Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

«Η Άσφαλτος και το Ρεύμα» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Ήταν αρχές καλοκαιριού του 1968 όταν ακούσαμε τον θόρυβο από μακριά, να ανεβαίνει τον δρόμο με βουή που δεν είχαμε ξανακούσει στο Βαλτινό. Ήρθαν μεγάλα φορτηγά γεμάτα άμμο και την άδειαζαν σε μικρούς σωρούς, κατά μήκος του κεντρικού δρόμου. Σηκωνόταν σκόνη, άσπρη, λεπτή σαν αλεύρι, και τα παιδιά τρέχαμε να χωθούμε μέσα, να πατάμε με τα γυμνά μας πόδια την άμμο που καιγόταν από τον ήλιο.

— Θα φτιάξουν τον δρόμο, είπε ο πατέρας με τα μάτια του να γελούν.

Ήταν να γίνει δρόμος σύγχρονος, μεγάλος, με άσφαλτο, όπως λέγανε. Ήρθαν τα γκρέιτερ με τις μεγάλες σιδερένιες λεπίδες που έσπρωχναν χώματα, οι πατόζες, τα φορτηγά. Μέρα με τη μέρα, η δημοσιά άλλαζε μορφή μπροστά μας, φάρδυνε, ίσιωνε, καθάριζε.

Κι όταν έστρωσαν καλά την άμμο, ήρθε εκείνο το άλλο φορτηγό, που έριχνε ένα καυτό, μαύρο υγρό που έβραζε κάτω από τον ήλιο. Μύριζε πίσσα, πικρή, αλλά εμάς μας φαινόταν ωραία μυρωδιά γιατί ήταν μυρωδιά καινούργιου. Κανείς δεν περπατούσε πάνω στην πίσσα, μα στεκόμασταν στην άκρη και κοιτούσαμε το μαύρο ποτάμι να απλώνεται.

Όταν τελείωσε, ο δρόμος έμοιαζε καθρέφτης. Φαρδύς, λείος, χωρίς κουρνιαχτό το καλοκαίρι και χωρίς λάσπη τον χειμώνα. Πόσο όμορφο έδειχνε το χωριό μας τώρα! Τα σπίτια έμοιαζαν πιο περιποιημένα, κι οι αυλές καθάριζαν πιο εύκολα, δίχως τις λάσπες που έφερναν τα πόδια μας.

Δεν πέρασε καιρός και ήρθε το αστικό λεωφορείο στο χωριό. Επεκτάθηκε η γραμμή, είπε ο πρόεδρος με περηφάνια, και τώρα δεν θα κατεβαίναμε με τα κάρα και τα ποδήλατα στα Τρίκαλα. Θα πηγαίναμε με το αστικό, κάθε πρωί στις οκτώ και το μεσημέρι στις τρεις.

Κάθε Δευτέρα, το λεωφορείο γέμιζε ασφυκτικά. Μανάδες με παιδιά, άντρες με σακιά στα χέρια, γέροι με μπαστούνια, όλοι με τη λαχτάρα να πάνε στην πόλη για το παζάρι. Η μάνα μου έπαιρνε μαζί τις κότες της μέσα σε ένα μεγάλο καλάθι που κουνιόντουσαν, κακαρίζοντας όλη την ώρα. Πλάι τους, ένα σακί με δύο γουρουνάκια που έσκουζαν σαν να τα έσφαζαν. Οι γυναίκες γελούσαν και κουνούσαν τα κεφάλια τους, μα ήταν όλα τόσο φυσικά τότε.

Η μάνα πουλούσε αυγά και τις δύο κότες στο παζάρι και γύριζε με ψώνια: σαπούνια, μακαρόνια, λίγο καφέ, μερικές φορές και μορταδέλα. Τι νόστιμη που μας φαινόταν εκείνη η μορταδέλα! Την τρώγαμε με τον αδερφό μου καθισμένοι στο πεζούλι, μοιράζοντας το κομμάτι με προσοχή για να μην τελειώσει γρήγορα.

Ήταν η εποχή που όλα άλλαζαν γρήγορα. Την βλέπαμε την αλλαγή, την ζούσαμε, και ας μη το καταλαβαίναμε τότε πως ήταν ιστορία.

Μια μέρα, ήρθε ο παππούς Χρήστος φουριόζος.

— Τα μάθατε τα νέα; φώναξε.

— Τι έγινε; ρώτησε ο πατέρας.

— Έρχεται η ΔΕΗ, μας φέρνουν το ρεύμα!

Χαρήκαμε όλοι, γιατί το ρεύμα είχε σταματήσει το προηγούμενο καλοκαίρι στο διπλανό χωριό και μετά ήρθε ο χειμώνας και έμεινε εκεί. Τώρα ήρθε και η σειρά μας.

Ήρθαν φορτηγά με κολώνες και σύρματα. Οι εργάτες έσκαβαν αυλάκια, έστηναν στύλους, περνούσαν καλώδια. Στα σπίτια, οι ηλεκτρολόγοι τοποθετούσαν διακόπτες, λάμπες και πρίζες. Μια μέρα, άναψε το φως και φώτισε κάθε δωμάτιο. Το χωριό έλαμπε τα βράδια, εκεί που πριν δεν έβλεπες τίποτα, μόνο τα αστέρια.

Ύστερα ήρθαν τα ψυγεία, τα πλυντήρια, οι τηλεοράσεις. Κι η ζωή, που έμοιαζε ίδια κάθε μέρα, τώρα γινόταν πιο εύκολη, πιο φωτεινή, πιο όμορφη. Και κάθε βράδυ, όταν έβλεπα το φως να βγαίνει απ’ τα παράθυρα των σπιτιών, καταλάβαινα πως το Βαλτινό είχε πια αλλάξει για πάντα.


Ένα διοικητικό τεκμήριο που φωτίζει την ιστορική ταυτότητα του Βαλτινού (1960)

 

Η επίσημη διοικητική αλληλογραφία που ακολουθεί αποτελεί ένα εξαιρετικά πολύτιμο τεκμήριο για την ιστορία του Βαλτινού και τη λειτουργία των κοινοτικών θεσμών κατά τα μέσα του 20ού αιώνα. Πρόκειται για το έγγραφο διορισμού του Αντωνίου Κων. Τσιγάρα στη θέση του τακτικού αγροφύλακα της περιοχής, εκδοθέν από το Αγρονομείο Τρικάλων στις 4 Μαΐου 1960. Μέσα από την τυπολογία, τη γλώσσα και τις λεπτομερείς διαδικαστικές οδηγίες που περιλαμβάνει, αναδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο οργανωνόταν η αγροτική ασφάλεια, η κοινοτική εποπτεία και η προστασία των καλλιεργειών σε μια εποχή όπου ο ρόλος του αγροφύλακα υπήρξε καθοριστικός για την εύρυθμη καθημερινότητα των αγροτικών οικισμών.

Πέρα από την προφανή ιστορική του αξία, το έγγραφο φωτίζει πτυχές της κοινωνικής ζωής, της διοικητικής δομής και των θεσμικών σχέσεων ανάμεσα στο Κράτος, τη Νομαρχία και την κοινότητα του Βαλτινού. Αποτελεί έτσι ένα ζωντανό ίχνος μνήμης που συνδέει τις νεότερες γενιές με έναν κόσμο όπου το κοινοτικό αίσθημα, η ευθύνη και η προσωπική τιμή κατείχαν κεντρική θέση στην τοπική ζωή. Ως τεκμήριο, διασώζει όχι μόνο μια υπηρεσιακή πράξη, αλλά και το πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής.

Το έγγραφο αναφέρει τα εξής:

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΑΓΡΟΝΟΜΕΙΟΝ Τρικάλων

Εν Τρικάλοις τη 4 Μαΐου 1960

Αριθ. Πρωτ. 685

ΠΡΟΣ

Τον κ. Αντώνιον Κων. Τσιγάραν

Εις Βαλτινόν

Ανακινούμεν υμίν ότι δια της υπ’ αρίθ. 15.082 της 4ης Μαΐου 1960 αποφάσεως του Νομάρχου Τρικάλων διωρισθήτε τακτικός αγροφύλαξ της περιοχής Βαλτινού επί τριετεί θητεία και μηνιαίω μισθώ δραχμών 771 καταβαλλομένω υμίν εκ του Λογαριασμού Αγροφυλακής, τοποθετούμεν δε υμάς εις την κτηματικήν θέσιν Β΄ ως ειδικώτερον τα όρια ταύτης διαγράφονται εν τη υπ’ αρίθ. 8 της 30 Μαΐου 1938 αποφάσει του Κοινοτικού Συμβουλίου Βαλτινού.

Παρακαλείσθε  όθεν όπως εντός δέκα (10) το βραδύτερον ημερών από της κοινοποιήσεως υμίν του παρόντος προσέλθήτε ενώπιον ημών και υποβληθήτε εις την νενομισμένην ορκωμοσίαν (άλλος θα θεωρηθήτε αποποιηθείς τον διορισμόν), εντός δε τριών (3) το βραδύτερον ημερών από της ορκωμοσίας σας αναλάβητε τα καθήκοντά σας εμφανιζόμενος προς τούτο ενώπιον ημών, άλλως θέλετε θεωρηθή παραιτηθείς της υπηρεσίας.

Ο ΑΓΡΟΝΟΜΟΣ Τρικάλων

(Σφραγίδα - Υπογραφή)

Τω εκοινοποιήθη την 6/5/1960

Ωρκίσθη την 6/5/1960

Ανέλαβε τα καθήκοντά του την 6/5/1960

Ο Αγρονόμος

(Σφραγίδα - Υπογραφή)


Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Ένα φως ανάμεσα στους αιώνες

 

Ο νεοκτισμένος αναθηματικός ναΐσκος υψώνεται διακριτικά στον αύλειο χώρο, χτισμένος από πέτρα ζεστή στο χρώμα και σκεπασμένος με κεραμίδια που βαραίνουν όμορφα πάνω στη μικρή του στέγη. Το λιτό καμπαναριό του, με τον σταυρό στην κορυφή, μοιάζει περισσότερο με χειρονομία παρά με δήλωση, μια κίνηση προς τον ουρανό, χαμηλόφωνη και σταθερή. Από τα στενά του παράθυρα ξεχύνεται φως κιτρινωπό, που σπάει τη μελαγχολία του συννεφιασμένου ουρανού και καθρεφτίζεται στο βρεγμένο λιθόστρωτο της αυλής.

Μπροστά στην είσοδο, η πέτρα του δαπέδου γυαλίζει από τη βροχή, ενώ το εσωτερικό του ναΐσκου αποκαλύπτεται μέσα από το ανοιχτό άνοιγμα: ένα μικρό τέμπλο, αναμμένα κεριά, σιωπή. Η ανθρώπινη παρουσία υποδηλώνεται όχι από φωνές, αλλά από την τακτοποιημένη φροντίδα του χώρου, από το άναμμα του φωτός που περιμένει τον προσκυνητή χωρίς να τον καλεί επιτακτικά.

Λίγα μέτρα πιο πέρα, ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου δεσπόζει με την οικεία του μορφή, ενώ στο βάθος το Κουρσούμ τζαμί, με τον μολυβδοσκέπαστο θόλο και τον ψηλό μιναρέ, στέκει βαρύ και σιωπηλό, φορέας μιας άλλης εποχής. Οι όγκοι των κτισμάτων δεν ανταγωνίζονται, συνυπάρχουν. Το παλιό και το νέο, το χριστιανικό και το μουσουλμανικό, το ταπεινό και το μνημειακό, συγκροτούν ένα ενιαίο τοπίο μνήμης.

Ο ναΐσκος, καρπός της δωρεάς μιας οικογένειας συμπολιτών, εντάσσεται φυσικά σε αυτό το σύνολο. Δεν επιδιώκει να ξεχωρίσει, αλλά να προστεθεί. Να λειτουργήσει ως προσκυνηματικό σημείο καθημερινό, ανοιχτό, ανθρώπινο. Είναι ένα αναθηματικό ίχνος πίστης που μετατρέπεται σε συλλογικό αγαθό, σε στοιχείο του χώρου και της πόλης.

Καθώς πέφτει το φως της ημέρας και οι σκιές των δέντρων απλώνονται στην αυλή, ο μικρός ναΐσκος μοιάζει να κρατά αναμμένη μια ελάχιστη φλόγα ανάμεσα στους αιώνες. Όχι για να τους εξηγήσει, αλλά για να τους φωτίσει στιγμιαία. Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή συνύπαρξη των μνημείων, ο τόπος αποκτά βάθος, όχι μόνο ιστορικό, αλλά και ανθρώπινο.


ΧΡΥΣΟ ΚΛΑΔΙ

 

Στέκομαι μπροστά στη μισόγυμνη λεύκα και μαγνητίζομαι από το προτεταμένο χρυσό κλαδί της που φέγγει, εκπέμποντας από τις δύο όψεις των φύλλων του ασημένιες και χρυσαφιές ανταύγειες. Τι συνειρμοί ξετυλίγονται αμέσως. Αναθυμάμαι αίφνης τον ανθρωπολόγο συγγραφέα Τζέιμς Φρέιζερ που άρχισε να γράφει το επικό του έργο «Το χρυσό κλαδί» το 1890 και μέχρι το 1915 που προοδευτικά το τελείωσε συμπλήρωσε δώδεκα τόμους. Η εξέλιξη της συγγραφής του αυτής μας έδωσε παρατηρήσεις πάνω στους μύθους και τις θρησκείες των λαών και από τις αναλύσεις του προέκυψαν οι όροι «συμπαθητική μαγεία» και «τοτεμισμός». Τι θαυμαστά ταξίδια. Δεν είμαστε παρά συνεχόμενα κλαδιά του μεγάλου δέντρου της ζωής, ένας απόηχος των τελετουργιών που απαντούσαν στις περιέργειες του ανθρώπινου πνεύματος, στον φόβο και τη δεισιδαιμονία. Όλες αυτές οι μυθολογίες υπεισέρχονται συνεχώς και μέσα στις κοινωνίες των γραμμάτων για να φανεί έτσι η υπαρκτική αδυναμία του ανθρώπου. Ξανακοιτάζω το χρυσό κλαδί με τις φωτεινές αντανακλάσεις των φύλλων του και είμαι έτοιμος να ενστερνισθώ όλα τα νοήματα που μπορεί να έχει μια συγκίνηση από έναν ταπεινό δέντρινο δείκτη.

Του Ηλία Κεφάλα


Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Το τελευταίο τραγούδι της νύχτας

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του ’70, τότε που μια συναυλία δεν ήταν απλώς διασκέδαση αλλά γεγονός. Όταν μάθαμε πως ο Γιώργος Νταλάρας θα τραγουδούσε στο στάδιο των Τρικάλων, ένιωσα σαν να άνοιγε ένα παράθυρο σε έναν κόσμο λίγο πιο μεγάλο από το χωριό μας. Εγώ κι ο Τάκης ήμασταν δεκαέξι χρονών, γεμάτοι ανυπομονησία και μια αδιόρατη αίσθηση ελευθερίας που σπάνια μας χαριζόταν.

Πήραμε το αστικό λεωφορείο με καρδιά που χτυπούσε πιο γρήγορα απ’ τις ρόδες του. Καθίσαμε πίσω, μιλώντας λίγο και κοιτώντας πολύ, σαν να φοβόμασταν μην ξοδέψουμε τη χαρά πριν την ώρα της. Τα Τρίκαλα μάς υποδέχτηκαν φωτισμένα, ζωντανά, σχεδόν θορυβώδη. Στο στάδιο, ο κόσμος ήταν πυκνός σαν σμήνος, νέοι, οικογένειες, ζευγάρια. Κι όταν βγήκε ο Νταλάρας στη σκηνή και ακούστηκε η πρώτη νότα, ένιωσα κάτι να μου σφίγγει το στήθος, σαν να μου έλεγε πως μεγαλώνω.

Η συναυλία κύλησε μαγικά. Τραγούδια που τα ξέραμε από το ραδιόφωνο έγιναν ξαφνικά δικά μας. Χειροκροτούσαμε, φωνάζαμε, ζούσαμε. Εκεί συναντήσαμε και τρεις συγχωριανούς μας, τον Κώστα, τον Νικόλα και τον Δημήτρη. Μεγαλύτεροι, με αυτοπεποίθηση και στόμφο. Ο Κώστας είχε έρθει με το Datsun φορτηγάκι του - πράγμα σπουδαίο για την εποχή. Όταν τελείωσε η συναυλία, κατά τις έντεκα και μισή, μας πρότεινε να μας πάει πίσω στο χωριό. Δεχτήκαμε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Οι τρεις τους μπήκαν μπροστά κι εγώ με τον Τάκη στην καρότσα. Ο αέρας της νύχτας μάς χτυπούσε το πρόσωπο, κι εγώ σκεφτόμουν ακόμα τα τραγούδια, σαν να τα κουβαλούσα μέσα μου. Λίγο πριν φτάσουμε στο χωριό, στη Χαρά, το φορτηγάκι έστριψε απότομα και μπήκε στην αυλή ενός μπαρ. Ο Κώστας κατέβηκε και μας φώναξε: «Κατεβείτε για ένα ποτάκι και μετά φεύγουμε».

Μπήκαμε. Το μαγαζί ήταν μισοσκότεινο, με βαριά μυρωδιά καπνού και αλκοόλ. Η μουσική μάς χτύπησε κατάστηθα. Σκυλάδικα βαριά, φωνές μισοσπασμένες, στίχοι για καημούς που δεν λυτρώνονται ποτέ. Δυο-τρεις παρέες σκορπισμένες, πρόσωπα σκληρά, βλέμματα κουρασμένα. Καθίσαμε σε δυο τραπέζια, εγώ με τον Τάκη, σιωπηλοί, σαν να είχαμε μπει σε ξένο όνειρο κι οι άλλοι τρεις μαζί. Παραγγείλαμε, κι ύστερα άκουσα τον Κώστα να λέει στον σερβιτόρο: «Φέρε τα κορίτσια».

Σε λίγο ήρθαν δυο γυναίκες, κάθισαν στο τραπέζι τους. Η ατμόσφαιρα άλλαξε. Το γέλιο έγινε βαρύ, οι κουβέντες τραχιές. Ο Κώστας άρχισε να γίνεται ενοχλητικός, προσβλητικός, σχεδόν βίαιος. Οι γυναίκες αντάλλαξαν ματιές, σηκώθηκαν και έφυγαν. Έμεινε μια παγωμάρα. «Μου τη σπάσανε», είπε ο Κώστας και φώναξε για λογαριασμό.

Ο σερβιτόρος έφερε πρώτα σε εμάς. Πληρώσαμε γρήγορα. Ύστερα πήγε στο τραπέζι του Κώστα. Εκείνος άρπαξε την απόδειξη και φώναξε να έρθει το αφεντικό. Όταν ήρθε το αφεντικό, η μουσική χαμήλωσε ανεπαίσθητα, σαν να περίμενε. Ο διάλογος άναψε σε δευτερόλεπτα. «Πάλι τα ίδια, Κώστα. Δεν έβαλες μυαλό», τον άκουσα να λέει. Και τότε πιάστηκαν στα χέρια.

Ο Νικόλας κι ο Δημήτρης έκαναν να βοηθήσουν, μα πριν προλάβουμε, εμφανίστηκαν δυο-τρεις μπράβοι. Κι ύστερα, έκρηξη. Σώματα μπλέχτηκαν, καρέκλες τραντάχτηκαν. Οι γροθιές έπεσαν βροχή. Ένα ποτήρι έσπασε στο πρόσωπο του Κώστα, το αίμα κύλησε. Τον έβγαλαν έξω με βία. Εμάς μας έδιωξαν με βλέμμα που δεν σήκωνε αντίρρηση. Η μουσική συνέχισε μέσα στο μπαρ, αδιάφορη, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Ανεβήκαμε ξανά στο φορτηγάκι. Ο Κώστας αιμόφυρτος, σιωπηλός. Το χωριό φάνηκε σε λίγο. Σταμάτησε και, χωρίς να μας κοιτάξει, πέταξε: «Άντε κατεβείτε ρε κότες. Ψοφίμια».

Κατεβήκαμε. Το φορτηγάκι χάθηκε στο σκοτάδι. Κι εγώ κατάλαβα πως εκείνη τη νύχτα είχαμε περάσει από τη μουσική που ενώνει στη μουσική που πνίγει. Από το τραγούδι που σηκώνει τον άνθρωπο, σ’ εκείνο που τον σέρνει. Και διαλέξαμε - σιωπηλά - με ποια φωνή θα πορευτούμε.


Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Όταν το χιόνι ένωσε τα χέρια του χωριού

 

Η παραπάνω φωτογραφία δεν δείχνει απλώς ανθρώπους μέσα στο χιόνι, δείχνει μια κοινωνία όρθια μέσα στη δυσκολία. Άντρες όλων των ηλικιών, βυθισμένοι ως τα γόνατα στο άσπρο βάρος του χειμώνα, προχωρούν χωρίς θόρυβο, χωρίς θεατές. Δεν ποζάρουν, εργάζονται. Και αυτή ακριβώς η απουσία θεατρικότητας είναι που κάνει την εικόνα τόσο δυνατή.

Τότε, σε χρόνια φτώχειας και κρατικής αδυναμίας, η «Προσωπική Εργασία» δεν ήταν αγγαρεία, αλλά θεσμός ανάγκης και αξιοπρέπειας. Ήταν η έμπρακτη παραδοχή ότι, όταν το κράτος δεν μπορεί να φτάσει παντού, η κοινότητα οφείλει να σταθεί στα πόδια της. Στο Βαλτινό, όπως και σε πολλά χωριά, οι έκτακτες καιρικές συνθήκες δεν περίμεναν εγκυκλίους και κονδύλια. Το χιόνι έπρεπε να καθαριστεί, οι δρόμοι να ανοίξουν, η ζωή να συνεχιστεί.

Η προθυμία των ανθρώπων αυτών συγκινεί ακόμη και σήμερα. Όχι από υποχρέωση, αλλά από εσωτερικό χρέος. Και οι γέροι ακόμη, με σώματα κουρασμένα αλλά φρόνημα ακέραιο, έδιναν το παρών, όχι γιατί τους χρειαζόταν κανείς, αλλά γιατί οι ίδιοι ένιωθαν ότι ανήκουν.

Στη φωτογραφία δεν φαίνονται πρόσωπα καθαρά, φαίνεται όμως κάτι βαθύτερο: η συλλογική συνείδηση. Εκείνη η αίσθηση ότι το χωριό δεν είναι απλώς τόπος κατοικίας, αλλά κοινή μοίρα. Ότι ο δρόμος, το γεφύρι, το χαντάκι, δεν είναι «του κράτους», αλλά όλων. Και άρα, η ευθύνη είναι κοινή.

Σήμερα, που συχνά περιμένουμε τα πάντα απ’ έξω, η εικόνα αυτή λειτουργεί ως σιωπηλός στοχασμός. Μας θυμίζει ότι η κοινωνική συνοχή δεν χτίζεται με λόγια, αλλά με πράξεις. Με χέρια παγωμένα, με ανάσες βαριές, με ανθρώπους που προχωρούν μαζί μέσα στο χιόνι. Εκεί όπου τελειώνουν οι δυνατότητες της εξουσίας, αρχίζει η δύναμη της κοινότητας. Και αυτή, όσο υπάρχει, κανένας χειμώνας δεν είναι ανίκητος.


Κοπή πίτας με σκέψη, μουσική και χαμόγελα στο φιλολογικό Φροντιστήριο «Ιδεατό»

 

Με ζεστή ατμόσφαιρα, χαμόγελα και δημιουργική διάθεση πραγματοποιήθηκε την Κυριακή η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας του φιλολογικού Φροντιστηρίου «Ιδεατό», του συγχωριανού μας Κώστα Στάθη, στη φιλόξενη σουίτα art café.

Μαθητές, γονείς και φίλοι του Ιδεατού συναντήθηκαν σε έναν χώρο που γέμισε φωνές, μουσικές και τραγούδια. Οι παρευρισκόμενοι πέρασαν πολύ όμορφα, αντάλλαξαν κουβέντες, έπαιξαν μουσική και τραγούδησαν, με πρωταγωνιστές τους ταλαντούχους μαθητές και όσους γονείς μπόρεσαν να δώσουν το «παρών». Η εκδήλωση εξελίχθηκε σε μια μικρή γιορτή, όπου η παιδεία συνάντησε τη χαρά της συνύπαρξης και της έκφρασης.

Το «Ιδεατό», άλλωστε, δεν είναι απλώς ένας χώρος διδασκαλίας. Είναι ένα εργαστήρι σκέψης, ένας τόπος όπου η φιλολογία δεν αντιμετωπίζεται ως στείρα αποστήθιση, αλλά ως ζωντανό εργαλείο κατανόησης του κόσμου, της κοινωνίας και του εαυτού μας. Αυτό το πνεύμα αποτυπώθηκε και στην εκδήλωση, που ανέδειξε τη σχέση εμπιστοσύνης και ουσιαστικής επικοινωνίας ανάμεσα σε διδάσκοντες, μαθητές και γονείς.

Από τη διεύθυνση του Φροντιστηρίου ειπώθηκε χαρακτηριστικά:
«Χαρήκαμε που τα παιδιά πέρασαν υπέροχα. Κρατήσαμε και γλυκό για τους πολλούς – κυρίως λόγω ασθενείας – απόντες μαθητές!»

Μια όμορφη, ανθρώπινη στιγμή που άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις και ανανέωσε το ραντεβού για το μέλλον.

Του χρόνου πάλι, με το καλό!


Ακολουθεί φωτορεπορταζ:

Οι Κριτές Καλαθοσφαίρισης Τρικάλων στην πρωτοχρονιάτικη εκδήλωση των Αθηνών

 

Με ιδιαίτερη χαρά και τιμή, το Διοικητικό Συμβούλιο του Συνδέσμου Κριτών Καλαθοσφαίρισης Τρικάλων έδωσε το «παρών» στην εκδήλωση κοπής της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Συνδέσμου Κριτών Καλαθοσφαίρισης Αθηνών, έπειτα από επίσημη πρόσκληση.

Τον Σύνδεσμο Τρικάλων εκπροσώπησαν ο Πρόεδρος Χρήστος Χλωρός, ο Ταμίας Βασίλης Βήτας και η Γενική Γραμματέας Έφη Μερτσιώτη, διεθνής κριτής καλαθοσφαίρισης, με καταγωγή από το Βαλτινό Τρικάλων και κόρη της Δέσποινας Τσιγάρα. Η παρουσία της διεθνούς κριτή προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκδήλωση, αναδεικνύοντας παράλληλα το υψηλό επίπεδο των Τρικαλινών κριτών στον χώρο της ελληνικής καλαθοσφαίρισης.

Η όμορφη αυτή πρωτοχρονιάτικη συνάντηση αποτέλεσε μια εξαιρετική ευκαιρία για ουσιαστική επικοινωνία, ανταλλαγή απόψεων και σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των συνδέσμων κριτών από όλη τη χώρα. Οι εκπρόσωποι του Συνδέσμου Τρικάλων είχαν την ευκαιρία να συναντηθούν και να συνομιλήσουν με προέδρους και μέλη άλλων συνδέσμων, επιβεβαιώνοντας το πνεύμα συνεργασίας, ενότητας και συναδελφικότητας που χαρακτηρίζει τον χώρο των κριτών καλαθοσφαίρισης.

Για ακόμη μία φορά, ο αθλητισμός και ειδικότερα η καλαθοσφαίριση ανέδειξαν τον ρόλο τους ως ισχυρό συνδετικό κρίκο, προάγοντας τη συλλογικότητα, τον αλληλοσεβασμό και την κοινή προσπάθεια για την πρόοδο του αθλήματος.


Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ο φακός που συντρόφευε το σκοτάδι

 

Οι παλαιότεροι θα θυμούνται τον παλιό φακό χειρός. Ήταν ένα εργαλείο φωτισμού, ήταν μια μικρή υπόσχεση πως το σκοτάδι μπορεί να ημερεύσει. Με μία μόνο πλακέ μπαταρία στην καρδιά του, λιτή και βαριά σαν όρκος, έδινε φως όσο χρειαζόταν - ούτε παραπάνω, ούτε λιγότερο. Ένα φως τίμιο, που δεν εντυπωσίαζε αλλά αρκούσε για να βρει κανείς τον δρόμο του.

Τον κρατούσαν τα παιδιά τα χαράματα, όταν η νύχτα δεν είχε ακόμη παραδώσει τα κλειδιά της μέρας. Πριν τη χαραυγή, πριν ακουστούν τα πρώτα πουλιά, περπατούσαν στα σοκάκια του Βαλτινού με τον φακό στο χέρι και τα κάλαντα στο στόμα. Το φως του έτρεμε πάνω στους λασπωμένους δρόμους, στους ασβεστωμένους τοίχους, στις ξύλινες πόρτες, στα παγωμένα παράθυρα, σαν να δοκίμαζε κι αυτό τη φωνή του. Εκείνο το φως δεν φώτιζε μόνο τον δρόμο, φώτιζε την προσμονή, την παιδική τόλμη, τη χαρά του να χτυπάς πόρτες μέσα στο σκοτάδι και να πιστεύεις πως ο κόσμος θα ανοίξει.

Τις νύχτες ήταν σύντροφος σιωπηλός των χωρικών, των βοσκών, των αγροτών. Στις στάνες, στα χωράφια, στους χωματόδρομους, ο φακός έκοβε το σκοτάδι σε στενή λωρίδα, σαν μαχαίρι που δεν πληγώνει. Φώτιζε βήματα, ζώα, πέτρες, ιδρώτα. Δεν ρωτούσε γιατί, απλώς στεκόταν εκεί, υπάκουος και σταθερός, να κρατά συντροφιά σε όσους γύριζαν αργά, κουρασμένοι, με το βάρος της μέρας στους ώμους.

Κουβαλά μνήμες αυτός ο φακός. Μνήμες από χέρια τραχιά και χέρια παιδικά, από ανάσες κομμένες στο κρύο, από δρόμους που σήμερα φωτίζονται αλλιώς, μα τότε χρειάζονταν αυτό το μικρό θαύμα. Ίσως γι’ αυτό, όταν τον αντικρίζεις τώρα, σβηστό και ξεχασμένο, νιώθεις πως δεν κρατάς ένα παλιό αντικείμενο, αλλά ένα κομμάτι νύχτας που κάποτε έγινε φως. Και μαζί του, έναν τρόπο ζωής όπου το λίγο αρκούσε και το φως είχε μνήμη.



Α.Ο. Βαλτινού – Δόξα Χρυσομηλιάς 3-0: Μόνος στην κορυφή ο Α.Ο.Β.

 

Με μια πειστική και άνετη εμφάνιση, ο Α.Ο. Βαλτινού επικράτησε της Δόξας Χρυσομηλιάς με 3-0 και έμεινε πλέον μόνος στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα, επιβεβαιώνοντας την εξαιρετική του αγωνιστική κατάσταση.

Η ομάδα του Βαλτινού είχε από το ξεκίνημα τον πλήρη έλεγχο του αγώνα, επιβάλλοντας τον ρυθμό της και δημιουργώντας διαρκώς προϋποθέσεις για γκολ. Η υπεροχή αυτή καρποφόρησε στο 15ο λεπτό, όταν ο Τσαρούχας «έστρωσε» ιδανικά την μπάλα στον Αχιλλέα Καμέα, ο οποίος με ψύχραιμο και άψογο πλασέ άνοιξε το σκορ για το 1-0.

Το δεύτερο γκολ ήρθε με το ξεκίνημα του δευτέρου ημιχρόνου, στο 46ο λεπτό. Ο Κυπριανός Κοθράς έδωσε την πάσα, ο Καμέας άφησε έξυπνα την μπάλα και ο επερχόμενος Δημήτρης Κοθράς με δυνατό σουτ στη γωνία του τερματοφύλακα έκανε το 2-0, δίνοντας σαφές προβάδισμα στην ομάδα του.

Δύο λεπτά αργότερα, στο 48’, ο Α.Ο.Β. «σφράγισε» τη νίκη. Ο Αποστόλης Νικλητσιώτης έβγαλε εξαιρετική κάθετη πάσα, φέρνοντας τον Δημήτρη Κοθρά σε θέση τετ α τετ, με τον τελευταίο να πλασάρει εύστοχα και να διαμορφώνει το τελικό 3-0.

Το υπόλοιπο του αγώνα κύλησε χωρίς απρόοπτα, με τον Α.Ο. Βαλτινού να διαχειρίζεται άψογα το προβάδισμά του και τη Δόξα Χρυσομηλιάς να μην μπορεί να αντιδράσει ουσιαστικά.

Οι ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν:
Πολυγένης, Γιώτας, Καραλής (Σταμούλης Α), Σπυρόπουλος, Κοθράς Κ, Γιαννόπουλος (Μουρίτσας), Καμέας (Πατσιάς), Παπαθανασίου, Νικλητσιώτης, Τσαρούχας (Μαντέλλος), Κοθράς Δ.

Ο Α.Ο. Βαλτινού συνεχίζει με ανεβασμένη ψυχολογία και βλέπει τη συνέχεια του πρωταθλήματος από την κορυφή, δείχνοντας πως διαθέτει ποιότητα, βάθος και ξεκάθαρο στόχο.


Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Οι Καλότυχες του Κουρνιαχτού - Του Χάρη Αγγελή

 

Εκείνο το γιόμα, ο Σιούλας είχε διαταγή από τη μάνα του να πάει ψωμί στον πατέρα, που βοσκούσε τα πρόβατα στις Χαλκιές. Ήταν απ’ τις μέρες που όλοι είχαν δουλειά στο χωράφι και το σπίτι έμενε σχεδόν έρημο. Ετοίμασε τον τρουβά με το ψωμί, πήρε τη φτσέλα με το νερό στον ώμο κι έκανε να ξεκινήσει.

— Θα ’ρθω κι εγώ, του είπε ο Χάρης. Να ιδώ τους δικούς μου. Βγάζουν τα φασόλια εκεί πέρα.

Ο δρόμος μέχρι τη γέφυρα της Φλέβας ήταν γνωστός, πέρασαν το Ζευγαρολίβαδο σιγά-σιγά, σαν να ήθελαν να καθυστερήσουν την ώρα που θα πατούσαν στον χωματόδρομο. Από εκεί και πέρα άρχιζε η δοκιμασία. Ο κουρνιαχτός ανέβαινε ως τα γόνατα και έκαιγε τα πόδια. Βάτα δεξιά κι αριστερά, φορτωμένα κόκκινα μούρα, είχαν τα φύλλα τους πασπαλισμένα από σκόνη και ήλιο.

Περπατούσαν ξυπόλυτοι, όπως όλα τα παιδιά εκείνα τα καλοκαίρια. Για να γλιτώνουν το κάψιμο, σβαρνούσαν τα πόδια μέσα στη σκόνη, αφήνοντας πίσω τους ένα μονοπάτι που έμοιαζε με ζωγραφιά πάνω στον χρυσαφένιο κουρνιαχτό. Και μετρούσαν τους φιδόδρομους, τις αυλακιές που άφηναν τα φίδια όταν έσερναν τις κοιλιές τους.

— Ετούτος είναι πολύ φαρδύς, είπε ο Χάρης. Σαν χοντρή ταινία μοιάζει. Σίγουρα θα ’ναι μεγάλο φίδι… κι ίσως να ’χει και κέρατα.

— Όχι, ρε, απάντησε ο Σιούλας με σιγουριά. Από χελώνα είναι. Δεν βλέπεις παραδίπλα τις νυχιές των ποδιών της;

Πάντα ο Σιούλας ήξερε να ξεχωρίζει τα ίχνη. Από μικρός τριγυρνούσε με τον πατέρα του στα ζώα και μάθαινε τα σημάδια της γης σαν να διάβαζε παλιό, ιερό βιβλίο.

Λίγο παρακάτω σηκώθηκε αέρας. Ένας μικρός ανεμοστρόβιλος περπάτησε πλάι τους, σήκωσε φύλλα ξερά, κουρνιαχτό και λίγες πεταμένες χλόες που στριφογύρισαν σαν μικρές χρυσές σβούρες.

— Αυτές είναι οι Καλότυχες, είπε ο Σιούλας, με ύφος σοβαρό, όπως όταν επαναλάμβανε ιστορίες του πατέρα του. Τη νύχτα τραγουδούν. Αν μαγέψουν ένα παιδί… μπορεί να το πάρουν μαζί τους. Για πάντα.

Ο Χάρης ένιωσε ένα ρίγος να του σφίγγει τα σωθικά, όχι τόσο για τις Καλότυχες όσο για τον κόμπο που του ανέβαινε στη θωριά, μόλις είδε από μακριά τους γονείς του σκυμμένους πάνω στις φασουλιές. Ήταν μια εικόνα που πάντα τον λύγιζε. Οι δικοί του, λουσμένοι στον ιδρώτα, η μάνα με το μαντήλι μουσκίδι, ο πατέρας με τη ράχη σκυφτή σαν ν’ αγκάλιαζε όλο το χωράφι.

— Όταν μαυρίσουν τα μούρα στα βάτα, θα ’ρθουμε να τα μαζέψουμε, είπε ο Σιούλας, κι έστριψε προς τις Χαλκιές.

Ο Χάρης πήρε τον άλλο δρόμο προς το χωράφι των δικών του. Σαν τον είδαν, ξαφνιάστηκαν.

— Κάτσε κάτω απ’ τον φτελιά, του φώναξε η μάνα. Σε λίγο τελειώνουμε να φύγουμε μαζί.

— Γιατί, βρε παιδί μου, περπατάς ξυπόλυτος; είπε ο πατέρας, σκουπίζοντας τον ιδρώτα με την ανάστροφη της παλάμης. Δεν σε πήρα καβουτσούκια;

— Πεινάω, είπε ο Χάρης, και κάθισε σταυροπόδι στον ίσκιο.

Η μάνα του έφερε το φαγητό τους, σκορδάρι, στουμπισμένο σκόρδο με ξίδι κι αλάτι, ανακατεμένο στο νερό. Φαγητό των φτωχών, μα δροσερότατο. Ο Χάρης βούτηξε το ψωμί και ένιωσε το στόμα του να γεμίζει από μια απλή, θεϊκή νοστιμιά. Μες στη λάβα του μεσημεριού, το σκορδάρι έγινε βάλσαμο.

Στο γυρισμό, η μάνα του τού ’βαλε στο κεφάλι το μεσάλι από το ψωμί για να μην τον καίει ο ήλιος. Βαδίζοντας ανάμεσα στους δυο τους, ένιωθε ασφαλής, σαν να περπατούσε μέσα σε κάστρο χτισμένο από αγάπη. Κι αν τολμούσαν οι Καλότυχες… ας έβγαιναν τώρα!

— Μπαμπάκα, ρώτησε, γιατί δεν κάνετε δεματικά να δέσετε τις φασουλιές, όπως τα στάχια;

Ο πατέρας γέλασε.

— Γιατί δεν γλιστράν όπως τα στάχια, παλικάρι μου. Με το δέσιμο θα τριφτούν τα καβούκια και θα πέσουν τα φασόλια χάμω.

Όταν τελείωσαν το ξερίζωμα, φόρτωσαν τα φυτά στο κάρο και τα πήγαν σ’ ένα καινούργιο αλώνι. Τα άπλωσαν στον ήλιο να στεγνώσουν ακόμη, κι άρχισε το συμβούλιο για το ξεσπύρισμα. Με παλούκια; Ή με την αδοκάνη;

Ο πατέρας, όπως πάντα, είπε τον τελευταίο λόγο:

— Με την αδοκάνη.

Η αδοκάνη ήταν ένα τριγωνικό ξύλινο σκεύασμα, σαν σβάρνα, με σιδερένια τριγωνικά δόντια στη μία πλευρά. Τη δένανε στα ζώα, που τη τραβούσαν πάνω από τις φασουλιές, σπάζοντας τα καβούκια και ελευθερώνοντας τον καρπό.

Ο Χάρης στάθηκε στη σκιά κι έβλεπε τον πατέρα να δένει τα ζώα και τη μάνα να ισιώνει τις φασουλιές με μια κίνηση που θύμιζε χάδι. Μέσα στον κουρνιαχτό που σηκωνόταν, μέσα στο φως που έκανε τα πάντα να τρεμοπαίζουν σαν ζωγραφιά, ο κόσμος έμοιαζε μεγάλη, χρυσή αγκαλιά.

Κι εκεί, για πρώτη φορά, του πέρασε μια σκέψη, πως οι άνθρωποι που σκύβουν στη γη, που παλεύουν με τον κάματο και το λιοπύρι, έχουν μέσα τους μια κρυφή, ανεξήγητη δύναμη. Σαν τις Καλότυχες, μόνο που εκείνοι δεν παίρνουν τα παιδιά. Αντίθετα, τα κρατούν.

Και τα μαθαίνουν να πατούν στη γη χωρίς φόβο.

Αργά το απόγευμα, όταν η αδοκάνη άρχισε να χτυπά ρυθμικά τις φασουλιές, ο ήχος έμοιαζε με τραγούδι. Όχι απόκοσμο, σαν των Καλότυχων, μα ανθρώπινο, βαρύ και αληθινό. Ένα τραγούδι δουλειάς, καλοκαιριού και ζωής που ξέρει να συνεχίζεται κόντρα σε κάψες, κουρνιαχτούς και βάτα.

Και ο Χάρης, ακουμπώντας το κεφάλι στα γόνατα της μάνας του, ένιωσε πως ποτέ άλλοτε ο κόσμος δεν ήταν τόσο απλός, και τόσο ασφαλής.

 

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Η πιο σιωπηλή επιβράβευση της ζωής μου - Στη μνήμη του πατέρα μου, Αντώνη

 

Ο πατέρας μου ήταν αγροφύλακας και άνθρωπος της γης.
Όχι γιατί δούλευε μόνο με τα χέρια, αλλά γιατί ήξερε να στέκεται χαμηλά, εκεί όπου τα πράγματα δεν κάνουν θόρυβο. Αρκούνταν στα λίγα, όχι από φτώχεια, αλλά από επίγνωση. Η αυτάρκεια ήταν το άτυπο μάθημά του. Ένας τρόπος να αντέχει τον κόσμο και, σιωπηλά, να μας μαθαίνει να αντέχουμε κι εμείς.

Όταν κάποτε του είπα πως θα κατέβω στις εκλογές, η γαλήνη του ράγισε. Δεν αντέδρασε με λόγια, διάλεξε τη σιωπή. Απέφευγε να με κοιτάζει κατάματα, σαν να φοβόταν ότι, αν μιλούσαμε, η απόφαση θα έπαιρνε σάρκα και οστά. Περίμενε να υποχωρήσω. Να επιστρέψω στο μέτρο που εκείνος πίστευε πως προστατεύει. Μα εγώ προχώρησα. Κατάρτισα συνδυασμό. Έβαλα υποψηφιότητα. Πήρα το ρίσκο που εκείνος δεν ήθελε να σηκώσω.

Το απόγευμα των εκλογών, στο εκλογικό κέντρο της Φωτάδας, ο χρόνος έμοιαζε να κρατά την ανάσα του. Κι όταν έφτασαν τα τελικά αποτελέσματα και επιβεβαίωσαν την εκλογή μου, η χαρά ξέσπασε σαν νερό που έσπασε φράγμα. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και κατευθυνθήκαμε για το Βαλτινό. Εκεί ο κόσμος είχε ήδη μαζευτεί, πυκνός σαν πανηγύρι ψυχών. Δεν πρόλαβα να πατήσω καλά-καλά στο χώμα, χέρια με σήκωσαν, ώμοι με κράτησαν ψηλά, φωνές με συνόδευσαν μέσα σε επευφημίες. Για λίγα μέτρα έπαψα να ανήκω στο έδαφος.

Ύστερα ήρθαν οι αγκαλιές. Φιλιά, συγχαρητήρια, πρόσωπα φωτεινά. Και μέσα σε αυτό το πλήθος, σαν ήρεμο ρεύμα που διασχίζει φουρτουνιασμένο ποτάμι, είδα τη μάνα μου και τον πατέρα μου να πλησιάζουν. Στα μάτια τους διάβασα κάτι που δεν χωρούσε σε λόγια: χαρά, ναι, αλλά και ανακούφιση, ικανοποίηση για έναν στόχο που έπιασε τόπο.

Άρπαξα τη μάνα μου πρώτη. Την αγκάλιασα σφιχτά, σαν να ήθελα να επιστρέψω μέσα της όλα όσα μου είχε δώσει. Κι ύστερα ήρθε ο πατέρας μου. Αγκαλιαστήκαμε. Σφιχτά. Και για λίγα δευτερόλεπτα ακουμπήσαμε τα μάγουλά μας. Μια κίνηση απλή, σχεδόν ανεπαίσθητη για τους άλλους, μα για μένα κοσμογονική.

Δεν ήταν άνθρωπος των εκδηλώσεων. Η επιβράβευση του φαινόταν επικίνδυνη, φοβόταν πως θα φουσκώσουν τα μυαλά μου, πως η υπερηφάνεια θα ξεπεράσει το μέτρο. Ίσως πίσω από αυτόν τον φόβο να κρυβόταν η δική του ανασφάλεια. Όμως εκείνη τη στιγμή κάτι λύγισε μέσα του. Ίσως ένιωσε πως δεν κινδυνεύω πια. Ίσως πως στάθηκα όρθιος. Και αφέθηκε.

Εκείνο το άγγιγμα των μάγουλων ήταν η σιωπηλή του ευλογία.
Και για μένα, μέσα σε όλες τις φωνές, τα χειροκροτήματα και τους τίτλους, ήταν το μεγαλύτερο τρόπαιο της ζωής μου.

Δ.Τ.

Επίσκεψη μαθητών του ΓΕΛ Βαλτινού στο Δημαρχείο Τρικάλων

 

Μαθητές και μαθήτριες της Β’ και Γ’ τάξης του Γενικού Λυκείου Βαλτινού επισκέφθηκαν την Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026 το Δημαρχείο Τρικάλων, στο πλαίσιο εκπαιδευτικής δράσης με στόχο τη γνωριμία τους με τη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τις σύγχρονες αναπτυξιακές πρωτοβουλίες του Δήμου Τρικκαίων.

Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου, όπου τους μαθητές υποδέχθηκε ο Αντιδήμαρχος Παιδείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού κ. Μιχάλης Λάππας. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, τον λόγο πήρε ο εκπρόσωπος Τύπου του Δήμου Τρικκαίων κ. Θανάσης Μιχαλάκης, ο οποίος παρουσίασε αναλυτικά τις δράσεις, τα έργα και τις δραστηριότητες του Δήμου, με έμφαση στο Στρατηγικό Πλάνο της Έξυπνης Πόλης και τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε σε εμβληματικές πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις, όπως ο «Μύλος των Ξωτικών», η πλούσια πολιτιστική παράδοση της περιοχής, καθώς και οι καινοτόμες ψηφιακές εφαρμογές του Δήμου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Ψηφιακό Ασκληπιείο. Οι μαθητές είχαν την ευκαιρία να ενημερωθούν για τον ρόλο της τεχνολογίας στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών και να θέσουν ερωτήματα σχετικά με το μέλλον των Τρικάλων ως σύγχρονης, βιώσιμης πόλης.

Τους μαθητές συνόδευαν οι εκπαιδευτικοί κ.κ. Νατάσα Ρίζου, Ματίνα Νταφούλη, Νίκος Παπακωνσταντίνου και Γιάννης Ιακωβάκης, οι οποίοι συνέβαλαν στην παιδαγωγική αξιοποίηση της επίσκεψης. Η δράση άφησε θετικές εντυπώσεις και ενίσχυσε το ενδιαφέρον των μαθητών για τα κοινά, την αυτοδιοίκηση και τη σύγχρονη αστική ανάπτυξη.


Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Κι όμως υπάρχει ελπίδα…

 

Ένας γέροντας προχωρούσε σε μια παραλία πολύ νωρίς το πρωί και είδε έναν νεαρό να ρίχνει στη θάλασσα τους αστερίες που είχαν ξεβράσει τα κύματα.
Του έπιασε κουβέντα και τον ρώτησε γιατί τους πετούσε ξανά στο νερό.
Ο νέος του απάντησε πως ο αστερίας θα πέθαινε, εάν ο πρωινός ήλιος τον έβρισκε στην ακτή.
Ο γέροντας αντέδρασε: «Μα η παραλία είναι χιλιάδες μέτρα και οι αστερίες εκατομμύρια. Πως μπορεί η δική σου προσπάθεια να αλλάξει την κατάσταση;»
Ο νέος κοίταξε για λίγο τον αστερία που κρατούσε στα χέρια του και ρίχνοντας τον και αυτόν στην αγκαλιά των κυμάτων αποκρίθηκε:
«Εγώ αυτόν τον έσωσα, η κατάσταση άλλαξε γι’ αυτόν εδώ».

Σχολιασμός

Το κείμενο αυτό αρθρώνει έναν διαχρονικό διάλογο ανάμεσα σε δύο στάσεις ζωής: τη στάση της ψυχρής λογικής και τη στάση της ηθικής ευθύνης. Τη σύγκρουση δύο οπτικών: της αποθαρρυντικής λογικής του μεγέθους και της ενσυναισθητικής λογικής της ευθύνης. Ο γέροντας δεν είναι κακόβουλος, είναι φορέας εμπειρίας, αριθμών, ματαιώσεων. Εκφράζει τη φωνή του κόσμου όπως «είναι»: απέραντος, άνισος, συχνά αδιόρθωτος. Ο νέος, αντίθετα, ενσαρκώνει τον κόσμο όπως «θα έπρεπε να είναι», όχι ως σύνολο, αλλά ως άθροισμα μοναδικών ζωών.

Η ένσταση του γέροντα είναι απόλυτα λογική: η πράξη του νέου δεν αλλάζει το γενικό αποτέλεσμα. Κι όμως, η απάντηση του νέου μετατοπίζει ριζικά το ερώτημα. Δεν απαντά στο «πόσοι σώζονται», αλλά στο «ποιος σώζεται». Εκεί ακριβώς συντελείται η φιλοσοφική ανατροπή: το νόημα δεν γεννιέται από την κλίμακα, αλλά από τη σχέση. Η αξία της πράξης δεν μετριέται ποσοτικά, αλλά υπαρξιακά.

Ο αστερίας γίνεται σύμβολο του «ενός», του συγκεκριμένου ανθρώπου, του συγκεκριμένου πόνου, της συγκεκριμένης στιγμής όπου κάποιος επιλέγει να μη γυρίσει το βλέμμα αλλού. Μέσα σε έναν κόσμο που συχνά δικαιολογεί την αδράνεια με το μέγεθος του προβλήματος, το κείμενο υπενθυμίζει ότι η απάθεια δεν είναι ουδετερότητα, αλλά επιλογή.

Η φράση «Εγώ αυτόν τον έσωσα, η κατάσταση άλλαξε γι’ αυτόν εδώ» δεν είναι απλώς απάντηση, είναι ηθική δήλωση. Δηλώνει ότι ο κόσμος δεν σώζεται συνολικά, αλλά αποκαθίσταται τοπικά, κάθε φορά που κάποιος σκύβει. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η ελπίδα: όχι στην αυταπάτη ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα πάντα, αλλά στη βεβαιότητα ότι μπορούμε να αλλάξουμε κάτι. Και ότι αυτό το «κάτι», όταν αφορά μια ζωή, δεν είναι ποτέ λίγο.



Η ζεστασιά του λίγο

 

Τον χειμώνα, όταν ο κόσμος μικραίνει και η μέρα μαζεύεται νωρίς γύρω από τη φωτιά, η ομορφιά μας ψιθυρίζει. Είναι εκεί, στα πιο ταπεινά πράγματα. Στη φλόγα που τρεμοπαίζει χωρίς βιασύνη, στο ψωμί που κόβεται με το χέρι, στο κρασί που κοκκινίζει το ποτήρι και τη σκέψη.

Μια στάμνα πλεγμένη πρόχειρα, σαν να την έφτιαξε ο χρόνος κι όχι άνθρωπος. Λίγες ελιές, πικρές και γυαλιστερές, χόρτα βρασμένα, τυρί λευκό σαν το πρώτο φως. Τίποτα περιττό. Κι όμως, όλα είναι αρκετά. Γιατί η αφθονία δεν κατοικεί στο πλήθος, αλλά στη συμφιλίωση με το λίγο.

Η φωτιά δεν ζεσταίνει μόνο το σώμα, ζεσταίνει τη μνήμη. Φέρνει κοντά όσα ο χειμώνας χωρίζει. Κάνει το απλό να μοιάζει γιορτή και το καθημερινό να αποκτά νόημα. Εκεί, μπροστά στη χόβολη, μαθαίνεις ξανά να βλέπεις. Να χαίρεσαι χωρίς θόρυβο. Να ευγνωμονείς χωρίς λόγια.

Η ικανότητα να βρίσκεις ομορφιά στα πιο ταπεινά πράγματα κάνει τη ζωή, τώρα τον χειμώνα, ευτυχισμένη και ωραία. Γιατί τότε καταλαβαίνεις πως η ευτυχία δεν είναι κάτι που έρχεται απ’ έξω, αλλά κάτι που ανάβει σιγά-σιγά μέσα σου, όπως αυτή η φωτιά, με λίγα ξύλα, λίγη υπομονή και πολλή σιωπή.


Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Το κούρεμα με τα μισά και τα ολόκληρα

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Ο μπάρμπα-Στέφανος ήταν ένας από τους καλύτερους κουρείς του Βαλτινού. Όχι γιατί είχε σπουδάσει την τέχνη σε μεγάλες πόλεις ή γιατί είχε βιτρίνα με καθρέφτες και φωτάκια, αλλά γιατί είχε χέρι σταθερό, μάτι κοφτερό και γλώσσα που έκοβε πιο βαθιά κι από το ξυράφι του.

Ένα ψαλίδι, μια χτένα, μια χειροκίνητη κουρευτική μηχανή, ένα λευκό πανί και ελάχιστα ξυριστικά σύνεργα -δυο ξυράφια, ένα ακονιστήρι, ένα πινέλο, ένα μεταλλικό κουπάκι για τον αφρό και στο τέλος λίγο οινόπνευμα στα μάγουλα για την απολύμανση- όλα στριμωγμένα μέσα σ’ ένα κασελάκι, ήταν τα εργαλεία του κουρέα του χωριού μας. Και μ’ αυτά έβγαζε το μεροκάματο, το ψωμί του και κανένα τσιπουράκι για το κέφι.

Το κατάστημα, όταν το επέτρεπε ο καιρός, ήταν υπαίθριο: πότε στο μπαλκόνι του σπιτιού του, πότε στην αυλή, πότε στα καφενεία του χωριού, ανάμεσα σε τάβλια, καφέδες και πολιτικές αναλύσεις. Όταν πάλι έπιανε κρύο ή βροχή, το κουρείο μεταφερόταν μέσα στο σπίτι, δίπλα στη σόμπα, με τη γυναίκα του, τη Μαγδαληνή να γκρινιάζει πως γέμισε τρίχες το πάτωμα. Κάποιες φορές πήγαινε και σε γάμους, να κουρέψει και να ξυρίσει τους γαμπρούς, που έτρεμαν περισσότερο από συγκίνηση παρά από το ξυράφι.

Οι απαιτήσεις των ηλικιωμένων πελατών ήταν ελάχιστες. «Κόψ’ τα λίγο να μη μπαίνουν στα μάτια» και «χτένισέ με να φαίνομαι άνθρωπος». Πού και πού κανένα ξύρισμα και λίγη φροντίδα του προσώπου. Για τα μικρά παιδιά, που κουρεύονταν στην πρώτη ψιλή, η δουλειά ήταν ακόμη πιο εύκολη, εκεί σάρωνε η χειροκίνητη μηχανή κουρέματος σαν θεριστική μηχανή στον κάμπο.

Μια μέρα, λοιπόν, τον επισκέφθηκε στο κουρείο του ο αφελής Βασίλης για κούρεμα. Ο Βασίλης ήταν καλό παιδί, αλλά ό,τι του έλεγες το πίστευε χωρίς δεύτερη σκέψη. Έκατσε στην καρέκλα, έδεσε ο μπάρμπα-Στέφανος το άσπρο πανί στον λαιμό του και τότε ήρθε η ερώτηση.

—Μπάρμπα-Στέφω, πόσο κάνει το κούρεμα;
—Δέκα δραχμές, του απάντησε ο κουρέας χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.
—Α… δεν έχω τόσα! Γίνεται να με κουρέψεις για πέντε δραχμές;

Ο μπάρμπα-Στέφανος σταμάτησε, τον κοίταξε μέσα απ’ τον καθρέφτη και χαμογέλασε στραβά.

—Γίνεται, βρε Βασίλη, γίνεται. Αλλά να ξέρεις, για πέντε δραχμές κουρεύω μόνο το μισό κεφάλι.

Ο Βασίλης ξύνισε λίγο τα μούτρα του.

—Πώς δηλαδή;
—Να… ή το δεξί μισό ή το αριστερό. Διάλεξε!

Ο Βασίλης το σκέφτηκε σοβαρά, σαν να του πρότειναν μεγάλη επένδυση.

—Κούρεψέ μου το αριστερό, μπάρμπα-Στέφω. Το δεξί δεν φαίνεται τόσο…

Ο κουρέας έσφιξε τα χείλη να μη γελάσει, πήρε τη μηχανή και άρχισε το έργο. Σε δέκα λεπτά, το αριστερό μισό του κεφαλιού του Βασίλη ήταν γυαλισμένο σαν αυγό, ενώ το δεξί παρέμενε φουντωτό και αγέρωχο.

—Έτοιμος! είπε ο μπάρμπα-Στέφανος.
—Μα… έτσι θα βγω έξω;
—Αν θες και το άλλο μισό, άλλες πέντε δραχμές.

Ο Βασίλης έβαλε το χέρι στην τσέπη, έβγαλε τις πέντε δραχμές, τις κοίταξε με λύπη και τις παρέδωσε.

—Άντε, κούρεψέ το κι αυτό…

Όταν τελείωσε, ο μπάρμπα-Στέφανος τίναξε το πανί, πέρασε λίγο οινόπνευμα στα μάγουλα του Βασίλη και του έδωσε τον καθρέφτη.

—Πώς σου φαίνεται;
—Σαν καινούριος! είπε ο Βασίλης χαρούμενος.

Πριν φύγει, γύρισε και ρώτησε:

—Μπάρμπα-Στέφω… αν ερχόμουν μόνο για ξύρισμα, πόσο θα ’κανε;
—Πέντε δραχμές.
—Κι αν είχα μόνο δυο;
—Τότε, Βασίλη μου, θα σου ξύριζα μόνο το ένα μάγουλο. Το άλλο θα στο ’κανα δώρο να το βλέπεις και να θυμάσαι.

Κι έτσι έμεινε στο Βαλτινό η φήμη πως ο μπάρμπα-Στέφανος δεν κούρευε απλώς κεφάλια, κούρευε και την αφέλεια, με το ίδιο του το ψαλίδι.


Χαμόγελα στα καλά και στα κακά: ο αληθινός εορτασμός της ζωής

 

Με αφορμή την ανάρτηση της συγχωριανής μας Ειρήνης, που γιόρτασε τα γενέθλιά της όχι απλώς ως μια ακόμη επέτειο χρόνου, αλλά ως μια στιγμή ευγνωμοσύνης και μοιράσματος, μπορούμε να σταθούμε λίγο πιο στοχαστικά απέναντι στο ίδιο το νόημα των γενεθλίων.

Η γιορτή των γενεθλίων είναι, πράγματι, η ετήσια εορτή της ημέρας της γέννησής μας. Μια ημέρα που δεν συνδέεται με κάποιο όνομα, με κάποια παράδοση ή με μια εξωτερική σύμβαση, αλλά με το πιο θεμελιώδες γεγονός της ύπαρξής μας: το ότι ήρθαμε στον κόσμο. Και αφού η ζωή είναι μία και μοναδική, η ημερομηνία της γέννησης έχει ένα βάρος υπαρξιακό, σχεδόν ιερό, είναι το σημείο εκκίνησης της προσωπικής μας διαδρομής, με όλα τα φώτα και τις σκιές της.

Ίσως γι’ αυτό τα γενέθλια έχουν τη δύναμη να γίνονται αληθινές στιγμές συνάντησης. Όχι μόνο με τους άλλους, αλλά και με τον εαυτό μας. Είναι μια ήσυχη υπενθύμιση ότι μεγαλώνουμε, αλλά και ότι συνεχίζουμε. Ότι αντέξαμε, γελάσαμε, πληγωθήκαμε, χαμογελάσαμε ξανά. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ευχή της Ειρήνης αποκτά ιδιαίτερο βάθος: υγεία και χαμόγελα, όχι μόνο στα καλά, αλλά και στα δύσκολα. Γιατί το χαμόγελο δεν είναι άρνηση της πραγματικότητας, είναι στάση ζωής.

Τα γενέθλια, τελικά, δεν είναι τόσο γιορτή του χρόνου που πέρασε, όσο του χρόνου που ζήσαμε συνειδητά και του χρόνου που επιλέγουμε να ζήσουμε με νόημα. Είναι μια γιορτή της ύπαρξης, της σχέσης και της ελευθερίας. Και όταν συνοδεύονται από αυθεντικές ευχές, μικρές εκπλήξεις και λόγια αγάπης, τότε δεν μετριούνται σε κεράκια, αλλά σε χαμόγελα που –όπως σωστά ειπώθηκε– αξίζει να τα κρατάμε δυνατά, και στα καλά και στα κακά.


Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

(Σελίδες από την ιστορία του τόπου μας) Το πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Καλλιδένδρου (1999–2002)

 Η αρχή μιας κοινής πορείας

Η φωτογραφία αποτυπώνει μια ιστορική στιγμή για τον Δήμο Καλλιδένδρου: τον Δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους του πρώτου Δημοτικού Συμβουλίου, στην έναρξη της δημοτικής περιόδου 1999–2002. Στημένοι σε ευθεία γραμμή, με φόντο το φυσικό τοπίο και το πράσινο που συμβολίζει τη γονιμότητα και τη συνέχεια του τόπου, οι εκπρόσωποι των πολιτών κοιτούν τον φακό με σοβαρότητα, αίσθημα ευθύνης και συγκρατημένη αισιοδοξία.

Πρόκειται για ανθρώπους που προέρχονται από τα τέσσερα Δημοτικά Διαμερίσματα -το Βαλτινό, το Δενδροχώρι, την Κάτω Ελάτη και τη Φωτάδα- και που κλήθηκαν να σηκώσουν το βάρος μιας νέας αυτοδιοικητικής αρχής, σε μια περίοδο αλλαγών και προσδοκιών. Η ενδυμασία τους λιτή, καθημερινή αλλά αξιοπρεπής, αντανακλά το ήθος της εποχής και τη λαϊκή προέλευση της τοπικής αυτοδιοίκησης: ανθρώπους της δουλειάς, της γης, του επαγγέλματος, που περνούν από τον ιδιωτικό βίο στην υπηρεσία του κοινού καλού.

Η αναμνηστική αυτή φωτογραφία, είναι ένα τεκμήριο συλλογικής ευθύνης και κοινής πορείας. Κάθε πρόσωπο φέρει τη δική του ιστορία, αλλά όλοι μαζί συγκροτούν ένα σώμα με κοινό όραμα: την πρόοδο του Δήμου, τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών, τη συνεργασία και τη συνοχή των κοινοτήτων. Με όνειρα και προσδοκίες για το μέλλον, το πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Καλλιδένδρου ξεκίνησε τη θητεία του με διάθεση προσφοράς στα κοινά, αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη του τόπου.

Η σύνθεση του σώματος αντανακλούσε τον νέο, ενιαίο δήμο με τα χωριά και τους οικισμούς του, επιτρέποντας στην τοπική αυτοδιοίκηση να λειτουργήσει με εκπροσώπηση από όλη την επικράτεια του Καλλιδένδρου.

Δήμαρχος Καλλιδένδρου: Δημήτριος Αντ. Τσιγάρας

Μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου:

·         Παπακώστας Μιχαήλ του Ευαγγέλου – Πρόεδρος Τ. Σ. Βαλτινού

·         Ζαμπακάς Αθανάσιος του Γεωργίου

·         Γουλόπουλος Στέργιος του Αντωνίου

·         Απόχας Ευάγγελος του Νικολάου

·         Τσιγάρας Γεώριος του Στεφάνου

·         Κωσταρέλλος Χρήστος του Νικολάου

·         Σταμούλης Βασίλειος του Βαΐου

·         Σχολής Χρήστος του Αποστόλου

·         Πέτρου Ιωάννης του Κων/νου

·         Ευθυμίου Γεώργιος του Δημητρίου

·         Κυριάκος Κων/νος του Νικολάου – Πρόεδρος Τ. Σ. Φωτάδας

·         Καλαμαράς Στέφανος του Γεωργίου

·         Τζάλας Σωτήριος του Γεωργίου – Πρόεδρος Τ. Σ. Κάτω Ελάτης

·         Γκαμπλιώνης Κων/νος του Ευαγγέλου

·         Αλαφοστέργιος Ιωάννης του Δημητρίου – Πρόεδρος Τ. Σ. Δενδροχωρίου

Η συμβολή των δημοτικών συμβούλων και των προέδρων των τοπικών συμβουλίων υπήρξε καθοριστική για τη λειτουργία και την πορεία του Δήμου στην πρώτη του τετραετία.


Δράση Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από την Κινητή Ομάδα Υγείας (ΚΟΜΥ) του ΕΟΔΥ στο Βαλτινό

 

Η Τοπική Κοινότητα ενημερώνει τους κατοίκους του Βαλτινού και της ευρύτερης περιοχής ότι την Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026 η Κινητή Ομάδα Υγείας (ΚΟΜΥ) του ΕΟΔΥ θα βρίσκεται στο Βαλτινό, στον χώρο του Δημαρχείου Βαλτινού, για την υλοποίηση δράσης δωρεάν πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.

Η δράση αποσκοπεί στην πρόληψη, την έγκαιρη ανίχνευση αναγκών υγείας και την ενημέρωση του πληθυσμού, με ιδιαίτερη έμφαση στις ευπαθείς ομάδες και την τρίτη ηλικία.

Πρόγραμμα δράσης

·         Κατ’ οίκον επισκέψεις: 09:00 – 11:00
(Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθούν κατ’ οίκον επισκέψεις, η ανοιχτή δράση θα ξεκινήσει από τις 09:00)

·         Ανοιχτή δράση στον χώρο του Δημαρχείου: 11:00 – 14:00

Παρεχόμενες δωρεάν υπηρεσίες

Η Κινητή Ομάδα Υγείας του ΕΟΔΥ θα προσφέρει:

·         Λήψη ιατρικού ιστορικού και καταγραφή αναγκών υγείας

·         Κλινική εξέταση ενηλίκων

·         Μέτρηση αρτηριακής πίεσης και κορεσμού οξυγόνου

·         Υπολογισμό Δείκτη Μάζας Σώματος (BMI)

·         Ενημέρωση για το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού 2025, με έμφαση στην τρίτη ηλικία

Η συμμετοχή είναι δωρεάν και απευθύνεται σε όλους τους κατοίκους. Η παρουσία της ΚΟΜΥ στο Βαλτινό ενισχύει την ισότιμη πρόσβαση των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας και συμβάλλει ουσιαστικά στη φροντίδα και την πρόληψη σε τοπικό επίπεδο.

Καλούνται οι πολίτες να προσέλθουν και να αξιοποιήσουν τη σημαντική αυτή δράση για την υγεία και την ευεξία τους.


επικοινωνιστε μαζι μας