Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Ο μύθος του Πιαλιώτικου ρέματος

 Του Δημήτρη Τσιγάρα

Τα πολύ παλιά τα χρόνια, τότε που τα βουνά μιλούσαν στους ανθρώπους κι εκείνοι ήξεραν να ακούν τη φωνή της γης, το Πιαλιώτικο ρέμα ήταν αλλιώτικο.

Κατέβαινε από τις πλαγιές του Κόζιακα με μεγάλη ορμή. Τα νερά του ήταν κρύα σαν το χιόνι και καθαρά σαν το γυαλί. Μα όσο κατέβαιναν προς την Πιαλεία, τόσο βάθαινε η κοίτη και σκοτείνιαζαν τα νερά.

Κι οι παλιοί Πιαλιώτες δεν αγαπούσαν τότε το ποτάμι όπως το αγαπούν σήμερα. Το φοβούνταν.

Γιατί έλεγαν πως στα βαθιά του νερά κατοικούσε ο Χάροντας.

Κανένας δεν τον είχε δει με τα μάτια του. Μα οι παλιοί δεν χρειάζονταν να δουν για να πιστέψουν. Τους έφταναν όσα είχαν ακούσει από τους παππούδες τους, κι εκείνοι από τους δικούς τους.

Έλεγαν πως ο Χάροντας είχε φτάσει στα νερά της Πιαλείας από τα χρόνια του Ασκληπιού.

Τότε, ο ξακουστός γιατρός ανέβαινε στις πλαγιές του Κόζιακα και μάζευε βότανα. Γνώριζε κάθε ρίζα και κάθε φύλλο, κάθε λουλούδι που φύτρωνε στις χαράδρες και στις πέτρινες πλαγιές. Μα κάποτε βρήκε ένα παράξενο βοτάνι, που, όπως έλεγαν, μπορούσε να ξαναφέρει τον νεκρό στη ζωή.

Το μυστικό έφτασε στ’ αυτιά του Χάροντα.

Και ο Χάροντας θύμωσε.

Δεν μπορούσε να δεχτεί πως ένας θνητός θα αποκτούσε τη δύναμη που εκείνος φύλαγε για τον εαυτό του. Έπρεπε, λοιπόν, ο Ασκληπιός να πεθάνει.

Μα ο Ασκληπιός γνώριζε πως ο θάνατος δεν ήταν πάντοτε το τέλος.

Κάλεσε κοντά του τον πιο πιστό του υπηρέτη και του έδωσε ένα μικρό ξύλινο κουτί.

— Όταν έρθει η ώρα, θα με σκοτώσεις. Θα βάλεις το σώμα μου μέσα στο κουτί και θα το κρατήσεις κλειστό σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες. Μην το ανοίξεις νωρίτερα, ό,τι κι αν ακούσεις.

Ο υπηρέτης πάγωσε.

— Μα, αφέντη μου, γιατί να σε σκοτώσω;

— Γιατί έτσι πρέπει να γίνει. Ο θάνατος είναι η πόρτα απ’ όπου περνά η ζωή.

Και ο υπηρέτης, όσο κι αν πονούσε, υπάκουσε.

Πέρασαν οι μέρες. Μία, δύο, δέκα...

Πέρασαν τριάντα εννιά ημέρες και σαράντα νύχτες. Μονάχα μία ώρα έλειπε για να συμπληρωθεί ο καιρός.

Τότε ο Χάροντας μπήκε σαν ψίθυρος στην καρδιά του υπηρέτη.

«Άνοιξέ το. Ο Ασκληπιός χάθηκε».

Ο υπηρέτης δεν άντεξε.

Άνοιξε το κουτί.

Και μέσα είδε ένα μικρό βρέφος.

Ήταν ο Ασκληπιός, που είχε ξαναγεννηθεί, μα η ώρα δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί.

Άνοιξε τα μάτια του, πήρε μια ανάσα και σώπασε για πάντα.

Ο Χάροντας είχε νικήσει.

Μα από τότε φοβόταν κι ο ίδιος. Γιατί το μυστικό του Ασκληπιού δεν είχε χαθεί ολότελα. Είχε ποτίσει τη γη, είχε περάσει στις ρίζες των βοτάνων και, όπως έλεγαν οι παλιοί, είχε ταξιδέψει με τα νερά του Κόζιακα.

Γι’ αυτό ο Χάροντας πήρε τον δρόμο των νερών.

Κατέβηκε από τις πλαγιές του βουνού, ακολουθώντας ρυάκια και πηγές, ώσπου έφτασε στην Πιαλεία.

Φοβήθηκε μήπως κάποιος άνθρωπος ανακαλύψει ξανά το μυστικό της ζωής.

Εκεί βρήκε ένα βαθύ και σκοτεινό μέρος του ποταμού. Κάτω από την κοίτη, λένε, υπήρχε μια σπηλιά που δεν την είχε δει ποτέ ανθρώπου μάτι.

Εκεί κατοίκησε. Εκεί έστησε το βασίλειό του.

Κι από τότε οι παλιοί έλεγαν:

— Μην εμπιστεύεσαι τα ήσυχα νερά. Εκεί κρύβεται ο Χάροντας.

Κι ο Χάροντας είχε πολλά τεχνάσματα.

Όταν ήθελε να πάρει μια πλύστρα, έκανε το νερό να λαμπυρίζει στον ήλιο. Μέσα στην αντανάκλαση έδειχνε χρυσά δαχτυλίδια, μαργαριταρένια περιδέραια και χτένες στολισμένες με διαμάντια.

Η γυναίκα έσκυβε.

— Τι όμορφο!

Άπλωνε το χέρι.

Και τότε το νερό άνοιγε σαν στόμα και το αόρατο χέρι του Χάροντα την τραβούσε στον βυθό.

Για τα παιδιά είχε άλλο τέχνασμα.

Έβγαζε από τα νερά ένα μικρό καραβάκι με κάτασπρα πανιά. Έπλεε αργά κοντά στην όχθη.

Το έβλεπε το παιδί και πλησίαζε.

Άπλωνε το χέρι να το πιάσει.

Και το ποτάμι το κατάπινε.

Έτσι χάθηκαν πολλοί.

Και η Πιαλεία γέμισε φόβο.

Οι γυναίκες πήγαιναν στις όχθες για τη μπουγάδα, μα δεν πλησίαζαν τα βαθιά. Οι μανάδες κρατούσαν τα παιδιά από το χέρι. Κι όταν έπεφτε η νύχτα, κανένας δεν ήθελε να ακούει το νερό.

Γιατί έλεγαν πως τότε ο Χάροντας έβγαινε από τη σπηλιά του και περπατούσε κάτω από τα πλατάνια.

Μια μέρα άρπαξε έναν γέρο θεραπευτή. Ήταν άνθρωπος που γνώριζε τα βότανα του Κόζιακα όσο κανένας άλλος.

Τον πήρε στα βάθη του ποταμού, στη σκοτεινή σπηλιά όπου κατοικούσε με τη γυναίκα του, τη Χαρόντισσα.

Η Χαρόντισσα ήταν βαριά άρρωστη.

— Θα τη γιατρέψεις, είπε ο Χάροντας.

— Κι αν τη γιατρέψω;

— Θα σε αφήσω να γυρίσεις στον κόσμο των ζωντανών.

Ο γέρος τον κοίταξε κατάματα.

— Τότε φέρε μου τα βότανα που φυτρώνουν ψηλά στον Κόζιακα.

Ο Χάροντας ανέβηκε στο βουνό. Έψαξε στις χαράδρες, κάτω από τις πέτρες και μέσα στα δάση, ώσπου βρήκε τα βοτάνια.

Τα έφερε στον γέρο.

Εκείνος τα έβρασε, τα έδεσε και τα έδωσε στη Χαρόντισσα.

Και η γυναίκα γιατρεύτηκε.

Ο Χάροντας κράτησε τον λόγο του.

Ανέβασε τον γέρο στην όχθη και τον άφησε ελεύθερο.

Ήταν πρωί. Η ομίχλη είχε κατέβει από τον Κόζιακα και σκέπαζε το ποτάμι.

Και ξαφνικά οι Πιαλιώτες είδαν μέσα από την καταχνιά έναν άνθρωπο να προχωρεί.

Ήταν ο γέρος θεραπευτής.

Ζούσε!

Έτρεξαν κοντά του και τον ρώτησαν πού είχε χαθεί. Κι εκείνος τους διηγήθηκε όσα είχε δει.

Μα δεν τους είπε όλα.

Γιατί από τον κόσμο του Χάροντα είχε φέρει μαζί του ένα παράξενο χάρισμα.

Έβλεπε το αόρατο.

Πέρασε ένας χρόνος.

Μια μέρα ο γέρος πήγε στην όχθη του ποταμού. Κοίταξε τα νερά και χαμογέλασε.

— Μπα! Εδώ είσαι; Πώς από δω; Η γυναίκα σου είναι καλά;

Οι άνθρωποι που βρίσκονταν εκεί γύρω κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

Ο γέρος μιλούσε σε κάποιον που κανείς άλλος δεν έβλεπε.

Ύστερα έκανε ένα βήμα πίσω.

— Άφησέ με!

Τα χέρια του τινάχτηκαν στον αέρα.

— Εγώ τη γιάτρεψα! Δεν σου χρωστάω τίποτα! Άφησέ με!

Κανένας δεν έβλεπε ποιος τον κρατούσε.

Μα ο γέρος πάλευε με κάτι αόρατο.

Και τότε ακούστηκε από τα νερά η βαριά φωνή του Χάροντα:

— Τώρα μπορείς να με βλέπεις. Γι’ αυτό πρέπει να πεθάνεις. Αν ζήσεις, μπορεί κάποτε να φανερώσεις στους ανθρώπους όσα είδες.

— Βοήθεια! φώναξε ο γέρος.

Τότε ο σιδεράς του χωριού κατάλαβε.

Άρπαξε το μεγάλο του τσεκούρι και όρμησε.

Στάθηκε μπροστά στον γέρο και άρχισε να χτυπά τον αέρα.

Μία! Δύο! Τρεις!

Κάθε χτύπημα έπεφτε πάνω σε κάτι που κανείς δεν έβλεπε. Κι όμως, κάθε φορά που το τσεκούρι κατέβαινε, ακουγόταν ένας βαρύς γδούπος, σαν να χτυπούσε πάνω σε σάρκα.

Ο Χάροντας ούρλιαξε.

Ο γέρος σωριάστηκε στο χορτάρι.

Ελεύθερος.

Στον καρπό του είχαν μείνει βαθιά σημάδια, σαν από τα δάχτυλα ενός τεράστιου χεριού.

Ο σιδεράς κοίταξε το ποτάμι.

Τα νερά είχαν σκοτεινιάσει.

Κανείς δεν μιλούσε.

Μόνο ο αέρας περνούσε μέσα από τα πλατάνια.

Και τότε το Πιαλιώτικο νερό, σαν να είχε ξορκίσει κάτι παλιό, άρχισε πάλι να κυλά ήσυχα.

Από εκείνη την ημέρα ο φόβος άρχισε να φεύγει από την Πιαλεία.

Οι γυναίκες ξαναπήγαν στις όχθες για τη μπουγάδα και τα παιδιά ξαναμπήκαν στα νερά.

Τον Χάροντα κανείς δεν τον ξανάδε, ενώ ο γέρος θεραπευτής, ύστερα από εκείνη την ημέρα, έχασε το χάρισμα να βλέπει τα αόρατα.

Και δεν λυπήθηκε.

Μόνο έλεγε στους χωριανούς:

— Καλύτερα να βλέπει ο άνθρωπος όσα χρειάζεται να βλέπει. Γιατί υπάρχουν πράγματα που, άμα τα δεις μια φορά, δεν μπορείς ύστερα να τα ξεχάσεις.

Κι έτσι το Πιαλιώτικο ρέμα συνέχισε τον δρόμο του.

Από τις πλαγιές του Κόζιακα στην Πιαλεία, κι από εκεί προς τον Ανάποδο και τον Πορταϊκό, ώσπου να βρει τον Πηνειό.

Κυλά ακόμη.

Και μαζί με το νερό κυλά και ο παλιός θρύλος.

Ένας φόβος που έγινε παραμύθι.

Κι ένα παραμύθι που έμεινε για πάντα δεμένο με τον Κόζιακα, τα πλατάνια, τα πέτρινα γεφύρια και τα μυστηριακά νερά της Πιαλιώτικης γης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας