Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Οι Καλότυχες του Κουρνιαχτού - Του Χάρη Αγγελή

 

Εκείνο το γιόμα, ο Σιούλας είχε διαταγή από τη μάνα του να πάει ψωμί στον πατέρα, που βοσκούσε τα πρόβατα στις Χαλκιές. Ήταν απ’ τις μέρες που όλοι είχαν δουλειά στο χωράφι και το σπίτι έμενε σχεδόν έρημο. Ετοίμασε τον τρουβά με το ψωμί, πήρε τη φτσέλα με το νερό στον ώμο κι έκανε να ξεκινήσει.

— Θα ’ρθω κι εγώ, του είπε ο Χάρης. Να ιδώ τους δικούς μου. Βγάζουν τα φασόλια εκεί πέρα.

Ο δρόμος μέχρι τη γέφυρα της Φλέβας ήταν γνωστός, πέρασαν το Ζευγαρολίβαδο σιγά-σιγά, σαν να ήθελαν να καθυστερήσουν την ώρα που θα πατούσαν στον χωματόδρομο. Από εκεί και πέρα άρχιζε η δοκιμασία. Ο κουρνιαχτός ανέβαινε ως τα γόνατα και έκαιγε τα πόδια. Βάτα δεξιά κι αριστερά, φορτωμένα κόκκινα μούρα, είχαν τα φύλλα τους πασπαλισμένα από σκόνη και ήλιο.

Περπατούσαν ξυπόλυτοι, όπως όλα τα παιδιά εκείνα τα καλοκαίρια. Για να γλιτώνουν το κάψιμο, σβαρνούσαν τα πόδια μέσα στη σκόνη, αφήνοντας πίσω τους ένα μονοπάτι που έμοιαζε με ζωγραφιά πάνω στον χρυσαφένιο κουρνιαχτό. Και μετρούσαν τους φιδόδρομους, τις αυλακιές που άφηναν τα φίδια όταν έσερναν τις κοιλιές τους.

— Ετούτος είναι πολύ φαρδύς, είπε ο Χάρης. Σαν χοντρή ταινία μοιάζει. Σίγουρα θα ’ναι μεγάλο φίδι… κι ίσως να ’χει και κέρατα.

— Όχι, ρε, απάντησε ο Σιούλας με σιγουριά. Από χελώνα είναι. Δεν βλέπεις παραδίπλα τις νυχιές των ποδιών της;

Πάντα ο Σιούλας ήξερε να ξεχωρίζει τα ίχνη. Από μικρός τριγυρνούσε με τον πατέρα του στα ζώα και μάθαινε τα σημάδια της γης σαν να διάβαζε παλιό, ιερό βιβλίο.

Λίγο παρακάτω σηκώθηκε αέρας. Ένας μικρός ανεμοστρόβιλος περπάτησε πλάι τους, σήκωσε φύλλα ξερά, κουρνιαχτό και λίγες πεταμένες χλόες που στριφογύρισαν σαν μικρές χρυσές σβούρες.

— Αυτές είναι οι Καλότυχες, είπε ο Σιούλας, με ύφος σοβαρό, όπως όταν επαναλάμβανε ιστορίες του πατέρα του. Τη νύχτα τραγουδούν. Αν μαγέψουν ένα παιδί… μπορεί να το πάρουν μαζί τους. Για πάντα.

Ο Χάρης ένιωσε ένα ρίγος να του σφίγγει τα σωθικά, όχι τόσο για τις Καλότυχες όσο για τον κόμπο που του ανέβαινε στη θωριά, μόλις είδε από μακριά τους γονείς του σκυμμένους πάνω στις φασουλιές. Ήταν μια εικόνα που πάντα τον λύγιζε. Οι δικοί του, λουσμένοι στον ιδρώτα, η μάνα με το μαντήλι μουσκίδι, ο πατέρας με τη ράχη σκυφτή σαν ν’ αγκάλιαζε όλο το χωράφι.

— Όταν μαυρίσουν τα μούρα στα βάτα, θα ’ρθουμε να τα μαζέψουμε, είπε ο Σιούλας, κι έστριψε προς τις Χαλκιές.

Ο Χάρης πήρε τον άλλο δρόμο προς το χωράφι των δικών του. Σαν τον είδαν, ξαφνιάστηκαν.

— Κάτσε κάτω απ’ τον φτελιά, του φώναξε η μάνα. Σε λίγο τελειώνουμε να φύγουμε μαζί.

— Γιατί, βρε παιδί μου, περπατάς ξυπόλυτος; είπε ο πατέρας, σκουπίζοντας τον ιδρώτα με την ανάστροφη της παλάμης. Δεν σε πήρα καβουτσούκια;

— Πεινάω, είπε ο Χάρης, και κάθισε σταυροπόδι στον ίσκιο.

Η μάνα του έφερε το φαγητό τους, σκορδάρι, στουμπισμένο σκόρδο με ξίδι κι αλάτι, ανακατεμένο στο νερό. Φαγητό των φτωχών, μα δροσερότατο. Ο Χάρης βούτηξε το ψωμί και ένιωσε το στόμα του να γεμίζει από μια απλή, θεϊκή νοστιμιά. Μες στη λάβα του μεσημεριού, το σκορδάρι έγινε βάλσαμο.

Στο γυρισμό, η μάνα του τού ’βαλε στο κεφάλι το μεσάλι από το ψωμί για να μην τον καίει ο ήλιος. Βαδίζοντας ανάμεσα στους δυο τους, ένιωθε ασφαλής, σαν να περπατούσε μέσα σε κάστρο χτισμένο από αγάπη. Κι αν τολμούσαν οι Καλότυχες… ας έβγαιναν τώρα!

— Μπαμπάκα, ρώτησε, γιατί δεν κάνετε δεματικά να δέσετε τις φασουλιές, όπως τα στάχια;

Ο πατέρας γέλασε.

— Γιατί δεν γλιστράν όπως τα στάχια, παλικάρι μου. Με το δέσιμο θα τριφτούν τα καβούκια και θα πέσουν τα φασόλια χάμω.

Όταν τελείωσαν το ξερίζωμα, φόρτωσαν τα φυτά στο κάρο και τα πήγαν σ’ ένα καινούργιο αλώνι. Τα άπλωσαν στον ήλιο να στεγνώσουν ακόμη, κι άρχισε το συμβούλιο για το ξεσπύρισμα. Με παλούκια; Ή με την αδοκάνη;

Ο πατέρας, όπως πάντα, είπε τον τελευταίο λόγο:

— Με την αδοκάνη.

Η αδοκάνη ήταν ένα τριγωνικό ξύλινο σκεύασμα, σαν σβάρνα, με σιδερένια τριγωνικά δόντια στη μία πλευρά. Τη δένανε στα ζώα, που τη τραβούσαν πάνω από τις φασουλιές, σπάζοντας τα καβούκια και ελευθερώνοντας τον καρπό.

Ο Χάρης στάθηκε στη σκιά κι έβλεπε τον πατέρα να δένει τα ζώα και τη μάνα να ισιώνει τις φασουλιές με μια κίνηση που θύμιζε χάδι. Μέσα στον κουρνιαχτό που σηκωνόταν, μέσα στο φως που έκανε τα πάντα να τρεμοπαίζουν σαν ζωγραφιά, ο κόσμος έμοιαζε μεγάλη, χρυσή αγκαλιά.

Κι εκεί, για πρώτη φορά, του πέρασε μια σκέψη, πως οι άνθρωποι που σκύβουν στη γη, που παλεύουν με τον κάματο και το λιοπύρι, έχουν μέσα τους μια κρυφή, ανεξήγητη δύναμη. Σαν τις Καλότυχες, μόνο που εκείνοι δεν παίρνουν τα παιδιά. Αντίθετα, τα κρατούν.

Και τα μαθαίνουν να πατούν στη γη χωρίς φόβο.

Αργά το απόγευμα, όταν η αδοκάνη άρχισε να χτυπά ρυθμικά τις φασουλιές, ο ήχος έμοιαζε με τραγούδι. Όχι απόκοσμο, σαν των Καλότυχων, μα ανθρώπινο, βαρύ και αληθινό. Ένα τραγούδι δουλειάς, καλοκαιριού και ζωής που ξέρει να συνεχίζεται κόντρα σε κάψες, κουρνιαχτούς και βάτα.

Και ο Χάρης, ακουμπώντας το κεφάλι στα γόνατα της μάνας του, ένιωσε πως ποτέ άλλοτε ο κόσμος δεν ήταν τόσο απλός, και τόσο ασφαλής.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας