Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

Απεβίωσε ο Θεόδωρος Α. Αθάνατος

 

Απεβίωσε ο συγχωριανός μας Θεόδωρος Αθάνατος του Αριστείδη και της Βιργινίας την Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025, σε ηλικία 72 ετών. Ο Θεόδωρος Αθάνατος γεννήθηκε το 1953 στο Βαλτινό. Ήταν παντρεμένος με την Αικατερίνη, το γένος Αθανασίου Βαγγελού και απόχτησαν τρία παιδιά, τον Αθανάσιο, τον Αριστείδη και τον Στέφανο. 

Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει την Παρασκευή 05-12-2025 και ώρα 12:00  μεσημβρινή, στον Ιερό Ναό Αγ. Αθανασίου Βαλτινού Τρικάλων. Παρακαλούνται οι συγγενείς και φίλοι να προσέλθουν και να συνοδεύσουν την εκφορά  αυτού.

Σημ.: 1) Η σορός θα μεταφερθεί στον Ιερό Ναό στις 05/12/2025  και ώρα 11:30 π. μ.

2) Αντί στεφάνων θα συγκεντρωθούν χρήματα για φιλανθρωπικό σκοπό.



Αναβολή της σημερινής εξέτασης τεστ Παπ στο Βαλτινό

 

Αναβλήθηκε η σημερινή, προγραμματισμένη εξέταση για το τεστ Παπανικολάου στο Βαλτινό, λόγω των εργασιών ανακαίνισης που πραγματοποιούνται στους χώρους του ΚΕΠ και του Αγροτικού Ιατρείου, στο δημοτικό κατάστημα.

Η εξέταση θα διεξαχθεί σε νέα ημερομηνία, η οποία θα ανακοινωθεί σύντομα, ώστε να διασφαλιστούν οι κατάλληλες συνθήκες εξυπηρέτησης και ασφάλειας για όλες τις συμμετέχουσες.


Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία – 3 Δεκεμβρίου

 

Η Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία, που τιμάται κάθε χρόνο στις 3 Δεκεμβρίου, είναι μια πρόσκληση για δράση, κατανόηση και αλλαγή. Μας καλεί να αναγνωρίσουμε ότι η αναπηρία δεν είναι αδυναμία, αλλά μια διαφορετική συνθήκη ζωής που απαιτεί ίσες ευκαιρίες, σεβασμό και ουσιαστική συμπερίληψη.

Στον πυρήνα της ημέρας βρίσκεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην εργασία, στον πολιτισμό, στον δημόσιο χώρο. Δικαίωμα στην ανεξάρτητη διαβίωση, στις τεχνολογίες υποστήριξης, στην προσβασιμότητα. Αυτά δεν είναι προνόμια, αλλά θεμελιώδεις όροι μιας κοινωνίας που θεωρεί τον εαυτό της πραγματικά δημοκρατικό.

Η ζωή των ατόμων με αναπηρία δεν χρειάζεται οίκτο, χρειάζεται ισότιμη συμμετοχή, ακρόαση, διάλογο. Χρειάζεται μια κοινωνία που να βλέπει πέρα από το εμπόδιο, αναγνωρίζοντας τις δυνατότητες, τη δημιουργικότητα, το ταλέντο και τις καθημερινές μικρές και μεγάλες μάχες που συχνά περνούν απαρατήρητες.

Η 3η Δεκεμβρίου μας υπενθυμίζει ότι η κοινωνία προχωρά όταν κανείς δεν μένει πίσω. Όταν αναγνωρίζουμε ότι η διαφορετικότητα μας ενώνει, όταν η δύναμη ενός ανθρώπου δεν μετριέται από τα εμπόδια που έχει μπροστά του, αλλά από τις ευκαιρίες που του δίνουμε να τα ξεπεράσει.

Ας κάνουμε αυτή την ημέρα αφετηρία. Αφετηρία για μια κοινωνία που δε μιλά για τα άτομα με αναπηρία, αλλά μαζί τους. Για μια κοινωνία όπου κάθε άνθρωπος μπορεί να ζει, να συμμετέχει και να ονειρεύεται ισότιμα.


Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025

Παρουσίαση τεκμηρίου για τη Δημοπρασία του 1922

Στο σημερινό μας δημοσίευμα παρουσιάζουμε ένα μικρό αλλά πολύτιμο τεκμήριο της ιστορίας του Βαλτινού, το οποίο ανασύραμε από την εφημερίδα «Θάρρος» των Τρικάλων, ημερομηνίας 4 Σεπτεμβρίου 1922. Πρόκειται για μια καταχωρημένη Διακήρυξη πλειοδοτικής δημοπρασίας που διενεργούσε τότε το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του χωριού μας.

Το έγγραφο αυτό μας δίνει μια καθαρή εικόνα για έναν τρόπο οικονομικής διαχείρισης που σήμερα μοιάζει ξεχασμένος: την εκτροφή ζώων από τον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού, με σκοπό τη δημιουργία εσόδων για τις ανάγκες του ναού και της κοινότητας. Η πρακτική αυτή ήταν διαδεδομένη στη Θεσσαλία των αρχών του 20ού αιώνα και αντικατοπτρίζει τον ενεργό ρόλο των τοπικών εκκλησιαστικών συμβουλίων στη ζωή του χωριού.

Στη δημοπρασία, η οποία πραγματοποιήθηκε στο χώρο της εμποροπανήγυρης Τρικάλων στις 5 Σεπτεμβρίου 1922, εκποιήθηκαν δύο βόδια, μια αγελάδα με το μοσχάρι της και μία βουβάλα. Η δημοσίευση στην εφημερίδα λειτουργούσε ως επίσημη ανακοίνωση προς το κοινό, διασφαλίζοντας τη διαφάνεια και τη συμμετοχή ενδιαφερομένων από την ευρύτερη περιοχή.

Ακολουθεί το κείμενο όπως δημοσιεύθηκε:

«ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ
Το Εκκλησ. Συμβούλιον Βαλτσινού
Διακηρύττει, ότι
Εκτίθεται εις πλειοδοτικήν δημοπρασίαν η εκποίησις δύο βοών, μιας αγελάδος μετά του μόσχου της και μιας βουβάλου. Η δημοπρασία ενεργηθήσεται εις τον τόπον της εμποροπανηγύρεως Τρικκάλων την 5 Σ/μβρίου ημέραν Δευτέραν και ώραν 9–12 π.μ.
Βαλτσινόν 3 Σεπτεμβρίου 1922
Το Εκκλησ. Συμβούλιον»

Το τεκμήριο αυτό μας υπενθυμίζει ότι ο ναός υπήρξε για δεκαετίες όχι μόνο πνευματικό κέντρο, αλλά και πυλώνας οικονομικής στήριξης του χωριού. Μέσα από τέτοιες πρωτοβουλίες εξασφαλίζονταν πόροι για λειτουργικές ανάγκες, συντήρηση, αλλά και βοήθεια προς τους πιο αδύναμους της κοινότητας.

Αναδεικνύοντας τέτοια ιστορικά ίχνη, φωτίζουμε πλευρές της καθημερινότητας και της οργάνωσης του χωριού μας που αξίζει να θυμόμαστε και να διαφυλάσσουμε.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

«Ο χειμώνας που ήθελα να κρατήσει για πάντα» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Αρχές Δεκέμβρη. Ο πάγος είχε απλώσει το αόρατο σεντόνι του πάνω στο χώμα και στα χόρτα, στις πέτρες, στα λασπόνερα που έμεναν στις αυλακιές. Έβγαινα το πρωί και πριν ακόμη ξεκινήσουν τα κοκόρια να λαλούν, πήγαινα να πατήσω την τσιάφη, να ακούσω αυτό το κράτς που έσπαγε την ησυχία και μου θύμιζε γυαλιά που σπάνε, πιάτα που γκρεμίζονται όλα μαζί, μια μουσική που δεν ήξερα πώς να την εξηγήσω, μόνο που την άκουγα μέσα στο στέρνο μου.

Φορούσα τις γαλότσες μου, εκείνες που μου αγόρασε η μάνα από το πανηγύρι, με το γκρίζο χρώμα που μύριζε λάστιχο και χωματένιο νερό, και τις τράβαγα μέχρι να σφίξουν καλά στις γάμπες. Από πάνω φορούσα τη φούστα μου, εκείνη που μου έπεφτε λίγο κοντή, και τη ζακετούλα με τις φθαρμένες μανσέτες που άφηναν τον κρύο αέρα να περνάει και να μου τσιμπάει τα μπράτσα, λες και ήθελε να ξυπνήσει το παιδί που έκρυβα μέσα μου.

Έπαιρνα την τσίγκινη σκάφη της μάνας, που τη χρησιμοποιούσε για να πλένει τα ρούχα μας. Όταν δεν είχε μπουγάδα, την έκανα έλκηθρο, το δικό μου ασημένιο καράβι πάνω στον πάγο, μέσα στο οικόπεδό μας. Τα αυλάκια που είχε ανοίξει ο πατέρας για να στραγγίζει το χωράφι γέμιζαν νερά, και το πρωί τα έβρισκα όλα παγωμένα, σκληρά, γυαλιστερά σαν καθρέφτες.

Έλεγα στον αδερφό μου να ανέβει μαζί με την φίλη του τη Λουκία μέσα στη σκάφη, κι εγώ από πίσω τους έδινα μια γερή σπρωξιά. Γλιστρούσε πάνω στον πάγο με φόρα, και γελούσαμε, κι εγώ έτρεχα ξοπίσω να τους προλάβω πριν τους καταπιεί η γωνία του αυλακιού. Κάθε φορά που σταματούσαν, έβλεπα τα μάγουλά τους κατακόκκινα, να αχνίζουν απ’ την ανάσα τους που έβγαινε λευκή, και τα μάτια τους να λάμπουν από χαρά.

Η μάνα μας έβλεπε και φώναζε:
«Θα σπάσετε κανένα κεφάλι, μωρέ! Μπείτε μέσα!»
Αλλά ποιος να την ακούσει; Μέχρι που κρύωνα τόσο, που ένιωθα τα δάχτυλά μου να καίνε από το πολύ κρύο, και τότε μαζευόμουν μέσα, να μυρίσω τη ζεστασιά από το ξύλο που έκαιγε στη σόμπα και να φάω το ψωμί που έβαζε η μάνα πάνω στο μάτι της να ζεσταθεί.

Με τις γαλότσες μου, όμως, το μεγαλύτερο παιχνίδι ήταν να σπάω τον πάγο. Έβρισκα όλες τις λακκούβες, τις μεγάλες, τις μικρές, κι έδινα μια γερή κλωτσιά. Ο πάγος έσπαγε με θόρυβο, σαν να γκρεμιζόταν κάτι μεγάλο, κι εγώ γελούσα μόνη μου, απολαμβάνοντας τη δύναμη που είχα να σπάω τον ήχο της σιωπής.

Ήταν εκείνες οι στιγμές που ήθελα να είμαι μόνη μου. Να παίζω χωρίς να με κοιτάει κανείς, να μη χρειάζεται να εξηγήσω γιατί μου άρεσε να ακούω τον πάγο να σπάει. Να αφήνω τα πόδια μου να πατάνε πάνω στον παγωμένο πάγο και να κάνω γλιστρήματα μικρά, μέχρι να νιώσω ότι μπορώ να πετάξω.

Ένα πρωινό, ξύπνησα και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Το είχε στρώσει χιόνι. Όλα λευκά, καθαρά, σαν να ήθελε ο Θεός να σβήσει τα πατήματα, τις λάσπες και τις έγνοιες των μεγάλων. Κόλλησα το πρόσωπό μου στο τζάμι και ένιωσα το κρύο του να με τσιμπάει στο δέρμα. Έβλεπα τις νιφάδες να στροβιλίζονται σαν μικρές μπαλαρίνες, να πέφτουν και να ακούω εκείνον τον ήχο. Το θρόισμα που έκαναν όταν ακουμπούσαν το χιόνι, αυτόν τον ήχο που δεν μπορώ να περιγράψω, αλλά ξέρω ότι υπάρχει και με καλεί να τον ακούσω κάθε φορά που χιονίζει.

Το χιόνι μύριζε καθαριότητα, μύριζε δροσιά και πάγο, και η ανάσα μου πάγωνε στην καθαρή ατμόσφαιρα, μπερδευόταν με τον καπνό από τη σόμπα και τη μυρωδιά του υγρού ξύλου που έκαιγε. Όταν η μάνα έφερνε μέσα την παγωμένη μπουγάδα, το σπίτι γέμιζε αυτή τη μυρωδιά, τη φρεσκάδα που έφερνε το χιόνι πάνω στα ρούχα, κι εγώ μύριζα βαθιά για να τη θυμάμαι όταν θα μεγάλωνα.

Εκείνη τη χρονιά έριξε πολύ χιόνι. Πάρα πολύ. Σκέπασε αυλές, δρόμους, σπίτια. Ο δρόμος χάθηκε κάτω από το λευκό, και η μάνα έσκαβε με το φτυάρι να ανοίξει μονοπάτι να πάει στον στάβλο. Έκανε τόσο κρύο, που οι σταλακτίτες από τα κεραμίδια έφταναν σχεδόν στο χιόνι, ένα μέτρο κρύσταλλο που έλαμπε στον ήλιο όταν έβγαινε. Το σχολείο έκλεισε και παρακαλούσαμε να μη λιώσει το χιόνι.

Ήρθε το γκρέιτερ να ανοίξει τον δρόμο μετά από μέρες, έσπρωχνε το χιόνι στις άκρες κι έκρυβε τα σπίτια, κι από το διώροφο σπίτι της Γιάννας φαινόταν μόνο η σκεπή. Βγήκαμε όλα τα παιδιά να παίξουμε, τα στενά γεμάτα παγωμένο χιόνι που έκανε το κράτς κάθε φορά που περπατούσες, σαν μικρές νότες μέσα στο λευκό.

Στην άκρη περνούσε ένα μικρό ποταμάκι, που είχε παγώσει τόσο, που παίζαμε πάνω του και δεν έσπαγε. «Πάμε να πάρουμε τη σκάφη της μάνας σου», είπα στη Γιάννα. «Τι να την κάνουμε;» ρώτησε, κι εγώ γέλασα: «Έλκηθρο!». Τρέξαμε με τη σκάφη στα χέρια, κι έγινε χαμός. Μια να γεμίζει παιδιά, μια να αδειάζει, γέλια, φωνές, γλιστρήματα, κρύο που δεν μας άγγιζε.

Η Γιάννα φώναξε: «Θα φτιάξουμε λαβύρινθο!». Κι αρχίσαμε να σκάβουμε με τα χέρια και τα πόδια, να φτιάχνουμε δρομάκια στο χιόνι, να περνάμε μέσα από αυτά τρέχοντας, πατώντας το χιόνι που έτριζε από κάτω. Τα χέρια μας πάγωσαν, οι μπότες μας γέμισαν χιόνι, τα πόδια μας βράχηκαν, τα δάχτυλά μας κοκάλωσαν, και τα βάζαμε κάτω από τις μασχάλες για να ζεσταθούν.

Μα δε σταματούσαμε. Εκείνο το χιόνι έμεινε έναν μήνα. Σπάγαμε τον πάγο και τον γλείφαμε σαν γλειφιτζούρι. Κόβαμε σταλακτίτες και τους τρώγαμε. Και στο τέλος, όλα τα παιδιά αρρωστήσαμε, μα κανείς δεν το μετάνιωσε. Γιατί εκείνος ο χειμώνας ήταν ο χειμώνας που ήθελα να κρατήσει για πάντα.

Εκείνος που ακόμα, κάθε Δεκέμβρη, τον ψάχνω στο κρύο που έρχεται από τα βουνά, στον ήχο που κάνει το χιόνι όταν πέφτει, στη μυρωδιά που αφήνει πίσω του το λευκό.

Εκείνος ο χειμώνας, που μου έμαθε πως η χαρά χωράει σε μια τσίγκινη σκάφη, σε ένα σπασμένο κομμάτι πάγου, σε ένα κομμάτι παιδικής καρδιάς που αρνείται να μεγαλώσει.


Γιορτινή Φωταγώγηση του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου στο Βαλτινό

 

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού έχει τη χαρά να ανακοινώσει την έναρξη της φετινής εορταστικής περιόδου με τη φωταγώγηση του χριστουγεννιάτικου δέντρου, την Κυριακή 7 Δεκεμβρίου, στις 17:00 μ.μ., στην κεντρική πλατεία του χωριού. Πρόκειται για μια γιορτή που έχει πλέον καθιερωθεί ως αγαπημένη συνάντηση για μικρούς και μεγάλους, φέρνοντας στο επίκεντρο το πνεύμα της αλληλεγγύης, της χαράς και της κοινότητας.

Η εκδήλωση θα πλαισιωθεί από εορταστική μουσική, δημιουργώντας το κατάλληλο σκηνικό για μια ζεστή και φωτεινή βραδιά. Παράλληλα, οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν έναν πλούσιο μπουφέ, προσφορά του Συλλόγου, που θα συμπληρώσει ιδανικά τη γιορτινή ατμόσφαιρα.

Την πιο μαγική πινελιά της βραδιάς θα προσθέσει ο αγαπημένος Άγιος Βασίλης, ο οποίος θα μοιράσει χαμόγελα και δώρα στα παιδιά. Σε αυτή τη ζεστή πρωτοβουλία συμβάλλει και η διοίκηση της ποδοσφαιρικής ομάδας Βαλτινού, προσφέροντας δώρα σε όλα τα παιδιά του χωριού, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο το πνεύμα προσφοράς και χαράς.

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού απευθύνει θερμή πρόσκληση σε όλους τους κατοίκους και φίλους του χωριού να συμμετάσχουν στη γιορτή και να μοιραστούν μαζί τη μαγεία των Χριστουγέννων. Με φως, μουσική, γεύσεις και χαρούμενες παιδικές φωνές, η κεντρική πλατεία θα αποτελέσει το σημείο όπου η κοινότητα θα γιορτάσει ενωμένη την πιο όμορφη εποχή του χρόνου.


Π.Ο. ΑΓΙΑΞ ΑΣΠΡΟΚΚΛΗΣΙΑΣ – Α.Ο. ΒΑΛΤΙΝΟΥ 4-4

 Το Βαλτινό που αρνήθηκε να χάσει – Μια ιστορία επιστροφής ως το τελευταίο δευτερόλεπτο


Στο γήπεδο της Ασπροκκλησιάς, μέσα σε έναν αγώνα που έμοιαζε περισσότερο με αφήγηση παρά με ποδόσφαιρο, ο Α.Ο. Βαλτινού απέδειξε για άλλη μια φορά γιατί βρίσκεται στην κορυφή του ομίλου. Όχι μόνο για τη βαθμολογική του θέση, αλλά για τον χαρακτήρα μιας ομάδας που δεν παραδίδει ποτέ τα όπλα.

Το Βαλτινό ξεκίνησε όπως τελειώνουν οι καλές ομάδες, με αυτοπεποίθηση και γρήγορο γκολ. Παρ’ όλα αυτά, ο αγώνας πήρε φωτιά, και λίγο μετά ο ΑΓΙΑΞ γύρισε προσωρινά την πλάστιγγα, φτάνοντας μέχρι και στο 2-1 του ημιχρόνου. Το παιχνίδι έδειχνε δύσκολο, αλλά οι παίκτες του Βαλτινού είχαν ακόμη δρόμο μπροστά τους.

Με την έναρξη της επανάληψης, η φιλοξενούμενη ομάδα ξαναπήρε τον έλεγχο. Μέσα από πίεση, κίνηση και σωστή κυκλοφορία, το Βαλτινό έφτασε στην ισοφάριση και λίγο αργότερα στην ανατροπή: 2-3. Μια υπόθεση δυναμισμού και επιμονής.

Κι όμως, σε ένα παιχνίδι που έμοιαζε να αλλάζει χέρια κάθε λίγα λεπτά, ο ΑΓΙΑΞ βρήκε τον τρόπο να απαντήσει δις, φτάνοντας στο 4-3. Για πολλούς, αυτό θα ήταν το σημείο που τελειώνουν οι ελπίδες. Όχι όμως για το Βαλτινό.

Στις καθυστερήσεις, στην τελευταία ανάσα του αγώνα, μια στιγμή πίεσης, ένα λάθος των γηπεδούχων, κι ένα πέναλτι που ήρθε σαν δικαίωση της προσπάθειας όλης της ομάδας. Η μπάλα βρήκε δίχτυα, γράφοντας το 4-4 και σώζοντας έναν βαθμό που άξιζε όχι για το σκορ, αλλά για την επιμονή.

Ήταν ένα παιχνίδι γεμάτο συναισθήματα, ομορφιά και ανατροπές.
Και το Βαλτινό έδειξε πως, ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα, υπάρχει πάντα χώρος για μια τελευταία μάχη.

Μπράβο στα παιδιά για την ψυχή που έβγαλαν και συγχαρητήρια στην ομάδα της Ασπροκκλησιάς για έναν αγώνα που θα μνημονεύεται.


Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

Ο Δεκέμβριος στο χωριό

 

Ο Δεκέμβριος στο χωριό κατεβαίνει σαν αχνό πέπλο πάνω από τις σκεπές. Η ομίχλη τυλίγει τα χωράφια και τα κάνει να μοιάζουν με θάλασσα που κοιτάζει προς τον ουρανό και περιμένει σημάδι από το χειμωνιάτικο φως.

Το βράδυ, όταν τα φώτα στα σπίτια ανάβουν νωρίς, το χωριό μοιάζει να μαζεύει τις κουβέντες, να τις σιγοψιθυρίζει πίσω από κουρτίνες, αφήνοντας την ησυχία να κυλήσει στα στενά σαν λεπτός αέρας.

Ο Δεκέμβριος στο χωριό είναι μια πρόσκληση για ενδοσκόπηση, μια ευκαιρία να κοιτάξει κανείς την πορεία του όπως κοιτάζει το χιόνι πριν πέσει, καθαρό, αναπόφευκτο, έτοιμο να σκεπάσει όσα πρέπει να κρυφτούν για λίγο για να ξαναγεννηθούν.

Και κάπου ανάμεσα στις γιορτές και την καθημερινότητα, ανάμεσα στην προσμονή και την ανάμνηση, ο Δεκέμβριος γίνεται γέφυρα. Μας περνά από όσα υπήρξαν σε όσα έρχονται, με τον τρόπο που μόνο ένα μικρό χωριό ξέρει, αθόρυβα, αλλά με βάθος.

Καλημέρα! Καλή εβδομάδα! Καλό μήνα!

Νέο ποιμαντικό ξεκίνημα στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού

 

Μετά την αποχώρηση του πατρός Κωνσταντίνου Ζαχαράκη από τον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Βαλτινού, λόγω συνταξιοδότησης τον περασμένο Οκτώβριο, η ενορία εισήλθε σε μια περίοδο μετάβασης, η οποία συνοδεύτηκε από ευγνωμοσύνη για το έργο του απερχόμενου ποιμένα και προσδοκία για τη νέα ποιμαντική πορεία του χωριού.

Αρχικά, το Βαλτινό υποδέχτηκε τον πατέρα Αλέξανδρο Αγγελόπουλο, ο οποίος ανέλαβε προσωρινά τα καθήκοντα της ιερατικής διακονίας, προσφέροντας με συνέπεια τη λειτουργική και πνευματική του παρουσία. Στη συνέχεια, με απόφαση της Μητροπόλεως, τοποθετήθηκε ο πατέρας Δωρόθεος Κατσαρός, συνεχίζοντας το έργο της ποιμαντικής μέριμνας και καλύπτοντας τις ανάγκες της ενορίας σε μια φάση αναζήτησης σταθερού λειτουργού.

Χθες Κυριακή, ο πατέρας Βαρθολομαίος ανακοίνωσε στο εκκλησίασμα ότι η Μητρόπολη κατέληξε οριστικά στον διορισμό νέου μόνιμου ιερέα. Έτσι, ο πατέρας Αχίλλειος Σακελαρίου αναλαμβάνει πλέον ως τακτικός ιερέας του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου Βαλτινού, δίνοντας ένα τέλος στην περίοδο μεταβατικότητας και ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο για την ενορία.

Η τοπική κοινότητα καλωσορίζει τον νέο ποιμένα της με ελπίδα και ενότητα, προσβλέποντας στη συνέχιση της πνευματικής καλλιέργειας, της λειτουργικής ζωής και της ποιμαντικής φροντίδας που αποτελούν θεμέλια της εκκλησιαστικής παράδοσης του Βαλτινού.


Στιγμές ανάμεσα στη γη και στους ανθρώπους

 

Την ώρα του διαλείμματος, όπως αποτυπώνεται στη φωτογραφία, μοιάζει να παγώνει ο χρόνος πάνω στο χώμα του Βαλτινού. Εκεί, όπου οι μέρες δεν είχαν ωράρια και η εργασία ξεκινούσε πριν ακόμη ξημερώσει ο ουρανός και τελείωνε μόνο όταν το φως έσβηνε πίσω από τις λεύκες. Σ’ εκείνο το χωράφι, η κούραση ήταν καθημερινός σύντροφος, μα και η συντροφικότητα το ίδιο.

Το κολατσιό βγαίνει από τον παλιό τρουβά, με την απλότητα που γεννά η ανάγκη και ευλογεί η γη. Ψωμί, λίγες ελιές, ίσως λίγο τυρί τυλιγμένο σε ύφασμα. Το μεσημέρι δεν ήταν ποτέ σπουδαία υπόθεση, γινόταν επιτόπου, με ό,τι υπήρχε, γύρω από τα εργαλεία που ακουμπούσαν για λίγο, σαν να έπαιρναν κι αυτά μια ανάσα.

Κι εκεί, στη δραγασιά του παππού Κώστα, το πρόχειρο καταφύγιο από κλαδιά και χορτάρια, η γη έβρισκε τον τρόπο να γίνει πιο φιλική. Από ένα μικρό μπουκάλι έβγαινε το τσιπουράκι, να ζεστάνει τους άντρες και να γλυκάνει για λίγο το απομεσήμερο. Ήταν λιγοστό, μα είχε τη δύναμη να φέρνει γέλιο, κουβέντα, κουράγιο.

Κοιτάζοντας τις μορφές στη φωτογραφία, μπορεί κανείς να αφουγκραστεί την αλληλεγγύη που χαρακτήριζε τη ζωή στο Βαλτινό. Τρεις οικογένειες δούλευαν πλάι πλάι, όπως το ήθελε το έθιμο και το απαιτούσε η ανάγκη του τόπου, σήμερα βοηθούσε η μία, αύριο η άλλη. Η γη δεν ήταν ατομική υπόθεση, ήταν κοινό χρέος, κοινή μοίρα.

Παιδιά καθισμένα στις πατούσες της γης, γυναίκες με δισάκια και ταψιά στο χέρι, άντρες που κρατούν για λίγη ώρα το ποτήρι αντί για το φτυάρι. Όλοι μαζί, μια μικρή κοινότητα που πορεύεται με τα ίδια βήματα, τις ίδιες ελπίδες, το ίδιο ψωμί.

Κι έτσι το διάλειμμα, τόσο ταπεινό και τόσο πολύτιμο, γίνεται κάτι μεγαλύτερο, ένα πνεύμα ενότητας που διαπερνά τον χρόνο. Ένα σημάδι πως η ζωή, όσο δύσκολη κι αν ήταν, είχε πάντα χώρο για ένα χαμόγελο, για μια γουλιά τσίπουρο, για μια στιγμή που οι άνθρωποι θυμούνταν πως δεν είναι μόνοι.

Αυτό ήταν το Βαλτινό, ένας τόπος όπου η γη έτρεφε τα σώματα, αλλά η συντροφικότητα έθρεφε τις ψυχές.


Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Η Ορκωμοσία του Κοινοτικού Συμβουλίου Βαλτινού (1954): Ένα τεκμήριο θεσμικής μνήμης

 

Το παρόν τεκμήριο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα διοικητικά κατάλοιπα της μεταπολεμικής περιόδου για την Κοινότητα Βαλτινού. Πρόκειται για το επίσημο έγγραφο ορκωμοσίας του Κοινοτικού Συμβουλίου, το οποίο συντάχθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων στις 23 Δεκεμβρίου 1954. Με ύφος τυπικό, ακριβές και ενταγμένο στη διοικητική γλώσσα της εποχής, το έγγραφο καταγράφει τη διαδικασία με την οποία οι νεοεκλεγέντες κοινοτικοί σύμβουλοι -Στέφανος Ηλ. Σταμούλης, Κωνσταντίνος Ευαγγ. Τσιγάρας, Χρήστος Αθαν. Πράτας, Χρήστος Αθαν. Κουφοχρήστος και Αθανάσιος Δημ. Κολοβελώνης- παρουσιάστηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αναστασίου Χαλκιαδάκη και του Γραμματέα Δημητρίου Ζάδδα για να δώσουν τον προβλεπόμενο όρκο.

Η αξία του εγγράφου υπερβαίνει την απλή διοικητική του λειτουργία. Αποτελεί τεκμήριο της πολιτικής οργάνωσης και της τοπικής αυτοδιοίκησης της εποχής, αποτυπώνοντας την επίσημη τελετουργία, την επιρροή των θεσμικών και πολιτειακών πλαισίων του 1950, καθώς και τα πρόσωπα που ανέλαβαν να υπηρετήσουν την Κοινότητα Βαλτινού. Παράλληλα, ζωντανεύει την καθημερινή λειτουργία των θεσμών σε μια περίοδο κατά την οποία η ύπαιθρος της Θεσσαλίας διαμόρφωνε σταδιακά τη νεότερη κοινωνική και κοινοτική της ταυτότητα.

Η παρουσίαση του εγγράφου προσφέρει μια πολύτιμη ευκαιρία αναστοχασμού πάνω στη συνέχεια της κοινοτικής ζωής, τη διαχρονική αξία της συλλογικής εκπροσώπησης και τη θεσμική μνήμη του Βαλτινού - μια μνήμη που διατηρείται ζωντανή χάρη σε τέτοιες αρχειακές μαρτυρίες.

Το έγγραφο αναφέρει τα εξής:

«Αριθ. 596

ΟΡΚΩΜΟΣΙΑ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Εν Τρικάλοις και εν τω Ειρηνοδικειακό καταστήματι σήμερον την εικοστήν τρίτην (23ην) του μηνός Δεκεμβρίου του χιλιοστού εννεακοσιοστού πεντηκοστού τετάρτου (1954) έτους, ημέραν Πέμπτη και ώραν 1ην μ.μ. ενώπιον εμού του Ειρηνοδίκου του Πρωτοδίκου Χαλκιαδάκη παρουσία και του Γραμματέως Δημητρίου Ζάδδα ενεφανίστησαν οι 1) Στέφανος Ηλ. Σταμούλης, 2) Κωνσταντίνος Ευαγγ. Τσιγάρας, 3) Χρήστος Αθαν. Πράτας, 4) Χρήστος Αθαν. Κουφοχρήστος, 5) Αθανάσιος Δημ. Κολοβελώνης, κάτοικοι Βαλτινού και ητήσατο κατόπιν της υπ. Αριθ. 505 ε. ε. επικυρωτικής αποφάσεώς μας, επί της ενεργηθείσης εκλογής Κοινοτικών Συμβούλων της Κοινότητας Βαλτινού δι’ ης ανεκυρύχθηκαν ούτοι ως τακτικά μέλη του Κοινοτικού αυτού Συμβουλίου, όπως ομώσ  τον της υπηρεσίας του όρκον ον και εδωσαν παρά χρήμα δι’ επιθέσεως της δεξιάς την επί του Ιερού Ευαγγελίου και καθ’ υπαγόρευσιν μας ως εξής:

«ορκίζομαι εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος και εις το Ιερόν Ευαγγέλιον να φυλάττωμεν πίστιν εις την πατρίδα και τον Συνταγματικόν Βασιλέα των Ελλήνων, υπακοήν στο Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους, και να εκπληρώνουμε ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μας.

Εφ’ ω συνετάγη η παρούσα ήτις αναγνωσθείσα και βεβαιωθείσα υπογράφεται νομίμως ως έπεται.

ΟΙ ΟΡΚΙΣΘΕΝΤΕΣ      Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ    Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ

Στέφανος Σταμούλης         Δημ. Ζάδδας          Αναστ. Χαλκιαδάκη

Κωνσταντίνος Τσιγάρας

Χρήστος Πράτας

Χρήστος Κουφοχρήστος

Αθαν Κολοβελώνης

(Ακολουθούν υπογραφές)                    ΕΘΕΩΡΗΘΗ 1955»


(Από το αρχείο του Δημήτρη Τσιγάρα)


Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Τριάδα στο φως της μνήμης

 

Στην καινούρια λάμψη της πλατείας, εκεί όπου το φως γυαλίζει πάνω στις πέτρινες βάσεις και τα νερά αφήνουν τη νύχτα να μοσχοβολά ιστορία, η τριάδα των προτομών: Καραϊσκάκης, Στουρνάρας, Βλαχάβας, στέκει σαν φρουρός ενός χρόνου που δεν μοιάζει να περνά. Κι όμως, ανάμεσά τους, σαν αδιόρατη σκιά, αναδύεται μέσα σου μια άλλη τριάδα: ο Κώστας Κατσιούλης, ο Γιάννης Καραθανάσης κι ο Βαγγέλης Στάθης. Τρία παιδιά από το Βαλτινό, τρεις φίλοι, τρία νεανικά βήματα που γύρευαν να σταθούν μπροστά στον φακό, κάτω από το άγαλμα του Καραϊσκάκη, τότε που η πλατεία είχε ακόμη την παλιά της μορφή και η ζωή των ανθρώπων κυλούσε με λιγοστά μέσα και μεγάλες προσδοκίες.

Ήταν η δεκαετία του ’60, όταν οι οικογένειες από τα χωριά ζούσαν με κόπο, συχνά με στερήσεις, αλλά με μια αφοσίωση σχεδόν ιερή, να μορφωθούν τα παιδιά. Να ανοίξουν δρόμους εκεί όπου οι ίδιοι είχαν περπατήσει σε μονοπάτια δύσβατα. Τα γυμνασιόπαιδα του Βαλτινού, με τα βιβλία κάτω από τη μασχάλη, μες στο ολοκαίνουριο κοστούμι της Κυριακής, φωτογραφίζονταν λες και αποτύπωναν την υπόσχεση του μέλλοντος. Μπροστά στον Καραϊσκάκη, ήρωα της ελευθερίας, στάθηκαν σαν μαθητευόμενοι μιας ιστορίας που συνέχιζε να τους εμπνέει, μια ιστορία αντίστασης, αγώνα, πίστης.

Και τώρα, εξήντα χρόνια μετά, περνάς από την πλατεία ανακαινισμένη, λαμπερή, σχεδόν αγνώριστη. Βλέπεις τις τρεις προτομές στοιχισμένες στην ίδια ευθεία, να καθρεφτίζονται στα υγρά πλακάκια, και μέσα σου γεννιέται μια παράξενη συγκίνηση. Σου φαίνεται σαν να γύρισαν οι τρεις παλιοί φίλοι στην ίδια θέση, όχι πια ως παιδιά, αλλά ως σκιές μιας εποχής που δεν ξεχνιέται. Κι είναι σαν να σου γνέφουν, να σου χαμογελούν διακριτικά μέσα από μια άλλη διάσταση, εκείνη όπου οι μνήμες μένουν άφθαρτες, εκεί όπου κάθε στιγμή γίνεται σύμβολο.

Οι προτομές δεν έχουν πια μόνο τα ονόματα των αγωνιστών, μοιάζουν να έχουν αποκτήσει και τα πρόσωπα των τριών εκείνων μαθητών που κάποτε στάθηκαν περήφανοι μπροστά στον φακό. Γιατί η ιστορία δεν γράφεται μόνο με τα μεγάλα γεγονότα, αλλά και με τις μικρές ζωές που πασχίζουν να προκόψουν. Και η πλατεία των Τρικάλων, ενώνει τώρα δύο τριάδες, μία από μάρμαρο και μπρούντζο, και μία από σάρκα, όνειρα και παλιές ελπίδες.

Κι εσύ, περνώντας, νιώθεις για λίγο πως ο χρόνος δεν χωρίζει αλλά γεφυρώνει. Πως εκεί, ανάμεσα στα αγάλματα, υπάρχουν ακόμα τα βήματα των φίλων σου, ήχοι από μια νεότητα που επιμένει να σου μιλά.


Δωρεάν Τεστ Παπ για όλες τις γυναίκες στο Βαλτινό

 

Μια σημαντική προληπτική δράση θα πραγματοποιηθεί στο Βαλτινό την Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου, στις 10:00 το πρωί, στον χώρο του ιατρείου στο δημαρχείο. Συνεργείο του Κέντρου Υγείας Πύλης θα διενεργήσει δωρεάν εξέταση Τεστ Παπ σε όλες τις γυναίκες του χωριού.

Η δράση απευθύνεται σε όλες τις γυναίκες, ανεξαρτήτως ασφάλισης, ενώ όσες προσέλθουν θα πρέπει να έχουν μαζί τους τα βιβλιάρια υγείας.

Η συγκεκριμένη εξέταση αποτελεί μια από τις πιο αποτελεσματικές μορφές πρόληψης, που μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην έγκαιρη διάγνωση και την προστασία της υγείας.

Η τοπική κοινότητα καλεί όλες τις γυναίκες να συμμετάσχουν, υπογραμμίζοντας ότι η πρόληψη σώζει ζωές.



Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Ο Αργύρης και οι αλεπούδες του Βαλτινού (Αλληγορικό παραμύθι)

 

Μια φορά κι έναν καιρό, τον παλιό καλό καιρό, ήρθε στο Βαλτινό ένας άντρας καλοντυμένος, με καπέλο λοξό και μπαστούνι με ασημένια λαβή. Τον έλεγαν Αργύρη, μα κανείς δεν ήξερε από πού ήρθε.

Στάθηκε στην πλατεία, εκεί που καθόταν ο γερο-Θανάσης και ο καφετζής Βασίλης, και με φωνή βροντερή είπε:

– Χωριανοί, θα αγοράζω αλεπούδες, χίλιες δραχμές τη μία!

Όλοι κοίταξαν απορημένοι. Τι τις ήθελε ο άνθρωπος τόσες αλεπούδες; Αλλά κανείς δεν ρώτησε. Οι χωρικοί ήξεραν πως στο δάσος του Λόγκου και της Παναγίας κυκλοφορούσαν πολλές αλεπούδες.

Έτσι άρχισαν να τις κυνηγούν. Ο Μήτσος ο κυνηγός, ο Σπύρος ο βοσκός, ακόμα και η Μαρία που πήγαινε κάθε μέρα για λάχανα, έστηναν παγίδες με τυρί και κομμάτια ψωμί. Σε λίγες μέρες, το κάρο του Αργύρη γέμισε από αλεπούδες που τσίριζαν θυμωμένες, κι εκείνος πλήρωνε χίλιες δραχμές τη μία, όπως είπε.

Όμως οι αλεπούδες λιγόστεψαν. Οι χωρικοί βαρέθηκαν να ψάχνουν, γύρισαν πάλι στα κτήματά τους, να οργώνουν και να ποτίζουν τα σπαρτά τους. Μα να σου πάλι ο Αργύρης στην πλατεία:

– Χωριανοί, τώρα θα αγοράζω αλεπούδες πέντε χιλιάδες δραχμές τη μία!

Τους φάνηκε καλή και συμφέρουσα δουλειά. Οι χωρικοί ξαναπήραν τα σκοινιά, έβαλαν δολώματα, κυνηγούσαν νύχτες και μέρες μέσα στα βάτα, στις καλαμιές και στα ρέματα. Έπιασαν όσες ακόμα είχαν μείνει. Πάλι γέμισε το κάρο του Αργύρη.

Και πάλι, κάποια στιγμή, αλεπού δεν υπήρχε πια ούτε για δείγμα στο χωριό. Τα σκυλιά των βοσκών ούρλιαζαν στα σκοτάδια, αλλά ουρά αλεπούς δεν φαινόταν πουθενά.

Ο Αργύρης τότε ξαναβγήκε με το καπέλο του λοξό:

– Θα αγοράζω αλεπούδες για 30 χιλιάδες δραχμές τη μία! Καταλαβαίνω πως είναι λίγες, μα θα πληρώσω καλά!

Οι χωρικοί άφησαν τα χωράφια, τα αλέτρια, ακόμα και τις γιορτές για να ψάξουν για αλεπούδες. Βρήκαν λίγες ακόμα, τις τελευταίες, με ουρές ξεθωριασμένες και μάτια κουρασμένα από το κυνηγητό, και τις έδωσαν στον Αργύρη, που τις αγόρασε χωρίς πολλά λόγια.

Μια μέρα, ο Αργύρης ανέβηκε πάνω σε μια πέτρα στην πλατεία και φώναξε:

– Χωριανοί, τώρα η τιμή θα ανέβει! Πενήντα χιλιάδες δραχμές τη μία! Μα πρέπει να φύγω για την πόλη για δουλειές. Μέχρι να επιστρέψω, την αγορά θα την αναλάβει ο βοηθός μου, ο Σταύρος.

Ο Σταύρος ήταν νεαρός, με γέλιο φωτεινό και κομπολόι που το γύριζε νευρικά στα χέρια του. Φώναξε τους χωρικοί στο στάβλο που είχε γεμίσει αλεπούδες και τους είπε:

– Κοιτάξτε, ο Αργύρης μάζεψε εδώ μέσα τις αλεπούδες, και θα σας τις πουλήσω για 35 χιλιάδες δραχμές τη μία. Όταν γυρίσει, τις πουλάτε για 50 χιλιάδες δραχμές τη μία και βγάζετε κέρδος!

Οι χωρικοί ξαφνιάστηκαν. Στριμώχτηκαν μεταξύ τους, έβγαλαν πουγκιά και κουμπαράδες, πήραν δανεικά, άλλοι πούλησαν κατσίκια, άλλοι άδειασαν τις οικονομίες που φύλαγαν για να παντρέψουν τις κόρες τους, κι αγόρασαν όλες τις αλεπούδες από τον Σταύρο.

Και περίμεναν.

Μέρα περνούσε, νύχτα περνούσε. Ο Αργύρης δεν φαινόταν. Ο Σταύρος εξαφανίστηκε. Οι χωρικοί έμεναν στην πλατεία με τις αλεπούδες δεμένες με σκοινιά, κι εκείνες πεινούσαν και ξέφευγαν, έτρωγαν τις κότες και τα σταφύλια από τις αυλές, σκόρπιζαν τα ζυμωμένα καρβέλια που στέγνωναν στα παραθύρια.

Τότε κατάλαβαν.

Ο γερο-Θανάσης έβαλε το μπαστούνι στο χώμα και είπε με βαριά φωνή:

– Μας γελάσανε, χωριανοί. Πουλήσαμε τις ψυχές μας για λίγες δραχμές και πήραμε πίσω αλεπούδες που δεν τις θέλει κανείς.

Και μια αλεπού, με μάτια φωτεινά σαν δυο μικρά φεγγάρια, τον κοίταξε και κούνησε την ουρά της. Ύστερα έτρεξε στο σκοτάδι, αφήνοντας πίσω της τον αέρα να μυρίζει χώμα και φως, θυμίζοντας στους χωρικούς πως το δάσος ανήκει στις αλεπούδες, και πως το κέρδος δεν γεμίζει την καρδιά όπως η γαλήνη.

Από τότε, οι Βαλτσινιώτες έμαθαν να μην πιστεύουν εύκολα τον κάθε ξένο που τους τάζει εύκολο κέρδος. Έμαθαν να μετρούν την αξία όχι με τις δραχμές, μα με τον κόπο και την αλήθεια της ψυχής τους. Και λένε ότι τις νύχτες, όταν το φεγγάρι φωτίζει το Βαλτινό, φαίνεται καμιά φορά η σκιά του Αργύρη να τριγυρίζει στις άκρες του Λόγκου, ψάχνοντας τις αλεπούδες που έμαθαν ξανά να τρέχουν ελεύθερες.

Και όταν βλέπουν μια αλεπού να στέκει αγέρωχη στις καλαμιές, οι παππούδες λένε στα εγγόνια τους:

– Πρόσεχε, μικρέ. Μη γίνεις σαν τον Αργύρη, που πούλησε τον λόγο του για λίγες δραχμές, κι έπειτα χάθηκε. Μάθε να σέβεσαι το δάσος και την αλεπού, γιατί η αληθινή αξία δεν μετριέται με λεφτά.

Κι έτσι, το Βαλτινό θυμάται πάντα εκείνη την ιστορία, κάθε φορά που κάποιος υπόσχεται πλούτη γρήγορα, για να θυμίζει στους ανθρώπους πως τα πιο πολύτιμα πράγματα στη ζωή είναι εκείνα που δεν μπορείς να αγοράσεις ούτε να πουλήσεις.

Γιατί στο τέλος, εκείνος που κυνηγάει το κέρδος, αν δεν προσέξει, κυνηγάει τον εαυτό του.

Και αν δεν προσέξει ακόμα περισσότερο, μπορεί να καταλήξει να αγοράζει τις ίδιες του τις αλεπούδες, πιστεύοντας πως αγοράζει τον ίδιο τον πλούτο.

Κι έτσι, έζησαν αυτοί καλά, κι έμαθαν να προσέχουν, κι οι αλεπούδες καλύτερα, τρέχοντας ξανά ελεύθερες στα δάση του Βαλτινού, εκεί που οι άνθρωποι σιγά σιγά έμαθαν να μη μετρούν την ελευθερία με λεφτά.


Σημ.: Το παραμύθι είναι αλληγορία της Wall Street, των χρηματιστηριακών κύκλων, των οικονομικών φουσκών και των πυραμίδων πλουτισμού, με απλή γλώσσα κατανοητή για παιδιά και μεγάλους.


Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

Το χταβάκι στη μπόρα (Του Χάρη Αγγελή)

 

Το απόγευμα, πάνω από τον Κόζιακα, μαζεύτηκαν μαύρα σύννεφα που χαμήλωναν τόσο, σαν να ’θελαν να σκουπίσουν τις κορφές των ελάτων. Ο αέρας γύρισε απότομα και τα χελιδόνια άρχισαν να σχίζουν το χώμα με τις φτερούγες τους, προειδοποιώντας, με τον δικό τους τρόπο, πως έρχεται μπόρα.

— Θα βρέξει, είπε η μάνα, τραβώντας το μαντίλι πίσω από το μέτωπό της. Πάμε στο λιβάδι να μαζέψουμε γομαροβουνιές.

Δεν ήταν ώρα για αναβολές. Πήρε δυο άδεια σακιά, τα δίπλωσε όπως έκανε κάθε φορά, τα ’βαλε στη μασχάλη και βγήκε στην αυλή. Τα δίδυμα, πιασμένα από τη φούστα της, την ακολουθούσαν όπως τα μικρά κατσίκια τη μάνα τους, κι ο Λαζαράκος με τον Χάρη περπατούσαν πίσω τους, άλλοτε σοβαρά, άλλοτε σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον.

Καθώς προχωρούσαν, ο αέρας δυνάμωνε και μύριζε αυτό το γνώριμο, πρώτο άρωμα της βροχής που ξεσηκώνει το χώμα πριν καν πέσει η πρώτη σταγόνα. Η μάνα, ξυπόλυτη, με τις φαρδιές και σκληρές πατούσες που είχαν φάει νύχια και πέτρες, έτρεχε από βουνιά σε βουνιά. Έσκυβε, άρπαζε δυο-τρεις μαζί με τα χοντρά της δάχτυλα, τις πετούσε μέσα στο σακί και συνέχιζε σαν να την κυνηγούσε η μπόρα.

Το δεύτερο σακί το ’στρωσε στο χώμα.
— Καθίστε εδώ, μωρέ, είπε στα δίδυμα.
Κι εκείνα κάθισαν, κουρνιασμένα μέσα στον ήχο του αέρα, που όλο δυνάμωνε.

Οι πρώτες αστραπές έσκισαν τον ουρανό, ακολουθούμενες από σιγανά, προμηνύοντα μπουμπουνητά. Ο Χάρης όλο και απομακρυνόταν, ψάχνοντας τις πιο στεγνές, τις «καλές» βουνιές, ενώ ο Λαζαράκος κάθισε μαζί με τα δίδυμα, να τα προσέχει, όπως τον είχε βάλει η μάνα.

Τότε φάνηκε από μακριά ο θείος ο Γιάννης, με το στιβαρό περπάτημά του, να κατηφορίζει από τη μεριά της φλέβας. Ήταν τσομπάνος, με κοπάδι μεγάλο και τσαρδάκι.

— Αδερφή! φώναξε, κουνώντας το χέρι του.

Μα πριν προλάβει να πλησιάσει, μια λάμψη εκτυφλωτική άστραψε και σχεδόν ταυτόχρονα ένας κρότος, δυνατός σαν κανονιά, τάραξε τα παιδιά. Τα δίδυμα πετάχτηκαν πάνω ουρλιάζοντας, ο Λαζαράκος τα μάζεψε όπως όπως, κι όλοι μαζί το ’βαλαν στα πόδια για το σπίτι. Ο Χάρης, που τον έκανε να ανατριχιάσει ο κρότος, έτοιμος να φύγει κι αυτός, στάθηκε για ένα δευτερόλεπτο και δεν ήξερε προς τα πού. Κι έτσι, σχεδόν από τύχη, έμεινε με τη μάνα.

Ο Γιάννης έφτασε κοντά, χαιρέτησε, χάιδεψε τον μεγάλο ανιψιό στο κεφάλι και είπε:
— Χαριλάκο… η σκύλα μου γέννησε τρία χταβάκια. Θες να πάρεις ένα;

Η μάνα άνοιξε το στόμα της να πει «άσε τώρα μ’ αυτά», αλλά ο Χάρης δεν περίμενε:
— Το θέλω!

Η βροχή άρχισε να πέφτει σε χοντρές, αδέξιες ψιχάλες. Ο Γιάννης έστριψε για το τσαρδί κι η μάνα φόρτωσε τα σακιά στην πλάτη, κι ο Χάρης, λες και είχε ξεχάσει τη μπόρα, χοροπηδούσε από χαρά μπροστά.

Το επόμενο πρωί, στην κανίστρα, βρήκε το χταβάκι. Ήταν ένα κουβάρι ασπρόμαυρων, μαλακών τριχών, παχουλό και κεφάτο αλλά και τρομαγμένο από τη μοναξιά. Έσκουζε ασταμάτητα. Ο Χάρης το πήρε στην αγκαλιά του, του ζέστανε το σώμα με τις παλάμες του και του έφερε μια μψούρα γεμάτη γάλα. Το σκυλάκι γύριζε το κεφάλι πέρα-δώθε, ψάχνοντας τη μάνα του. Μα στο τέλος, κουρασμένο, βύθισε τη γλώσσα του στο γάλα και άρχισε να πίνει.

Η μάνα παρακολουθούσε από την πόρτα με το ένα χέρι στη μέση και τ’ άλλο στο κατώφλι.
— Θα σε βρει δουλειά αυτό το χταβάκι, του είπε, μα ο Χάρης δεν άκουγε, ήταν όλος ένα χαμόγελο.

Ο πατέρας γύρισε το μεσημέρι. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που έφευγαν συχνά, αλλά γύριζαν πάντοτε με μια ιδέα, μεγάλη ή μικρή, αδύνατη ή παράξενη. Ακουγόταν η φωνή του μόλις έμπαινε στην αυλή.

— Σταματήστε! φώναζε στα παιδιά που έτρεχαν. Λέμε να χτίσουμε αχυρώνα! Ψηλό… σαν το σπίτι. Αύριο-μεθαύριο μπορεί να το χρησιμοποιήσει κι ένας από σας.

Η μάνα έγνεφε αρνητικά.
— Θα μας κοστίσει, άνθρωπέ μου.
Κι η γιαγιά, από την άκρη του δωματίου:
— Θα μπεις σε βάσανα, παιδί μ'… 

Αλλά εκείνος είχε ήδη αποφασίσει.

Ο Λαζαράκος έτρεξε πρώτος κοντά του.
— Μπαμπάκα, πήραμε χταβάκι!

Ο πατέρας χαμογέλασε, μαλάκωσε το βλέμμα του.
— Το είδα, βρε παιδί μ’. Ένα τέτοιο είχα κι εγώ μικρός. Ε, μάνα; Το θυμάσαι; Γκέκα το φωνάζαμε.

Και σαν να ήταν αυτή η πιο φυσική συνέχεια του κόσμου, έτσι βαφτίστηκε κι αυτό:
Γκέκας.

Από εκείνη τη στιγμή, το χταβάκι δεν έμεινε ποτέ μόνο. Τα παιδιά το κουβαλούσαν αγκαλιά, το χάιδευαν, του μιλούσαν, κι ο μπέμπης, που δεν ήξερε να ξεχωρίζει παιχνίδι από ζωντανό, το ’πιανε από το τομάρι και προσπάθησε μια-δυο φορές να το βάλει στο στόμα του.

Ο Γκέκας μεγάλωνε μέσα στο χαμόγελο των παιδιών και στη φασαρία του σπιτιού, κάτω από τον ουρανό του Κόζιακα που άλλοτε μούγκριζε κι άλλοτε γέλαγε. Κι εκείνο το απόγευμα της μπόρας, που όλα άρχισαν μέσα στη μυρωδιά της βροχής, έμελλε να γίνει για τον Χάρη η πρώτη σοβαρή ανάμνηση: η μέρα που ένα σκυλί μπήκε στη ζωή τους, όπως μπαίνει ένα δώρο απρόσμενο, ξαφνικό, τρυφερό και γεμάτο υποσχέσεις.


Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

 

Κοιτάζω τη νύχτα που καταφθάνει γαλαζιάζοντας τα βουνά και μαζί της νιώθω την περίεργη αίσθηση που επιβάλει στην επικράτειά της η κατάσταση της μοναξιάς. Ψιθυρίζω για βοήθειά μου τη Σαπφώ: «…μέζαι δὲ νύκηες, παρὰ δ’ ἔρτεθ’ ὥρα· ἐγὼ δὲ μόνα καθεύδω». Μεσάνυχτα, γλιστρά η ώρα φεύγοντας κι εγώ κοιμάμαι τόσο μόνη. Συνεχίζω και με τον Ασκληπιάδη: «ἦν…νυξ καὶ τὸ τρίτον ἄλγος ἔρωτι οἶνος καὶ Βορέας ψυχρός ἐγὼ δὲ μόνος». Βαθιά νύχτα ήταν κι ερχόταν ένας τρίτος ερωτικός πόνος, το κρασί. Φύσαγε κρύος Βοριάς κι εγώ ήμουνα τόσο μόνος. Έλα λοιπόν νύχτα και φέρε μου αυτά που συνηθίζεις να φέρεις στους μοναχικούς. Επειδή, ξαναλέω λόγια του Ασκληπιάδη «νύξ, σὲ γὰρ, οὑκ ἄλλην μαρτύρομαι», νύχτα, εσένα μόνο καλώ για μάρτυρα.

Του Ηλία Κεφάλα


Εκκλησιασμός των σχολείων του Βαλτινού στη γιορτή του Αγίου Στυλιανού

 

Την Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025, ημέρα αφιερωμένη στη μνήμη του Αγίου Στυλιανού, προστάτη των παιδιών, τα σχολεία του Βαλτινού εκκλησιάστηκαν με τάξη και ευλάβεια στον ναό του Αγίου Αθανασίου.

Από νωρίς το πρωί, οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί συγκεντρώθηκαν στην αυλή του σχολείου και, με μια λιτή και γιορτινή πομπή, κατευθύνθηκαν προς την εκκλησία. Ο χειμωνιάτικος αέρας είχε μια γλυκιά καθαρότητα, ενώ ο ήλιος, χαμηλός και χρυσός, φώτιζε το καμπαναριό του ναού, σαν να υποδεχόταν τη μικρή μαθητική κοινότητα.

Οι μαθητές συμμετείχαν στη Θεία Λειτουργία με σεμνότητα, ενώ στο τέλος ψάλθηκε ειδική δέηση για την υγεία και την πρόοδό τους.

Έτσι, η γιορτή του Αγίου Στυλιανού στο Βαλτινό πήρε και φέτος τον χαρακτήρα μιας ζεστής, ανθρώπινης συνάντησης ανάμεσα στην παράδοση, στην πίστη και στη μαθητική ζωή.


Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Μπρος η Παγωνιά, πίσω οι Γναίκες (Με τη γλώσσα του τόπου μας)

 

Μητράνας: Καλά που απόμεινε κι ένα καφενείο στο χωριό μας, να ξεσκάζουν λίγο οι παππούδες! Άιντι, βρε Βασίλη, ρίξε κάνα κούτσουρο μέσα στη σόμπα, παγώσαμε! Ξέρεις τι ξεροπαγιά έχει έξω;

Βασίλης: Καλά μωρέ… με έναν καφέ κι ένα τσίπουρο που ήπιατε θέλετε και ζέστα; Εγώ από μέσα είμαι, δεν βγαίνω από το καφενείο. Θα το κλείσω στο τέλος, και να δω πού θα πηγαίνετε όταν σας διώχνουν οι γυναίκες από το σπίτι, για να ανοίξουν κάνα παράθυρο να ξεμυρίσει το δωμάτιο από τις βρωμοκλανιές που αμολάτε! Ξέρεις άραγε πόσο έχουν τα ξύλα; Από πού να τς βρω εγώ τς παράδες; Με τς πορδές δε βάφονται τ’ αυγά! Τρεις κι ο κούκος μείνατε στα σπίτια, κι έρχεστε όλοι εδώ να πυρωθείτε.

Κώτσιος: Καλά τα λες, Βασίλη. Τζάμπα θα τους ζεσταίνεις; Αλλά κι αυτοί οι καψεροί, πού να πάνε να κουρνιάσουν και να γλιτώσουν από τη γκρίνια, και να δουλέψει και λίγο ο… εξαερισμός. Γιατί, άμα μεγαλώσει ο άνθρωπος, ή θα βήχει ή θα κλάνει! Αυτοί θα βομβαρδίζουν κι οι γριές θα μουρμουρίζουν: «Ω, α γιε μ’, μας χτικιάσαν!»


Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ (Από τη λαϊκή μούσα)

 


Αγρότες και τσοπάνηδες παράδες καρτεράνε

τις τσέπες μεγαλώσανε καλά να τις χωράνε.

Απ' τα σεντούκια βγάλανε τους μάλλινους τορβάδες

για να βολέψουν άνετα τ’ ΟΠΕΚΕΠΕ τ'ς παράδες.

 

Λένε θα δώσουν χρήματα τον μήνα Παχνιστή

μέχρι στιγμής δεν είδανε δεκάρα τσακιστή.

Όσο ζυγώνουν οι γιορτές το πείσμα μεγαλώνει

τα νεύρα και η πίεση σαν πυρετός φουντώνει.

 

Περίμεναν, περίμεναν, έσκασαν καρτερώντας

φραπέδες και χασάπηδες τεντώθηκαν γελώντας.

Είναι για γέλιο φίλοι μου μα είναι και για κλάμα

σαν τα κοράκια πέσανε και τα ’φαγαν αντάμα.

 

Από καιρό ξεκίνησε αυτό το φαγοπότι

σκάρωσαν σχέδιο έξυπνο, δεν είναι ότι κι ότι.

Οι τυροκόμοι σκέφτονται θα μείνουν δίχως γάλα

κι οι γεωπόνοι τρέμουνε τα φέσια τα μεγάλα.

 

Ξεχάστε τα λουκάνικα, μπριζόλες, τσιγαρίδες

αυτά εδώ τα γεύτηκαν λογιών λογιών ακρίδες.

Ξεχάστε γουρουνόπουλο και παγωμένη μπύρα

φέτος σκληρά σας φέρθηκε και μ’ απονιά η μοίρα.


Του Λευτέρη Μήτσιου

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

«Το σπίτι που μύριζε γη» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Το σπίτι μας στο χωριό έστεκε εκεί, στην άκρη του δρόμου, σαν κουκούλι ζεστό για τις μέρες του χειμώνα και τις νύχτες που η βροχή μαστίγωνε τις κεραμίδες της στέγης. Δεν ήταν μεγάλο, μα για εμάς ήταν ολόκληρος ο κόσμος. Δύο υπνοδωμάτια, ένα μικρό χωλ, μια κουζίνα πιο στενή κι από διάδρομο, κι όμως μέσα του χώραγε μυρωδιές, φωνές, όνειρα και κουβέντες ψιθυριστές, δίπλα στη σόμπα.

Στο πρώτο δωμάτιο κοιμόμασταν όλοι μαζί. Εκεί βασίλευε η σόμπα, εκεί ζεσταινόταν η ψυχή μας. Τα δύο μεγάλα κρεβάτια ήταν πάντα στρωμένα με βαριά σκεπάσματα, που κάθε πρωί η μάνα δίπλωνε προσεκτικά πάνω στο μπαούλο. Εκεί μέσα φύλαγε τα «καλά» μας: πουκάμισα καθαρά, φουστάνια γιορτινά, ένα παλιό κουστούμι του πατέρα για το Πάσχα και τους γάμους. Το κιλίμι κάτω από τα πόδια μας, δικό της έργο στον αργαλειό, άπλωνε χρώματα στο πάτωμα: πεταλούδες που έμοιαζαν έτοιμες να πετάξουν και ρίγες σαν ρυάκια.

Το «καλό» δωμάτιο, όπως το λέγαμε, ήταν το στολίδι του σπιτιού. Μπαίναμε σπάνια, μόνο όταν είχαμε επισκέπτες ή μεγάλες γιορτές. Ένα μονό κρεβάτι στο πλάι, ένα τραπέζι στη μέση με το μεσάλι το δαμασκηνί, τα πιάτα και τα φλιτζάνια απείραχτα, λες και περίμεναν κάποιον σπουδαίο. Ο γιούκος στη γωνία έμοιαζε με λόφο από μάλλινα: κουβέρτες, σεντόνια, υφαντά όλα φτιαγμένα από τα χέρια της μάνας και κρυμμένα προσεκτικά κάτω από μια μυρωδιά ναφθαλίνης. Στα παράθυρα οι κουρελούδες φώναζαν με τα χρώματά τους πως εδώ μέσα ζούσε χαρά, ακόμα κι αν τα πράγματα ήταν λιγοστά.

Η κουζίνα… αχ, η κουζίνα μας! Στενή, χωρίς παράθυρο, μόνο μια τρύπα στον τοίχο, που το βράδυ η μάνα την έκλεινε με μια κουρελού για να μη μπουν τα ζλάπια. Εκεί, σ’ ένα μισοχαλασμένο τραπέζι, έτρωγαν οι γονείς μου ό,τι είχε απομείνει από το μεσημέρι. Στον πάγκο, τα πιάτα μας, ένα ταψί, η κατσαρόλα, το μπρίκι κι η γκαζιέρα, κι όλα έλαμπαν σαν ασημικά. Τα έτριβε η μάνα με σύρμα και σαπούνι, και μετά μαγείρευε τα πιο νόστιμα φαγητά. Κι όταν άνοιγε το καπάκι της κατσαρόλας, μοσχοβολούσε όλο το σπίτι, σαν να έμπαινε μέσα η άνοιξη.

Τα πρωινά, πριν καλά-καλά ανοίξουμε τα μάτια μας, εκείνη ήταν όρθια. Μας έντυνε, μας χτένιζε, κι ύστερα έτρεχε στα ζώα: τάιζε την αγελάδα, το γουρούνι, τις κότες. Κι όταν τελείωνε με όλα αυτά, δεν έβρισκε ανάπαυση. Έπιανε το ψηλό φουκάλι, σκούπιζε την αυλή με μια σκούπα από χόρτο που έφτιαχνε μόνη της, κι ύστερα άδειαζε το γκιούμι με νερό από την τουλούμπα για να καταβρέξει το χώμα. Τότε, η αυλή μας μοσχοβολούσε, μυρωδιά φρέσκου χώματος, νοτισμένου χορταριού και ήλιου που ανέβαινε σιγά πίσω από τα δέντρα.

Θυμάμαι που έπαιρνα το χώμα στα χέρια μου, το έπλαθα σε μικρά κουλουράκια, μόνο για να το μυρίζω. Ήταν σαν να έπλαθα ξανά το σπίτι μας, κόκκο τον κόκκο, για να μην το χάσω ποτέ. Γιατί το σπίτι μας, μικρό και φτωχικό όπως ήταν, είχε μέσα του όλα όσα χρειαζόμασταν: τη μάνα, τη θαλπωρή της σόμπας, το γέλιο που χανόταν μέσα στις κουρελούδες, τη μυρωδιά του φρεσκοπλυμένου κιλιμιού και της γης.

Κι όταν κάποτε έφυγα από εκεί, έμεινε πίσω του άδειο, μα εγώ, κάθε που γυρνάω με το μυαλό, το βλέπω ακόμα όπως τότε. Με τις πεταλούδες στο κιλίμι να πετούν, τη μάνα να σκουπίζει την αυλή και τον ήλιο να τρυπώνει μέσα από την τρύπα της κουζίνας, σαν ευχή που ποτέ δεν έσβησε.


Ντύθηκε Χριστούγεννα το Κυλικείο του Γυμνασίου και Λυκείου Βαλτινού

 

Βάλαμε και φέτος τα γιορτινά μας στο κυλικείο του Γυμνασίου και Λυκείου Βαλτινού, δημιουργώντας μια ζεστή και χαρούμενη χριστουγεννιάτικη γωνιά για μαθητές και καθηγητές. Η Δώρα Περεντίδου, σε μια πρόσφατη ανάρτησή της στο Facebook, μοιράστηκε στιγμιότυπα από τον στολισμένο χώρο, προσφέροντας σε όλους μια πρώτη γεύση από το εορταστικό κλίμα που ήδη απλώνεται στο σχολείο.

Μέσα από τις φωτογραφίες ξεχωρίζουν οι όμορφες, χειροποίητες συνθέσεις με φυσικά κλαδιά, τα διακοσμητικά φύλλα και τα χριστουγεννιάτικα στολίδια που δίνουν έναν γήινο, παραδοσιακό χαρακτήρα στον χώρο. Στο Κυλικείο, τα ξύλινα τραπέζια με τα κόκκινα και γκρι καθίσματα πλαισιώνονται από καλαίσθητες γιρλάντες, ενώ στο ταβάνι κρέμονται λεπτοδουλεμένες κατασκευές με κλαδιά και ασημένια φύλλα που θυμίζουν χειμωνιάτικο δάσος.

Η φροντίδα και η δημιουργικότητα της διακόσμησης αντανακλούν το πνεύμα των Χριστουγέννων: ζεστασιά, προσμονή και συλλογικότητα. Το κυλικείο μετατράπηκε σε έναν όμορφο χώρο όπου οι μαθητές μπορούν να απολαύσουν τις στιγμές τους, να χαλαρώσουν και να νιώσουν τη μαγεία των γιορτών μέσα στην καθημερινότητά τους.

Με τέτοιες πρωτοβουλίες, το σχολείο γίνεται όχι μόνο τόπος μάθησης, αλλά και χώρος χαράς, συνεργασίας και δημιουργίας, ένα σημείο όπου το χριστουγεννιάτικο πνεύμα βρίσκει τη θέση του κάθε χρόνο.



Από παλάμη σε παλάμη

 

Στο απαλό φως μιας κουζίνας που μοιάζει έξω από τον χρόνο, δυο χέρια συναντιούνται: το χέρι που γνωρίζει και το χέρι που μαθαίνει. Το ένα, αυλακωμένο από χρόνια δουλειάς και ιστοριών, κρατά τον πηχτό κόπο της μνήμης. Το άλλο, λείο, άπειρο, απλώνεται με λαχτάρα να καταλάβει, να νιώσει, να συνεχίσει.

Η παράδοση είναι ζύμη που πλάθεται ξανά και ξανά. Είναι εκείνο το άγγιγμα της στιγμής όπου ο μεγαλύτερος δεν διδάσκει απλώς μια τεχνική, αλλά παραδίδει έναν τρόπο ύπαρξης. Κι ο νεότερος δεν μαθαίνει μόνο πώς να πλάσει το ψωμί, αλλά πώς να στέκεται μέσα στον κόσμο: με υπομονή, με σεβασμό, με αίσθηση ότι τίποτα δεν αρχίζει από το μηδέν.

Η παράδοση είναι μια πράξη αγάπης. Δεν κρατά για τον εαυτό της, αλλά χαρίζει. Δεν δένει, μονάχα συνδέει. Και όσο ένα παιδί μαθαίνει να πλάθει ψωμί δίπλα σε έναν άνθρωπο μεγαλύτερο, τόσο ο κόσμος βρίσκει έναν ακόμη λόγο να μένει ζεστός και ανθρώπινος.

Έτσι συνεχίζεται η ζωή: από χέρι σε χέρι, από ζύμη σε ψωμί, από ανάμνηση σε μέλλον. Ένας ήσυχος κύκλος που δεν σπάει ποτέ.


Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

Διήμερο Κινηματογραφικό Εργαστήριο

«Κινηματογραφώντας τον Υδάτινο Κόσμο: Η ρευστότητα της φύσης και της κοινωνίας»

Με εισηγητή τον σκηνοθέτη Βασίλη Λουλέ
Μουσείο Τσιτσάνη, Τρίκαλα  21–22 Νοεμβρίου 2025

Το διήμερο κινηματογραφικό εργαστήριο «Κινηματογραφώντας τον Υδάτινο Κόσμο: Η ρευστότητα της φύσης και της κοινωνίας» ολοκληρώθηκε με επιτυχία στο Μουσείο Τσιτσάνη στα Τρίκαλα, στις 21 και 22 Νοεμβρίου 2025. Με εισηγητή τον διεθνώς αναγνωρισμένο σκηνοθέτη Βασίλη Λουλέ, δημιουργό ταινιών όπως Μια μεγάλη οικογένεια, Συναντήσεις με τη μητέρα μου Λέλα Καραγιάννη, Φιλιά εις τα παιδιά και Πέρασα κι εγώ από κει κι είχα παπούτσια από χαρτί, το εργαστήριο συγκέντρωσε ομάδα είκοσι συμμετεχόντων που επιθυμούσαν να εμβαθύνουν στη γλώσσα του κινηματογράφου μέσα από μια ιδιαίτερη θεματική: τον «Υδάτινο Κόσμο».

Το εργαστήριο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους, με θεματικό άξονα «Ποτάμια: Ζωής Ευεργέτες». Η διοργάνωση έγινε από το Ελληνικό Δίκτυο Δήμων με Ποτάμια, σε συνεργασία με τον Δήμο Τρικκαίων και με τη χρηματοδότηση του Πράσινου Ταμείου. Στόχος ήταν να αναδειχθεί όχι μόνο η οικολογική και πολιτισμική σημασία των ποταμών, αλλά και η βαθύτερη σχέση τους με την ανθρώπινη ιστορία και καθημερινότητα.

Προβολές, ανάλυση και βιωματική προσέγγιση

Το πρόγραμμα του εργαστηρίου ήταν πολυεπίπεδο και εμπλουτισμένο με δραστηριότητες που αξιοποίησαν την εμπειρία και τη διδακτική μέθοδο του Βασίλη Λουλέ. Οι συμμετέχοντες παρακολούθησαν προβολές επιλεγμένων ταινιών, οι οποίες άνοιξαν δρόμους για συζήτηση και ερμηνευτική προσέγγιση της έννοιας της «ρευστότητας», της φύσης, του χρόνου, της μνήμης, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας.

Ακολούθησε ανάλυση κινηματογραφικών αποσπασμάτων, όπου αναδείχθηκαν ζητήματα αφήγησης, σύνθεσης της εικόνας και κινηματογραφικής ματιάς. Παράλληλα, οι βιωματικές ασκήσεις έδωσαν την ευκαιρία στους συμμετέχοντες να αναπτύξουν την παρατηρητικότητα και την ευαισθησία τους ως δημιουργοί, εστιάζοντας στη λεπτομέρεια, στη σχέση ανθρώπου και τοπίου, και στον τρόπο με τον οποίο ένα φυσικό στοιχείο -όπως το νερό - μπορεί να λειτουργήσει ως αφηγηματικός πυρήνας.

Πρακτικό μέρος: ο Ληθαίος ως πρωταγωνιστής

Στο πρακτικό σκέλος του εργαστηρίου, οι συμμετέχοντες πραγματοποίησαν ντοκιμαντερίστικες λήψεις στον Ληθαίο ποταμό, το υδάτινο στοιχείο που διατρέχει την πόλη των Τρικάλων. Με καθοδήγηση από τον εισηγητή, εξερεύνησαν τρόπους καταγραφής της ροής, του ήχου, της κινητικότητας και της ποιητικής δυναμικής του τοπίου. Παράλληλα, εργάστηκαν στην καταγραφή προφορικών μαρτυριών, όπως αυτή της συγγραφέως Τούλας Τίγκα, συνδέοντας το φυσικό περιβάλλον με τη συλλογική μνήμη, τις προσωπικές ιστορίες και τις κοινωνικές αναγνώσεις που συνοδεύουν το ποτάμι.

Η μεθοδολογία του Βασίλη Λουλέ, εμπλουτισμένη από την πολυετή εμπειρία του σε εργαστήρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά και από την εκτενή περιοδεία του σε 32 πανεπιστήμια των ΗΠΑ και του Καναδά, έδωσε στο διήμερο χαρακτήρα ουσιαστικής μαθησιακής διεργασίας. Οι συμμετέχοντες ήρθαν σε επαφή με πρακτικά εργαλεία που μπορούν να αξιοποιήσουν τόσο σε καλλιτεχνικές όσο και σε εκπαιδευτικές ή ερευνητικές εφαρμογές.

Στόχοι και αποτελέσματα

Κεντρικός στόχος του εργαστηρίου ήταν η καλλιέργεια «ενός άλλου βλέμματος», ενός βλέμματος που διαβάζει πίσω από τις επιφάνειες, που κατανοεί τη ρευστότητα ως μεταφορά και ως πραγματικότητα, που προσεγγίζει τις ιστορίες των ανθρώπων με ευαισθησία και κινηματογραφική ποιητικότητα.

Οι συμμετέχοντες, μέσα από θεωρητική και πρακτική εξάσκηση, απέκτησαν πολύτιμες δεξιότητες:

-γνώρισαν νέες μεθόδους αφήγησης και καταγραφής,

-εξάσκησαν τη φαντασία και την ερευνητική τους ματιά,

-έμαθαν να χρησιμοποιούν το υδάτινο στοιχείο ως αφετηρία δημιουργίας,

-και δημιούργησαν υλικό που μπορεί να αποτελέσει βάση για μελλοντικές καλλιτεχνικές ή εκπαιδευτικές δράσεις.

Το εργαστήριο στο Μουσείο Τσιτσάνη αποτέλεσε μια ζωντανή και δημιουργική συνάντηση ανθρώπων με κοινό ενδιαφέρον για τον κινηματογράφο και την τέχνη της παρατήρησης. Παράλληλα, ανέδειξε το ποτάμι όχι μόνο ως φυσικό πόρο, αλλά και ως αφηγηματικό και κοινωνικό σύμβολο , έναν «ευεργέτη ζωής», όπως εύστοχα ονομάζει το Φεστιβάλ τους ποτάμιους άξονες της Ευρώπης.

Σε μια εποχή όπου η φύση και η κοινωνία βρίσκονται σε συνεχή μεταμόρφωση, ο κινηματογράφος γίνεται το εργαλείο εκείνο που μας επιτρέπει να δούμε, να αισθανθούμε και να ξανασκεφτούμε τον κόσμο μέσα από τη ρευστότητά του. Το διήμερο των Τρικάλων απέδειξε πως η τέχνη μπορεί ακόμη να προσφέρει χώρο για συλλογική εμπειρία, δημιουργική έμπνευση και βαθύτερη κατανόηση της πραγματικότητας που μας περιβάλλει.

Ακολουθεί φωτορεπορταζ:

επικοινωνιστε μαζι μας