Ο
νεοκτισμένος αναθηματικός ναΐσκος υψώνεται διακριτικά στον αύλειο χώρο,
χτισμένος από πέτρα ζεστή στο χρώμα και σκεπασμένος με κεραμίδια που βαραίνουν
όμορφα πάνω στη μικρή του στέγη. Το λιτό καμπαναριό του, με τον σταυρό στην
κορυφή, μοιάζει περισσότερο με χειρονομία παρά με δήλωση, μια κίνηση προς τον
ουρανό, χαμηλόφωνη και σταθερή. Από τα στενά του παράθυρα ξεχύνεται φως
κιτρινωπό, που σπάει τη μελαγχολία του συννεφιασμένου ουρανού και καθρεφτίζεται
στο βρεγμένο λιθόστρωτο της αυλής.
Μπροστά
στην είσοδο, η πέτρα του δαπέδου γυαλίζει από τη βροχή, ενώ το εσωτερικό του
ναΐσκου αποκαλύπτεται μέσα από το ανοιχτό άνοιγμα: ένα μικρό τέμπλο, αναμμένα
κεριά, σιωπή. Η ανθρώπινη παρουσία υποδηλώνεται όχι από φωνές, αλλά από την
τακτοποιημένη φροντίδα του χώρου, από το άναμμα του φωτός που περιμένει τον
προσκυνητή χωρίς να τον καλεί επιτακτικά.
Λίγα
μέτρα πιο πέρα, ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου δεσπόζει με την οικεία του μορφή,
ενώ στο βάθος το Κουρσούμ τζαμί, με τον μολυβδοσκέπαστο θόλο και τον ψηλό
μιναρέ, στέκει βαρύ και σιωπηλό, φορέας μιας άλλης εποχής. Οι όγκοι των
κτισμάτων δεν ανταγωνίζονται, συνυπάρχουν. Το παλιό και το νέο, το χριστιανικό
και το μουσουλμανικό, το ταπεινό και το μνημειακό, συγκροτούν ένα ενιαίο τοπίο
μνήμης.
Ο
ναΐσκος, καρπός της δωρεάς μιας οικογένειας συμπολιτών, εντάσσεται φυσικά σε
αυτό το σύνολο. Δεν επιδιώκει να ξεχωρίσει, αλλά να προστεθεί. Να λειτουργήσει
ως προσκυνηματικό σημείο καθημερινό, ανοιχτό, ανθρώπινο. Είναι ένα αναθηματικό
ίχνος πίστης που μετατρέπεται σε συλλογικό αγαθό, σε στοιχείο του χώρου και της
πόλης.
Καθώς
πέφτει το φως της ημέρας και οι σκιές των δέντρων απλώνονται στην αυλή, ο
μικρός ναΐσκος μοιάζει να κρατά αναμμένη μια ελάχιστη φλόγα ανάμεσα στους
αιώνες. Όχι για να τους εξηγήσει, αλλά για να τους φωτίσει στιγμιαία. Και μέσα
σε αυτή τη σιωπηλή συνύπαρξη των μνημείων, ο τόπος αποκτά βάθος, όχι μόνο
ιστορικό, αλλά και ανθρώπινο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου