Παρασκευή 15 Αυγούστου 2025

Τα άγραφα παραλειπόμενα της Παναγίας Βαλτινού. Β΄ μέρος

 

Το μεγάλο πανηγύρι της Παναγίας Βαλτινού δεν είναι μόνο το καντήλι που τρέμει μπροστά στην εικόνα, ούτε ο ήχος του εσπερινού που χάνεται στα βάθη του δάσους. Είναι, κυρίως, οι μικρές ανθρώπινες σκηνές που ξεπετάγονται σαν αναλαμπές πίσω από τα επίσημα: ο αγώνας για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών, οι εθελοντές με τις κουτάλες, τα ξύλινα τραπέζια όπου συγκαθίζονται άγνωστοι, πλάι-πλάι σαν παλιοί γνώριμοι. Είναι η γιορτή της πίστης και της κοινότητας, που κάθε χρόνο αφήνει πίσω της τέτοιες ανεπίσημες στιγμές — τα «παραλειπόμενα» που κρατούν ζωντανή τη μυστική καρδιά του πανηγυριού.













Τα άγραφα παραλειπόμενα της Παναγίας Βαλτινού

 

Πέρα από το τυπικό πρόγραμμα του εσπερινού και τη ρυθμική ομορφιά των ψαλμών, το πανηγύρι της Παναγίας Βαλτινού ζωντανεύει μέσα από μικρές, ανεπίσημες στιγμές — τα παραλειπόμενα που η παράδοση κρατά ζωντανά, από γενιά σε γενιά. Είναι οι λεπτομέρειες που δεν καταγράφονται στα επίσημα προγράμματα, αλλά μένουν χαραγμένες στη μνήμη όσων περνούν το δάσος και νιώθουν τη γιορτή να τους αγκαλιάζει.

Στην καρδιά του πανηγυριού, μια κοπέλα κρατά την τιμώμενη εικόνα της Παναγίας. Οι πιστοί την ασπάζονται με σειρά, όπως ορίζει το έθιμο, και η ίδια, μέσα από την ευλάβεια και τη χαρά, γίνεται η προσωποποίηση της παράδοσης: η τυχερή Βάσω Γεωργίου που «αγόρασε το τάμα», κρατώντας την εικόνα που φέρνει ευλογία στο χωριό.

Και γύρω της, η γλυκιά μυρωδιά του Φαρσαλινού χαλβά γεμίζει τον αέρα. Δύο κυρίες, που κάθε χρόνο, πουλούν τον παραδοσιακό χαλβά στους πάγκους: μια εικόνα γνώριμη και ανακουφιστική για όσους επιστρέφουν κάθε χρόνο.

Τα παιδιά τρέχουν στους πάγκους με παιχνίδια, τα μάτια τους αστράφτουν καθώς διαλέγουν μικρούς θησαυρούς, ενώ οι μεγάλοι μοιράζονται γέλια και νοσταλγία: χρώματα και χαμόγελα που ξυπνούν παιδικά πάθη σε κάθε γενιά.

Στον παρασκηνιακό χώρο, οι μάγειροι ετοιμάζουν με φροντίδα το φαγητό, και οι εθελοντές μοιράζουν την αλάδωτη φασολάδα στους πιστούς: η ώρα της προσφοράς και της κοινής γεύσης που δένει την κοινότητα. 



Οι τραπεζοπάγκοι γεμίζουν, κι οι προσκυνητές τρώνε μαζί, σαν παλιοί γνώριμοι, ανταλλάσσοντας κουβέντες και χαμόγελα: μια γιορτή που γίνεται γεύση και συντροφιά.


Στον ναό, το πλήθος εισέρχεται και εξέρχεται κατά τον εσπερινό, ποτάμι ευλάβειας στο δάσος. 


Οι ιερείς μοιράζουν αντίδωρο και αρτοκλασία από την υπαίθρια εξέδρα: οι πιστοί παίρνουν ευλογία και θυμήματα για το σπίτι τους, κομμάτια μίας γιορτής που δεν τελειώνει ποτέ.

Κι όταν όλα σιγά σιγά τελειώσουν, μένουν οι ψίθυροι, οι μυρωδιές και τα χαμόγελα — τα μικρά παραλειπόμενα που κρατούν ζωντανή τη μυστική καρδιά του πανηγυριού, μέχρι να ξημερώσει ξανά η γιορτή στο δάσος της Παναγίας Βαλτινού.


Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

Με λαμπρότητα και συγκίνηση γιορτάστηκε η Παναγία Ελεούσα στο Βαλτινό

 

Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε και φέτος, το 2025, η εορτή της Παναγίας Ελεούσας, στο γραφικό εκκλησάκι που βρίσκεται μέσα στο δάσος της Παναγίας Βαλτινού.

Αποβραδίς τελέστηκε, σε κατανυκτικό κλίμα, η ακολουθία του Εσπερινού μετ’ αρτοκλασίας και θείου κηρύγματος, παρουσία πλήθους πιστών και επισκεπτών. Στο τέλος, όπως προστάζει η παράδοση, προσφέρθηκε φιλοξενία με την πατροπαράδοτη φασολάδα, που ζέστανε καρδιές και έφερε χαμόγελα.

Την ευθύνη του θρησκευτικού τελετουργικού – Λειτουργία, Εσπερινό, Δέηση, Αρτοκλασία – είχε ο ιερέας του χωριού, πατήρ Κωνσταντίνος Ζαχαράκης, συνεπικουρούμενος από εκπρόσωπο της Μητροπόλεως και άλλους ιερείς των γειτονικών χωριών και τους εκλεκτούς ιεροψάλτες.

Σημαντική ήταν και η συμβολή των εθελοντών: μάγειροι, διανομείς φαγητού και βοηθοί φρόντισαν για την εύρυθμη φιλοξενία, προσφέροντας γευστικό και καλομαγειρεμένο φαγητό. Οι γυναίκες του χωριού, με κέφι και μεράκι, ανέλαβαν τις προπαρασκευαστικές ετοιμασίες, ενώ άλλοι εθελοντές καθοδηγούσαν τους οδηγούς για το παρκάρισμα στον καθορισμένο χώρο, διευκολύνοντας την ομαλή προσέλευση.

Το πανηγύρι κύλησε σε φιλόξενο και εορταστικό κλίμα, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά ότι η παράδοση παραμένει ζωντανή. Αξίζουν θερμά συγχαρητήρια σε όλους τους εθελοντές και τους φορείς που, με τη συμβολή τους, κρατούν τον θεσμό βαθιά ριζωμένο στη συνείδηση των κατοίκων και εξασφαλίζουν την επιτυχία κάθε χρόνο.

Ακολουθεί φωτορεπορτάζ.









Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου — Ποιητικό οδοιπορικό στο Βαλτινό

 

Στο Βαλτινό,
όταν ο ήλιος γέρνει πίσω από τον Κόζιακα κι ο ουρανός χρυσίζει,
το φως μοιάζει να ψιθυρίζει τα μυστικά της αιωνιότητας.

Η γη αναστενάζει απ’ το βάρος των ανέμων και της σιωπής,
και τα πλατάνια της πλατείας απλώνουν τα κλαδιά τους,
σαν να θέλουν να αγγίξουν τα αστέρια —
εκεί όπου κρύβονται τα ερωτήματα χωρίς απάντηση.

Η Παναγία, μάνα της φωτιάς και της σκόνης,
στέκει με μάτια βαθειά σαν πηγές,
καθώς ο αέρας κουβαλάει ψιθύρους παλιών προσευχών,
εκείνων που ποτέ δεν βρήκαν φωνή ούτε ηχώ.

«Γιατί γεννιόμαστε σαν τη δροσιά της αυγής,
που πέφτει απαλά στα φύλλα και εξατμίζεται στον ήλιο;»
ρωτά ο άνεμος που παίζει στα στάχυα,
κι η απάντηση είναι η σιωπή του ουρανού.

