Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Το πορτρέτο του σχολείου

 

Βαλτινό, 1969

Υπάρχουν φωτογραφίες που δεν είναι απλώς εικόνες, αλλά μικρές κιβωτοί μνήμης. Μέσα τους φυλάγονται πρόσωπα, εποχές, φωνές, ακόμη και οι σιωπές ενός τόπου. Μια τέτοια είναι και η φωτογραφία των δυο αδελφιών, του Δημήτρη και του Κώστα, μαθητών του Δημοτικού Σχολείου Βαλτινού, τραβηγμένη το έτος 1969.

Καθισμένοι μαζί στο ίδιο θρανίο, με τα τετράδιά τους ανοιγμένα μπροστά τους και με φόντο τον σχολικό χάρτη, μοιάζουν σαν να κρατούν για μια στιγμή ολόκληρο τον κόσμο μέσα στην παιδική τους ματιά. Τα πρόσωπά τους, σοβαρά και συνάμα αθώα, έχουν εκείνη τη γλυκιά ακινησία που αποκτούν οι στιγμές λίγο πριν γίνουν ανάμνηση.

Εκείνα τα χρόνια, η εμφάνιση του φωτογράφου στο σχολείο ήταν γεγονός ξεχωριστό. Δεν ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Ήταν σχεδόν γιορτή. Από την προηγούμενη κιόλας ημέρα ο δάσκαλος ενημέρωνε τα παιδιά:

Αύριο θα έρθει ο φωτογράφος.

Η είδηση έφτανε το απόγευμα στα σπίτια, περνώντας από τα παιδικά χείλη στα αυτιά των γονιών. Στα χαμηλά σπίτια του χωριού, όπου ο μόχθος της ημέρας άφηνε στα χέρια τη σκόνη του χωραφιού και την κούραση της βιοπάλης, η απόφαση για μια φωτογραφία δεν ήταν πάντα εύκολη. Οι οικονομικές συνθήκες ήταν δύσκολες. Δεν μπορούσαν όλα τα παιδιά να φωτογραφηθούν. Για πολλές οικογένειες, ακόμη και αυτή η μικρή δαπάνη έπρεπε να μετρηθεί.

Κι όμως, όσοι είχαν τη δυνατότητα, ετοιμάζονταν με ιδιαίτερη φροντίδα. Τα καλά τους ρούχα έβγαιναν από το σεντούκι ή από την ντουλάπα, το πουκάμισο σιδερωνόταν όσο μπορούσε, τα μαλλιά χτενίζονταν προσεκτικά, και το παιδί πήγαινε στο σχολείο με μια σιωπηλή περηφάνια. Ήξερε πως εκείνη η μέρα δεν θα ήταν σαν τις άλλες.

Ο φωτογράφος δεν έβγαζε μόνο τις ομαδικές φωτογραφίες της τάξης. Έστηνε και το μικρό του σκηνικό για τα πορτρέτα: ένα θρανίο, ένα τετράδιο, ένα μολύβι, και πίσω ο χάρτης της Ελλάδας ή της Ευρώπης. Εκεί, ένα παιδί μόνο του ή δυο αδέλφια μαζί έπαιρναν θέση, προσπαθώντας να μείνουν ακίνητα για λίγα δευτερόλεπτα που έμελλαν να κρατήσουν μια ζωή.

Πόση δύναμη κρύβει άραγε μια τέτοια εικόνα; Δεν είναι μόνο δυο παιδιά σε μια σχολική αίθουσα. Είναι ολόκληρη η εποχή τους. Είναι το σχολείο του χωριού, η μυρωδιά της κιμωλίας, το ξύλο του θρανίου, η φωνή του δασκάλου, το βλέμμα της μάνας όταν θα έπαιρνε στα χέρια της τη φωτογραφία.

Και ύστερα ερχόταν η κορνίζα.

Πολλές από αυτές τις φωτογραφίες στολίστηκαν με καμάρι στους τοίχους των σπιτιών. Στο σαλόνι ή στην καλή κάμαρα, ανάμεσα σε εικόνες αγίων και οικογενειακά κειμήλια, το σχολικό πορτρέτο γινόταν σημείο αναφοράς της οικογένειας. Ήταν μια σιωπηλή δήλωση πως το παιδί μεγάλωνε, μάθαινε γράμματα, προχωρούσε στη ζωή.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, η συνήθεια πέρασε στις επόμενες γενιές. Τα παιδιά του Δημήτρη και του Κώστα έκαναν αργότερα το ίδιο. Νέες φωτογραφίες, νέα σχολικά πορτρέτα, νέες κορνίζες στους τοίχους. Η μνήμη συνέχισε να υφαίνει το νήμα της από γενιά σε γενιά.

Έτσι, μια απλή σχολική φωτογραφία γίνεται σήμερα πολύτιμο τεκμήριο ζωής. Μαρτυρία ενός χωριού, μιας εποχής και μιας αθωότητας που δεν επιστρέφει, παρά μόνο μέσα από το βλέμμα της μνήμης.




Ο Μυκηναϊκός τύμβος Εξαλόφου (Κωσταριλλαίικα)

 

Δώδεκα χιλιόμετρα δυτικά των Τρικάλων, στις υπώρειες του όρους Κόζιακα, εκεί όπου απλώνεται μαγευτικά το γραφικό χωριουδάκι του Εξαλόφου (Κωσταριλλαίικα), συνοικισμός της κοινότητας Δενδροχωρίου, περιβαλλόμενο από έξι λοφοκορφές, υψωνόταν ένας μικρός και φαινομενικά ασήμαντος τύμβος. Στα σπλάχνα του, όμως, έκρυβε ένα ιδιαίτερα σημαντικό σύνολο μυκηναϊκών ταφικών κτερισμάτων και ευρημάτων, σπάνιων για την περιοχή μας και εξαιρετικής αρχαιολογικής αξίας.

Τον ταφικό αυτό τύμβο εσύλησαν τυμβωρύχοι τον Ιανουάριο του 1967. Χάρη, ωστόσο, στις άμεσες και συντονισμένες ενέργειες του Τμήματος Ασφαλείας Τρικάλων και του καθηγητού, έκτακτου επιμελητού Αρχαιοτήτων Τρικάλων Γεωργίου Ηλ. Ζιάκα, κατέστη δυνατή η σύλληψη των αρχαιοκαπήλων και, στη συνέχεια, η κατάσχεση των πολύτιμων εκείνων μυκηναϊκών ευρημάτων, των οποίων η σημασία είναι μεγάλη τόσο από αρχαιολογικής όσο και από επιστημονικής πλευράς.

Ο τύμβος, που βρισκόταν ανατολικά του συνοικισμού, είχε διάμετρο περίπου 24 μέτρα και ύψος 2 μέτρα. Στο εσωτερικό του, ακριβώς στο κέντρο, αποκαλύφθηκε ο κεντρικός κιβωτιόσχημος τάφος, κατασκευασμένος με μεγάλες πλάκες από ψαμμόλιθο και ασβεστόλιθο.

Από τον τάφο αυτό ήρθαν στο φως τα εξής αντικείμενα:

  1. Ένα κυρτό χάλκινο μαχαιρίδιο με οστέινη λαβή, επενδεδυμένη με χρυσό έλασμα.
  2. Ένα πλατύ, αμφίστομο χάλκινο ξίφος, του οποίου η λαβή σχηματίζεται σε σχήμα Τ και ήταν πιθανότατα επενδεδυμένη με ελεφαντοστό. Επάνω της διακρίνονται εννέα χάλκινοι ήλοι, ενώ διατηρείται σε καλή κατάσταση μία χρυσή ταινία.
  3. Μία χάλκινη αιχμή δόρατος.
  4. Τέσσερις πήλινοι υψίποδες κύλικες, χωνοειδούς τεχνοτροπίας και δίωποι, με γραπτή σπειροειδή διακόσμηση στη χωνοειδή επιφάνεια και εξαίσιους δακτυλίους στους πόδες. Το χρώμα της διακόσμησης είναι το χαρακτηριστικό της γνωστής μυκηναϊκής τεχνοτροπίας.

Το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των κτερισμάτων αποτελείται από όπλα της εποχής, σε συνδυασμό με τα διατεταραγμένα οστά, τα οποία φαίνεται να ανήκουν σε άνδρα, μας οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο τύμβος κατασκευάστηκε για να καλύψει τη σορό ενός Μυκηναίου αξιωματούχου πολεμιστή του 12ου π.Χ. αιώνα. Η χρονολόγηση αυτή ενισχύεται από τη μορφή και την τεχνοτροπία των ευρημάτων, τα οποία συγκλίνουν προς την εποχή αυτή.

Γεννάται, ωστόσο, ένα εύλογο ιστορικό ερώτημα: μήπως ο Μυκηναίος αυτός πολεμιστής έπεσε μαχόμενος στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί την πατρίδα του από την εισβολή των Θεσσαλών, η οποία τοποθετείται χρονολογικά στην ίδια περίπου περίοδο;

Και ποια άραγε να ήταν η πατρίδα του; Μήπως η αρχαία πόλη Σελίβαι ή η επίσης αρχαία πόλη Στρύμων;

Δυστυχώς, τα ερωτήματα αυτά παραμένουν αναπάντητα, εξαιτίας της παντελούς έλλειψης γραπτών πηγών.

Σε ό,τι αφορά την κάθοδο των Θεσσαλών στον Αιολο-Αχαϊκό και Βοιωτικό χώρο της Εστιαιώτιδος, την οποία συσχετίζουμε χρονολογικά με τον τύμβο του Εξαλόφου, ο Θουκυδίδης αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Βοιωτικοί τε γαρ οι νυν εξηκοστώ έτει μετά Ιλίου άλωσιν εξ Άρνης (= Κιέριον Καρδίτσης) αναστάντες υπό Θεσσαλών την νυν μεν Βοιωτίαν, πρότερον δε Καδμηΐδα γην καλουμένην ώκησαν».

(Θουκυδίδου, Βιβλίο Α΄, 12)

Εάν λάβουμε ως χρονολογία αλώσεως της Τροίας το 1174 π.Χ. και αφαιρέσουμε τα 60 έτη που μνημονεύει ο ιστορικός, καταλήγουμε στο 1114 π.Χ.

Εάν, όμως, υιοθετήσουμε τη νεότερη άποψη, σύμφωνα με την οποία η λήξη του Τρωικού πολέμου τοποθετείται στο 1220 π.Χ., τότε η κάθοδος των Θεσσαλών ανάγεται περίπου στο 1160 π.Χ.

Οι Θεσσαλοί, κατά πάσα πιθανότητα, ακολούθησαν είτε την κοιλάδα του άνω ρου του Πηνειού είτε τη φάραγγα των Μεγάλων Πυλών (Πόρτες). Στις υπώρειες του Κόζιακα είναι βέβαιο ότι συνάντησαν σθεναρή αντίσταση από τους εντόπιους πληθυσμούς, καθώς ο χώρος αυτός ήταν κατάσπαρτος από πόλεις και οικιστικά κέντρα.

Τελικώς, οι Θεσσαλοί, περισσότερο οργανωμένοι και σκληροτράχηλοι, επικράτησαν των τοπικών πληθυσμών, δημιουργώντας αργότερα έναν νέο κόσμο ρωμαλέο, αγωνιστικό και εργατικό.

Τα κτερίσματα του Εξαλόφου, ως σιωπηλοί μάρτυρες εκείνης της μεγάλης ιστορικής αναστάτωσης, προσφέρουν όχι μόνο σημαντική αρχαιολογική αξία, αλλά και πολύτιμη αφορμή για περαιτέρω ιστορικά συμπεράσματα και ερμηνείες.


 

Πηγή: Περιοδικό «Ο ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ» ΤΗΝ ΦΙΛΑΡΧΑΙΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΙΚΚΗΣ - ΤΡΙΚΑΛΑ 1976 - Γ. Η. ΖΙΑΚΑΣ

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Στην αγορά των Τρικάλων, μπροστά στο λευκοσιδηρουργείο

 

Υπάρχουν φωτογραφίες που δεν αποτυπώνουν απλώς μια στιγμή, διασώζουν έναν ολόκληρο κόσμο. Μια τέτοια είναι και η εικόνα του αείμνηστου Χρήστου Αθ. Πράτα από το Βαλτινό, που στέκει μπροστά στην είσοδο του λευκοσιδηρουργείου στα Τρίκαλα, κάπου στη δεκαετία του 1960, έχοντας κατέβει στην πόλη για τα αναγκαία ψώνια.

Στέκεται όρθιος, με το χαρακτηριστικό του χαμόγελο, ήσυχος και οικείος, σαν να συνομιλεί ακόμη με τον φακό και μαζί του με τον χρόνο. Στο πρόσωπό του καθρεφτίζεται η απλότητα μιας γενιάς που έμαθε να ζει με τον κόπο, την αξιοπρέπεια και τη χαρά της μικρής καθημερινότητας. Ο χορικός Χρήστος Πράτας, είναι ένας εκπρόσωπος εκείνου του κόσμου των χωριών και της πόλης, που συνδέονταν αδιάρρηκτα με τους δρόμους της αγοράς.

Η Δευτεριάτικη αγορά των Τρικάλων εκείνης της εποχής ήταν ένας ζωντανός οργανισμός. Από το πρωί οι δρόμοι γέμιζαν βήματα, φωνές εμπόρων, χαιρετισμούς, κουβέντες για τη σοδειά, τα νέα του χωριού, τις τιμές και τις ανάγκες του σπιτιού. Δεν υπήρχε βιασύνη με τη σημερινή έννοια, υπήρχε χρόνος για τον άνθρωπο. Ο πελάτης δεν ήταν αριθμός αλλά γνωστός, φίλος, συγγενής ή συγχωριανός.

Ανάμεσα στα μαγαζιά που έδιναν ιδιαίτερο χρώμα στην αγορά, ξεχώριζαν τα λευκοσιδηρουργεία. Ήταν εργαστήρια τέχνης και χρησιμότητας μαζί. Εκεί ο μάστορας, με τα έμπειρα χέρια του, δούλευε τη λαμαρίνα με επιμονή και μεράκι. Από τα λεπτά φύλλα μετάλλου γεννιούνταν σόμπες που ζέσταιναν τις χειμωνιάτικες νύχτες, καμινάδες που υψώνονταν πάνω από τις στέγες, υδρορροές που προστάτευαν τα σπίτια, δοχεία για το λάδι, το νερό ή το γάλα, καθώς και πλήθος από οικιακά σκεύη.

Σε κάθε γειτονιά υπήρχε ανάγκη για τον λευκοσιδηρουργό. Τότε τίποτε δεν πετιόταν εύκολα. Ό,τι χαλούσε, επισκευαζόταν. Ό,τι έλειπε, κατασκευαζόταν στο χέρι. Η καθημερινή ζωή στηριζόταν στη δεξιοτεχνία του μάστορα και στην αξία της επισκευής. Ήταν μια εποχή όπου τα αντικείμενα είχαν διάρκεια, όπως και οι ανθρώπινες σχέσεις.

Σήμερα, κοιτώντας τη μορφή του παππού Χρήστου, νιώθει κανείς πως η φωτογραφία ξεπερνά την απλή αναπαράσταση. Γίνεται μνήμη της παλιάς αγοράς των Τρικάλων, ενός κόσμου που χάθηκε μέσα στην πρόοδο και την αλλαγή των καιρών. Τα παραδοσιακά επαγγέλματα σίγησαν το ένα μετά το άλλο, αφήνοντας πίσω τους μόνο λίγες εικόνες, λίγες αφηγήσεις και τη συγκίνηση όσων τα έζησαν.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σιωπή του παρελθόντος, το χαμόγελο του παππού μένει ζωντανό. Σαν μια ήρεμη υπενθύμιση ότι οι πόλεις δεν είναι μόνο δρόμοι και κτίρια, αλλά οι άνθρωποί τους. Οι μορφές που περπάτησαν την αγορά, οι τεχνίτες που την κράτησαν ζωντανή, οι χωρικοί που κατέβαιναν για τα ψώνια τους, οι καθημερινές στιγμές που έγιναν ιστορία.

Η φωτογραφία αυτή είναι, τελικά, ένα μικρό παράθυρο σε μια εποχή πιο ανθρώπινη - και ίσως γι’ αυτό τόσο πολύτιμη.


Κυριακάτικη εξόρμηση στη Λίμνη Λογγά για τον Αντώνη Τσιγάρα και τον Ηλία Στεργιόπουλο

 

Μια όμορφη κυριακάτικη εξόρμηση στη φύση πραγματοποίησαν σήμερα ο Αντώνης Τσιγάρας και ο Ηλίας Στεργιόπουλος, οι οποίοι, πιστοί στη συνήθειά τους να αναζητούν ξεχωριστούς προορισμούς με τις μηχανές τους, επέλεξαν αυτή τη φορά τα μαγευτικά Αντιχάσια.

Οι δύο φίλοι ξεκίνησαν από την Καλαμπάκα και, ακολουθώντας τη διαδρομή προς το χωριό Λογγά, μέσα από ένα γραφικό και ήρεμο τοπίο, έφτασαν στην τεχνητή Λίμνη Λογγά, που βρίσκεται σε υψόμετρο 1.100 μέτρων στα Αντιχάσια Όρη, σε απόσταση περίπου 40 έως 50 χιλιομέτρων από την Καλαμπάκα και τα Τρίκαλα.

Η λίμνη αποτελεί έναν ιδανικό προορισμό για μικρές αποδράσεις στη φύση, καθώς προσφέρει μοναδικές εικόνες μέσα σε δάση οξιάς και βελανιδιάς. Τα γαλαζοπράσινα νερά της, η δροσιά του βουνού και το πυκνό φυσικό περιβάλλον συνθέτουν ένα σκηνικό ιδιαίτερης ομορφιάς, που εντυπωσιάζει κάθε επισκέπτη.

Στον χώρο υπάρχουν οργανωμένες θέσεις θέασης και ξύλινα τραπεζάκια, προσφέροντας τη δυνατότητα για ξεκούραση, πικ-νικ και απόλαυση της ηρεμίας του τοπίου. Παράλληλα, η εύκολη κυκλική διαδρομή γύρω από τη λίμνη, μήκους περίπου 2 χιλιομέτρων, είναι ιδανική για πεζοπορία και οικογενειακούς περιπάτους, με διάρκεια που κυμαίνεται από 30 έως 60 λεπτά.

Ο Αντώνης και ο Ηλίας απόλαυσαν τη διαδρομή και τις ομορφιές της πανέμορφης λίμνης, θαυμάζοντας τα χρώματα των δέντρων και τη μοναδική αίσθηση δροσιάς που προσφέρει το υψόμετρο. Η Λίμνη Λογγά αποτελεί εξαιρετική επιλογή για κάθε εποχή του χρόνου, ενώ την άνοιξη και το καλοκαίρι η σκιά των δέντρων και το φυσικό περιβάλλον την καθιστούν ακόμη πιο ελκυστική.








Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Το απρόσμενο μαρτύριο του Παπακώστα

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Ήταν αρχές Αυγούστου, τότε που ο κάμπος της Θεσσαλίας βαραίνει από τη ζέστη και ο αέρας, ακόμη και προς το δειλινό, ανασαίνει καυτός πάνω από τα χωράφια. Τα στάχυα είχαν από καιρό θεριστεί, τα αλώνια σιωπούσαν, και μόνο οι τζίτζικες έσκιζαν τη γαλήνη του απογεύματος με το αδιάκοπο τραγούδι τους, στα δέντρα του μικρού δάσους της Παναγίας.

Ο Παπακώστας πήρε το μικρό αυτοκίνητό του και ξεκίνησε για το ξωκλήσι. Ο Δεκαπενταύγουστος πλησίαζε, και όπως κάθε χρόνο, έπρεπε να φροντίσει τις τελευταίες προετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή της Παναγίας: να ελέγξει τα κεριά, να τακτοποιήσει τον χώρο, να βεβαιωθεί πως όλα θα ήταν έτοιμα για τους πιστούς που θα ανηφόριζαν εκείνο το βράδυ.

Όταν έφτασε στο μικρό δάσος, στάθμευσε κάτω από τις σκιές των δέντρων και κατέβηκε αργά, κρατώντας στο χέρι τα κλειδιά και μια μικρή σακούλα με όσα χρειαζόταν για τις δουλειές του.

Τότε το βλέμμα του έπεσε σε έναν άγνωστο άντρα να κάθεται μόνος του σε ένα ξύλινο παγκάκι, κάτω από μια ψηλή βελανιδιά. Ήταν μεσήλικας, καλοντυμένος, με βλέμμα σταθερό και ανέκφραστο.

Ο ιερέας δεν τον γνώριζε.

— Καλησπέρα σας, είπε ευγενικά.

Ο άντρας έγνεψε αμυδρά, χωρίς να απαντήσει.

Ο Παπακώστας συνέχισε προς το ξωκλήσι, χωρίς να δώσει περισσότερη σημασία.

Μέσα στο εκκλησάκι δούλεψε για αρκετή ώρα. Τακτοποίησε τα καντήλια, σκούπισε το δάπεδο, ίσιωσε τα λευκά καλύμματα της Αγίας Τράπεζας και άναψε για λίγο το καντήλι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Όταν τελείωσε, έκλεισε προσεκτικά την πόρτα και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

Τότε άκουσε πίσω του μια φωνή.

— Εσύ είσαι ο Παπακώστας;

Γύρισε και είδε τον άντρα από το παγκάκι να τον κοιτάζει.

— Ναι, εγώ είμαι, απάντησε.

Ο μεσήλικας σηκώθηκε αργά.

— Έλα εδώ. Σε θέλω.

Ο ιερέας πλησίασε, απορημένος.

Και τότε ο άγνωστος, με φωνή κοφτή και ψυχρή, είπε:

— Είμαι αστυνομικός. Σε συλλαμβάνω. Μπες μέσα στο αυτοκίνητό μου και μη μιλάς.

Ο Παπακώστας πάγωσε.

Για μια στιγμή νόμισε πως επρόκειτο για κακόγουστο αστείο. Χαμογέλασε αμήχανα, ψάχνοντας στο πρόσωπο του άντρα κάποιο ίχνος ειρωνείας.

Δεν υπήρχε κανένα.

Πριν προλάβει να μιλήσει, ο άγνωστος τον άρπαξε βίαια από το χέρι.

— Βρε άνθρωπέ μου, ποιος είσαι; Τι θέλεις; ψέλλισε ο ιερέας.

— Αυτά θα τα πεις στο Τμήμα, απάντησε εκείνος άγρια. Σου είπα, είμαι αστυνομικός. Και μη με αναγκάσεις να θυμώσω.

Με μια απότομη κίνηση άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του και τον έσπρωξε μέσα.

Ο Παπακώστας άρχισε να διαμαρτύρεται, μα όταν ο άντρας τον απείλησε πως θα έβγαζε το υπηρεσιακό του πιστόλι από το ντουλαπάκι, σώπασε.

Το αυτοκίνητο ξεκίνησε.

Η διαδρομή προς τα Τρίκαλα απλωνόταν μπροστά τους, μα όσο περνούσε η ώρα, ο ιερέας άρχισε να καταλαβαίνει πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Οι κινήσεις του άντρα ήταν νευρικές, το βλέμμα του ταραγμένο, οι κουβέντες του ασύνδετες.

Δεν ήταν άνθρωπος στα καλά του.

Μια σκέψη γεννήθηκε μέσα του.

— Σε παρακαλώ, είπε ήρεμα, πριν πάμε στο Τμήμα, να περάσουμε από την εκκλησία του χωριού. Άφησα την πόρτα ανοιχτή και πρέπει να την κλειδώσω.

Ο άντρας τον κοίταξε καχύποπτα.

— Καλά. Θα σου κάνω τη χάρη. Αλλά μην επιχειρήσεις τίποτα.

Μπήκαν στο χωριό και κατευθύνθηκαν προς τον ναό.

— Κατέβα, του είπε ο άντρας. Κλείδωσε και γύρνα αμέσως. Αν κάνεις καμιά εξυπνάδα, θα κατέβω και θα σε πυροβολήσω.

Ο ιερέας κατέβηκε και περπάτησε γρήγορα προς την εκκλησία. Προσποιήθηκε πως κλείδωνε, μα το βλέμμα του έψαχνε απεγνωσμένα για κάποιον άνθρωπο.

Ο δρόμος ήταν έρημος.

Κανείς.

Με βαριά καρδιά επέστρεψε στο αυτοκίνητο.

Τότε του ήρθε μια δεύτερη ιδέα.

— Σε παρακαλώ, πάμε για ένα λεπτό στο καφενείο. Να δώσω τα κλειδιά στον επίτροπο.

Ο άντρας δίστασε.

— Εντάξει. Αλλά γρήγορα.

Όταν έφτασαν στο καφενείο, ο Παπακώστας κατέβηκε σχεδόν τρέχοντας και μπήκε μέσα.

Η αίθουσα ήταν γεμάτη από γνώριμα πρόσωπα: ο πρόεδρος της κοινότητας, μερικοί ηλικιωμένοι χωριανοί και οι συνηθισμένοι θαμώνες που έπιναν τον απογευματινό τους καφέ.

— Βοήθεια! είπε λαχανιασμένος. Ένας άνθρωπος με απήγαγε και λέει πως είναι αστυνομικός!

Η ατμόσφαιρα πάγωσε.

Δίχως δεύτερη κουβέντα, όλοι σηκώθηκαν και βγήκαν έξω.

Μόλις αντίκρισαν τον άντρα, ένας από τους κατοίκους τον αναγνώρισε αμέσως.

— Αυτός είναι από το διπλανό χωριό… είναι πράγματι αστυνομικός, αλλά έχει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα.

Ο άντρας, βλέποντας το πλήθος, άρχισε να φωνάζει.

— Είναι εγκληματίας! Είναι κακοποιός! Πρέπει να τον πάω στο Τμήμα!

Οι φωνές του αντηχούσαν στον δρόμο, ενώ οι χωριανοί προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν.

Κάποιος έτρεξε αμέσως στο τηλέφωνο και κάλεσε το 100.

Λίγη ώρα αργότερα, το περιπολικό έφτασε με αναμμένο φάρο. Οι αστυνομικοί κατέβηκαν, μίλησαν μαζί του και τελικά τον οδήγησαν στο όχημα.

Ο Παπακώστας έμεινε ακίνητος, σαν να μην είχε ακόμη συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί.

Έκανε τον σταυρό του.

Ο ζεστός αέρας του Αυγούστου πέρασε ανάμεσα από τα δέντρα, σαν ανάσα λύτρωσης.

Το μαρτύριό του είχε τελειώσει.

Κι όμως, για πολλές μέρες ακόμη, δεν μπορούσε να πιστέψει πως εκείνο το ήσυχο απόγευμα στο ξωκλήσι της Παναγίας είχε μετατραπεί σε έναν εφιάλτη που έμοιαζε βγαλμένος από παράξενη διήγηση.


Η παρουσίαση του βιβλίου του ΘΕΟΛΟΓΗ Ι. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ Τα Παλιά Τρίκαλα Αναμνήσεις και Ιστορήματα

 

Την Τρίτη 28 Απριλίου 2026 και ώρα  7.30 μ.μ. στην Αίθουσα του Μουσείου Τσιτσάνη, Τρίκαλα, θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου του Θεολόγη Ι. Τριανταφύλλου με τίτλο «Τα Παλιά Τρίκαλα. Αναμνήσεις και Ιστορήματα», Θεσσαλονίκη 2026, Εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη - Φ.Ι.ΛΟ.Σ., σελ. 510.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν η κ. Ελένη Τζαβέλλα, ειδική γραμματέας του Φ.Ι.ΛΟ.Σ.,  εκπαιδευτικός - διευθύντρια του 2ου Δημοτικού Σχολείου Οιχαλίας, και ο κ. Χρήστος Μπεχλιβάνος, δημοσιογράφος - διευθυντής της εφημερίδας Larissa.net. Την εκδήλωση θα συντονίσει ο κ. Θεόδωρος Νημάς, πρόεδρος του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Θα επακολουθήσει συζήτηση.

 Την παρουσίαση διοργανώνει ο Φιλολογικός, Ιστορικός, Λογοτεχνικός Σύνδεσμος (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) και οι Εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη.

Το εξαντλημένο εδώ και δεκαετίες σπουδαίο δίτομο έργο του αείμνηστου Τρικαλινού δημοσιογράφου Θεολόγη Ι. Τριανταφύλου, Τα Παλιά Τρίκαλα. Αναμνήσεις και Ιστορήματα, το  οποίο είχε πρωτοεκδοθεί το 1976 και 1977, επανεκδόθηκε από κοινού από τον Φιλολογικό Ιστορικό Λογοτεχνικό Σύνδεσμο (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) Τρικάλων και τις Εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη (Θεσσαλονίκη). Το βιβλίο έχει ενταχθεί στη σειρά του Συνδέσμου: ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΕΣ, με αρ. 27.

Το εν λόγω δίτομο έργο του Θεολ. Τριανταφύλλου υπήρξε σημείο αναφοράς και πηγή πληροφοριών για τη ζωή και τα πρόσωπα που έδρασαν στην πόλη των Τρικάλων από την απελευθέρωσή της το 1881 έως την δεκαετία του 1960 περίπου. Η εξάντληση γρήγορα και των δύο τόμων είχε καταστήσει αναγκαία την επανέκδοσή του. Το εγχείρημα αυτό ανέλαβε ο Φ.Ι.ΛΟ.Σ., του οποίου ο Συγγραφέας υπήρξε ο πρώτος πρόεδρός του (1978-1984).

Η νέα έκδοση, που περιλαμβάνει και τους δύο τόμους, είναι φωτομηχανική αλλά με διορθώσεις σε ορισμένα σημεία και προσθήκη εκτενούς Παραρτήματος με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, καθώς και άλλων φωτογραφιών εντός του κειμένου.

Η νέα έκδοση διαρθρώνεται ως εξής:

Πρόλογος του Δ.Σ. του Φ.Ι.ΛΟ.Σ.

Α΄ ΤΟΜΟΣ

ΚΩΝ/ΝΟΥ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ (Δημάρχου Τρικάλων),  Ἄς θυμηθοῦμε τὰ παλιά (σελ. 3-4). ΕΙΣΑΓΩΓΗ (σελ. 5-6).   

1. Πῶς ἤτανε τὰ Τρίκαλα ὅταν ἀπελευθερώθηκαν τὸ 1881(σελ. 7-17). 2. Οἱ πρῶτοι Δήμαρχοι καὶ τὸ ἔργο τους (σελ. 18-20). 3. Τὰ Τρίκαλα στὴν περίοδο 1920-30 (σελ. 21-24). 4. Ὁ Ληθαῖος. Ἡ παλιὰ θέση του - Τὰ καφενεδάκια καὶ οἱ καταστροφικές πλημμύρες του - Πῶς περιγράφουν παλιοὶ Τρικαλινοὶ τὴν μεγάλη πλημμύρα τοῦ 1907 (σελ. 25-31). 5. Ἡ πόλις μὲ τ’ ἄφθονα νερά. Ἀνάβρες, βρύσες, τουλοῦμπες κι ἀρτεσιανά (σελ. 32-36). 6. Ἡ γραφική Μαρούγγενα. Ἡ ξακουστὴ παλιὰ βρύση της καὶ τὸ καφενεδάκι μὲ τὸ ὑπαίθριο θεατράκι του (σελ. 37-41). 7. Τὰ «Χασάπικα». Ἡ παλιὰ ἀγορὰ τῶν Τρικάλων (σελ.  42-44). 8. Άναμνήσεις ἀπὸ τοὺς πελαργούς (σελ. 45-49). 9. Οἱ βάτραχοι τοῦ Ληθαίου καὶ οἱ βδέλλες τοῦ Ζήσ’ Μαμάλα (σελ. 50-52). 10. Παλιὲς γραφικὲς συνοικίες τῆς πόλεως. Τὸ Βαρούσι: ἡ τρικαλινὴ Πλάκα - Τὸ ὄμορφο Τρικκαίογλου -  Τὰ καταπράσινα Σαράγια - Ἡ ἐκκλησία τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καὶ ἡ ἱστορία της (σελ. 53-61). 11. Τὸ Βυζαντινὸ Φρούριο (σελ. 62-63). 12. Ὀ «Ἁη-Λιᾶς καὶ ἡ Ντάπια». Ἡ ἀναδάσωση καὶ τὸ ὁμώνυμο ἐκκλησάκι - Ἀρχαιότητες  (σελ. 64-70). 13. Ὀ πετροπόλεμος στὴν Ντάπια. Ἕνα ... εὐ γενὲς ἄθλημα τῆς τρικαλινῆς νεολαίας (σελ. 71-73). 14. Μιὰ πολὺ ἥσυχη πολιτεία μὲ άφθονα ὅμως ... γαϊδουράκια (σελ. 74). 15. Παλιὲς ἀνοιξιάτικες ὀμορφιές (σελ. 75-77). 16. Τὰ ζεστὰ καλοκαίρια. Ὁ θανατερὸς λίβας καὶ τὰ ποταμίσια ... μπάνια τῶν Τρικαλινῶν (σελ.  78-80). 17. Πρωτοβρόχια καὶ βαρυχειμωνιές. Οἱ προετοιμασίες τῶν νοικοκυριῶν γιὰ τὸν Χειμῶνα (σελ. 81-83). 18. Ἐπαγγέλματα ποὺ ἔσβησαν. Πραματευτάδες, ἁμαξάδες, ὑπαίθριοι φωτογράφοι, πλανόδιοι μικροπωλητὲς κι ἄλλοι γραφικοὶ τύποι τῆς παλιᾶς ἐποχῆς (σελ. 84-94). 19. Τὸ Τρικαλινὸ πανηγύρι. Τὰ τυχερὰ παιγνίδια (ρουλέττες, λοταρίες, «παπατζῆδες»), ὁ πανοραματζής κι ἄλλα θεάματα (σελ. 95-99). 20. Τὸ παλιό μικτὸ γυμνάσιο. Ὁ διαχωρισμός του σὲ Ἀρρένων καὶ Θηλέων - Γυμνασιάρχες, καθηγητές, καθηγήτριες καὶ τὰ βάσανα τῶν μαθητῶν - Τὸ Λύκειο Βαμβέτσου (σελ. 100-107). 21. Σχολεῖα καὶ Δάσκαλοι. Ἡ παλιὰ μέθοδος διδασκαλίας καὶ οἱ τιμωρίες τῶν μικρῶν μαθητῶν (σελ. 108-114). 22. Ἡ πλατεία Μπαντίδου (Κιτριλάκη) καὶ τὸ “γελαδοπάζαρο” τῆς Δευτέρας (σελ. 115-119). 23. Τὸ Θεσσαλικὸ τραινάκι - Ὁ θρυλικός ... καπνοτραῖνος (σελ. 120-122). 24. Ἡ ὁδὸς Ἀσκληπιοῦ (σελ. 123-125). 25. Τὸ “Πανελλήνιον” ξενοδοχεῖο καὶ κινηματογράφος (σελ. 126-128). 26. Τὸ παλιὸ καφενεῖο “Βασιλικὸν” ἢ “Ἐθνικόν” (σελ. 129-130). 27. Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν Ἀττίκ. Παλιά θεατρική κίνηση (σελ. 131-136). 28. Τὰ Χριστούγεννα στὰ παλιὰ Τρίκαλα. Οἱ ἑτοιμασίες στὰ σπίτια, τὰ κάλαντα τῶν παιδιῶν, ἡ κίνηση στὴν ἀγορά, τό χριστουγεννιάτικο τραπέζι καὶ οἱ πανηγυρικὲς ἐκδόσεις τῶν ἐφημερίδων  (σελ. 137-140). 29. Τραγικὲς μέρες Ἀπριλίου 1941. Ὅταν  οἱ Γερμανοὶ σκόρπισαν τὸν ὄλεθρο μὲ τ’  ἀεροπλάνα τους καὶ μετὰ λίγες μέρες κατέλαβαν τὰ Τρίκαλα (σελ. 141-143). 30. Ὅταν φύγανε οἱ Γερμανοὶ ἀπὸ τὰ Τρίκαλα (18 Όκτωβρίου 1944)  (σελ. 144-146). 31. Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὰ πρῶτα μεταπελευθερωτικά χρόνια  (Τὸ Δημαρχεῖο καὶ οἱ πρῶτες μετὰ τὸν πόλεμο δημοτικὲς ἐκλογές - Μιὰ θρησκευτική διένεξη. Πρωταγωνιστὲς ἕνας δεσπότης κι ἕνας ἱεροκήρυκας - Τὸ ἐπίσημο καὶ ... συνοικιακό ποδόσφαιρο καὶ οἱ ... ξυλοδαρμοί) (σελ. 147-163). 32. Παλιὰ μουσικὴ κίνηση. Ὠδεῖα καὶ ἡ καλλιτεχνικὴ χορωδία Τρικάλων (σελ. 164-181). 33. Πολιτιστικὰ Σωματεῖα. (σελ. 182-191). 34. Ὁ Γυμναστικὸς Σύλλογος (σελ. 192-200). 35. Φιλανθρωπικὰ Σωματεῖα (σελ. 201-204). 36. Ἡ ἱστορία τοῦ Τρικαλινοῦ Τύπου (σελ. 205-249). Βιβλιογραφία Α΄ τόμου (σελ. 250).

Β΄ ΤΟΜΟΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ (σελ. 5-6). 1. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Ν. ΤΡΙΚΑΛΩΝ (1881-1974). Ἐκλογές, βουλευτές, πολιτευτές, προεκλογικὰ ἀνέκδοτα κι άλλα πολιτικὰ γεγονότα τοῦ τόπου (σελ. 7-69). 2. ΤΟ 5ο ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΠΕΖΙΚΟΥ. Ἠ ἔνδοξη ἱστορία του ἀπὸ τὸ 1910 ὥς τὸ 1941 (σελ. 70-102). 3. ΤΡΙΚΑΛΑ: ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΛΛΟΙΩΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ. Ἡ καταπληκτικὴ ἐξέλιξή της, παλιὰ ἀρχοντικὰ καὶ κοσμικὴ κίνηση (σελ. 103-112). 4. ΠΩΣ ΓΛΕΝΤΟΥΣΑΝ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΤΡΙΚΑΛΙΝΟΙ. Τὰ καφέ σαντὰν μὲ τὶς γκαρσόνες, ἐξοχικὰ κι ἄλλα κέντρα καὶ τὰ πιὸ φημισμένα οὐζάδικα (σελ. 113-125). 5. ΑΞΕΧΑΣΤΟΙ ΤΡΙΚΑΛΙΝΟΙ ΤΥΠΟΙ  (σελ. 126-134). 6. ΜΙΑ ΜΑΝΤΡΑ ΣΤΕΓΑΣΕ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ. Ὁ Ἰταλὸς Τζιοβάννι καὶ οἱ πρῶτοι κινηματογράφοι “Ἀττικὸν” καὶ “ΡΕΞ” (σελ. 135-137). 7. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΣΥΚΟΙΝΩΝΙΏΝ (σελ. 138-151). 8. Η ΜΠΑΡΜΠΕΡΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΣΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΕΠΟΧΗ  (σελ. 152-164). 9. ΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΑΠΟΚΤΗΣΑΝ ΤΟ 1906 ΗΛΕΚΤΡΟΦΩΤΙΣΜΟ. Ἡ ἱστορία τοῦ ἐργοστασίου Σταματοπούλου (σελ. 165-174). 10. Η ΑΣΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΓΝΩΣΤΗ ΩΣ ΑΝΩΤΕΡΟ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΟ  (σελ. 175-177). 11. ΑΠΟΚΡΗΑΤΙΚΑ ΞΕΦΑΝΤΩΜΑΤΑ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΚΑΛΑ. Χοροεσπερἰδες, μασκαράτες, χαρτοπόλεμος, ἀξέχαστοι ἀποκριάτικοι  χοροί, τὰ ὁμαδικὰ γλέντια κι έθιμα τῆς Καθαρῆς Δευτέρας (σελ. 178-185). 12. ΟΤΑΝ ΤΑ ΜΑΓΑΖΙΑ ΑΝΟΙΓΑΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ. Οἱ ἀγῶνες γιὰ τὴν καθιέρωση τῆς ἀργίας, οἱ ἄθλιες συνθῆκες ἐργασίας τῶν ὑπαλλήλων, πότε ἱδρύθηκε τὸ Ἐπιμελητήριο Τρικάλων (σελ. 186-196). 13. ΠΑΛΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΤΡΙΚΑΛΩΝ. Ἀπό τὸ 1882 ὣς τὸ 1958 (σελ. 197-202). ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  Β΄ τόμου (σελ.  203).

Το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΙΚΟΝΩΝ, που προστέθηκε με την επιμέλεια του νυν προέδρου του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Θεοδώρου Νημά (σελ. 205-259), περιλαμβάνει 100 φωτογραφίες (αρκετές έγχρωμες), στις οποίες απεικονίζονται παλιά εμβληματικά κτίρια και πλατείες των Τρικάλων, κινηματογράφοι, στιγμιότυπα από δραστηριότητες, καθηγητές και μαθητές όλων των παλιών γυμνασίων της πόλης, στρατιωτικές προσωπικότητες, στιγμιότυπα από την κοινωνική ζωή, αθλητές και παράγοντες του Γυμναστικού Συλλόγου Τρικάλων και των ποδοσφαιρικών ομάδων (Αχιλλέα, ΑΕΤ, Α.Ο. Τρίκαλα, Α.Ο. Δήμητρα κ.ά.), γνωστοί ληστές και εφημερίδες των Τρικάλων. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ (σελ. 260).

Το βιβλίο διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία.


Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Ο Μύθος της Τζαμαλάϊας

 Του Δημήτρη Τσιγάρα


Το τραγούδι της Τζαμαλάιας

Στο Μέρτζι, στο βαθύ το ρέμα ζούσε η Τζαμαλάια,
Τουρκοπούλα ξακουστή, με τα μαλλιά τα λάγια.

Αχ, Τζαμαλάια, μωρ’ κόρη,
νερό ζητάς και χάνεσαι.

Μαλλιά ’χε ως τα γόνατα, μαλλιά σαν το μετάξι,
κι όταν τ’ ανέμιζε ο βοριάς σκοτείνιαζε η πλάση.

Αχ, Τζαμαλάια, μωρ’ κόρη,
τα κάλλη σου σε πρόδωσαν.

Κάθε πρωί που χάραζε, ο αυγερινός πριν φέξει,
στο ρέμα κατηφόριζε χωρίς λαλιά και λέξη.

Στην κρύα πηγή γονάτιζε και έλουζε τα μαλλιά της,
τα χτένιζε και χαίρονταν την τόση ομορφιά της.

Αχ, Τζαμαλάια, μωρ’ κόρη,
το ρέμα πώς στερεύεις.

Μια τρίχα πέφτει, δυο μαζί, κι άλλες πολλές κατόπι,
και το νερό λιγόστευε και στέγνωναν οι τόποι.

Στέγνωσαν τα πλατάνια τους, διψάσαν τα πουλάκια,
κι η γη ζητούσε δροσερό νερό για τα χαντάκια.

Αχ, Τζαμαλάια, μωρ’ κόρη,
της γης το δάκρυ πίνεις.

Μα εκείνη χτένιζε ξανά τα ξακουστά μαλλιά της,
και της πηγής, δεν άκουε, τον στεναγμό, αλιά της!

Ώσπου μια μέρα έσκυψε νερό να πιει στο γόνα,
μα είχε στερέψει η πηγή, δεν έτρεχε σταγόνα.

Αχ, Τζαμαλάια, μωρ’ κόρη,
η μοίρα σε θυμήθηκε.

Χτένι περνά στα χέρια της, μα τρίχα πια δεν μένει,
γυμνό είναι το κεφάλι της, σαν λάσπη ξεραμένη.

Έμεινε η κόρη φαλακρή, στέγνωσε το χορτάρι.
θρύλος να λέγεται παντού, για το άδειο κεφαλάρι.

Αχ, Τζαμαλάια, μωρ’ κόρη,
νερό και νιάτα χάθηκαν.

Κι ως σήμερα ο γέροντας το λέει στα παιδιά του,
όποιος τη φύση αδικεί χάνει την ομορφιά του.

Δημήτρης Τσιγάρας


ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΣΤΟ ΒΑΛΤΙΝΟ

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026 | 8:00 μ.μ. Κεντρική Πλατεία Βαλτινού

Ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Βαλτινού σας προσκαλεί σε μια ξεχωριστή βραδιά γεμάτη παράδοση, μουσική και γιορτινή διάθεση!

 Το πρόγραμμα περιλαμβάνει:
• Αναβίωση των παραδοσιακών δρώμενων:
«Το έθιμο του Κλήδονα» και «Το κάψιμο της καλύβας»
• Δημοτικούς παραδοσιακούς χορούς από τα χορευτικά τμήματα του Συλλόγου
• Μεγάλο γλέντι και χορό για όλους με τον DJ Σάκη Βαλκανιώτη
• Πλούσιο μπουφέ με εκλεκτά εδέσματα από τις γυναίκες-μέλη του Συλλόγου

Σας περιμένουμε όλους να γιορτάσουμε μαζί την Πρωτομαγιά με κέφι, παράδοση και όμορφη συντροφιά!

Το Δ.Σ. του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βαλτινού


Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Ο κύκλος της χαράς στο Βαλτινό

 

Κάτω από τη σκιά των δέντρων, εκεί όπου το φως της νύχτας μπλέκεται με τις ανάσες των ανθρώπων, οι πέντε νέοι κρατιούνται σφιχτά, σαν να θέλουν να συγκρατήσουν τον ίδιο τον χρόνο. Είναι ο Δεκαπενταύγουστος στο Βαλτινό, δεκαετία του ’60 κι όμως, η στιγμή μοιάζει έξω από κάθε ημερολόγιο. Ο Στέργιος, ο Σιώκας, ο Λάζαρος, ο Αλέκος κι ο Νικόλας - πέντε ονόματα απλά, όπως απλή είναι και η χαρά που τους ενώνει.

Ο χορός τους δεν είναι παράσταση, είναι ο τρόπος να πουν «είμαστε εδώ». Τα βήματά τους, συγχρονισμένα και ελεύθερα μαζί, χαράζουν έναν αόρατο κύκλο που αγκαλιάζει το προαύλιο της Παναγίας, το χώμα, τις καρέκλες στο βάθος, τους ανθρώπους που κοιτούν και ίσως θυμούνται. Τα όργανα δεν φαίνονται, μα είναι παρόντα - σαν την καρδιά που δεν τη βλέπεις, μα ξέρεις πως χτυπά. Κρατούν τον ρυθμό, κι ο ρυθμός κρατά τους ανθρώπους.

Στα πρόσωπά τους είναι ζωγραφισμένο το κέφι, όχι το επιτηδευμένο, αλλά εκείνο που γεννιέται από τη συντροφικότητα, από τη βεβαιότητα πως η ζωή, όσο δύσκολη κι αν είναι, βρίσκει πάντα έναν τρόπο να γίνεται γιορτή. Ένα μαντίλι υψώνεται, ένα χαμόγελο ανοίγει, ένα βήμα μπροστά γίνεται υπόσχεση. Κανείς δεν χορεύει μόνος, ακόμη κι αν ο καθένας κουβαλά τον δικό του κόσμο, εκείνη τη στιγμή ανήκουν όλοι στον ίδιο.

Δεν είναι φτώχεια το λιτό κι απέριττο του γλεντιού, είναι πληρότητα. Είναι η γνώση πως δεν χρειάζονται πολλά για να γεννηθεί η ευτυχία - ένα τραγούδι, λίγη γη κάτω απ’ τα πόδια, μια χούφτα φίλοι. Και ίσως αυτό να είναι που κάνει τη σκηνή διαχρονική: δεν ανήκει μόνο στο τότε, αλλά σε κάθε «μαζί» που καταφέρνει να νικήσει τη φθορά.

Κοιτάζοντας τους πέντε χορευτές, νιώθεις πως δεν χορεύουν μόνο για τον Δεκαπενταύγουστο εκείνης της χρονιάς. Χορεύουν για όλους όσοι έζησαν, για όσους θα ’ρθουν, για τη μνήμη που επιμένει να κρατά ζωντανά τα μικρά, τα ουσιαστικά. Χορεύουν, τελικά, για να θυμίζουν πως η ζωή -όσο κι αν σκοτεινιάζει- πάντα βρίσκει έναν ρυθμό για να συνεχίζεται.

Το χρυσάφι του δειλινού πάνω από τον Κόζιακα

 

Στο δειλινό, όταν η μέρα γέρνει αργά προς τη σιωπή, ο Κόζιακας στέκει σαν παλιός σοφός, βυθισμένος στη σκιά του χρόνου. Πάνω από τη σκοτεινή του ράχη, τα σύννεφα χρυσίζουν από το τελευταίο άγγιγμα του ήλιου, σαν να κρατούν για λίγο ακόμη το φως πριν το παραδώσουν στη νύχτα.

Οι φωτογραφίες της Χριστίνας - Μαρίας Βότσιου, τραβηγμένες από το Βαλτινό, εκτός από την αποτύπωση ενός τοπίου, αιχμαλωτίζουν μια στιγμή περισυλλογής, ένα μεταίχμιο ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, ανάμεσα στο εφήμερο και στο αιώνιο.

Τα σύννεφα, βαριά και μεγαλόπρεπα, μοιάζουν με μορφές που αναδύονται από κάποιον αόρατο κόσμο. Σαν να παίρνουν σχήμα από τις μνήμες των ανθρώπων που έζησαν κάτω από αυτή τη γη, από τις ελπίδες, τους φόβους και τα όνειρά τους. Το χρυσό περίγραμμα τους θυμίζει πως ακόμη και μέσα στο πιο πυκνό σκοτάδι υπάρχει πάντα μια σπίθα φωτός. Ίσως αυτή να είναι και η πιο βαθιά αλήθεια της ζωής: ότι το φως δεν χάνεται, απλώς αλλάζει τόπο, περνά από τον ουρανό στην ψυχή.

Ο Κόζιακας, βουβός και αγέρωχος, μοιάζει να παρακολουθεί αυτή την ιεροτελεστία του δειλινού εδώ και αιώνες. Έχει δει γενιές να περνούν, ανθρώπους να γεννιούνται, να αγαπούν, να μοχθούν και να φεύγουν. Κι όμως, κάθε βράδυ, ο ήλιος του χαρίζει το ίδιο χρυσό στεφάνι, σαν μια υπόσχεση ότι τίποτε δεν τελειώνει πραγματικά. Η φύση επαναλαμβάνει το δικό της μυστήριο: κάθε τέλος προαναγγέλλει μια νέα αρχή.

Από το Βαλτινό, ο άνθρωπος που σηκώνει το βλέμμα του προς αυτό το θέαμα δεν βλέπει μόνο σύννεφα και βουνό. Βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό μέσα στον καθρέφτη της φύσης. Όπως τα σύννεφα φωτίζονται για μια στιγμή πριν βυθιστούν στη νύχτα, έτσι και οι στιγμές της ζωής μας αποκτούν νόημα ακριβώς επειδή είναι περαστικές. Το δειλινό μάς διδάσκει την ομορφιά της φθοράς, τη γλυκύτητα της παροδικότητας.

Και αυτό είναι το μεγάλο μήνυμα των εικόνων της Χριστίνας: πως η ομορφιά δεν βρίσκεται στη διάρκεια, αλλά στη στιγμή. Στο φως που χρυσίζει τα σύννεφα για λίγα μόνο λεπτά. Στη σιωπή του βουνού που μένει αιώνια. Στην ψυχή που στέκεται ανάμεσά τους και συλλογίζεται πως, όπως ο ήλιος δύει για να ξανανατείλει, έτσι και κάθε ανθρώπινη λύπη κρύβει μέσα της έναν καινούριο αυγερινό.


Μια ανάσα πάνω από το ποτάμι

 

Η άνοιξη είχε απλώσει πια το απαλό της πέπλο πάνω από την Πύλη Τρικάλων, και η φύση, σαν να ξυπνούσε από έναν μακρύ χειμωνιάτικο λήθαργο, ανέπνεε με ορμή και πληρότητα. Ο Γιώργος Ριζαργιώτης -που έχει την ονομαστική του εορτή σήμερα- ανεβαίνοντας στο πέτρινο τοξωτό γεφύρι του Αγίου Βησσαρίωνος, στάθηκε για λίγο ανάμεσα στον χρόνο και την αιωνιότητα. Κάτω από τα πόδια του, το ποτάμι κυλούσε αδιάκοπα, σαν μια αόρατη δύναμη που γνώριζε καλά το μυστικό της ζωής: τίποτα δεν μένει στάσιμο, όλα προχωρούν, όλα παρασύρονται προς τα εμπρός.

Η θέα από το γεφύρι έμοιαζε σχεδόν ονειρική. Οι πλαγιές, ντυμένες με πυκνή βλάστηση και ζωντανές αποχρώσεις του πράσινου, αγκάλιαζαν το τοπίο με μια γαλήνη που δύσκολα περιγράφεται με λόγια. Το φως της ημέρας έπεφτε πάνω στα νερά και στις πέτρες, δίνοντας στην εικόνα μια αίσθηση καθαρότητας, σαν να ξεπλενόταν εκεί κάθε ίχνος από τις φθορές της καθημερινότητας.

Και πράγματι, εκείνη η στιγμή ήταν κάτι περισσότερο από ένας απλός περίπατος. Ήταν ένα μικρό καταφύγιο ψυχής. Ένα διάλειμμα από τις έγνοιες, τους θορύβους και τις απαιτήσεις της ζωής. Το νερό που κατηφόριζε έμοιαζε να παίρνει μαζί του κάθε στεναγμό, κάθε βαρύ συλλογισμό, κάθε σκιά που κουβαλά ο άνθρωπος μέσα του. Σαν να ψιθύριζε πως ό,τι μας βαραίνει μπορεί, έστω για λίγο, να αφεθεί στη ροή του χρόνου.

Με ένα ζεστό καφεδάκι στο διπλανό καφέ και τη σιωπή της φύσης για συντροφιά, ο νους βρίσκει τον χώρο να ταξιδέψει. Εκεί, πάνω στο παλιό γεφύρι, ανάμεσα στην ιστορία της πέτρας και στη ζωντάνια της άνοιξης, ο άνθρωπος θυμάται πως η αληθινή ευτυχία συχνά κρύβεται στις πιο απλές στιγμές: σε μια ανάσα καθαρού αέρα, στο τραγούδι του νερού, σε μια ματιά που χάνεται στο βάθος του τοπίου.


Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Το δημοτικό τραγούδι του Αγίου Γεωργίου από τη Λαογραφική Συλλογή Βαλτινού: εισαγωγή και ερμηνευτική ανάλυση

 

Το δημοτικό τραγούδι του Αγίου Γεωργίου από τη Λαογραφική Συλλογή Βαλτινού του δημοδιδασκάλου Δημητρίου Μπούγα αποτελεί ένα πολύτιμο τεκμήριο της προφορικής παράδοσης της Θεσσαλίας και ιδιαίτερα της τοπικής λαϊκής μνήμης. Μέσα από τους στίχους του αποτυπώνονται η πίστη του λαού στη θαυματουργική δύναμη του Αγίου, οι ιστορικές μνήμες της Τουρκοκρατίας, αλλά και η ανθρώπινη αγωνία μπροστά στον κίνδυνο και την αδικία. Το τραγούδι συνδυάζει θρησκευτικά, ιστορικά και δραματικά στοιχεία, παρουσιάζοντας μια συγκλονιστική αφήγηση όπου η ικεσία, το θαύμα και η απογοήτευση συνυφαίνονται με μοναδικό τρόπο. Η ανάλυσή του αναδεικνύει τόσο τη λαογραφική του αξία όσο και τα βαθύτερα συμβολικά μηνύματα που φέρει η λαϊκή ποίηση.

Ένα μικρό πασιόπουλο (τάβλας)

Ένα μικρό πασιόπουλο κι ένα πασιοπουλάκι

Μια Ρωμιοπούλα κυνηγάει και θέλει να την πιάσει

Και η κόρη τα κατάλαβε, τα πλάγια-πλάγια παίρνει

Στον Άη-Γιώργη στάθηκε και τον παρακαλούσε

Όλοι άγιοι να βοηθούν και όλοι να μη βοηθάνε

Και συ Άγιε Γιώργη μου καλέ, μεγάλο είν’ τ’ όνομά σου

Να μου χαρίσεις τη ζωή απ’ αυτόν τον παλιοτούρκο

Να σ’ φέρω λίτρα το κερί και δυο λίτρες το λάδι

Να σφάξω και στη μνήμη σου ένα κουτοπουλάκι

Και σκίστηκε το μάρμαρο και μπαίν’ η κόρη μέσα

Να κι ο Τούρκος πού ’ρχεται τ’ αλάργα προσκυνάει:

- Όλοι άγιοι μ’ βοηθοί, όλοι να με βοηθάνε

Και συ Άγιε Γιώργη καλέ, μεγάλο τ’ όνομά σου,

Αυτή την κόρη απ’ έχεις αυτού για να μου τη χαρίσεις

Να φέρω αμάξια το κερί και φόρτωμα θυμιάμα

Μ’ αυτά τα βαλοτόμαρα, να κουβαλώ το λάδι

Να σφάξω και στη μνήμη σου τριών χρονών δαμάλι

Να βαφτιστώ και στη μνήμη σου και Γιώργη τ’ όνομά μου

Αυτήν την κόρη πού ’χεις αυτού για να μου τη χαρίσεις

Και σκίστηκε το μάρμαρο και βγαίν’ η κόρη έξω

Με τα μαλλάκια τ’ς ξέπλεκα, τα χέρια τ’ς κομποδιάζει

Απ’ τα μαλλιά την άρπαξε, στη γη την γονατίζει

Ψιλή φωνούλα έβγαλε όσο και αν μπορούσε

- Ακούστε σεις οι Χριστιανοί κι Ελλαδοβαφτισμένοι

Τον Άγιο Γιώργη μην τάξετε κερί να μην του πάτε

Και συ Άγιε Γιώργη μου καλέ, και συ, τα πολλά θέλεις.

 

Ανάλυση του δημοτικού τραγουδιού του Αγίου Γεωργίου

Το τραγούδι αυτό ανήκει στην κατηγορία των παραλογών και θρησκευτικών αφηγηματικών δημοτικών τραγουδιών, όπου συνυφαίνονται η πίστη, ο φόβος, το θαύμα και η ανθρώπινη αγωνία. Το θέμα του περιστρέφεται γύρω από τη σωτηρία μιας νέας κοπέλας από έναν Τούρκο διώκτη, με τη θαυματουργική παρέμβαση του Αγίου Γεωργίου.

Το τραγούδι έχει σαφή δραματική εξέλιξη και μπορεί να χωριστεί σε τέσσερα μέρη:

1. Ο διωγμός της κόρης

Η αρχή του τραγουδιού παρουσιάζει έναν διώκτη, τον μικρό πασά (πασιόπουλο): «Μια Ρωμιοπούλα κυνηγάει και θέλει να την πιάσει»

Η λέξη Ρωμιοπούλα είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς δηλώνει την Ελληνίδα χριστιανή κοπέλα, συνδέοντας το τραγούδι με τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Η κοπέλα αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο: «τα πλάγια-πλάγια παίρνει»

Η έκφραση αποδίδει με ζωντάνια την προσπάθεια διαφυγής και δημιουργεί ένταση.

2. Η ικεσία προς τον Άγιο

Η κόρη βρίσκει καταφύγιο στην εκκλησία: «Στον Άη-Γιώργη στάθηκε και τον παρακαλούσε»

Εδώ ο ναός λειτουργεί ως ιερός χώρος προστασίας και ασύλου.

Η επίκληση στον Άγιο είναι συγκινητική: «Να μου χαρίσεις τη ζωή απ’ αυτόν τον παλιοτούρκο»

Ο Άγιος Γεώργιος εμφανίζεται ως προστάτης των αδυνάτων και υπερασπιστής της χριστιανικής κοινότητας.

Η κόρη τάζει: «λίτρα το κερί», «δυο λίτρες το λάδι», «ένα κουτοπουλάκι»

Τα τάματα αυτά έχουν βαθιά λαογραφική σημασία. Εκφράζουν τη λαϊκή αντίληψη της ανταποδοτικής σχέσης με το θείο: ο πιστός ζητά βοήθεια και υπόσχεται προσφορά.

3. Το θαύμα

Το πιο εντυπωσιακό σημείο είναι: «Και σκίστηκε το μάρμαρο και μπαίν’ η κόρη μέσα»

Πρόκειται για καθαρά θαυματουργικό μοτίβο.

Το μάρμαρο, στοιχείο του ναού, ανοίγει και κρύβει την κόρη. Ο ναός μετατρέπεται σχεδόν σε ζωντανό οργανισμό.

Αυτό το μοτίβο απαντά συχνά στη λαϊκή παράδοση, όπου οι άγιοι επεμβαίνουν υλικά στον κόσμο.

4. Η αντιστροφή – η ειρωνεία του τραγουδιού

Εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον στοιχείο.

Ο Τούρκος έρχεται και αυτός να παρακαλέσει: «Όλοι άγιοι μ’ βοηθοί»

και προσφέρει ακόμα μεγαλύτερα τάματα: «αμάξια το κερί», «φόρτωμα θυμιάμα», «τριών χρονών δαμάλι»

Η υπερβολή εδώ είναι εμφανής και λειτουργεί ειρωνικά.

Ο ξένος προσπαθεί να “εξαγοράσει” το θαύμα με μεγαλύτερη προσφορά.

5. Η δραματική κορύφωση

Το μάρμαρο ανοίγει ξανά: «Και σκίστηκε το μάρμαρο και βγαίν’ η κόρη έξω»

Όμως αυτή τη φορά η κοπέλα δεν σώζεται. Ο Τούρκος τη συλλαμβάνει.

Η σκηνή είναι έντονα δραματική: «Απ’ τα μαλλιά την άρπαξε»

Εδώ κορυφώνεται το τραγικό στοιχείο.

6. Ο καταγγελτικός επίλογος

Το πιο συγκλονιστικό μέρος είναι το τέλος: «Τον Άγιο Γιώργη μην τάξετε κερί να μην του πάτε»

Η κοπέλα εκφράζει πικρία και απογοήτευση προς τον Άγιο.

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό λαογραφικά, γιατί φανερώνει τη λαϊκή ειλικρίνεια απέναντι στο θείο.

Ο λαός δεν διστάζει να εκφράσει παράπονο ακόμα και προς έναν άγιο.

Η φράση: «και συ, τα πολλά θέλεις» αποτελεί σχεδόν κοινωνικό σχόλιο για τα τάματα και τη σχέση πίστης–προσφοράς.

7. Ιστορική και κοινωνική διάσταση

Το τραγούδι αντανακλά μνήμες της Τουρκοκρατίας.

Η αντίθεση: Ρωμιοπούλα  - Τούρκος είναι σαφώς εθνικοθρησκευτική.

Δεν είναι απλώς προσωπικό επεισόδιο αλλά συμβολίζει τη σύγκρουση: χριστιανισμού / κατακτητή, αθωότητας / βίας, αδύναμου / ισχυρού.

8. Λαογραφική σημασία

Το τραγούδι είναι πολύτιμο γιατί διασώζει: τοπική γλώσσα, προφορικό ύφος, έθιμα ταμάτων, πίστη στα θαύματα, μνήμη της Τουρκοκρατίας.

Η καταγραφή του από τον δημοδιδάσκαλο Δημήτριο Μπούγα έχει μεγάλη σημασία για τη λαογραφία του Βαλτινού και της Θεσσαλίας.

9. Συμπέρασμα

Πρόκειται για ένα τραγούδι με έντονο δραματικό χαρακτήρα, όπου η πίστη στον Άγιο Γεώργιο συναντά την ανθρώπινη απόγνωση και την ιστορική μνήμη.

Ο Άγιος δεν παρουσιάζεται μόνο ως θαυματουργός, αλλά και ως μορφή απέναντι στην οποία ο λαός μπορεί να εκφράσει ακόμα και παράπονο.

Αυτό κάνει το τραγούδι εξαιρετικά αυθεντικό και βαθιά ανθρώπινο.


επικοινωνιστε μαζι μας