Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2024

Τα παραδοσιακά γλυκά του Βαλτινού

 

Τα γλυκά που έτρωγαν παλιότερα στο χωριό ήταν σπιτίσια κυρίως, παρασκευάζονταν δηλαδή στο σπίτι αποκλειστικά από τις γυναίκες. Σπάνια χρησιμοποιούσαν έτοιμα, από ζαχαροπλαστική δηλαδή της βιομηχανίας και του εμπορίου.

Κύριο υλικό παρασκευής τους ήταν τα φρούτα και κάποια λαχανικά ή οι φλούδες τους, απ’ όπου έπαιρναν και την ονομασία τους. Έτσι έχουμε γλυκό κυδώνι, μήλο, πορτοκάλι, κεράσι, βύσσινο, σύκο, σταφύλι, νεράντζι, καρύδι, πελτέ, ριντζέλια, καρπούζι, κολοκύθι, μελιτζανάκι, αγγουράκι, ντοματάκι. Τα λέγανε και έτσι: κυδωνάτο, καρυδάτο, καρπουζάτο. Όλα αυτά αποτελούν και μια άλλη κατηγορία, τα λεγόμενα γλυκά του κουταλιού. Τρώγονται με το μικρό κουταλάκι του γλυκού.

Υπάρχουν και τα άλλα τα γλυκά που γίνονται από διάφορα υλικά, κυρίως από αλεύρια (καθάριο καλαμποκίσιο, σιμιγδάλι), από γάλα, αυγά, βούτυρο, λάδι, λίπα. Από ξηρούς καρπούς, καρύδια και αμύγδαλα, επίσης από σουσάμι, μπαχαρικά, (κανέλλα, γαρύφαλλο, μοσχοκάρυδο).

Ανάλογα πάλι με τον τρόπο παρασκευής και με το είδος του ψησίματος  μπορεί να τα διακρίνει κανείς σε γλυκίσματα του τηγανιού: λαγγίτες, δίπλες, σε γλυκίσματα ταψιού: διάφορες γλυκόπιτες (γαλατόπιτα, ρυζόπιτα, κολοκυθόπιτα γλυκιά, αυγόπιτα, καρυδόπιτα, ραβανί, κανταΐφι, μπακλαβάς, παντεσπάνι) και σε άλλα που ζυμώνονται με αλεύρια: κουλούρες γάμου, κουλουράκια, κουραμπιέδες.

Ελάχιστα άλλα γλυκά που χρησιμοποιούσαν ήταν της βιομηχανίας και του εμπορίου: λουκούμια, κουφέτα, σοκολατάκια, μπισκότα και καραμέλες του γάλακτος, καραμέλες βέργα, καραμέλες ραντεβού.

Η παρασκευή και η χρήση αυτών των γλυκών συνεχίζεται μέχρι και τη δεκαετία του ΄70 χωρίς σχεδόν καμιά αλλαγή. Από εκεί και πέρα εμφανίζονται και στο χωριό άλλα γλυκά με το σημερινό τρόπο παρασκευής: διάφορες πάστες, κορμός, μιλφέιγ, παγωτά, ροξάκια, μελομακάρονα και τέτοια.

Το καθένα από τα γλυκίσματα αυτά, πέρα από την καθημερινή βιολογική και γαστρονομική ανάγκη του ανθρώπου, είχε και μια τελετουργική, μαγικοθρησκευτική και εθιμοτυπική χρήση. Ο ρόλος του δηλαδή άλλοτε ήταν θρησκευτικός και άλλοτε κοινωνικός. Τα α γλυκίσματα ήταν ανάλογα με το σκοπό, την περίσταση και την περίπτωση για τα οποία προορίζονταν. Το  κανίσκι για τη λεχώνα περιλάμβανε σχεδόν αποκλειστικά κοτόπουλο βραστό ή τηγανισμένο, κουλούρα κεντημένη με ψαλίδι σε διάφορα κεντίδια, λαγγίτες, δίπλες και κρασί μαυροδάφνη. Όλα αυτά είναι τονωτικά φαγητά, για να δυναμώσει η λεχώνα, «να σταθεί στα πόδια τς».

Την Πρωτοχρονιά έφτιαχναν κουραμπιέδες. Τις Αποκριές λαγγίτες, χαλβά μαλακό και σαμένιο, δίπλες κι αργότερα κανταΐφι. Τα Ψυχοσάββατα πάλι, ενώ ήταν πολύ κοντά στις Αποκριές, έφτιαχναν γλυκόπιτες:  γαλατόπιτες, καρυδόπιτες, μπακλαβάδες. Στα μνημόσυνα στάρι γλυκό (κόλυβα), σοκολατάκια.

Παλιότερα δεν κατανάλωναν σχεδόν καθόλου γλυκά, εκτός από τις χρονιάρες μέρες. Ίσως επειδή είχαν άφθονα  τα φρούτα, ιδίως τα καλοκαιρινά, ίσως για λόγους οικονομικούς (η ζάχαρη για ορισμένους ήταν απρόσιτη). Κάποιοι άλλοι πάλι είχαν δικό τους μέλι και «πόρευαν» μ’ αυτό: «Ύστερα ποιος να το φκιάσει; σάματι άδειαζάμαν κιόλα τότε;». Να και ένας άλλος λόγος που τότε ο κόσμος περίμεναν με λαχτάρα και ανυπομονησία τις γιορτές, τις επισκέψεις και τις χρονιάρες μέρες, για να γλυκαθούν λιγάκι.

Το γλυκό δείχνει και την οικονομική και την κοινωνική κατάσταση του καθένα. «Φτωχός κι ανοικοκύρευτος κόσμος. Πήγαμαν εκεί και δεν είχαν ούτε ένα γλυκό να μας κεράσουν», άκουγες να λένε. Επίσης την οικονομική κατάσταση την έδειχναν και τα αντικείμενα σερβιρίσματος: δίσκος, ποτήρια, κουταλάκια, πιρουνάκια, μπούκλες και κανάτες, πιατάκια, φλιτζάνια: αν υπήρχαν όλα αυτά κομπλέ, αν ήταν ποιότητας (ασημένια, κρυστάλλινα, πορσελάνινα και τέτοια), ο νοικοκύρης θα ήταν πλούσιος. Ο τρόπος με τον οποίο παρουσίαζε τα γλυκά η νοικοκυρά και τα κερνούσε, η καθαριότητα, το ντύσιμό της, η όλη στάση της και τα «σουρέτια» της γενικά έδειχναν τη μόρφωση, την αγωγή και την κοινωνικότητα της όλη. Το κορίτσι της παντρειάς από δω φαινόταν αν έκανε για σπίτι ή όχι. «Πόσες προξενιές χάλασαν έτσι»!

Την ώρα π ου γίνεται το γλυκό «δεν κάνει» να το θαυμάσεις ή να το παινέψεις, γιατί θα χαλάσει. Την ώρα που φουσκώνει στο ταψί μην πεις: «πω! πω! πως φούσκωσε, γιατί θα «πέσει» αμέσως. Πίστευαν λοιπόν πως το καλό γλυκό ματιάζεται, γι’ αυτό αντί να το θαυμάζεις, πρέπει να το φτύσεις και να πεις: «φτου! φτου! να μην (α)ματιαστεί».

Παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις, σχετικές με τροφές – ποτά και μαγειρικά σκεύη:

-φάε νύφη τραχανά, - καλά είναι και τα κοψίδια.

-κολοκύθια με τη ρίγανη.

-που θα πέσει το μήλο.

-κουκούτσι μυαλό.

-σκόρδα στα μάτια σ’.

-ε, σκορδοκαΐλα μεγάλη.

-τα τηγανίζουν τα’ αυγά, δεν τ’ αλωνίζουν.

-α, κάστανο το ’κανες.

-σύκα και μπιμπίλια και γλυκό κρασί.

-μ’ έκαψες το κρομμύδι εμένα.

-έπεσε στην κολοκυθόπιτα.

-τραχανά για άπλωμα.

-τα’ ανάπιασαν τα προζύμια.

-τα τσιούγκρισαν.

-την έκανε κράνο.

-θα το κοιτάς με το μακαρόνι.

-εμ, δε θα σου στείλω και κλούρα κιόλας.

-άμα πείσμωσες πιες ξίδι,

-αρβίθια ξνα.

-κάτσε στα αυγά σου.

-πήρε μέντα αυτός.

-έγινε ντιπ πίτα.

-μετρημένα κουκιά.

-είναι ένα τσιανάκι αυτός.

Του Ευαγγέλου Σ. Στάθη


Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2024

Οι στόχοι είναι η ζωή μας… Του Ηλία Γιαννακόπουλου

 

«Να στοχεύεις ψηλά, το φεγγάρι. Ακόμα κι αν αποτύχεις, θα βρεθείς ανάμεσα στ’ αστέρια»  (Les  Brown, Αμερικανός συγγραφέας)

 Στο λυκαυγές του νέου έτους οι άνθρωποι συνηθίζουν να αναπροσαρμόζουν τα σχέδιά τους, να κρίνουν και να απορρίπτουν κάποιες επιλογές του περασμένου χρόνου ως ατελέσφορες και να σχεδιάζουν τα επόμενα βήματά τους με βάση τους νέους στόχους που θέτουν. Κι αυτό γιατί βαθιά πιστεύουν όλοι πως η ζωή χωρίς στόχο και θέληση είναι ένα καράβι στον Ωκεανό που πασχίζει να αποφύγει τα κύματα χωρίς όμως να γνωρίζει σε ποιο λιμάνι πρέπει να προσαράξει.

Ο Αϊνστάιν θέλοντας να προβάλει με έμφαση το ρόλο των στόχων στη ζωή των ανθρώπων και ιδιαίτερα στον εμπλουτισμό του εσωτερικού κόσμου τόνισε με έναν επιγραμματικό τρόπο: «Αν θες να ζήσεις μια ζωή, εξάρτησέ την από έναν στόχο, όχι από ανθρώπους ή πράγματα». Ο άνθρωπος και ο πολιτισμός του διαχρονικά προσδιορίστηκαν καταλυτικά από τους ειδικούς και γενικούς στόχους που κάθε φορά ετίθεντο. Υπάρχει επομένως, μια σχέση διαλεκτική ανάμεσα στον άνθρωπο και τους στόχους που τίθενται, αφού το περιεχόμενο και η ποιότητα του ενός διαμορφώνει και τον «πλούτο» του άλλου.

Οι στόχοι ως πυροκροτητές

Ο εσωτερικός πλούτος του ανθρώπου τότε μόνο μπορεί να καλλιεργηθεί και να εξωτερικευθεί στο βαθμό που το άτομο πιστεύει σε μια ανώτερη ιδέα και «στρατεύεται» σε έναν μεγάλο σκοπό. Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι από τη φύση της πολυδιάστατη. Εκείνο, όμως, που την ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα δημιουργήματα είναι η ύπαρξη ενός εσωτερικού κόσμου (συναισθηματικού, πνευματικού, κοινωνικού, ηθικού). Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτού του «κόσμου» αποτελούν την προϋπόθεση για την ανέλιξη του ανθρώπινου όντος.

Η ανέλιξη αυτή, όμως, θεμελιώνεται πάνω στον εμπλουτισμό του ψυχικού κόσμου που συνιστά την πεμπτουσία της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η καλλιέργεια, δηλαδή, του εσωτερικού κόσμου και ο εμπλουτισμός του με νέα στοιχεία δεν συνιστά μόνο μια γενετικά προγραμματισμένη εκδήλωση αλλά και μια «υποχρέωση» του ατόμου. Βέβαια, αυτό δεν μπορεί να αφεθεί στην τύχη ούτε στις δεσμεύσεις ή τις ευκαιρίες του περιβάλλοντος.

Ο άνθρωπος ως υποκείμενο της ιστορίας επιβάλλεται ο ίδιος να εκμεταλλευτεί το φυσικό «τάλαντο» καθώς και τις διευκολύνσεις του περιβάλλοντος για να «σηκωθεί λίγο ψηλότερα» σύμφωνα με την επιταγή του ποιητή. Η ενεργοποίηση, λοιπόν, όλων των δυνάμεων για την καλλιέργεια και εξωτερίκευση του εσωτερικού πλούτου μπορεί να επιτευχθεί μόνο, όταν ο άνθρωπος προσδεθεί στο άρμα μιας ανώτερης ιδέας και ενός μεγάλου σκοπού. Τα δύο αυτά κρατούν σε εγρήγορση τον ψυχικό κόσμο και τον καλούν σε μια υπέρβαση της γήινης υπόστασης του ανθρώπου.

«Όσα βουνά κι αν ανεβείτε/ απ’ τις κορφές τους θ’ αγναντεύτε άλλες / κορφές, / ψηλότερες, μιαν άλλη πλάση ξελογιάστρα / και στην κορφή σα φτάσετε την κατάψηλη / πάλε θα καταλάβετε πως βρίσκεστε / σαν πρώτα κάτου απ’ όλα τ’ άστρα» (Κ. Παλαμάς)

Ο ποιητής δεν μάς διδάσκει μόνο την μετριοφροσύνη και τη «σεμνότητα» απέναντι στο αχανές του σύμπαντος, αλλά περισσότερο μάς προτρέπει να συνεχίσουμε την «ανάβαση» για την κατάκτηση κι άλλων στόχων.

Κι αυτό γιατί οι μεγάλες ιδέες (δημιουργία, αλλαγή κόσμου…) και οι μεγάλοι σκοποί (κοινωνική δικαιοσύνη, αυτονομία) λειτουργούν ως πυροκροτητές του εσωτερικού πλούτου και ωθούν το άτομο σε πράξεις που το αναβιβάζουν στην ψηλότερη θέση των φυσικών δημιουργημάτων. Οι πνευματικές αναζητήσεις, η ηθική αρτίωση, η κοινωνική ωρίμανση και η συναισθηματική ισορροπία ικανοποιούνται και πραγματώνονται μόνο όταν υπάρχουν μεγάλες ιδέες και στόχοι ικανοί να συγκλονίσουν τον άνθρωπο και να τον απελευθερώσουν από τη φυλακή της απραξίας, της συνήθειας, της καθημερινότητας και της παραίτησης.

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2024

Μια παλαιότερη ανάρτηση που αξίζει να την ξαναδούμε. Του Δημήτρη Τσιγάρα

 


Τότε και τώρα «Στοχασμός μπροστά σε δυο όμοιες, αλλά με διαφορά 37 χρόνια, φωτογραφίες»

Παλαιότερα, αναζητώντας απάντηση στο ερώτημα για ποιο λόγο τραβήχτηκε η πρώτη οικογενειακή φωτογραφία, που απεικονίζει, με τη σειρά και κατά ηλικία, όλα τα εγγόνια του παππού μας και της γιαγιάς μας, Κωνσταντίνου και Αικατερίνης Τσιγάρα, στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και με την συγκεκριμένη σκηνογραφία, ανέκυψαν απροσδόκητοι συνειρμοί και ψηλαφήθηκαν υπαρξιακοί προβληματισμοί.

Προβληματισμοί και ανησυχίες, που έχουν σχέση με τη συνεχή πάλη των σημαντικότερων δίπολων της ζωής: Γέννηση και θάνατος, χαρά και λύπη, ευτυχία και δυστυχία, επιτυχία και αποτυχία, αμφισβήτηση και πίστη…

Θελήσαμε λοιπόν να επαναλάβουμε, μετά από 37 χρόνια, την ίδια διαδικασία και το επιχειρήσαμε. Ξανασμίξαμε όλα τα ξαδέρφια μαζί και ξαναπαγώσαμε το χρόνο, βγάζοντας μια δεύτερη παρόμοια φωτογραφία.

Παρατεταγμένοι πάλι σε σχέση με την κλίμακα του χρόνου, ο Κώστας, η Σοφία, ο Δημήτρης, ο Κώστας, ο Στέργιος, ο Γιώργος, η Δέσποινα, ο Σπύρος, ο Κώστας, ο Βάιος, η Κατερίνα.

Δυστυχώς, υπάρχει μια απώλεια που μας πληγώνει όλους. Τη θέση του Κώστα που έφυγε νωρίς, την αντικαταστήσαμε με τον ανεψιό του, Κωνσταντίνο.

Αυτή η δεύτερη φωτογραφία ανέδειξε κυρίαρχα τα στοιχεία της σύγκρισης. Την εξελικτική φυσιογνωμική διαφορά, τις αλλαγές και τη φθορά του χρόνου, τις παρουσίες και τις απώλειες και φυσικά την διαχρονική ανάγκη για ένταξη σε κάποια συλλογικότητα, την ανάγκη του ανήκειν.

Και να πάλι, σαν μια αδιόρατη ελπίδα, να προσδοκούμε από τη δύναμη της φωτογραφίας και από αυτόν τον υπερβατικό διάλογο να οδηγηθούμε σε ένα τελετουργικό μύησης προς το βαθύτερο νόημα της ζωής, για την ανεύρεση τρόπου να θεάται κανείς τη ζωή και να την κατανοεί για να μπορέσει να τη ζήσει.

Στα ερωτήματα τι θα ήθελε κανείς στη ζωή του, οι απαντήσεις είναι περίπου κοινές: Θέλω να μείνω νέος, θέλω να ζήσω, θέλω πίσω τη ζωή που είχα, θέλω να είμαι πετυχημένος, θέλω να αρέσω, θέλω να κάνω πράξη τα όνειρα μου, θέλω ένα νόημα για να υπάρχω, θέλω μια αγκαλιά, ένα χάδι, ένα χαμόγελο…

Τόσα πολλά θέλω, τόση πολλή οδύνη, τόσα απραγματοποίητα ή ανέφικτα όνειρα κρυμμένα πίσω από το διάφανο πέπλο του κοινωνικού μας προσωπείου!

Όμως το ταξίδι προς τα βάθη του εαυτού μας είναι πάντα το πιο μακρύ και το πιο βασανιστικό. Ίσως γιατί πρέπει να έρθει κανείς σε επαφή με τα συναισθήματά του, τους φόβους του, τις αδυναμίες του, τις ενοχές του και να αγνοεί την ύπαρξη των ανύποπτων δυνάμεων και ικανοτήτων που κρύβει μέσα του.

Δεν είναι τυχαίο που από τα τρία κλασσικά υπαρξιακά ερωτήματα -ποιος είσαι, από πού έρχεσαι, πού πας - η ταυτότητα είναι στην πρώτη θέση, αφού όποιος δεν ξέρει ποιος είναι, δύσκολα αποκτά συνείδηση αυτού που έχει αφήσει πίσω του ή του προορισμού που έχει μπροστά του.

Στέκομαι μπροστά σε δυο όμοιες φωτογραφίες τραβηγμένες με διαφορά 37 χρόνια, τις κοιτάζω με στοχαστική διάθεση κι αναρωτιέμαι ξανά: «Μήπως το μάτι με το οποίο βλέπουμε τον θεό είναι το ίδιο με το οποίο βλέπει ο θεός εμάς;»


Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2024

ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΙΜΕΝΙΚΗΣ

 

Φτωχός ποιμένας ήμουνα και στάθηκα μια μέρα δίπλα στο γυμνοκόκαλο δέντρο. Χορτασμένος κουβέντα με τον σκύλο μου, είπα να απευθύνω τον λόγο και στο δέντρο, μήπως αποκομίσω κάτι απ’ τη σοφία του.

«Μη μ’ ενοχλείς», είπε το δέντρο, «είμαι προσηλωμένο στο κοπάδι κι ακούω τα πρόβατα που συζητούν».

«Τα πρόβατα;» έκανα έκπληκτος. «Μα, αυτά μονάχα ηχολογούν με τα κουδούνια τους κι άλλη φωνή δεν βγάζουν».

«Κι όμως», απάντησε το δέντρο, «εγώ ακούω τη μέσα τους φωνή, που είναι πιο λαγαρή και πιο όμορφη κι από το τραγούδι του δάσους».

Σιώπησα και τράβηξα με το σκυλί μου προς την πλαγιά του λόφου. Να που και σήμερα, είπα στον Ασπροδόντη, πήρα το μάθημά μου από το διαρκές σχολείο της φύσης. Ν’ ακούω, δηλαδή, τη μέσα φωνή από κάθε τι που στοιχειώνει και μεταστοιχειώνει τον κόσμο μας.

Του Ηλία Κεφάλα


Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2024

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση της Τοπικής κοινότητας Βαλτινού

 

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η εορταστική εκδήλωση που διοργάνωσε η Τοπική κοινότητα Βαλτινού, ανήμερα των Φώτων στην πλατεία του χωριού.

Οι παρευρισκόμενοι είχαν την ευκαιρία να διασκεδάσουν με τραγούδια και χορούς, απολαμβάνοντας παράλληλα και την πατροπαράδοτη τηγανιά (τσιγαρίδες) που ετοιμάστηκε με μεράκι από τους διοργανωτές, καθώς και δεκάδες σουβλάκια που ψήθηκαν για τις  ανάγκες της εκδήλωσης. Το χωριό έδειξε να αποκτά ζωντάνια, οι κάτοικοι χάρηκαν και συμμετείχαν με κέφι και ενθουσιασμό, ενώ δεν ήταν και λίγοι εκείνοι που το έριξαν στον χορό.

Ήταν πραγματικά, μια όμορφη και φωτεινή γιορτή μέσα στο γκρίζο της εποχής και στις δυσκολίες που περνάει γενικότερα η κοινωνία μας.

Την εκδήλωση τίμησαν ο Περιφερειακός Σύμβουλος Σάκης Ξάφος, ο Αντιδήμαρχος Σάκης Σκρέκας, οι Δημοτικοί Σύμβουλοι Γιώργος Ηλιάδης, Αντώνης Λάππας και η δημοτική Σύμβουλος Βούλα Βότσιου.

Χορηγοί της εκδήλωσης ήταν οι:

Οι επιχειρήσεις: «Βιολάντα», «ΕΛΑ ΚΡΕ Βαμπούλας», «Οικογένεια ΚΛΙΑΦΑ», «Χοιροφάρμ Μαράβα»ς, Αυγά Ελευθέρας Βοσκής «Κόζιακα», Αρτοποιείο «Άρτος», Αρτοποιείο «Φαλώρειας» Καφέ, «Γιόλο», Ζαχαροπλαστείο «Χύτας», Κρεοπωλείο «Αλμπέρτος», Κρεοπωλείο «Μαυρογιώργος», Σούπερ Μάρκετ «Καλύβας», Σούπερ Μάρκετ «Μπιλιάλης», Φαστ Φουντ «Ο Γύρος του κόσμου», Καφέ «Φουέγκο», Χαρτοκοπτικές εργασίες «Τσιγάρας Γ».

Ακολουθεί φωτορεπορτάζ:

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2024

Με τους Βέγγους της ζωής μου θα μείνω...

 


Εγώ θα μείνω με τους Βέγγους. Που έλεγε πως δεν είχε χρόνο να μισεί αυτούς που τον μισούν γιατί ήταν απασχολημένος να αγαπά αυτούς που τον αγαπούν.

Εγώ θα μείνω με τους Βέγγους. Που έλεγε: «Για δύο πράγματα δεν θα ντραπώ ποτέ. Για τις αλήθειες που είπα, και για τα συναισθήματα που ένιωσα».

Εγώ θα μείνω με τους Βέγγους. Που έλεγε πως ευτυχία είναι μόνο δυο χέρια που σε αγκαλιάζουν, που σε κρατούν, που σε κοιμίζουν και σε περιποιούνται.

Εγώ θα μείνω με τους Βέγγους. Που τη μέρα του μεγάλου χαμού, τη μαύρη μέρα που μπήκαν στην πόλη οι οχτροί κι οι ερπύστριες έσπειραν το θάνατο, τη μέρα του Πολυτεχνείου, εκείνος πέρασε μέσα από τα μαύρα κοράκια με το αυτοκίνητό του, έριξε τα καθίσματα και έβαλε μέσα τον εξεγερμένο λαό. Για να τον σώσει.

Εγώ θα μείνω με τους Βέγγους. Που μέσα στην εξορία έστηνε αντίσκηνα και πήγαινε φαγητό κρυφά σε εκείνους που αυτοεξορίστηκαν.

Εγώ θα μείνω με τους Βέγγους. Που έκανε τους ανθρώπους να γελούν, να χαίρονται, να συγκινούνται.

Εγώ θα μείνω με τους Βέγγους. Που ήταν χάδι, απαλοσύνη και τρυφεράδα για τους ανθρώπους.

Εγώ θα μείνω με τους Βέγγους. Που στη γαλέρα της ζωής τους τράβηξαν άγριο κουπί. Κι όλο έτρεχαν...

Εγώ θα μείνω με τους Βέγγους. Που έλεγε ο Κούνδουρος "Έμεινε μαζί μου όλα τα χρόνια της Μακρονήσου. Είχα χρεωθεί την κατασκευή ενός θεάτρου -ήμουν τριτοετής της αρχιτεκτονικής τότε. Πήγα στη διοίκηση και λέω: «Αυτόν το μισότρελο φαντάρο να μου τον δώσετε». Κι έτσι βρέθηκα να φτιάχνω το θέατρο με το Θανάση βοηθό. Στήσαμε τη σκηνή, ανεβάσαμε το πρώτο έργο, και να ο Βέγγος ηθοποιός και να ο Βέγγος πρωταγωνιστής και να ο Βέγγος αγαπημένος ολόκληρου του τάγματος, και να ο Βέγγος η ανακούφισή μας, η λύτρωση μας και το χαμόγελό μας".

Επειδή έρχεται μια στιγμή στη ζωή που πρέπει να αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις. Εγώ θα μείνω με τους Βέγγους. Αυτούς, αυτούς τους μεταξωτούς ανθρώπους. Την ανακούφιση. Τη λύτρωση. Και το χαμόγελό μας.

«Λυπάμαι τους ανθρώπους που ενώ μπήκαν στην καρδιά μου, ξεφτιλίστηκαν στα μάτια μου».

Θανάσης Βέγγος

 

Του Λάμπρου Μεραντζή

 

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2024

Τα έθιμα των Φώτων του Βαλτινού. Του Ευαγγέλου Σ. Στάθη, Φιλολόγου

 

Φώτα ή Θεοφάνια. Από τις μεγάλες μέρες του Εορτολογίου μας. Γιορτή λαμπρή και χαρούμενη, με μήνυμα θριάμβου για το κλείσιμο του Δωδεκαήμερου και ελπίδας για τη νέα εποχή που έρχεται.

Την παραμονή των Φώτων, του Σταυρού, ο παππάς με ένα παπαδοπαίδι περνούσε από σπίτι σε σπίτι και το αγίαζε. Φορούσε πετραχήλι και κρατούσε στο ένα χέρι το σταυρό με το βασιλικό και στο άλλο το κακαβάκι με το αγιασμένο νερό. Το παπαδοπαίδι κρατούσε κι αυτό ένα κακαβάκι μεγαλύτερο για τα τυχερά του παππά: κοψίδια, λουκάνικα, λίπα, και, βέβαια, κλούρα φωτίσια για τον παππά. Όλα αυτά φορτώνονταν σε ένα γαϊδουράκι που συνόδευε κι αυτό όλη την ιεροτελεστία. Τα λουκάνικα δεν «έκανε» να τα φάνε, αν δεν τα ευλογούσε πρώτα ο παπάς. Με όλη αυτήν τη διαδικασία πίστευαν ότι φεύγουν και τα παγανά μια για πάντα.

Η γιορτή των Φώτων γιορταζόταν με ευλάβεια και λαμπρότητα. Ανήμερα πηγαίνανε όλοι στην εκκλησία, μικροί και μεγάλοι. Όλοι με καθαρά και καινούργια ρούχα, για να τα φωτίσουν. Λαμπροφορεμένος κι ο παππάς, λαμπρά και τα ξεφτέρια. Οι ηλικιωμένοι, οι άντρες κυρίως, κρατούσαν στο χέρι τους μια μικρή πετσέτα κομποδιασμένη, όπου μέσα είχε λίγο καλαμπόκι, λίγο σιτάρι και λίγο αλάτι, κρατούσαν κι ένα μπουκάλι με νερό. Την ώρα του αγιασμού τα άφηναν «καταή», κάτω από τον παντοκράτορα. Έλυναν τον κόμπο της πετσέτας και τα αγίαζε ο παπάς με το σταυρό και με το ματσάκι βασιλικό.

Όλοι οι εκκλησιαζόμενοι με την απόλυση της εκκλησίας, σχηματίζοντας μια μεγάλη πομπή, κατευθύνονταν προς το κεντρικό αρτεσιανό. Στα χέρια τους κρατούσαν όλες τις εικόνες του ναού της ενορίας, αλλά και τις δικές τους που είχαν στα εικονίσματά τους στο σπίτι. Προπορεύονταν τα ξεφτέρια, ο παπάς κι ψαλτάδες. Στη μεγάλη «κοπάνα» του αρτεσιανού γινόταν η κατάδυση του σταυρού κι ο αγιασμός των υδάτων. Στο ίδιο νερό βάπτιζαν κι όλες τις εικόνες. Μετά, με ένα μπουκαλάκι αγίασμα και τις εικόνες στο χέρι γύριζαν στο σπίτι.

Με το αγίασμα ράντιζαν όλο το σπίτι, τον σταύλο, το μαντρί, τα δέντρα, τα σιτάρια και τα αμπέλια. Έβαζαν και λίγο στο στόμα όλα τα μέλη της οικογένειας. Πίστευαν ότι το αγίασμα είχε δύναμη θεραπευτική, καθαρτήρια και γονιμοποιό. Το ίδιο βέβαια πιστεύουμε και σήμερα.

Το μεσημεριάτικο φαγητό ήταν το ίδιο για όλα τα σπίτια, ήταν η λεγόμενη λουκανικοτηγανιά: λουκάνικα τηγανισμένα με κοψίδια, και κρασί ντόπιο. Σπανιότερα έφτιαχναν και τυρόπιτα. Όλο το χωριό μοσχοβολούσε ίδια μυρουδιά.

Το απόγευμα και ως το βράδυ ακολουθούσε σεργιάνι με χορό στην πλατεία. Το ίδιο σεργιάννι αποτελούσε και αφορμή για νυφοδιάλεγμα. Το βράδυ φαγοπότι και κρασοκατάνυξη στους εορτάζοντες: στο Φώτη, την Φώτο, τη Φανή, τη Φανίτσα, την Ουρανία.

«Κι απόφωτα άρχιζαν πάλι ο κόσμος να βρίσκουν τη σειρά τους, να κοιτάν τς δλειές τους».


Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2024

Εκδήλωση από την Τοπική κοινότητα Βαλτινού

 

Η τοπική κοινότητα Βαλτινού, με το που συστάθηκε σε σώμα, την Πρωτοχρονιά, ξεκίνησε ήδη την πρώτη της δράση, με την διοργάνωση εορταστικής εκδήλωσης στο χωριό.

Συγκεκριμένα  η τοπική κοινότητα Βαλτινού διοργανώνει και προσκαλεί όλους τους κατοίκους στην πολιτιστική εκδήλωση, «Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι», η οποία θα πραγματοποιηθεί στις 6 Ιανουαρίου 2024, ανήμερα των Θεοφανίων, μετά τις 3 η ώρα το μεσημέρι, στην κεντρική πλατεία του χωριού.

Στην εκδήλωση μαζί με την ανταλλαγή ευχών, για το νέο χρόνο, θα γίνει αναβίωση του εθίμου των παραδοσιακών τσιγαρίδων. Βέβαια, εκτός από τις τσιγαρίδες θα προσφερθούν στους παρευρισκόμενους και διάφορα άλλα εδέσματα, όπως λουκάνικα, πολλά γλυκίσματα, αναψυκτικά, ζεστό κρασί κλπ.

Η συμμετοχή στην εκδήλωση είναι δωρεάν.


Τα Βαλτσινιώτικα (Το καλαντάρι του χρόνου)

Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα

εδώ στα Βαλτσινιώτικα

θα λέμε τον καημό μας,

τα βάσανα, τις πίκρες μας,

τα ωραία απ’ το χωριό μας.

Καινούργιος χρόνος έφτασε, μεγάλη του η χάρη!

και έφερε στο Βαλτινό το νέο καλαντάρι:

Να ’ναι ο Γενάρης ζάχαρη, να ναι ο Φλεβάρης μέλι.

Ο Μάρτιος ροδόσταμο κι ο Απρίλης πετιμέζι.

 

Τον Μάη μέσα στη ψυχή ν ανθίζουνε λουλούδια

και τον Ιούνη ν’ ακουστούν τα πιο όμορφα τραγούδια.

Να ’ναι ο Ιούλης μαγικός και με χαρές γεμάτος

κι ο Αύγουστος μεθυστικός, ερωτικός, φευγάτος.

 

Αχ του Σεπτέμβρη οι βροχές, αγάπης να χουν στάλες

και σαν του Οκτώβρη ομορφιές να μην υπάρχουν άλλες.

Καλοσυνάτος και γλυκός να είναι ο Νοέμβρης

κι ευτυχισμένους να μας βρει σαν έρθει κι ο Δεκέμβρης!


Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2024

Οι καλικάντζαροι. Του Ευαγγέλου Σ. Στάθη, φιλολόγου

 

Τους καλικάντζαρους στο χωριό τους λέμε και καρκαντζάλια και παγανά. Είναι κυρίαρχοι της νύχτας και της υπαίθρου. Ζηλεύουν και εχθρεύονται τους ανθρώπους με την οικογενειακή τους ζωή, για αυτό και προσπαθούν με κάθε τρόπο να μπουν στο σπίτι να φαν, να μαγαρίσουν και να μολύνουν και τα φαγητά και τα ενδύματα. Μπαίνουν μες στα σπίτια απ’ τα παράθυρα, απ’ τους φεγγίτες και πιο εύκολα από τους μπουχαρήδες και παν και γλύφουν τα τσιανάκια και πειράζουν τις φτύνες και τις κάδες με τις λύπες και τα κοψίδια. Το πρωί οι νοικοκυρές βρίσκουν σημάδια τους (!). Όσο κρατούσαν τα καρκαντζάλια, δεν άφηναν τα μικρά παιδιά όξω. Απέφευγαν το κούρεμα, το λούσιμο, το χτένισμα, απέφευγαν τις γεωργικές δουλειές και τα νυχτέρια. Για να τα αποφύγουν τα παγανά, θυμιάτιζαν το σπίτι με τη φκυαρίτσα, στην οποία έβαζαν κάρβουνα και θυμιάμα. Αυτό γινόταν κάθε βράδυ σ’ όλο το δωδεκαήμερο. Θεωρούνται δυνάμεις του σκοταδιού και του χειμώνα και εχθροί του ήλιου και του φωτός που τα φοβούνται όπως ο διάολος τη θυμιάμα: «ξημέρωσε, ξημέρωσε, πάμε τώρα να φύγουμε, μη μας δει ο ήλιος».

Η γέννηση των Χριστουγέννων φέρνει γενικώς ένα φως στη γη και στον κόσμο όλον. Τώρα η νύχτα μικραίνει και ημέρα μεγαλώνει. Τα φώτα τα νερά αγιάζονται ενώ ο παπάς με το σταυρό στο χέρι αγιάζει τα σπίτια.

Μόλις τα καρκαντζάλια έβλεπαν τον παππά, το έβαζα στα πόδια και φεύγανε λέγοντας: «φύγετε να φύγουμε, γιατί έρχεται ο ζουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του! Θυμιάτζαμαν το σπίτι να φύγουν. Είχαν νουρά μεγάλη, ανύχια μεγάλα. Έριχνάμαν τη θυμιάμα στο μπουχαρή έκαιγε κι έφευγαν».

Δίπλα στο σπίτι μας, σχεδόν κολλητά στο παράθυρο, ήταν μια πολύ παλιά και μεγάλη σκαμνιά που χρειάζονταν τρεις άντρες με ανοιχτά τα χέρια τους να την αγκαλιάσουν. Είχε μια μεγάλη κουφάλα που χωρούσε και 3 και 4 παιδιά όταν έπαιζαν κρυφτό. Ε, εκεί, σ’ αυτή την κουφάλα μας έλεγε ο παππούς ο Νικολάκης ο Στάθης, ότι κατοικούσαν τα καρκαντζάλια τη μέρα και τη νύχτα έβγαιναν ένα-ένα. Τελευταίος έβγαινε ο μεγάλος καρκάντζαλος. «Αυτός έχει μια νουρά να, σαν την φουκαλίτσα και την κουνάει πέρα δώθε. Έχει μεγάλα σιδερένια, αστραφτερά και κοφτερά δόντια και απ’ τον κώλο βγάζει φωτιές, να, έτσι». Και παρίστανε πως είναι και πως κάνει ο καρκάντζαλος τόσο ζωντανά, που εμείς όλα τα Σταθάκια -δώδεκα ήμασταν όλα όλα - μας φαίνονταν ότι τα βλέπαμε έτσι, «ολόστατα τα καρκαντζάλια» και από μέσα το αίμα μας πάγωνε.

Αυτό το θυμόμαστε όλοι τώρα που μεγαλώσαμε. Για αυτό όπου τα έθιμα και τα καρκαντζάλια μπορούν να περιγράφονται και να αφηγούνται στα παιδιά, να γίνεται αυτό με προθυμία και αγάπη, ώστε να συνεχίζονται. Να μην λέμε «αυτά είναι χαζά πράγματα» ή: «Ε, ο κόσμος τότε ήταν πισωδρομικοί». Εμείς οι μεγαλύτεροι έχουμε χρέος να κάνουμε τις αφηγήσεις και τις περιγραφές για τα κακαντζάλια, ώστε οι νεότερες γενεές να μαθαίνουν, να αγαπούν και να ξαναζωντανεύουν τα πατροπαράδοτα αυτά έθιμα, που ερέθιζαν τη φαντασία παιδιών, γενεών και γενεών.

Τη λέξη καρκάντζαλος και καρκαντζάλι τη χρησιμοποιούσανε και σε άλλες φράσεις τότε, όπως: «φύγετε από δω καρκατζάλια». Το έλεγαν χαϊδευτικά για μικρά παιδιά που τους ενοχλούσαν.

- «Μα ξέρεις τι καρκάντζαλος είναι», λέγονταν κολακευτικά για κάποιον που ήταν μικροκαμωμένος μεν, αλλά δεξιοτέχνης στις δουλειές του. -«Ε, όχι και καλός, σαν καρκάντζαλος είναι», λεγόταν ειρωνικά για άντρα όχι όμορφο.

 

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2024

«Ρίξε μια ζαριά καλή…»

 

Στο διπλανό τραπέζι δύο ηλικιωμένοι κύριοι παίζουν παθιασμένα τάβλι. Είναι πεπεισμένοι ότι τα πάντα είναι θέμα τύχης. Της μιλούν, την προκαλούν, τη βρίζουν, αλλά και της γλυκομιλούν.

Ακόμη και αν δεν το γνωρίζουν, είναι σύμφωνοι σε αυτό που έχει γράψει ο Γκαίτε: «Ο ιστός του κόσμου είναι χτισμένος από αναγκαιότητες και τυχαιότητα. Η διάνοια του ανθρώπου τοποθετεί τον εαυτό της μεταξύ των δύο και τα ελέγχει. Μελετά την αναγκαιότητα και την αιτία της ύπαρξής της, ξέρει πως η τυχαιότητα είναι διαχειρίσιμη, μπορεί να ελεγχθεί, να χρησιμοποιηθεί».

Γιατί πώς αλλιώς να εξηγηθεί ότι πριν ρίξουν την «τυχερή» ζαριά βάζουν σε εφαρμογή μικρά μυστικά τους: το φύσημα των ζαριών, τη γωνία του χεριού, την ταχύτητα, τη φορά με την οποία ρίχνουν. Στο τέλος βέβαια η μόνιμη επωδός είναι: «Ρίξε μια ζαριά καλή και για μένα βρε ζωή!»

Καλή και τυχερή χρονιά, λοιπόν, σε όλους!

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2024

Μαγικές στιγμές

 

Από μικρό παιδί αγαπούσα πολύ τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά - ίσως επειδή η μαγεία έπαιρνε τότε χρώμα, σχήμα, μουσική. Μεγαλώνοντας άρχισαν και οι άλλες εποχές του χρόνου να γεμίζουν από μαγικές στιγμές. Κι αργότερα, άρχισα κι εγώ να δίνω, με τις ταινίες μου, χρώμα και σχήμα σε λίγη από τη μαγεία που ήταν κλεισμένη μέσα μου. Οι ταινίες έφεραν, με τη σειρά τους, ταξίδια, καινούργιους ανθρώπους και νέα όνειρα στη ζωή μου. Μαγικά πράγματα!

Πολλές φορές όμως σ' αυτή τη μεγάλη διαδρομή τα πάντα ξέφτιζαν ή έμοιαζαν χωρίς νόημα... Οι δύσκολες στιγμές.

Ένα όμως δεν άλλαξε ποτέ έως σήμερα: αυτό το σκίρτημα, η λαχτάρα όταν έρχονται τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά!

Για μια στιγμή, γίνομαι και πάλι, το εννιάχρονο αγόρι στα μακρινά χιονισμένα Τρίκαλα που, αφού τραγούδησε στη γειτονιά τα κάλαντα με τους φίλους του και χόρτασε τον χιονοπόλεμο, πήγε στο περίπτερο, αγόρασε το μόνο κόμικ που υπήρχε τότε, το Πρωτοχρονιάτικο Μίκυ-Μάους, κάθισε κολλητά στη σόμπα που γουργούριζε σαν γατούλα, μύρισε για λίγη ώρα τα ξύλα που καιγόντουσαν, και άνοιξε το περιοδικό...

Και, ώ του θαύματος, στην τρίτη σελίδα της ιστορίας άρχισε να χιονίζει! Χιόνι έπεφτε μέσα στο βιβλιαράκι, χιόνι έπεφτε κι απ' έξω. Απαλό, κατάλευκο. Ευτυχία...

Και το παιδί καθόταν ήσυχο, γαλήνιο και σίγουρο ότι πάνω στο άσπρο του χιονιού μπορείς να αρχίσεις να γράφεις τη δική σου ιστορία - την ιστορία της δικής σου ζωής. Να της δίνεις σχήμα, χρώμα και μουσική.

Και μπορείς να την γράφεις ξανά και ξανά, σε όποια ηλικία κι αν είσαι.

Του Βασίλη Λουλέ, Σκηνοθέτης

 

Μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία για τα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς.

 Του Θωμά Δασκάλου

Μία ερωτική εξομολόγηση που είμαι σίγουρος ότι δεν θα μπορούσατε ποτέ να το φανταστείτε!!! Πόσες φορές έχουμε όλοι μας τραγουδήσει τα κάλαντα «Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά». Αν διαβάσει κανείς τους στίχους θα δει ότι είναι ακατανόητοι και χωρίς συνειρμό. Αν το διαβάσετε όμως πιο προσεκτικά με έκπληξη θα διαπιστώσετε, ότι μέσα του εμπεριέχει μία ερωτική «καντάδα». Στην περίοδο του Βυζαντίου, κάποιος νέος φτωχός και χαμηλής κοινωνικής τάξεως, ερωτευμένος με μία όμορφη κοπέλα αριστοκρατικής οικογένειας, εμπλέκει μέσα στους στίχους από τα κάλαντα του Αι Βασίλη, και το ερωτικό του ποίημα!!! 

Παραθέτω τους στίχους από τα κάλαντα. Διαβάστε το μία φορά ολόκληρο. Θα δείτε ότι δεν έχει σαφή νόημα! Διαβάστε το όμως τώρα, αλλά μόνον τον δεύτερο στίχο της κάθε στροφής. Στο τέλος το παραθέτω σε μία δική μου ελεύθερη απόδοση:

«Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά

ψηλή μου δεντρολιβανιά

κι αρχή καλός μας χρόνος

εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος

Άγιος Βασίλης έρχεται

και δεν μας καταδέχεται

από την Καισαρεία 

συ ’σαι αρχόντισσα κυρία

Βαστά εικόνα και χαρτί 

ζαχαροκάντιο ζυμωτή

χαρτί και καλαμάρι

δες και με το παλικάρι».

Και σε μία δική μου ελεύθερη απόδοση:

«Ω!! Υψηλή μου (αριστοκράτισσα) που είσαι όμορφη σαν δενδρολιβανιά και σεβαστή ως μία εκκλησιά! Εσύ που το πρόσωπό σου λάμπει ως ένας άγιος θρόνος και είσαι γλυκιά σαν φτιαγμένη από ζάχαρη, ξέρω δεν με καταδέχεσαι διότι εσύ είσαι αρχόντισσα. Αλλά δες όμως και με το παλικάρι».


Καλή Χρονιά... Ας την διεκδικήσουμε!!!

 

 «Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια», έγραφε κάποτε ο ποιητής Κωνσταντίνος Κ. Καβάφης, ανατρέχοντας στο παρελθόν του για να προσδιορίσει την έννοια της ζωής, καθ' ότι (δυστυχώς) όλα περνούν γρηγορότερα απ’ ότι θα θέλαμε να πιστεύουμε! Υγεία, αντίσταση στο μαύρο της εποχής και τη σκέψη μας στους αδύναμους, για το 2024! Αυτά αρκούν για να φτιάξουμε -έστω και λίγο- καλύτερη την κοινωνία μας. Πρωτίστως, όμως, «αγάπα τον άνθρωπο, γιατί είσαι εσύ...», όπως έγραφε άλλος ένας μεγάλος Έλληνας ποιητής και συγγραφέας, ο Νίκος Καζαντζάκης.

 Καλή Χρονιά μας, λοιπόν... Ας την διεκδικήσουμε!!!

 

ΠΗΓΗFacebook Αλέξανδρος Ζαούτσος


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!


 

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

Οι άνθρωποι του Βαλτινού, που «έφυγαν» το 2023

Το αναπότρεπτο του θανάτου αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης και ύπαρξης.

Άλλη μία χρονιά έφτασε στο τέλος της.  Το 2023 είναι πλέον παρελθόν και μαζί με τις όμορφες στιγμές που έφερε για το χωριό μας, μετρήσαμε και σημαντικές απώλειες που σημάδεψαν τη χρονιά.

Στο Βαλτινό, 21 αγαπημένοι άνθρωποι «έφυγαν» από τη ζωή, αφήνοντας πίσω τους, δυσαναπλήρωτο κενό, πόνο και αναμνήσεις.

Κατά χρονολογική σειρά πρόκειται για τους εξής:

Κωνσταντίνος Στάθης του Γεωργίου. 78 ετών, απεβίωσε  23 Ιανουαρίου 2023.

Βάιος Ρούσης του Κων/νου. 80 ετών, απεβίωσε  29 Ιανουαρίου 2023.

Χρήστος Σχολής του Αποστόλου. 64ετών, απεβίωσε 7 Μαρτίου 2023.

Κων/νος Απόχας του Ιωάννου. 76 ετών, απεβίωσε 12 Μαρτίου 2023.

Νικόλαος Μπαντόλιας του Κων/νου. 79 ετών, απεβίωσε 13 Μαρτίου 2023.

Όλγα Καραθανάση του Γεωργίου. 70 ετών, απεβίωσε 27 Μαρτίου 2023.

Στέφανος Τσιγάρας του Γεωργίου. 85 ετών, απεβίωσε 14 Απριλίου 2023.

Ειρήνη Γουλοπούλου συζ. Αντωνίου. 87 ετών, απεβίωσε 30 Απριλίου 2023.

Αθανάσιος Τσιατσιάβας του Ιωάννου. 77 ετών, απεβίωσε 11 Μαΐου 2023.

Χρήστος Βαγγελός του Θωμά. 76 ετών, απεβίωσε  4 Ιουνίου 2023.

Φωτεινή Απόχα συζ. Κων/νου. 69 ετών, απεβίωσε  5 Ιουνίου 2023.

Βάιος Σταμούλης του Βασιλείου. 86 ετών, απεβίωσε 7 Ιουνίου 2023.

Αντώνιος Βότσιος του Βασιλείου. 52 ετών, απεβίωσε 5 Ιουλίου 2023.

Μιχάλης Παπακώστας του Ευαγγέλου. 62 ετών, απεβίωσε  5 Ιουλίου 2023.

Ευαγγελία Καραθανάση συζ. Δημητρίου. 87 ετών, απεβίωσε  31 Ιουλίου 2023.

Χαρίκλεια Χήρα, συζ. Δημ. Τάκου. 85 ετών, απεβίωσε  18 Αυγούστου 2023.

Ιωάννης Βαγγελός του Αντωνίου. 84 ετών, απεβίωσε  21 Αυγούστου 2023.

Βασιλική Ριζαργιώτη, συζ. Στεργίου. 94 ετών, απεβίωσε 27 Αυγούστου 2023.

Λεμονιά Ζαμπακά συζ. Ευαγ. Παπαχρήστου, 79 ετών, απεβίωσε 4 Νοεμβρίου 2023.

Βάια συζ. Αθαν. Κουφοχρήστου, 90 ετών, απεβίωσε 21 Νοεμβρίου 2023.

Παναγιώτης Πέτρου του Δημητρίου. 87 ετών, απεβίωσε 7 Δεκεμβρίου 2023.


Έθιμα της Πρωτοχρονιάς στο Βαλτινό. Του Ευαγγέλου Σ. Στάθη

 

Την παραμονή, αργά τη νύχτα ως τα μεσάνυχτα, γυναίκες, κυρίως νεαρές, πήγαιναν στ’ αρτεσιανό, το άλειφαν με λίπα και έλεγαν: «όπως τρέχει το νερό, έτσι να τρέχει και το βιο». Με αυτόν τον τρόπο εξιλέωναν ή εξόρκιζαν κάποια πνεύματα που είχαν σχέση με το νερό.

Τα χαράματα της Πρωτοχρονιάς τα ταράζουν οι δυνατές φωνές των παιδιών που ανακατεύονται με τα γαυγίσματα των σκυλιών και τα κουδούνια. Πολλά κουδούνια: πίπες και κυπριά και κουδουνάκια και τσιουκάνια.

«Άγιους Βασίλης έρχιτι Γινάρης ξημερώνει».

Θέλεις δεν θέλεις ξυπνάς, δεν γκρινιάζεις όμως, ίσα-ίσα που σ’ αρέσει κιόλας. Ορισμένα παιδιά έρχονται πολύ νύχτα, σχεδόν στις 2,  στις 3. Έβαλαν συνεργιά με άλλες παρέες ποιος θα σηκωνόταν πρώτος. Ύστερα, μπορεί και να μπέρδεψαν την ώρα. Δεν ξύπνησαν με το ρολόι, αλλά με άλλα σημάδια: κόκορα, φεγγάρι, αστέρια. Μετά από λίγο πάλι. Η πόρτα ανοιγόκλεινε συνεχώς απ’ τα παιδάκια που πηγαινοέρχονταν, συνεχίζοντας το τραγούδι από το προηγούμενο σπίτι. Κι αυτό γίνεται μέχρι το πρωί μέχρι να περάσουν όλα τα παιδιά απ’ όλους τους μαχαλάδες. Το πρωί βέβαια είναι και η ώρα των μικρότερων.

Η βασιλόπιτα, η πίτα που καθιερώθηκε να κόβεται σε όλα τα πρωτοχρονιάτικα τραπέζια, είχε ξεχωριστή σημασία για το λαό. Γι αυτό η πίτα αυτή γίνεται με πολύ φροντίδα και τελετουργία. Πρόκειται για μια πίτα που γίνεται με πέτουρα (φύλλα), με κρέας χοιρινό από ένα συγκεκριμένο μέρος του σφαχτού που λέγεται αετός και με τραχανά γλυκό. Το αλεύρι για την πίτα κοσκινιζόταν με την καλή τη σίτα, να γίνουν καλά τα πέτουρα. Κοσκινιζόταν με πολύ διάθεση, προσοχή, με μεράκι και με ιεροτελεστία γενικώς. Μέσα στην πίτα βάζανε τα εξής: κομμάτια από κλήμα, 2- 3 σπυριά καλαμπόκι ή σιτάρι, ένα κομμάτι άχυρο, λίγο μαλλί πρόβειο και φυσικά το νόμισμα: φράγκο, δίφραγκο ή το πολύ τάληρο. Η πίτα ψήνονταν στη γάστρα μέχρι να ροδοκοκκινίσει.

«Απολώντα η εκκλησιά» και λίγο ακόμα, πάντως πριν το καθημερινό «γιόμα», κάθονταν όλοι σταυροπόδι γύρω από την τάβλα, πάνω στην οποία έβαζαν ολόκληρο το ταψί με την πίτα. Ο αρχηγός της οικογένειας -ο πατέρας συνήθως- την έφερνε κάνα δυο στροφές και τη σταύρωνε από πάνω της στον αέρα, χωρίς δηλαδή να την κόψει. Στον καθένα, όπως κάθονταν, αντιστοιχούσε και ένα μέρος της πίτας, ένα «κομμάτι», όπως συνηθίζεται. Κι αρχίζουν και τρώνε όλοι. Όλοι είναι «τυχεροί»: ο πιο τυχερός, βέβαια απ’ όλους ήταν όποιος έβρισκε το φλουρί. Αυτός σ’ όλη του τη ζωή θα «έπιανε» λεφτά στα χέρια. Όποιος έβρισκε το κλήμα θα γινόταν αμπελουργός, όποιος το μαλλί, κτηνοτρόφος, όποιος το άχυρο ή τα σπυριά καλαμπόκι ή σιτάρι, θα γινόταν γεωργός.

Ένα άλλο έθιμο της πρωτοχρονιάς ήταν το «αμίλητο» νερό, στο οποίο οι παλιοί έδιναν μαγικές και θαυμαστές ιδιότητες. Πρωί πρωί ένα μέλος της οικογένειας έφερνε μέσα στο σπίτι νερό, το οποίο το κουβαλούσε από το αρτεσιανό, χωρίς να βγάλει μιλιά απ’ το στόμα. Το ράντιζε στο σπίτι και έλεγε: «όπως τρέχει το νερό, να τρέχουν κι όλα τα καλά στο σπίτι».

Εκτός από τη βασιλόπιτα έφτιαχναν και τη βασιλόκλουρα. Ήταν ένα ψωμί ζυμωμένο σε μπουγάτσα. Ήταν ανάγλυφη από διάφορα σχέδια και σχήματα, με τα οποία στόλιζαν και κεντούσαν την επιφάνεια της. Με τα στολίδια αυτά και τα κεντίδια σχημάτιζαν διάφορες παραστάσεις που η καθεμιά συμβόλιζε κάτι: γεωργό με το ζευγάρι και το αλεύρι, τζιομπάνο με πρόβατα και αρνάκια, θημωνιά, νοικοκυρά με κότες, κλωνάρι κληματαριάς με σταφύλια, σταυρό, λαμπρό αστέρι και τέτοια. Όλα αυτά τα σχήματα γίνονταν από ζυμάρι. Με μικρότερα και μεγαλύτερα «ζκρουβάλια» (βώλοι), με λουρίδες και γαϊτάνια ζυμαριού έφτιαχναν αυτά που ήθελαν. Ύστερα στις ελεύθερες επιφάνειες της κλούρας κεντούσαν διάφορα σχέδια με το ψαλίδι, με το πιρούνι και το μαχαίρι. Χρειάζεται πολύ υπομονή, πείρα και δεξιοτεχνία να γίνει μια όμορφη βασιλόκλουρα. «Άλλη βασιλόκλουρα έφκιαναν οι χρυσοχέρες κι άλλη οι ξεροχέρες».

Τον καιρό που η κτηνοτροφία βρισκόταν σε ακμή κι όταν τα ποικίλα έθιμα των ημερών αυτών δεν είχαν ατονήσει, η πρωτοχρονιά για το μαντρί και το σταύλο είχε ένα ξεχωριστό χαρακτήρα. Έτσι τη βασιλόκλουρα, «ξημερώνοντα Βασιλιού» την έκοβε ο νοικοκύρης πάνω στα κέρατα ή στη ράχη του βοδιού ή του αλόγου ή του προβάτου. Την έκοβε σε 4 κομμάτια, όπως τη χάραζε με το μαχαίρι στο σχήμα του σταυρού. Ύστερα έδινε από ένα κομμάτι σε κάθε ζώο. Πίστευαν ότι τη νύχτα αυτή θα περάσει ο Άη - Βασίλης να τα ρωτήσει αν τα φροντίζει το αφεντικό τους. Πετούσαν τη στάχτη από τον μπουχαρή στον κήπο. Με την πράξη αυτή πίστευαν ότι θα εξασφάλιζαν την καθαριότητα, τη χαρά και την ευτυχία για όλο το σπίτι ολόκληρο το χρόνο.

επικοινωνιστε μαζι μας