Ο πόνος είναι ο χειμώνας που παγώνει τα ρυάκια της ψυχής,
μια πληγή που σφραγίζει τη γη για να γεννήσει ξανά,
για να μάθει η καρδιά να αγαπά το σκοτάδι και το φως —
τη σιωπή και το τραγούδι.

Τα βήματά μας είναι μονοπάτια που χάνουν το ίχνος τους,
όμως το χώμα κάτω απ’ αυτά φυλά τα μυστικά της γέννησης,
και η ανάσα μας, ένας σπόρος που φυτρώνει στην αυγή
μιας απάντησης που πάντα διαφεύγει.

Στον Δεκαπενταύγουστο,
όταν οι καμπάνες γίνονται τραγούδι και το σκοτάδι γίνεται φως,
η ζωή μοιάζει να μονολογεί τον μύθο της —
ένα ταξίδι χωρίς χάρτη, χωρίς λιμάνι,
που μόνο η καρδιά μπορεί να ακολουθήσει.

Και ίσως, μέσα στην ατέλειωτη αυτή αναζήτηση,
το πιο βαθύ νόημα να είναι η ίδια η αγάπη
που ανθίζει στην καρδιά της αβεβαιότητας,
σαν λουλούδι που ανθίζει στο μέσο του χειμώνα,
γιορτάζοντας την ύπαρξη, χωρίς να ζητά να καταλάβει το γιατί.


Όλα έτοιμα για το Πανηγύρι της Παναγίας στο Βαλτινό

 

Στην Παναγία του Βαλτινού όλα είναι έτοιμα για το μεγάλο πανηγύρι. Ο αύλειος χώρος έχει καθαριστεί και στολιστεί, τα τραπέζια και οι πάγκοι είναι στη θέση τους, ενώ μια αίσθηση προσμονής απλώνεται στον αέρα. Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο φρόντισε με επιμέλεια κάθε λεπτομέρεια, ώστε να υποδεχθεί με σεβασμό και θέρμη τους επισκέπτες και τους προσκυνητές.

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος, με τη βοήθεια των ακούραστων εθελοντών, συνέβαλε αποφασιστικά στην άψογη οργάνωση της εκδήλωσης. Οι μάγειροι, με μεράκι και αγάπη, έχουν ήδη ετοιμάσει τα καζάνια και τα πιάτα που θα προσφερθούν, προσθέτοντας στο πανηγύρι τη γεύση της τοπικής φιλοξενίας.

Όλα είναι πλέον έτοιμα. Σύντομα, οι πρώτοι επισκέπτες θα αρχίσουν να φθάνουν για τον πανηγυρικό εσπερινό, γεμίζοντας τον χώρο με προσευχή, χαρά και ζωντάνια, σε μια παράδοση που ενώνει την κοινότητα και τιμά την Παναγία.





Το Πανηγύρι της Παναγίας στο Βαλτινό – Μνήμες από το 1910

 

Στις 15 Αυγούστου, ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το Βαλτινό ζωντανεύει κάθε χρόνο μέσα από την πίστη, τη χαρά και τη φιλοξενία των ανθρώπων του. Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, η γιορτή αυτή αποτελούσε κορυφαίο γεγονός για τους κατοίκους και τους επισκέπτες της περιοχής.

Σε δημοσίευμα της εφημερίδας «Αναγέννησις» (20 Αυγούστου 1910) περιγράφεται με γλαφυρότητα η πανήγυρη του Βαλτσινού (όπως ονομαζόταν τότε το χωριό). Προσκυνητές από τα Τρίκαλα και τα γειτονικά χωριά κατέφθαναν οικογενειακώς για να τιμήσουν την Παναγία στο μικρό εκκλησάκι, χτισμένο «αναμέσον πυκνού δασυλλίου», όπου η δροσιά και τα αρώματα της φύσης χάριζαν μια «υπέροχον και ασύλληπτον γαλήνην».

Μετά τη θεία λειτουργία και το προσκύνημα, οι πανηγυριστές συγκεντρώνονταν όλοι κάτω από τον βαθύ ίσκιο των ψηλών δέντρων για το καθιερωμένο γεύμα. Οι επίτροποι του ναού, όπως όριζε το έθιμο, φρόντιζαν κάθε λεπτομέρεια, ώστε τίποτα να μην λείψει από τους επισκέπτες. Το γεύμα συνόδευαν τραγούδια και εύθυμη διάθεση, που – σύμφωνα με τον αρθρογράφο – έφτανε «μέχρις εξιδανικεύσεως μεγαλείου».

Ξεχωριστή φιλοξενία εκείνη τη χρονιά πρόσφεραν οι αδελφοί Σημή σε πολλές Τρικαλινές οικογένειες· πλουσιοπάροχο τραπέζι, καλή συντροφιά, τραγούδια που χάνονταν μέσα στο σούρουπο. «Σταθείτε, σας θέλω να σας έχω για πάντα!» γράφει ο δημοσιογράφος, κι η φράση του μένει σαν ευχή να μη σβήσει ποτέ η ζεστασιά αυτών των στιγμών.

Ήταν ένα πανηγύρι όπου η πίστη, η φύση και η ανθρώπινη συντροφικότητα ενώνονταν σε μια εικόνα γαλήνης. Κι αν περάσανε χρόνια, η μνήμη του Δεκαπενταύγουστου εκείνου μένει ζωντανή, σαν άρωμα καλοκαιρινού απογεύματος μέσα στο δάσος του Βαλτινού.


Τετάρτη 13 Αυγούστου 2025

Μεράκι και χαμόγελα στις ετοιμασίες για το πανηγύρι της Παναγίας στο Βαλτινό

 

Στο Βαλτινό, λίγο πριν από το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου στο ξωκλήσι της Παναγίας, η αυλή γέμισε με φωνές, γέλια και το άρωμα του φρέσκου ψωμιού. Οι εθελόντριες γυναίκες του χωριού, με κέφι, μεράκι και χαμόγελα, έβαλαν τα χέρια τους και την καρδιά τους στις προπαρασκευαστικές ετοιμασίες.

Με απλές κινήσεις, που όμως κουβαλούν παράδοση γενεών, έκοψαν, γέμισαν και τακτοποίησαν τα καλούδια, ετοιμάζοντας τα κεράσματα που θα υποδεχτούν συγχωριανούς και επισκέπτες τη μεγάλη μέρα. Η συντροφικότητα και η ζεστασιά της στιγμής θύμιζαν παλιές εποχές, όταν το πανηγύρι δεν ήταν μόνο γιορτή, αλλά και ευκαιρία να συναντηθεί όλο το χωριό.

Η πρωτοβουλία ανήκε στον Εκπολιτιστικό Σύλλογο Βαλτινού, που με μεράκι και φροντίδα κρατά ζωντανές τις παραδόσεις και τις αξίες της κοινότητας. Οι γυναίκες, με τον ενθουσιασμό τους, έδειξαν για άλλη μια φορά πως η επιτυχία μιας γιορτής δεν κρίνεται μόνο από τη μουσική και τον χορό, αλλά κυρίως από την αγάπη και την προσφορά που τη συνοδεύει.

Το φετινό πανηγύρι της Παναγίας δεν θα είναι απλώς μια εκδήλωση· θα είναι μια ζωντανή απόδειξη ότι, όσο υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται και συνεργάζονται, η καρδιά του χωριού θα συνεχίζει να χτυπά δυνατά.









Τρίτη 12 Αυγούστου 2025

«Το λευκό δαντελένιο φόρεμα» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Εκείνα τα καλοκαίρια στο χωριό, όταν η μέρα ξεκινούσε με τον ήλιο να ροδίζει τα χωράφια και να φέγγει στα κεραμίδια, περίμενα πάντα τον Αύγουστο σαν γιορτή.

Γιατί τότε ερχόταν ο θείος Θανάσης με τη θεία και τα ξαδέρφια μου από τη Γερμανία, με το κόκκινο, γυαλιστερό αυτοκίνητό τους που έλαμπε σαν ξένοιαστη υπόσχεση στη σκόνη του χωματόδρομου.

Όταν έφταναν, όλοι μαζευόμασταν στο σπίτι του παππού Γιώργου και της γιαγιάς Φωτεινής. Καθόμασταν στη μεγάλη αυλή, κάτω από την κληματαριά, με καρπούζι και παγωμένο νερό από την τουλούμπα, κι εγώ δεν χόρταινα να κοιτάζω την ξαδέρφη μου. Εκείνη φορούσε ένα μακρύ, λευκό, δαντελένιο φόρεμα και κόκκινα γοβάκια, με τα ξανθά της μαλλιά να πέφτουν σαν χρυσά κύματα στην πλάτη της. Έμοιαζε με πριγκίπισσα, σαν αυτές που έβλεπα στα παραμύθια που μου έλεγε ο πατέρας, κι εγώ με το φτωχικό μου φουστανάκι ένιωθα σαν σταχτοπούτα, μα δεν με ένοιαζε πολύ, μόνο ήθελα να της το λέω συνέχεια: «Τι όμορφο που είναι το φόρεμά σου, ξαδέρφη! Τι όμορφα παπούτσια!»

Ο θείος με άκουγε και χαμογελούσε. Μια μέρα, την ώρα που έπαιζα ξυπόλυτη με τα άλλα παιδιά, με φώναξε κοντά του. Άνοιξε το καπό του αυτοκινήτου κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Ήταν γεμάτο παπούτσια, κάθε λογής και χρώματος, τα έφερναν για να τα μοιράσουν σε συγγενείς και γνωστούς. «Έλα, διάλεξε, πάρε όποιο θες», μου είπε. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα θα την ακούσει όλο το χωριό. Εκείνος διάλεξε ένα ζευγάρι άσπρα πέδιλα με κόκκινα λουράκια και μου τα έδωσε κρυφά, να μην με δουν τα άλλα παιδιά.

Τα πήρα και έτρεξα στο σπίτι, τα άφησα με προσοχή δίπλα στο μαξιλάρι μου, σαν θησαυρό, κι έτρεξα πάλι πίσω να παίξω.

Μα από εκείνη τη στιγμή, ήθελα και το φόρεμα. Τις νύχτες, όταν ξάπλωνα στο κρεβάτι, έκλεινα τα μάτια και φανταζόμουν πως το φοράω, πως στριφογυρίζω με τα πέδιλα, πως γίνομαι κι εγώ σαν την ξαδέρφη, πριγκίπισσα.

Κι όταν ήρθε η μέρα που θα έφευγαν, πήγαμε να τους αποχαιρετήσουμε. Ο θείος κρατούσε στα χέρια του το λευκό δαντελένιο φόρεμα και ένα ροζ. Η ξαδέρφη ήρθε δίπλα του και το ζήτησε. «Όχι, το θέλω εγώ!» φώναξα με τόλμη που δεν ήξερα πως είχα. Ο θείος με κοίταξε και μου το έδωσε. Έφυγα τρέχοντας, με το φόρεμα στην αγκαλιά, χωρίς να κοιτάξω πίσω, μην τύχει και η ξαδέρφη μου αλλάξει γνώμη.

Στο σπίτι, φόρεσα το φόρεμα με τα πέδιλα και όταν γύρισε ο πατέρας μου από τη δουλειά, έτρεξα κοντά του, στριφογυρίζοντας με χαρά. «Κοίτα, πατέρα!» του φώναξα και στριφογύρισα, να δει το φόρεμα να ανοίγει σαν άσπρο σύννεφο γύρω μου. Εκείνος με κοίταξε με μάτια που έλαμπαν. «Πω, πω, τι όμορφη που είσαι, σαν λαφίνα! Νυφούλα σκέτη!» είπε και γέλασε με εκείνο το γέλιο που έκανε την καρδιά μου να πετάει.

Η μάνα, βέβαια, είπε πως το φόρεμα ήταν μακρύ και θα το πήγαινε στη μοδίστρα να το κοντύνει. Έκλαιγα, της έλεγα πως το ήθελα όπως ήταν, γιατί έτσι το φόρεσε η ξαδέρφη μου και έτσι το ήθελα κι εγώ. Εκείνη δεν με άκουσε και το κόντυνε. Από τότε δεν το ξαναφόρεσα, γιατί δεν ήταν πια το φόρεμα του ονείρου μου. Όμως εκείνη τη μέρα, έστω για λίγο, ήμουν πριγκίπισσα.

Εκείνα τα χρόνια ήμασταν φτωχά παιδιά. Πολλά παιδιά στο χωριό είχαν μόνο ένα παντελόνι ή φορούσαν φουστάνια μπαλωμένα, μα κανείς μας δεν γελούσε τον άλλον. Ξέραμε πως οι γονείς μας έπρεπε να αγοράσουν σπόρους, να ταΐσουν τα ζώα, να βγάλουν το ψωμί της μέρας. Το ντύσιμο ήταν πολυτέλεια.

Κι όμως, από αυτά τα παιδιά που είχαν μόνο ένα παντελόνι κι ένα πουκάμισο, κάποια κατάφεραν να γίνουν δάσκαλοι, γιατροί, άνθρωποι με γνώση και αξία.

Γιατί τα ρούχα δεν κάνουν τον άνθρωπο, ο άνθρωπος κάνει τα ρούχα. Και το λευκό δαντελένιο φόρεμα, για μια στιγμή, έκανε ένα κορίτσι στο χωριό να νιώσει πως μπορεί να ονειρεύεται.

Ρούλα Σταυρέκα


ΠΛΑΤΑΝΙ

 

Ένα ρωμαλέο δέντρο είναι η εν δυνάμει εφεδρική σκεπή, που μας πραΰνει με τη σκιά του μέσα στο θαμπό καλοκαίρι. Τον υπόλοιπο καιρό το δέντρο είναι πάλι εκεί, αλλά μεταβάλλεται από σκεπή σε σκέπη με την ειδικότερη πλέον έννοια της καθολικής έγνοιας και προστασίας. Δέντρο καταφύγιο βλέμματος, λοιπόν, και δέντρο αναπαυτήριο ψυχής. Χαιρέτωσαν όλα τα πυκνόφυλλα και βαθύσκιωτα δέντρα. Επειδή στην άλω τους καταφεύγουμε παντελώς ηττημένοι.

Του Ηλία Κεφάλα


Δευτέρα 11 Αυγούστου 2025

Ο εθελοντής Στέργιος Σταμούλης και το πόστο του Δεκαπενταύγουστου

 

Κάθε Δεκαπενταύγουστο, στο πανηγύρι της Παναγίας στο χωριό, ο Στέργιος Σταμούλης στέκεται πιστός στο πόστο του, εκεί στον δρόμο που οδηγεί στον χώρο της Παναγίας, για να ρυθμίσει την κυκλοφορία και το παρκάρισμα των αυτοκινήτων. Με το καπέλο του αστυνομικού στο κεφάλι, το φωσφοριζέ γιλέκο με τις διακριτικές ρίγες επάνω από το ανοιχτό πουκάμισό του και με τη σφυρίχτρα στο στόμα, διευκολύνει τους επισκέπτες που έρχονται στο πανηγύρι για να προσκυνήσουν, φροντίζοντας να μη δημιουργείται χάος και σύγχυση.

Ο Στέργιος τους δείχνει τα σημεία πού μπορούν να παρκάρουν το αυτοκίνητό τους, τούς χαμογελά για να νιώσουν πως κάποιος τους περιμένει και τους υποδέχεται. Κι ακούραστος, με τον ήλιο ή το απογευματινό αγέρι να του καίει το πρόσωπο, στέκει εκεί μέχρι να νυχτώσει, μέχρι να φύγουν και οι τελευταίοι, μέχρι να τελειώσει το πανηγύρι.

Ίσως να είναι το δικό του τάμα στην Παναγία. Ίσως να είναι η ανάγκη του να προσφέρει στην κοινότητα, στο χωριό που μεγάλωσε και αγαπά, σε αυτούς που έρχονται από μακριά για να νιώσουν για λίγο την ανθρωπιά που κρύβει η γιορτή και η συνάντηση. Γιατί οι άνθρωποι που κρατούν όρθια την κοινότητα είναι αυτοί που δεν φαίνονται στις φωτογραφίες του πανηγυριού με τα φώτα και τα γλέντια, αλλά εκείνοι που στέκονται λίγο πιο δίπλα, με ένα καπέλο, ένα γιλέκο και μια σφυρίχτρα, για να διευκολύνουν τον δρόμο των άλλων.

Έτσι και ο Στέργιος Σταμούλης, κάθε χρόνο, με χαμόγελο και υπομονή, γίνεται κομμάτι της ζωντανής παράδοσης του χωριού, τιμώντας την Παναγία και την κοινότητα, προσφέροντας με σιωπηλή συνέπεια αυτό που για εκείνον είναι ίσως το πιο απλό και πολύτιμο: την υπηρεσία του στον τόπο του.


Ο Γιώργος και η περήφανη ψαριά

 

Ο Γιώργος Ριζαργιώτης ξύπνησε νωρίς εκείνο το πρωινό, με τον ήλιο να ανατέλλει αργά πάνω από τη θάλασσα και το αλμυρό αεράκι να του υπόσχεται μια καλή ψαριά. Με το παλιό του καπέλο και τον εξοπλισμό του, κατευθύνθηκε στον ψαρότοπο. Ώρες αργότερα, με τον ήλιο να καίει πια δυνατά, γύρισε στην προκυμαία φορτωμένος.

Άδειασε τα ψάρια πάνω στο τσιμεντένιο δάπεδο, κι αμέσως σχηματίστηκε ένας ασημένιος σωρός που λαμπύριζε κάτω από το φως. Γονατιστός, με προσεκτικές κινήσεις, άρχισε να τα ξεχωρίζει: τα μεγαλύτερα για τηγάνι, τα μικρότερα για σούπα, κι όσα περίσσευαν για τους φίλους και τους γείτονες. Στο πρόσωπό του φαινόταν η ικανοποίηση – αυτή η σιγουριά του ανθρώπου που ξέρει την τέχνη του και την αγαπά.

Ο Γιώργος δεν είναι απλώς ψαράς· είναι αφηγητής του ποταμού και της θάλασσας. Κάθε κύμα, κάθε πέτρα και κάθε αμμουδιά έχει να του πει μια ιστορία, κι εκείνος ξέρει να την ακούει. Κι όταν τον ρωτάνε για την ψαριά του, χαμογελάει με το γνώριμο καμάρι και λέει: «Ο ποταμός κι η θάλασσα δίνει σε όποιον τους σέβεται».


Κυριακή 10 Αυγούστου 2025

Μια ιστορική φωτογραφία από την επίσκεψη του Γεωργίου Βʹ στα Τρίκαλα (1936/37)

 

Μια σπάνια και ιστορικής σημασίας φωτογραφία που ήρθε στο φως φαίνεται να αποτυπώνει την επίσκεψη του βασιλιά Γεωργίου Βʹ στα Τρίκαλα, το φθινόπωρο του 1936 ή 1937. Η σκηνή εκτυλίσσεται στο κέντρο της πόλης, μπροστά από την παλιά γέφυρα του Ληθαίου ποταμού και με φόντο την κεντρική πλατεία, σε μια ατμόσφαιρα πανηγυρική και τελετουργική.

Στο κέντρο της φωτογραφίας δεσπόζει μια διακοσμητική αψίδα με την επιγραφή «ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΕΣ ΒΑΣΙΛΕΥ», συνοδευόμενη από το βασιλικό μονόγραμμα και στέμμα. Η πόλη είναι στολισμένη, ενώ η υποδοχή περιλαμβάνει παραταγμένα αγήματα, άνδρες με επίσημη ενδυμασία — πιθανότατα δημοτικούς ή κρατικούς αξιωματούχους — και νεαρές γυναίκες με αρχαιοπρεπή ενδύματα, ενδεικτικά της αισθητικής του Μεσοπολέμου και του ιδεολογικού κλίματος της εποχής.

Η επίσκεψη αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο των περιοδειών που πραγματοποιούσε ο Γεώργιος Βʹ στην επαρχία, με στόχο την ενίσχυση του θεσμού της μοναρχίας και τη στήριξη του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου υπό τον Ιωάννη Μεταξά. Παρότι δεν εντοπίζεται σχετική αναφορά στις επίσημες αρχειακές πηγές για επίσκεψη του βασιλιά στα Τρίκαλα εκείνα τα χρόνια, το εικονιζόμενο σκηνικό ανταποκρίνεται πλήρως στις γνωστές τελετουργικές πρακτικές υποδοχής του μονάρχη στις επαρχιακές πόλεις.

Η φωτογραφία προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για την τοπική ιστορία των Τρικάλων: από την αστική αρχιτεκτονική της εποχής και την ενδυμασία, μέχρι τις ιδεολογικές προβολές και την τελετουργική δημόσια εικόνα του κράτους κατά τον Μεσοπόλεμο. Αποτελεί, έτσι, σημαντικό τεκμήριο μιας λιγότερο γνωστής, αλλά κρίσιμης ιστορικής περιόδου για την πόλη και τη χώρα.


Ξεκίνησαν οι εργασίες για τη νέα πεζογέφυρα στον Άγιο Κωνσταντίνο!

 

Μια σημαντική παρέμβαση βρίσκεται πλέον σε εξέλιξη στην καρδιά της πόλης των Τρικάλων. Η παλιά πεζογέφυρα στον Άγιο Κωνσταντίνο αποξηλώνεται και τη θέση της θα πάρει μια νέα, πέτρινη γέφυρα, που θα αποκαταστήσει την ιστορική συνέχεια του τόπου και θα αναβαθμίσει αισθητικά και λειτουργικά το σημείο.

Η νέα κατασκευή θα πληροί όλες τις σύγχρονες προδιαγραφές για την ασφαλή διέλευση των πεζών, ενώ με την επιλογή της πέτρας αποδίδεται φόρος τιμής στο παλαιό γεφύρι του 18ου αιώνα, που ένωνε τις δύο όχθες του ποταμού, δίπλα στον ιστορικό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.

Το αυθεντικό γεφύρι ήταν δίτοξο, με μήκος 30 μέτρα και ύψος 5,5 μέτρα, και εμφανίζεται σε παλιές φωτογραφίες της πόλης. Ανατινάχθηκε από τους Άγγλους το 1941 και τα τελευταία του ίχνη χάθηκαν μετά τη διευθέτηση της κοίτης. Από τότε, στη θέση του διαδέχτηκαν ένα ξύλινο (1949) και ένα τσιμεντένιο γεφύρι (1960), που πλέον φτάνει στο τέλος του κύκλου του.

Το σημείο, ήδη άκρως επισκέψιμο τουριστικά, αναδεικνύεται ακόμα περισσότερο, καθώς η νέα γέφυρα θα δένει αρμονικά με τα ιστορικά μνημεία της περιοχής: Μουσείο Τσιτσάνη, Δίδυμο Οθωμανικό Λουτρό, ναοί Αγίου Κωνσταντίνου και Αγίου Ελευθερίου, Κουρσούμ Τζαμί.

Με σεβασμό στο παρελθόν και βλέμμα στο μέλλον, το νέο γεφύρι θα αποτελέσει σύμβολο σύνδεσης: της ιστορίας με το σήμερα, του πολιτισμού με την καθημερινότητα, της πόλης με τον εαυτό της.




επικοινωνιστε μαζι μας