Βαλτινό,
1969
Υπάρχουν
φωτογραφίες που δεν είναι απλώς εικόνες, αλλά μικρές κιβωτοί μνήμης. Μέσα τους
φυλάγονται πρόσωπα, εποχές, φωνές, ακόμη και οι σιωπές ενός τόπου. Μια τέτοια
είναι και η φωτογραφία των δυο αδελφιών, του Δημήτρη και του Κώστα, μαθητών του
Δημοτικού Σχολείου Βαλτινού, τραβηγμένη το έτος 1969.
Καθισμένοι
μαζί στο ίδιο θρανίο, με τα τετράδιά τους ανοιγμένα μπροστά τους και με φόντο
τον σχολικό χάρτη, μοιάζουν σαν να κρατούν για μια στιγμή ολόκληρο τον κόσμο
μέσα στην παιδική τους ματιά. Τα πρόσωπά τους, σοβαρά και συνάμα αθώα, έχουν
εκείνη τη γλυκιά ακινησία που αποκτούν οι στιγμές λίγο πριν γίνουν ανάμνηση.
Εκείνα
τα χρόνια, η εμφάνιση του φωτογράφου στο σχολείο ήταν γεγονός ξεχωριστό. Δεν
ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Ήταν σχεδόν γιορτή. Από την προηγούμενη κιόλας ημέρα
ο δάσκαλος ενημέρωνε τα παιδιά:
—
Αύριο θα έρθει ο φωτογράφος.
Η
είδηση έφτανε το απόγευμα στα σπίτια, περνώντας από τα παιδικά χείλη στα αυτιά
των γονιών. Στα χαμηλά σπίτια του χωριού, όπου ο μόχθος της ημέρας άφηνε στα
χέρια τη σκόνη του χωραφιού και την κούραση της βιοπάλης, η απόφαση για μια
φωτογραφία δεν ήταν πάντα εύκολη. Οι οικονομικές συνθήκες ήταν δύσκολες. Δεν
μπορούσαν όλα τα παιδιά να φωτογραφηθούν. Για πολλές οικογένειες, ακόμη και
αυτή η μικρή δαπάνη έπρεπε να μετρηθεί.
Κι
όμως, όσοι είχαν τη δυνατότητα, ετοιμάζονταν με ιδιαίτερη φροντίδα. Τα καλά
τους ρούχα έβγαιναν από το σεντούκι ή από την ντουλάπα, το πουκάμισο
σιδερωνόταν όσο μπορούσε, τα μαλλιά χτενίζονταν προσεκτικά, και το παιδί
πήγαινε στο σχολείο με μια σιωπηλή περηφάνια. Ήξερε πως εκείνη η μέρα δεν θα
ήταν σαν τις άλλες.
Ο
φωτογράφος δεν έβγαζε μόνο τις ομαδικές φωτογραφίες της τάξης. Έστηνε και το
μικρό του σκηνικό για τα πορτρέτα: ένα θρανίο, ένα τετράδιο, ένα μολύβι, και
πίσω ο χάρτης της Ελλάδας ή της Ευρώπης. Εκεί, ένα παιδί μόνο του ή δυο αδέλφια
μαζί έπαιρναν θέση, προσπαθώντας να μείνουν ακίνητα για λίγα δευτερόλεπτα που
έμελλαν να κρατήσουν μια ζωή.
Πόση
δύναμη κρύβει άραγε μια τέτοια εικόνα; Δεν είναι μόνο δυο παιδιά σε μια σχολική
αίθουσα. Είναι ολόκληρη η εποχή τους. Είναι το σχολείο του χωριού, η μυρωδιά
της κιμωλίας, το ξύλο του θρανίου, η φωνή του δασκάλου, το βλέμμα της μάνας
όταν θα έπαιρνε στα χέρια της τη φωτογραφία.
Και
ύστερα ερχόταν η κορνίζα.
Πολλές
από αυτές τις φωτογραφίες στολίστηκαν με καμάρι στους τοίχους των σπιτιών. Στο
σαλόνι ή στην καλή κάμαρα, ανάμεσα σε εικόνες αγίων και οικογενειακά κειμήλια,
το σχολικό πορτρέτο γινόταν σημείο αναφοράς της οικογένειας. Ήταν μια σιωπηλή
δήλωση πως το παιδί μεγάλωνε, μάθαινε γράμματα, προχωρούσε στη ζωή.
Και
σαν να μην έφτανε αυτό, η συνήθεια πέρασε στις επόμενες γενιές. Τα παιδιά του
Δημήτρη και του Κώστα έκαναν αργότερα το ίδιο. Νέες φωτογραφίες, νέα σχολικά
πορτρέτα, νέες κορνίζες στους τοίχους. Η μνήμη συνέχισε να υφαίνει το νήμα της
από γενιά σε γενιά.
Έτσι,
μια απλή σχολική φωτογραφία γίνεται σήμερα πολύτιμο τεκμήριο ζωής. Μαρτυρία
ενός χωριού, μιας εποχής και μιας αθωότητας που δεν επιστρέφει, παρά μόνο μέσα
από το βλέμμα της μνήμης.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου