Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Η Σκαμνιά του Βαλτινού

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Στην αυλή του σπιτιού του μπάρμπα-Θωμά, στο Βαλτινό, στεκόταν η Σκαμνιά. Όχι ένα απλό δέντρο, μα μια ζωντανή μνήμη του τόπου. Η μουριά εκείνη, με κορμό που ήθελε δυο ανθρώπους να τον αγκαλιάσουν και κλαδιά που άπλωναν ίσκιο πλατύ και βαθύ, μετρούσε σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια ζωής. Όσα και οι αναστεναγμοί του χωριού.

Λέγαν πως φύτρωσε τότε που ακόμη Τούρκοι περνούσαν απ’ τα μέρη, όταν οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονταν τις τράπεζες - γιατί δεν υπήρχαν - και τα βιός τους τα θάβαν στη γη, σε καταγώγια και σε σημαδιακά μέρη. Κι η Σκαμνιά ήταν ένα τέτοιο σημείο, θεριακωμένη και σημαδιακιά. Έτσι την έλεγε ο μπάρμπα-Θωμάς, που θυμόταν ιστορίες από τον παππού του.

«Κάτι κρατάει αυτή η μουριά», έλεγε, χαμηλώνοντας τη φωνή. «Κάτω απ’ τις ρίζες της, λένε, πως είναι θαμμένος θησαυρός. Άλλοι λένε πως είναι της Βεζυροπούλας, της Χανούμ Σούφμεη, που χάθηκε εδώ γύρω στα χρόνια τα παλιά. Μη ρωτάς πολλά. Τα δέντρα ακούνε».

Και πράγματι, αν η Σκαμνιά μιλούσε, θα ’χε πολλά να πει.

Θα μιλούσε για τις νύχτες που οι γυναίκες κάθονταν στον ίσκιο της και ξεσπόριαζαν τις ρόκες, όταν το καλαμπόκι έτρεφε σπίτια και όνειρα. Για τα παιδιά που σκαρφάλωναν στα κλαδιά της, μαυρίζοντας τα χέρια τους απ’ τους καρπούς της και γελώντας δίχως έγνοια. Για τους γάμους που στήθηκαν κάτω απ’ τα φύλλα της, με τραγούδια, νταούλια και ξεφωνητά ως τα χαράματα.

Θα μιλούσε και για τις πασχαλιές. Τότε που στρώνονταν τραπέζια στην αυλή, που το κόκκινο τ’ αυγό έσπαγε στην πέτρα κι οι άνθρωποι αντάλλασσαν ευχές για ζωή. Κι ύστερα, για τα κλάματα. Για τα μοιρολόγια που ακούστηκαν χαμηλόφωνα, όταν η χαρά έδινε τη θέση της στην απώλεια. Η Σκαμνιά τα κράτησε όλα. Δεν διάλεξε.

Ο μπάρμπα-Θωμάς, κάθε πρωί, πριν ακόμη βγει ο ήλιος καλά-καλά απ’ τον Κόζιακα, την καλημέριζε. Έτσι συνήθιζε. Ένα νεύμα του κεφαλιού, ένα «καλημέρα, γριά μου» και συνέχιζε τη μέρα του. Πίστευε πως τα δέντρα θέλουν τον λόγο, όπως και οι άνθρωποι.

Μια χρονιά δύσκολη, με ξηρασία και φτώχεια, κάποιοι ξένοι ήρθαν στο χωριό. Ρώτησαν για παλιά δέντρα, για μνήμες, για θησαυρούς. Κάποιοι τους έδειξαν τη Σκαμνιά. Εκείνοι κοίταξαν τον κορμό, μέτρησαν, ψιθύρισαν. Μα ο Μπαρμπα-Θωμάς στάθηκε μπροστά τους.

«Εδώ δεν σκάβετε», είπε. «Ό,τι έχει αυτή η γη, είναι για να το θυμόμαστε, όχι για να το ξεθάβουμε».

Έφυγαν. Και η Σκαμνιά έμεινε όπως ήταν. Με τις ρίζες της βαθιά χωμένες στο χώμα και τις μνήμες της πιο βαθιά ακόμη.

Γιατί, όποιος στάθηκε στ’ αλήθεια στον ίσκιο της, κατάλαβε πως ο θησαυρός της δεν ήταν χρυσάφι. Ήταν ο χρόνος. Ήταν οι ζωές που πέρασαν και χάθηκαν, οι φωνές που σίγησαν, τα γέλια που ακόμη αντιλαλούν στα φύλλα της όταν φυσάει το απομεσήμερο αγέρι.

Κι έτσι η Σκαμνιά συνεχίζει. Να καλημερίζει τους διαβάτες στο στρατί, να απλώνει τον παχύ, δροσερό ίσκιο της τα καλοκαίρια και να στέκει αγέρωχη στον αιώνιο κύκλο ζωής και θανάτου. Άνθρωποι και φύση, δεμένοι για πάντα. Όπως οι ρίζες της με το χώμα του Βαλτινού.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας