Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Στη μνήμη του πατέρα μου, Αντώνη - η πιο σιωπηλή επιβράβευση της ζωής μου

 

Ο πατέρας μου ήταν αγροφύλακας και άνθρωπος της γης.
Όχι γιατί δούλευε μόνο με τα χέρια, αλλά γιατί ήξερε να στέκεται χαμηλά, εκεί όπου τα πράγματα δεν κάνουν θόρυβο. Αρκούνταν στα λίγα, όχι από φτώχεια, αλλά από επίγνωση. Η αυτάρκεια ήταν το άτυπο μάθημά του. Ένας τρόπος να αντέχει τον κόσμο και, σιωπηλά, να μας μαθαίνει να αντέχουμε κι εμείς.

Όταν κάποτε του είπα πως θα κατέβω στις εκλογές, η γαλήνη του ράγισε. Δεν αντέδρασε με λόγια, διάλεξε τη σιωπή. Απέφευγε να με κοιτάζει κατάματα, σαν να φοβόταν ότι, αν μιλούσαμε, η απόφαση θα έπαιρνε σάρκα και οστά. Περίμενε να υποχωρήσω. Να επιστρέψω στο μέτρο που εκείνος πίστευε πως προστατεύει. Μα εγώ προχώρησα. Κατάρτισα συνδυασμό. Έβαλα υποψηφιότητα. Πήρα το ρίσκο που εκείνος δεν ήθελε να σηκώσω.

Το απόγευμα των εκλογών, στο εκλογικό κέντρο της Φωτάδας, ο χρόνος έμοιαζε να κρατά την ανάσα του. Κι όταν έφτασαν τα τελικά αποτελέσματα και επιβεβαίωσαν την εκλογή μου, η χαρά ξέσπασε σαν νερό που έσπασε φράγμα. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και κατευθυνθήκαμε για το Βαλτινό. Εκεί ο κόσμος είχε ήδη μαζευτεί, πυκνός σαν πανηγύρι ψυχών. Δεν πρόλαβα να πατήσω καλά-καλά στο χώμα, χέρια με σήκωσαν, ώμοι με κράτησαν ψηλά, φωνές με συνόδευσαν μέσα σε επευφημίες. Για λίγα μέτρα έπαψα να ανήκω στο έδαφος.

Ύστερα ήρθαν οι αγκαλιές. Φιλιά, συγχαρητήρια, πρόσωπα φωτεινά. Και μέσα σε αυτό το πλήθος, σαν ήρεμο ρεύμα που διασχίζει φουρτουνιασμένο ποτάμι, είδα τη μάνα μου και τον πατέρα μου να πλησιάζουν. Στα μάτια τους διάβασα κάτι που δεν χωρούσε σε λόγια: χαρά, ναι, αλλά και ανακούφιση, ικανοποίηση για έναν στόχο που έπιασε τόπο.

Άρπαξα τη μάνα μου πρώτη. Την αγκάλιασα σφιχτά, σαν να ήθελα να επιστρέψω μέσα της όλα όσα μου είχε δώσει. Κι ύστερα ήρθε ο πατέρας μου. Αγκαλιαστήκαμε. Σφιχτά. Και για λίγα δευτερόλεπτα ακουμπήσαμε τα μάγουλά μας. Μια κίνηση απλή, σχεδόν ανεπαίσθητη για τους άλλους, μα για μένα κοσμογονική.

Δεν ήταν άνθρωπος των εκδηλώσεων. Η επιβράβευση του φαινόταν επικίνδυνη, φοβόταν πως θα φουσκώσουν τα μυαλά μου, πως η υπερηφάνεια θα ξεπεράσει το μέτρο. Ίσως πίσω από αυτόν τον φόβο να κρυβόταν η δική του ανασφάλεια. Όμως εκείνη τη στιγμή κάτι λύγισε μέσα του. Ίσως ένιωσε πως δεν κινδυνεύω πια. Ίσως πως στάθηκα όρθιος. Και αφέθηκε.

Εκείνο το άγγιγμα των μάγουλων ήταν η σιωπηλή του ευλογία.
Και για μένα, μέσα σε όλες τις φωνές, τα χειροκροτήματα και τους τίτλους, ήταν το μεγαλύτερο τρόπαιο της ζωής μου.


Δ.Τ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας