Υπάρχουν
στιγμές που ο λόγος κονταίνει και η σιωπή βαραίνει. Το δυστύχημα στο εργοστάσιο
της ΒΙΟΛΑΝΤΑ στα Τρίκαλα άνοιξε μια τέτοια σιωπή, μια ρωγμή στον χρόνο της
πόλης, όπου πέντε γυναίκες έφυγαν από τη ζωή την ώρα που εργάζονταν, την ώρα
που η καθημερινότητα –αυτή η τόσο ανθρώπινη βεβαιότητα– υποσχόταν απλώς μια
ακόμη μέρα.
Το
πένθος δεν είναι μόνο θλίψη, είναι και απορία. Πώς χωρά ο θάνατος μέσα στην
εργασία, μέσα στο «πρέπει», μέσα στη ρουτίνα που μας κρατά όρθιους; Πώς γίνεται
η ζωή να κόβεται όχι σε μια στιγμή εξαιρετική, αλλά σε μια ώρα συνηθισμένη;
Εκεί ακριβώς γεννιέται το υπαρξιακό ερώτημα: αν ο θάνατος παραμονεύει και στην
πιο ταπεινή πράξη, τι αξία έχει τότε η ζωή;
Ίσως
η απάντηση να βρίσκεται όχι στον ίδιο τον θάνατο, αλλά στο ίχνος που αφήνει. Οι
γυναίκες αυτές δεν χάθηκαν ως αριθμοί, ούτε ως «περιστατικό». Ήταν πρόσωπα με
φωνή, με σώμα κουρασμένο, με σκέψεις για το αύριο. Κι αν ο θάνατός τους μας
συγκλονίζει, είναι γιατί μας θυμίζει πως η ανθρώπινη ζωή είναι ανεκτίμητη
ακριβώς επειδή είναι εύθραυστη. Δεν ακυρώνεται από την απώλεια, φωτίζεται.
Το
πένθος, όσο κι αν πονά, είναι και μια μορφή φροντίδας. Μας καλεί να σταθούμε
πιο προσεκτικά ο ένας απέναντι στον άλλον, να διεκδικήσουμε έναν κόσμο όπου η
εργασία δεν θα απειλεί τη ζωή, αλλά θα τη στηρίζει. Να θυμηθούμε πως πίσω από
κάθε θέση εργασίας υπάρχει ένας άνθρωπος που αγαπιέται και αγαπά.
Μπροστά
στον θάνατο δεν έχουμε εύκολες παρηγοριές. Έχουμε όμως τη μνήμη και την ευθύνη.
Να κρατήσουμε ζωντανό το όνομά τους μέσα στη συλλογική συνείδηση, και να
αφήσουμε το πένθος να γίνει εγρήγορση, σεβασμός, αλληλεγγύη. Ίσως τότε ο
θάνατος, χωρίς να παύει να είναι μυστήριο, να μην είναι μάταιος.
Γιατί
όσο θυμόμαστε, όσο νοιαζόμαστε, όσο αλλάζουμε έστω και λίγο τον τρόπο που ζούμε
και εργαζόμαστε μαζί, οι ζωές που χάθηκαν συνεχίζουν να μιλούν. Και μέσα στη
βαριά σιωπή, αυτός ο ψίθυρος είναι ήδη μια μορφή ελπίδας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου