγαλώνω.

Η συναυλία κύλησε μαγικά. Τραγούδια που τα ξέραμε από το ραδιόφωνο έγιναν ξαφνικά δικά μας. Χειροκροτούσαμε, φωνάζαμε, ζούσαμε. Εκεί συναντήσαμε και τρεις συγχωριανούς μας, τον Κώστα, τον Νικόλα και τον Δημήτρη. Μεγαλύτεροι, με αυτοπεποίθηση και στόμφο. Ο Κώστας είχε έρθει με το Datsun φορτηγάκι του - πράγμα σπουδαίο για την εποχή. Όταν τελείωσε η συναυλία, κατά τις έντεκα και μισή, μας πρότεινε να μας πάει πίσω στο χωριό. Δεχτήκαμε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Οι τρεις τους μπήκαν μπροστά κι εγώ με τον Τάκη στην καρότσα. Ο αέρας της νύχτας μάς χτυπούσε το πρόσωπο, κι εγώ σκεφτόμουν ακόμα τα τραγούδια, σαν να τα κουβαλούσα μέσα μου. Λίγο πριν φτάσουμε στο χωριό, στη Χαρά, το φορτηγάκι έστριψε απότομα και μπήκε στην αυλή ενός μπαρ. Ο Κώστας κατέβηκε και μας φώναξε: «Κατεβείτε για ένα ποτάκι και μετά φεύγουμε».

Μπήκαμε. Το μαγαζί ήταν μισοσκότεινο, με βαριά μυρωδιά καπνού και αλκοόλ. Η μουσική μάς χτύπησε κατάστηθα. Σκυλάδικα βαριά, φωνές μισοσπασμένες, στίχοι για καημούς που δεν λυτρώνονται ποτέ. Δυο-τρεις παρέες σκορπισμένες, πρόσωπα σκληρά, βλέμματα κουρασμένα. Καθίσαμε σε δυο τραπέζια, εγώ με τον Τάκη, σιωπηλοί, σαν να είχαμε μπει σε ξένο όνειρο κι οι άλλοι τρεις μαζί. Παραγγείλαμε, κι ύστερα άκουσα τον Κώστα να λέει στον σερβιτόρο: «Φέρε τα κορίτσια».

Σε λίγο ήρθαν δυο γυναίκες, κάθισαν στο τραπέζι τους. Η ατμόσφαιρα άλλαξε. Το γέλιο έγινε βαρύ, οι κουβέντες τραχιές. Ο Κώστας άρχισε να γίνεται ενοχλητικός, προσβλητικός, σχεδόν βίαιος. Οι γυναίκες αντάλλαξαν ματιές, σηκώθηκαν και έφυγαν. Έμεινε μια παγωμάρα. «Μου τη σπάσανε», είπε ο Κώστας και φώναξε για λογαριασμό.

Ο σερβιτόρος έφερε πρώτα σε εμάς. Πληρώσαμε γρήγορα. Ύστερα πήγε στο τραπέζι του Κώστα. Εκείνος άρπαξε την απόδειξη και φώναξε να έρθει το αφεντικό. Όταν ήρθε το αφεντικό, η μουσική χαμήλωσε ανεπαίσθητα, σαν να περίμενε. Ο διάλογος άναψε σε δευτερόλεπτα. «Πάλι τα ίδια, Κώστα. Δεν έβαλες μυαλό», τον άκουσα να λέει. Και τότε πιάστηκαν στα χέρια.

Ο Νικόλας κι ο Δημήτρης έκαναν να βοηθήσουν, μα πριν προλάβουμε, εμφανίστηκαν δυο-τρεις μπράβοι. Κι ύστερα, έκρηξη. Σώματα μπλέχτηκαν, καρέκλες τραντάχτηκαν. Οι γροθιές έπεσαν βροχή. Ένα ποτήρι έσπασε στο πρόσωπο του Κώστα, το αίμα κύλησε. Τον έβγαλαν έξω με βία. Εμάς μας έδιωξαν με βλέμμα που δεν σήκωνε αντίρρηση. Η μουσική συνέχισε μέσα στο μπαρ, αδιάφορη, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Ανεβήκαμε ξανά στο φορτηγάκι. Ο Κώστας αιμόφυρτος, σιωπηλός. Το χωριό φάνηκε σε λίγο. Σταμάτησε και, χωρίς να μας κοιτάξει, πέταξε: «Άντε κατεβείτε ρε κότες. Ψοφίμια».

Κατεβήκαμε. Το φορτηγάκι χάθηκε στο σκοτάδι. Κι εγώ κατάλαβα πως εκείνη τη νύχτα είχαμε περάσει από τη μουσική που ενώνει στη μουσική που πνίγει. Από το τραγούδι που σηκώνει τον άνθρωπο, σ’ εκείνο που τον σέρνει. Και διαλέξαμε - σιωπηλά - με ποια φωνή θα πορευτούμε.


Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Όταν το χιόνι ένωσε τα χέρια του χωριού

 

Η παραπάνω φωτογραφία δεν δείχνει απλώς ανθρώπους μέσα στο χιόνι, δείχνει μια κοινωνία όρθια μέσα στη δυσκολία. Άντρες όλων των ηλικιών, βυθισμένοι ως τα γόνατα στο άσπρο βάρος του χειμώνα, προχωρούν χωρίς θόρυβο, χωρίς θεατές. Δεν ποζάρουν, εργάζονται. Και αυτή ακριβώς η απουσία θεατρικότητας είναι που κάνει την εικόνα τόσο δυνατή.

Τότε, σε χρόνια φτώχειας και κρατικής αδυναμίας, η «Προσωπική Εργασία» δεν ήταν αγγαρεία, αλλά θεσμός ανάγκης και αξιοπρέπειας. Ήταν η έμπρακτη παραδοχή ότι, όταν το κράτος δεν μπορεί να φτάσει παντού, η κοινότητα οφείλει να σταθεί στα πόδια της. Στο Βαλτινό, όπως και σε πολλά χωριά, οι έκτακτες καιρικές συνθήκες δεν περίμεναν εγκυκλίους και κονδύλια. Το χιόνι έπρεπε να καθαριστεί, οι δρόμοι να ανοίξουν, η ζωή να συνεχιστεί.

Η προθυμία των ανθρώπων αυτών συγκινεί ακόμη και σήμερα. Όχι από υποχρέωση, αλλά από εσωτερικό χρέος. Και οι γέροι ακόμη, με σώματα κουρασμένα αλλά φρόνημα ακέραιο, έδιναν το παρών, όχι γιατί τους χρειαζόταν κανείς, αλλά γιατί οι ίδιοι ένιωθαν ότι ανήκουν.

Στη φωτογραφία δεν φαίνονται πρόσωπα καθαρά, φαίνεται όμως κάτι βαθύτερο: η συλλογική συνείδηση. Εκείνη η αίσθηση ότι το χωριό δεν είναι απλώς τόπος κατοικίας, αλλά κοινή μοίρα. Ότι ο δρόμος, το γεφύρι, το χαντάκι, δεν είναι «του κράτους», αλλά όλων. Και άρα, η ευθύνη είναι κοινή.

Σήμερα, που συχνά περιμένουμε τα πάντα απ’ έξω, η εικόνα αυτή λειτουργεί ως σιωπηλός στοχασμός. Μας θυμίζει ότι η κοινωνική συνοχή δεν χτίζεται με λόγια, αλλά με πράξεις. Με χέρια παγωμένα, με ανάσες βαριές, με ανθρώπους που προχωρούν μαζί μέσα στο χιόνι. Εκεί όπου τελειώνουν οι δυνατότητες της εξουσίας, αρχίζει η δύναμη της κοινότητας. Και αυτή, όσο υπάρχει, κανένας χειμώνας δεν είναι ανίκητος.


Κοπή πίτας με σκέψη, μουσική και χαμόγελα στο φιλολογικό Φροντιστήριο «Ιδεατό»

 

Με ζεστή ατμόσφαιρα, χαμόγελα και δημιουργική διάθεση πραγματοποιήθηκε την Κυριακή η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας του φιλολογικού Φροντιστηρίου «Ιδεατό», του συγχωριανού μας Κώστα Στάθη, στη φιλόξενη σουίτα art café.

Μαθητές, γονείς και φίλοι του Ιδεατού συναντήθηκαν σε έναν χώρο που γέμισε φωνές, μουσικές και τραγούδια. Οι παρευρισκόμενοι πέρασαν πολύ όμορφα, αντάλλαξαν κουβέντες, έπαιξαν μουσική και τραγούδησαν, με πρωταγωνιστές τους ταλαντούχους μαθητές και όσους γονείς μπόρεσαν να δώσουν το «παρών». Η εκδήλωση εξελίχθηκε σε μια μικρή γιορτή, όπου η παιδεία συνάντησε τη χαρά της συνύπαρξης και της έκφρασης.

Το «Ιδεατό», άλλωστε, δεν είναι απλώς ένας χώρος διδασκαλίας. Είναι ένα εργαστήρι σκέψης, ένας τόπος όπου η φιλολογία δεν αντιμετωπίζεται ως στείρα αποστήθιση, αλλά ως ζωντανό εργαλείο κατανόησης του κόσμου, της κοινωνίας και του εαυτού μας. Αυτό το πνεύμα αποτυπώθηκε και στην εκδήλωση, που ανέδειξε τη σχέση εμπιστοσύνης και ουσιαστικής επικοινωνίας ανάμεσα σε διδάσκοντες, μαθητές και γονείς.

Από τη διεύθυνση του Φροντιστηρίου ειπώθηκε χαρακτηριστικά:
«Χαρήκαμε που τα παιδιά πέρασαν υπέροχα. Κρατήσαμε και γλυκό για τους πολλούς – κυρίως λόγω ασθενείας – απόντες μαθητές!»

Μια όμορφη, ανθρώπινη στιγμή που άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις και ανανέωσε το ραντεβού για το μέλλον.

Του χρόνου πάλι, με το καλό!


Ακολουθεί φωτορεπορταζ:

Οι Κριτές Καλαθοσφαίρισης Τρικάλων στην πρωτοχρονιάτικη εκδήλωση των Αθηνών

 

Με ιδιαίτερη χαρά και τιμή, το Διοικητικό Συμβούλιο του Συνδέσμου Κριτών Καλαθοσφαίρισης Τρικάλων έδωσε το «παρών» στην εκδήλωση κοπής της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Συνδέσμου Κριτών Καλαθοσφαίρισης Αθηνών, έπειτα από επίσημη πρόσκληση.

Τον Σύνδεσμο Τρικάλων εκπροσώπησαν ο Πρόεδρος Χρήστος Χλωρός, ο Ταμίας Βασίλης Βήτας και η Γενική Γραμματέας Έφη Μερτσιώτη, διεθνής κριτής καλαθοσφαίρισης, με καταγωγή από το Βαλτινό Τρικάλων και κόρη της Δέσποινας Τσιγάρα. Η παρουσία της διεθνούς κριτή προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκδήλωση, αναδεικνύοντας παράλληλα το υψηλό επίπεδο των Τρικαλινών κριτών στον χώρο της ελληνικής καλαθοσφαίρισης.

Η όμορφη αυτή πρωτοχρονιάτικη συνάντηση αποτέλεσε μια εξαιρετική ευκαιρία για ουσιαστική επικοινωνία, ανταλλαγή απόψεων και σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των συνδέσμων κριτών από όλη τη χώρα. Οι εκπρόσωποι του Συνδέσμου Τρικάλων είχαν την ευκαιρία να συναντηθούν και να συνομιλήσουν με προέδρους και μέλη άλλων συνδέσμων, επιβεβαιώνοντας το πνεύμα συνεργασίας, ενότητας και συναδελφικότητας που χαρακτηρίζει τον χώρο των κριτών καλαθοσφαίρισης.

Για ακόμη μία φορά, ο αθλητισμός και ειδικότερα η καλαθοσφαίριση ανέδειξαν τον ρόλο τους ως ισχυρό συνδετικό κρίκο, προάγοντας τη συλλογικότητα, τον αλληλοσεβασμό και την κοινή προσπάθεια για την πρόοδο του αθλήματος.


Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ο φακός που συντρόφευε το σκοτάδι

 

Οι παλαιότεροι θα θυμούνται τον παλιό φακό χειρός. Ήταν ένα εργαλείο φωτισμού, ήταν μια μικρή υπόσχεση πως το σκοτάδι μπορεί να ημερεύσει. Με μία μόνο πλακέ μπαταρία στην καρδιά του, λιτή και βαριά σαν όρκος, έδινε φως όσο χρειαζόταν - ούτε παραπάνω, ούτε λιγότερο. Ένα φως τίμιο, που δεν εντυπωσίαζε αλλά αρκούσε για να βρει κανείς τον δρόμο του.

Τον κρατούσαν τα παιδιά τα χαράματα, όταν η νύχτα δεν είχε ακόμη παραδώσει τα κλειδιά της μέρας. Πριν τη χαραυγή, πριν ακουστούν τα πρώτα πουλιά, περπατούσαν στα σοκάκια του Βαλτινού με τον φακό στο χέρι και τα κάλαντα στο στόμα. Το φως του έτρεμε πάνω στους λασπωμένους δρόμους, στους ασβεστωμένους τοίχους, στις ξύλινες πόρτες, στα παγωμένα παράθυρα, σαν να δοκίμαζε κι αυτό τη φωνή του. Εκείνο το φως δεν φώτιζε μόνο τον δρόμο, φώτιζε την προσμονή, την παιδική τόλμη, τη χαρά του να χτυπάς πόρτες μέσα στο σκοτάδι και να πιστεύεις πως ο κόσμος θα ανοίξει.

Τις νύχτες ήταν σύντροφος σιωπηλός των χωρικών, των βοσκών, των αγροτών. Στις στάνες, στα χωράφια, στους χωματόδρομους, ο φακός έκοβε το σκοτάδι σε στενή λωρίδα, σαν μαχαίρι που δεν πληγώνει. Φώτιζε βήματα, ζώα, πέτρες, ιδρώτα. Δεν ρωτούσε γιατί, απλώς στεκόταν εκεί, υπάκουος και σταθερός, να κρατά συντροφιά σε όσους γύριζαν αργά, κουρασμένοι, με το βάρος της μέρας στους ώμους.

Κουβαλά μνήμες αυτός ο φακός. Μνήμες από χέρια τραχιά και χέρια παιδικά, από ανάσες κομμένες στο κρύο, από δρόμους που σήμερα φωτίζονται αλλιώς, μα τότε χρειάζονταν αυτό το μικρό θαύμα. Ίσως γι’ αυτό, όταν τον αντικρίζεις τώρα, σβηστό και ξεχασμένο, νιώθεις πως δεν κρατάς ένα παλιό αντικείμενο, αλλά ένα κομμάτι νύχτας που κάποτε έγινε φως. Και μαζί του, έναν τρόπο ζωής όπου το λίγο αρκούσε και το φως είχε μνήμη.



Α.Ο. Βαλτινού – Δόξα Χρυσομηλιάς 3-0: Μόνος στην κορυφή ο Α.Ο.Β.

 

Με μια πειστική και άνετη εμφάνιση, ο Α.Ο. Βαλτινού επικράτησε της Δόξας Χρυσομηλιάς με 3-0 και έμεινε πλέον μόνος στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα, επιβεβαιώνοντας την εξαιρετική του αγωνιστική κατάσταση.

Η ομάδα του Βαλτινού είχε από το ξεκίνημα τον πλήρη έλεγχο του αγώνα, επιβάλλοντας τον ρυθμό της και δημιουργώντας διαρκώς προϋποθέσεις για γκολ. Η υπεροχή αυτή καρποφόρησε στο 15ο λεπτό, όταν ο Τσαρούχας «έστρωσε» ιδανικά την μπάλα στον Αχιλλέα Καμέα, ο οποίος με ψύχραιμο και άψογο πλασέ άνοιξε το σκορ για το 1-0.

Το δεύτερο γκολ ήρθε με το ξεκίνημα του δευτέρου ημιχρόνου, στο 46ο λεπτό. Ο Κυπριανός Κοθράς έδωσε την πάσα, ο Καμέας άφησε έξυπνα την μπάλα και ο επερχόμενος Δημήτρης Κοθράς με δυνατό σουτ στη γωνία του τερματοφύλακα έκανε το 2-0, δίνοντας σαφές προβάδισμα στην ομάδα του.

Δύο λεπτά αργότερα, στο 48’, ο Α.Ο.Β. «σφράγισε» τη νίκη. Ο Αποστόλης Νικλητσιώτης έβγαλε εξαιρετική κάθετη πάσα, φέρνοντας τον Δημήτρη Κοθρά σε θέση τετ α τετ, με τον τελευταίο να πλασάρει εύστοχα και να διαμορφώνει το τελικό 3-0.

Το υπόλοιπο του αγώνα κύλησε χωρίς απρόοπτα, με τον Α.Ο. Βαλτινού να διαχειρίζεται άψογα το προβάδισμά του και τη Δόξα Χρυσομηλιάς να μην μπορεί να αντιδράσει ουσιαστικά.

Οι ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν:
Πολυγένης, Γιώτας, Καραλής (Σταμούλης Α), Σπυρόπουλος, Κοθράς Κ, Γιαννόπουλος (Μουρίτσας), Καμέας (Πατσιάς), Παπαθανασίου, Νικλητσιώτης, Τσαρούχας (Μαντέλλος), Κοθράς Δ.

Ο Α.Ο. Βαλτινού συνεχίζει με ανεβασμένη ψυχολογία και βλέπει τη συνέχεια του πρωταθλήματος από την κορυφή, δείχνοντας πως διαθέτει ποιότητα, βάθος και ξεκάθαρο στόχο.


Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Οι Καλότυχες του Κουρνιαχτού - Του Χάρη Αγγελή

 

Εκείνο το γιόμα, ο Σιούλας είχε διαταγή από τη μάνα του να πάει ψωμί στον πατέρα, που βοσκούσε τα πρόβατα στις Χαλκιές. Ήταν απ’ τις μέρες που όλοι είχαν δουλειά στο χωράφι και το σπίτι έμενε σχεδόν έρημο. Ετοίμασε τον τρουβά με το ψωμί, πήρε τη φτσέλα με το νερό στον ώμο κι έκανε να ξεκινήσει.

— Θα ’ρθω κι εγώ, του είπε ο Χάρης. Να ιδώ τους δικούς μου. Βγάζουν τα φασόλια εκεί πέρα.

Ο δρόμος μέχρι τη γέφυρα της Φλέβας ήταν γνωστός, πέρασαν το Ζευγαρολίβαδο σιγά-σιγά, σαν να ήθελαν να καθυστερήσουν την ώρα που θα πατούσαν στον χωματόδρομο. Από εκεί και πέρα άρχιζε η δοκιμασία. Ο κουρνιαχτός ανέβαινε ως τα γόνατα και έκαιγε τα πόδια. Βάτα δεξιά κι αριστερά, φορτωμένα κόκκινα μούρα, είχαν τα φύλλα τους πασπαλισμένα από σκόνη και ήλιο.

Περπατούσαν ξυπόλυτοι, όπως όλα τα παιδιά εκείνα τα καλοκαίρια. Για να γλιτώνουν το κάψιμο, σβαρνούσαν τα πόδια μέσα στη σκόνη, αφήνοντας πίσω τους ένα μονοπάτι που έμοιαζε με ζωγραφιά πάνω στον χρυσαφένιο κουρνιαχτό. Και μετρούσαν τους φιδόδρομους, τις αυλακιές που άφηναν τα φίδια όταν έσερναν τις κοιλιές τους.

— Ετούτος είναι πολύ φαρδύς, είπε ο Χάρης. Σαν χοντρή ταινία μοιάζει. Σίγουρα θα ’ναι μεγάλο φίδι… κι ίσως να ’χει και κέρατα.

— Όχι, ρε, απάντησε ο Σιούλας με σιγουριά. Από χελώνα είναι. Δεν βλέπεις παραδίπλα τις νυχιές των ποδιών της;

Πάντα ο Σιούλας ήξερε να ξεχωρίζει τα ίχνη. Από μικρός τριγυρνούσε με τον πατέρα του στα ζώα και μάθαινε τα σημάδια της γης σαν να διάβαζε παλιό, ιερό βιβλίο.

Λίγο παρακάτω σηκώθηκε αέρας. Ένας μικρός ανεμοστρόβιλος περπάτησε πλάι τους, σήκωσε φύλλα ξερά, κουρνιαχτό και λίγες πεταμένες χλόες που στριφογύρισαν σαν μικρές χρυσές σβούρες.

— Αυτές είναι οι Καλότυχες, είπε ο Σιούλας, με ύφος σοβαρό, όπως όταν επαναλάμβανε ιστορίες του πατέρα του. Τη νύχτα τραγουδούν. Αν μαγέψουν ένα παιδί… μπορεί να το πάρουν μαζί τους. Για πάντα.

Ο Χάρης ένιωσε ένα ρίγος να του σφίγγει τα σωθικά, όχι τόσο για τις Καλότυχες όσο για τον κόμπο που του ανέβαινε στη θωριά, μόλις είδε από μακριά τους γονείς του σκυμμένους πάνω στις φασουλιές. Ήταν μια εικόνα που πάντα τον λύγιζε. Οι δικοί του, λουσμένοι στον ιδρώτα, η μάνα με το μαντήλι μουσκίδι, ο πατέρας με τη ράχη σκυφτή σαν ν’ αγκάλιαζε όλο το χωράφι.

— Όταν μαυρίσουν τα μούρα στα βάτα, θα ’ρθουμε να τα μαζέψουμε, είπε ο Σιούλας, κι έστριψε προς τις Χαλκιές.

Ο Χάρης πήρε τον άλλο δρόμο προς το χωράφι των δικών του. Σαν τον είδαν, ξαφνιάστηκαν.

— Κάτσε κάτω απ’ τον φτελιά, του φώναξε η μάνα. Σε λίγο τελειώνουμε να φύγουμε μαζί.

— Γιατί, βρε παιδί μου, περπατάς ξυπόλυτος; είπε ο πατέρας, σκουπίζοντας τον ιδρώτα με την ανάστροφη της παλάμης. Δεν σε πήρα καβουτσούκια;

— Πεινάω, είπε ο Χάρης, και κάθισε σταυροπόδι στον ίσκιο.

Η μάνα του έφερε το φαγητό τους, σκορδάρι, στουμπισμένο σκόρδο με ξίδι κι αλάτι, ανακατεμένο στο νερό. Φαγητό των φτωχών, μα δροσερότατο. Ο Χάρης βούτηξε το ψωμί και ένιωσε το στόμα του να γεμίζει από μια απλή, θεϊκή νοστιμιά. Μες στη λάβα του μεσημεριού, το σκορδάρι έγινε βάλσαμο.

Στο γυρισμό, η μάνα του τού ’βαλε στο κεφάλι το μεσάλι από το ψωμί για να μην τον καίει ο ήλιος. Βαδίζοντας ανάμεσα στους δυο τους, ένιωθε ασφαλής, σαν να περπατούσε μέσα σε κάστρο χτισμένο από αγάπη. Κι αν τολμούσαν οι Καλότυχες… ας έβγαιναν τώρα!

— Μπαμπάκα, ρώτησε, γιατί δεν κάνετε δεματικά να δέσετε τις φασουλιές, όπως τα στάχια;

Ο πατέρας γέλασε.

— Γιατί δεν γλιστράν όπως τα στάχια, παλικάρι μου. Με το δέσιμο θα τριφτούν τα καβούκια και θα πέσουν τα φασόλια χάμω.

Όταν τελείωσαν το ξερίζωμα, φόρτωσαν τα φυτά στο κάρο και τα πήγαν σ’ ένα καινούργιο αλώνι. Τα άπλωσαν στον ήλιο να στεγνώσουν ακόμη, κι άρχισε το συμβούλιο για το ξεσπύρισμα. Με παλούκια; Ή με την αδοκάνη;

Ο πατέρας, όπως πάντα, είπε τον τελευταίο λόγο:

— Με την αδοκάνη.

Η αδοκάνη ήταν ένα τριγωνικό ξύλινο σκεύασμα, σαν σβάρνα, με σιδερένια τριγωνικά δόντια στη μία πλευρά. Τη δένανε στα ζώα, που τη τραβούσαν πάνω από τις φασουλιές, σπάζοντας τα καβούκια και ελευθερώνοντας τον καρπό.

Ο Χάρης στάθηκε στη σκιά κι έβλεπε τον πατέρα να δένει τα ζώα και τη μάνα να ισιώνει τις φασουλιές με μια κίνηση που θύμιζε χάδι. Μέσα στον κουρνιαχτό που σηκωνόταν, μέσα στο φως που έκανε τα πάντα να τρεμοπαίζουν σαν ζωγραφιά, ο κόσμος έμοιαζε μεγάλη, χρυσή αγκαλιά.

Κι εκεί, για πρώτη φορά, του πέρασε μια σκέψη, πως οι άνθρωποι που σκύβουν στη γη, που παλεύουν με τον κάματο και το λιοπύρι, έχουν μέσα τους μια κρυφή, ανεξήγητη δύναμη. Σαν τις Καλότυχες, μόνο που εκείνοι δεν παίρνουν τα παιδιά. Αντίθετα, τα κρατούν.

Και τα μαθαίνουν να πατούν στη γη χωρίς φόβο.

Αργά το απόγευμα, όταν η αδοκάνη άρχισε να χτυπά ρυθμικά τις φασουλιές, ο ήχος έμοιαζε με τραγούδι. Όχι απόκοσμο, σαν των Καλότυχων, μα ανθρώπινο, βαρύ και αληθινό. Ένα τραγούδι δουλειάς, καλοκαιριού και ζωής που ξέρει να συνεχίζεται κόντρα σε κάψες, κουρνιαχτούς και βάτα.

Και ο Χάρης, ακουμπώντας το κεφάλι στα γόνατα της μάνας του, ένιωσε πως ποτέ άλλοτε ο κόσμος δεν ήταν τόσο απλός, και τόσο ασφαλής.

 

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Η πιο σιωπηλή επιβράβευση της ζωής μου - Στη μνήμη του πατέρα μου, Αντώνη

 

Ο πατέρας μου ήταν αγροφύλακας και άνθρωπος της γης.
Όχι γιατί δούλευε μόνο με τα χέρια, αλλά γιατί ήξερε να στέκεται χαμηλά, εκεί όπου τα πράγματα δεν κάνουν θόρυβο. Αρκούνταν στα λίγα, όχι από φτώχεια, αλλά από επίγνωση. Η αυτάρκεια ήταν το άτυπο μάθημά του. Ένας τρόπος να αντέχει τον κόσμο και, σιωπηλά, να μας μαθαίνει να αντέχουμε κι εμείς.

Όταν κάποτε του είπα πως θα κατέβω στις εκλογές, η γαλήνη του ράγισε. Δεν αντέδρασε με λόγια, διάλεξε τη σιωπή. Απέφευγε να με κοιτάζει κατάματα, σαν να φοβόταν ότι, αν μιλούσαμε, η απόφαση θα έπαιρνε σάρκα και οστά. Περίμενε να υποχωρήσω. Να επιστρέψω στο μέτρο που εκείνος πίστευε πως προστατεύει. Μα εγώ προχώρησα. Κατάρτισα συνδυασμό. Έβαλα υποψηφιότητα. Πήρα το ρίσκο που εκείνος δεν ήθελε να σηκώσω.

Το απόγευμα των εκλογών, στο εκλογικό κέντρο της Φωτάδας, ο χρόνος έμοιαζε να κρατά την ανάσα του. Κι όταν έφτασαν τα τελικά αποτελέσματα και επιβεβαίωσαν την εκλογή μου, η χαρά ξέσπασε σαν νερό που έσπασε φράγμα. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και κατευθυνθήκαμε για το Βαλτινό. Εκεί ο κόσμος είχε ήδη μαζευτεί, πυκνός σαν πανηγύρι ψυχών. Δεν πρόλαβα να πατήσω καλά-καλά στο χώμα, χέρια με σήκωσαν, ώμοι με κράτησαν ψηλά, φωνές με συνόδευσαν μέσα σε επευφημίες. Για λίγα μέτρα έπαψα να ανήκω στο έδαφος.

Ύστερα ήρθαν οι αγκαλιές. Φιλιά, συγχαρητήρια, πρόσωπα φωτεινά. Και μέσα σε αυτό το πλήθος, σαν ήρεμο ρεύμα που διασχίζει φουρτουνιασμένο ποτάμι, είδα τη μάνα μου και τον πατέρα μου να πλησιάζουν. Στα μάτια τους διάβασα κάτι που δεν χωρούσε σε λόγια: χαρά, ναι, αλλά και ανακούφιση, ικανοποίηση για έναν στόχο που έπιασε τόπο.

Άρπαξα τη μάνα μου πρώτη. Την αγκάλιασα σφιχτά, σαν να ήθελα να επιστρέψω μέσα της όλα όσα μου είχε δώσει. Κι ύστερα ήρθε ο πατέρας μου. Αγκαλιαστήκαμε. Σφιχτά. Και για λίγα δευτερόλεπτα ακουμπήσαμε τα μάγουλά μας. Μια κίνηση απλή, σχεδόν ανεπαίσθητη για τους άλλους, μα για μένα κοσμογονική.

Δεν ήταν άνθρωπος των εκδηλώσεων. Η επιβράβευση του φαινόταν επικίνδυνη, φοβόταν πως θα φουσκώσουν τα μυαλά μου, πως η υπερηφάνεια θα ξεπεράσει το μέτρο. Ίσως πίσω από αυτόν τον φόβο να κρυβόταν η δική του ανασφάλεια. Όμως εκείνη τη στιγμή κάτι λύγισε μέσα του. Ίσως ένιωσε πως δεν κινδυνεύω πια. Ίσως πως στάθηκα όρθιος. Και αφέθηκε.

Εκείνο το άγγιγμα των μάγουλων ήταν η σιωπηλή του ευλογία.
Και για μένα, μέσα σε όλες τις φωνές, τα χειροκροτήματα και τους τίτλους, ήταν το μεγαλύτερο τρόπαιο της ζωής μου.

Δ.Τ.

Επίσκεψη μαθητών του ΓΕΛ Βαλτινού στο Δημαρχείο Τρικάλων

 

Μαθητές και μαθήτριες της Β’ και Γ’ τάξης του Γενικού Λυκείου Βαλτινού επισκέφθηκαν την Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026 το Δημαρχείο Τρικάλων, στο πλαίσιο εκπαιδευτικής δράσης με στόχο τη γνωριμία τους με τη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τις σύγχρονες αναπτυξιακές πρωτοβουλίες του Δήμου Τρικκαίων.

Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου, όπου τους μαθητές υποδέχθηκε ο Αντιδήμαρχος Παιδείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού κ. Μιχάλης Λάππας. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, τον λόγο πήρε ο εκπρόσωπος Τύπου του Δήμου Τρικκαίων κ. Θανάσης Μιχαλάκης, ο οποίος παρουσίασε αναλυτικά τις δράσεις, τα έργα και τις δραστηριότητες του Δήμου, με έμφαση στο Στρατηγικό Πλάνο της Έξυπνης Πόλης και τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε σε εμβληματικές πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις, όπως ο «Μύλος των Ξωτικών», η πλούσια πολιτιστική παράδοση της περιοχής, καθώς και οι καινοτόμες ψηφιακές εφαρμογές του Δήμου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Ψηφιακό Ασκληπιείο. Οι μαθητές είχαν την ευκαιρία να ενημερωθούν για τον ρόλο της τεχνολογίας στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών και να θέσουν ερωτήματα σχετικά με το μέλλον των Τρικάλων ως σύγχρονης, βιώσιμης πόλης.

Τους μαθητές συνόδευαν οι εκπαιδευτικοί κ.κ. Νατάσα Ρίζου, Ματίνα Νταφούλη, Νίκος Παπακωνσταντίνου και Γιάννης Ιακωβάκης, οι οποίοι συνέβαλαν στην παιδαγωγική αξιοποίηση της επίσκεψης. Η δράση άφησε θετικές εντυπώσεις και ενίσχυσε το ενδιαφέρον των μαθητών για τα κοινά, την αυτοδιοίκηση και τη σύγχρονη αστική ανάπτυξη.


Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Κι όμως υπάρχει ελπίδα…

 

Ένας γέροντας προχωρούσε σε μια παραλία πολύ νωρίς το πρωί και είδε έναν νεαρό να ρίχνει στη θάλασσα τους αστερίες που είχαν ξεβράσει τα κύματα.
Του έπιασε κουβέντα και τον ρώτησε γιατί τους πετούσε ξανά στο νερό.
Ο νέος του απάντησε πως ο αστερίας θα πέθαινε, εάν ο πρωινός ήλιος τον έβρισκε στην ακτή.
Ο γέροντας αντέδρασε: «Μα η παραλία είναι χιλιάδες μέτρα και οι αστερίες εκατομμύρια. Πως μπορεί η δική σου προσπάθεια να αλλάξει την κατάσταση;»
Ο νέος κοίταξε για λίγο τον αστερία που κρατούσε στα χέρια του και ρίχνοντας τον και αυτόν στην αγκαλιά των κυμάτων αποκρίθηκε:
«Εγώ αυτόν τον έσωσα, η κατάσταση άλλαξε γι’ αυτόν εδώ».

Σχολιασμός

Το κείμενο αυτό αρθρώνει έναν διαχρονικό διάλογο ανάμεσα σε δύο στάσεις ζωής: τη στάση της ψυχρής λογικής και τη στάση της ηθικής ευθύνης. Τη σύγκρουση δύο οπτικών: της αποθαρρυντικής λογικής του μεγέθους και της ενσυναισθητικής λογικής της ευθύνης. Ο γέροντας δεν είναι κακόβουλος, είναι φορέας εμπειρίας, αριθμών, ματαιώσεων. Εκφράζει τη φωνή του κόσμου όπως «είναι»: απέραντος, άνισος, συχνά αδιόρθωτος. Ο νέος, αντίθετα, ενσαρκώνει τον κόσμο όπως «θα έπρεπε να είναι», όχι ως σύνολο, αλλά ως άθροισμα μοναδικών ζωών.

Η ένσταση του γέροντα είναι απόλυτα λογική: η πράξη του νέου δεν αλλάζει το γενικό αποτέλεσμα. Κι όμως, η απάντηση του νέου μετατοπίζει ριζικά το ερώτημα. Δεν απαντά στο «πόσοι σώζονται», αλλά στο «ποιος σώζεται». Εκεί ακριβώς συντελείται η φιλοσοφική ανατροπή: το νόημα δεν γεννιέται από την κλίμακα, αλλά από τη σχέση. Η αξία της πράξης δεν μετριέται ποσοτικά, αλλά υπαρξιακά.

Ο αστερίας γίνεται σύμβολο του «ενός», του συγκεκριμένου ανθρώπου, του συγκεκριμένου πόνου, της συγκεκριμένης στιγμής όπου κάποιος επιλέγει να μη γυρίσει το βλέμμα αλλού. Μέσα σε έναν κόσμο που συχνά δικαιολογεί την αδράνεια με το μέγεθος του προβλήματος, το κείμενο υπενθυμίζει ότι η απάθεια δεν είναι ουδετερότητα, αλλά επιλογή.

Η φράση «Εγώ αυτόν τον έσωσα, η κατάσταση άλλαξε γι’ αυτόν εδώ» δεν είναι απλώς απάντηση, είναι ηθική δήλωση. Δηλώνει ότι ο κόσμος δεν σώζεται συνολικά, αλλά αποκαθίσταται τοπικά, κάθε φορά που κάποιος σκύβει. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η ελπίδα: όχι στην αυταπάτη ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα πάντα, αλλά στη βεβαιότητα ότι μπορούμε να αλλάξουμε κάτι. Και ότι αυτό το «κάτι», όταν αφορά μια ζωή, δεν είναι ποτέ λίγο.



επικοινωνιστε μαζι μας