Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Το κούρεμα με τα μισά και τα ολόκληρα

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Ο μπάρμπα-Στέφανος ήταν ένας από τους καλύτερους κουρείς του Βαλτινού. Όχι γιατί είχε σπουδάσει την τέχνη σε μεγάλες πόλεις ή γιατί είχε βιτρίνα με καθρέφτες και φωτάκια, αλλά γιατί είχε χέρι σταθερό, μάτι κοφτερό και γλώσσα που έκοβε πιο βαθιά κι από το ξυράφι του.

Ένα ψαλίδι, μια χτένα, μια χειροκίνητη κουρευτική μηχανή, ένα λευκό πανί και ελάχιστα ξυριστικά σύνεργα -δυο ξυράφια, ένα ακονιστήρι, ένα πινέλο, ένα μεταλλικό κουπάκι για τον αφρό και στο τέλος λίγο οινόπνευμα στα μάγουλα για την απολύμανση- όλα στριμωγμένα μέσα σ’ ένα κασελάκι, ήταν τα εργαλεία του κουρέα του χωριού μας. Και μ’ αυτά έβγαζε το μεροκάματο, το ψωμί του και κανένα τσιπουράκι για το κέφι.

Το κατάστημα, όταν το επέτρεπε ο καιρός, ήταν υπαίθριο: πότε στο μπαλκόνι του σπιτιού του, πότε στην αυλή, πότε στα καφενεία του χωριού, ανάμεσα σε τάβλια, καφέδες και πολιτικές αναλύσεις. Όταν πάλι έπιανε κρύο ή βροχή, το κουρείο μεταφερόταν μέσα στο σπίτι, δίπλα στη σόμπα, με τη γυναίκα του, τη Μαγδαληνή να γκρινιάζει πως γέμισε τρίχες το πάτωμα. Κάποιες φορές πήγαινε και σε γάμους, να κουρέψει και να ξυρίσει τους γαμπρούς, που έτρεμαν περισσότερο από συγκίνηση παρά από το ξυράφι.

Οι απαιτήσεις των ηλικιωμένων πελατών ήταν ελάχιστες. «Κόψ’ τα λίγο να μη μπαίνουν στα μάτια» και «χτένισέ με να φαίνομαι άνθρωπος». Πού και πού κανένα ξύρισμα και λίγη φροντίδα του προσώπου. Για τα μικρά παιδιά, που κουρεύονταν στην πρώτη ψιλή, η δουλειά ήταν ακόμη πιο εύκολη, εκεί σάρωνε η χειροκίνητη μηχανή κουρέματος σαν θεριστική μηχανή στον κάμπο.

Μια μέρα, λοιπόν, τον επισκέφθηκε στο κουρείο του ο αφελής Βασίλης για κούρεμα. Ο Βασίλης ήταν καλό παιδί, αλλά ό,τι του έλεγες το πίστευε χωρίς δεύτερη σκέψη. Έκατσε στην καρέκλα, έδεσε ο μπάρμπα-Στέφανος το άσπρο πανί στον λαιμό του και τότε ήρθε η ερώτηση.

—Μπάρμπα-Στέφω, πόσο κάνει το κούρεμα;
—Δέκα δραχμές, του απάντησε ο κουρέας χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.
—Α… δεν έχω τόσα! Γίνεται να με κουρέψεις για πέντε δραχμές;

Ο μπάρμπα-Στέφανος σταμάτησε, τον κοίταξε μέσα απ’ τον καθρέφτη και χαμογέλασε στραβά.

—Γίνεται, βρε Βασίλη, γίνεται. Αλλά να ξέρεις, για πέντε δραχμές κουρεύω μόνο το μισό κεφάλι.

Ο Βασίλης ξύνισε λίγο τα μούτρα του.

—Πώς δηλαδή;
—Να… ή το δεξί μισό ή το αριστερό. Διάλεξε!

Ο Βασίλης το σκέφτηκε σοβαρά, σαν να του πρότειναν μεγάλη επένδυση.

—Κούρεψέ μου το αριστερό, μπάρμπα-Στέφω. Το δεξί δεν φαίνεται τόσο…

Ο κουρέας έσφιξε τα χείλη να μη γελάσει, πήρε τη μηχανή και άρχισε το έργο. Σε δέκα λεπτά, το αριστερό μισό του κεφαλιού του Βασίλη ήταν γυαλισμένο σαν αυγό, ενώ το δεξί παρέμενε φουντωτό και αγέρωχο.

—Έτοιμος! είπε ο μπάρμπα-Στέφανος.
—Μα… έτσι θα βγω έξω;
—Αν θες και το άλλο μισό, άλλες πέντε δραχμές.

Ο Βασίλης έβαλε το χέρι στην τσέπη, έβγαλε τις πέντε δραχμές, τις κοίταξε με λύπη και τις παρέδωσε.

—Άντε, κούρεψέ το κι αυτό…

Όταν τελείωσε, ο μπάρμπα-Στέφανος τίναξε το πανί, πέρασε λίγο οινόπνευμα στα μάγουλα του Βασίλη και του έδωσε τον καθρέφτη.

—Πώς σου φαίνεται;
—Σαν καινούριος! είπε ο Βασίλης χαρούμενος.

Πριν φύγει, γύρισε και ρώτησε:

—Μπάρμπα-Στέφω… αν ερχόμουν μόνο για ξύρισμα, πόσο θα ’κανε;
—Πέντε δραχμές.
—Κι αν είχα μόνο δυο;
—Τότε, Βασίλη μου, θα σου ξύριζα μόνο το ένα μάγουλο. Το άλλο θα στο ’κανα δώρο να το βλέπεις και να θυμάσαι.

Κι έτσι έμεινε στο Βαλτινό η φήμη πως ο μπάρμπα-Στέφανος δεν κούρευε απλώς κεφάλια, κούρευε και την αφέλεια, με το ίδιο του το ψαλίδι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας