Οι
παλαιότεροι θα θυμούνται τον παλιό φακό χειρός. Ήταν ένα εργαλείο φωτισμού,
ήταν μια μικρή υπόσχεση πως το σκοτάδι μπορεί να ημερεύσει. Με μία μόνο πλακέ
μπαταρία στην καρδιά του, λιτή και βαριά σαν όρκος, έδινε φως όσο χρειαζόταν -
ούτε παραπάνω, ούτε λιγότερο. Ένα φως τίμιο, που δεν εντυπωσίαζε αλλά αρκούσε
για να βρει κανείς τον δρόμο του.
Τον
κρατούσαν τα παιδιά τα χαράματα, όταν η νύχτα δεν είχε ακόμη παραδώσει τα
κλειδιά της μέρας. Πριν τη χαραυγή, πριν ακουστούν τα πρώτα πουλιά, περπατούσαν
στα σοκάκια του Βαλτινού με τον φακό στο χέρι και τα κάλαντα στο στόμα. Το φως του έτρεμε
πάνω στους λασπωμένους δρόμους, στους ασβεστωμένους τοίχους, στις ξύλινες
πόρτες, στα παγωμένα παράθυρα, σαν να δοκίμαζε κι αυτό τη φωνή του. Εκείνο το
φως δεν φώτιζε μόνο τον δρόμο, φώτιζε την προσμονή, την παιδική τόλμη, τη χαρά
του να χτυπάς πόρτες μέσα στο σκοτάδι και να πιστεύεις πως ο κόσμος θα ανοίξει.
Τις
νύχτες ήταν σύντροφος σιωπηλός των χωρικών, των βοσκών, των αγροτών. Στις
στάνες, στα χωράφια, στους χωματόδρομους, ο φακός έκοβε το σκοτάδι σε στενή
λωρίδα, σαν μαχαίρι που δεν πληγώνει. Φώτιζε βήματα, ζώα, πέτρες, ιδρώτα. Δεν
ρωτούσε γιατί, απλώς στεκόταν εκεί, υπάκουος και σταθερός, να κρατά συντροφιά
σε όσους γύριζαν αργά, κουρασμένοι, με το βάρος της μέρας στους ώμους.
Κουβαλά
μνήμες αυτός ο φακός. Μνήμες από χέρια τραχιά και χέρια παιδικά, από ανάσες
κομμένες στο κρύο, από δρόμους που σήμερα φωτίζονται αλλιώς, μα τότε
χρειάζονταν αυτό το μικρό θαύμα. Ίσως γι’ αυτό, όταν τον αντικρίζεις τώρα,
σβηστό και ξεχασμένο, νιώθεις πως δεν κρατάς ένα παλιό αντικείμενο, αλλά ένα
κομμάτι νύχτας που κάποτε έγινε φως. Και μαζί του, έναν τρόπο ζωής όπου το λίγο
αρκούσε και το φως είχε μνήμη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου