Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Έγινε από τον Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Η απονομή του “Βραβείου Φιλίας Τρικάλων” στην μοναχή Θεοτέκνη Αγιοστεφανίτισσα

 

Η επίδοση του Διπλώματος με το «Βραβείο Φιλίας Τρικάλων» στην μοναχή Θεοτέκνη από τον πρόεδρο του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Θεόδωρο Νημά.

Το περασμένο Σάββατο και ώρα 5 μ.μ., στην Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου Αγίων Μετεώρων, σε μια λιτή τελετή, έγινε από τον Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων η απονομή του Βραβείου Φιλίας Τρικάλων 2024 στην «οσιολογιωτάτη και ελλογιμωτάτη Μοναχή ΘΕΟΤΕΚΝΗ ΑΓΙΟΣΤΕΦΑΝΙΤΙΣΣΑ, η οποία με το σπουδαίο συγγραφικό της έργο συνέβαλε στην ανάδειξη της Ιστορίας των Μονών των Μετεώρων, καθώς και της πολυσχιδούς και διαχρονικής προσφοράς τους στο Έθνος».

Στην αρχή η καθηγουμένη της Ιεράς Μονής του Αγίου Στεφάνου Χριστονύμφη καλωσόρισε και ευχαρίστησε τον πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ. του Φιλολογικού, Ιστορικού, Λογοτεχνικού Συνδέσμου για την απόφαση να τιμήσουν την μοναχή Θεοτέκνη. Κατόπιν ο πρόεδρος του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. κ. Θεόδωρος Νημάς, αφού αναφέρθηκε με συντομία στο πλούσιο και σπουδαίο συγγραφικό έργο της τιμωμένης μοναχής Θεοτέκνης καθώς και στην συμβολή των μονών των Μετεώρων στην ενίσχυση της ελληνικής παιδείας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, της επέδωσε το Δίπλωμα του «Βραβείου Φιλίας Τρικάλων».

Εν συνεχεία ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης Σταγών και Μετεώρων κ. Θεόκλητος, αφού εξήρε δι’ ολίγων το έργο της μοναχής Θεοτέκνης, της επέδωσε το ειδικό μετάλλιο του «Βραβείου Φιλίας  Τρικάλων».

Η λιτή τελετή έκλεισε με ομιλία της τιμωμένης μοναχής Θεοτέκνης, η οποία, αφού ευχαρίστησε τον Φ.Ι.ΛΟ.Σ. για την βράβευσή της, αναφέρθηκε στην 50ετή διακονία της στην Ιερά Μονή του Αγίου Στεφάνου Αγίων Μετεώρων.

Το επιδοθέν Δίπλωμα του «Βραβείου Φιλίας Τρικάλων».

Η επίδοση του ειδικού μεταλλίου του «Βραβείου Φιλίας Τρικάλων» στην μοναχή Θεοτέκνη από τον σεβασμιώτατο μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων κ. Θεόκλητο.

Το επιδοθέν Μετάλλιο του «Βραβείου Φιλίας Τρικάλων».

. Η έκθεση των βιβλίων που συνέγραψε η βραβευθείσα μοναχή Θεοτέκνη.

Αναμνηστική φωτογραφία από την τελετή απονομής του «Βραβείου Φιλίας Τρικάλων». Εικονίζονται από αριστερά: ο αντιπρόεδρος του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Δ. Σούλας,  η ειδ. γραμματέας του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Ελ. Τζαβέλλα, η  καθηγουμένη της Ι. Μονής Αγ. Στεφάνου Χριστονύμφη, η βοηθός της Συγγραφέως μοναχή Αγάθη, η βραβευθείσα μοναχή Θεοτέκνη, ο μητροπολίτης Σταγών & Μετεώρων κ. Θεόκλητος,  ο πρόεδρος του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Θεόδ. Νημάς, η ταμίας του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Παρ. Λάππα-Πουλιανίτη, ο εκπρόσωπος του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. στην Καλαμπάκα Αχ. Σιάχος και το μέλος της Εξελ. Επιτροπής του Φ.Ι.ΛΟ.Σ.  Ι. Καρασιώτος. 


Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Η μνήμη που σφάζεται για να σωθεί

 

Στο Βαλτινό, ο χειμώνας δεν έρχεται μόνο με το κρύο και τη σιωπή των χωραφιών. Έρχεται και με μνήμες που αντέχουν, με ήχους και μυρωδιές που αρνούνται να σβήσουν. Η γουρουνοσφαγή, παλιό εορταστικό έθιμο του χωριού, δεν είναι απλώς μια πράξη επιβίωσης του παρελθόντος, είναι ένας τρόπος να θυμάται η κοινότητα ποια είναι.

Όταν ο Πέτρος Σταμούλης κι η παρέα του έσφαξαν τα γουρούνια τους με την παραδοσιακή διαδικασία, δεν επανέλαβαν μηχανικά μια συνήθεια. Άνοιξαν ένα πέρασμα στον χρόνο. Με τα ίδια εργαλεία, τις ίδιες κινήσεις, με την ίδια σχεδόν ιεροτελεστική σοβαρότητα, ανακάλεσαν έναν κόσμο όπου το έθιμο δεν ήταν φολκλόρ, αλλά ανάγκη, συνεργασία και γιορτή μαζί. Γύρω από τη γουρουνοσφαγή συγκεντρώνονταν οι άνθρωποι, μοιράζονταν τον κόπο, το κρέας, το κρασί και τον λόγο. Ήταν μια μικρή κοινωνία σε λειτουργία.

Η αντοχή τέτοιων εθίμων δεν οφείλεται στην πεισματική προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά στη βαθιά τους ρίζα. Η γουρουνοσφαγή κουβαλά μια κοσμοθεωρία, τον σεβασμό στον κύκλο της ζωής, την αυτάρκεια, τη συλλογικότητα. Σε μια εποχή που η τροφή αποσπάται από την ιστορία της και ο άνθρωπος από την κοινότητά του, το έθιμο στέκει ως σιωπηλή υπενθύμιση ότι κάποτε γνωρίζαμε από πού ερχόμαστε και πώς επιβιώνουμε μαζί.

Το γεγονός ότι το έθιμο αναβιώνει σήμερα, όχι ως θέαμα αλλά ως βιωμένη πράξη, δείχνει πως το Βαλτινό δεν έχει κόψει τον ομφάλιο λώρο με τη μνήμη του. Η πράξη του Πέτρου Σταμούλη και της παρέας του λειτουργεί σαν μια μικρή αντίσταση στη λήθη. Δεν πρόκειται για νοσταλγία, αλλά για συνέχεια. Για τη συνειδητή επιλογή να διατηρηθεί κάτι που δίνει νόημα στον χρόνο και βάθος στην καθημερινότητα.

Έτσι, η γουρουνοσφαγή στο Βαλτινό εκτός από ένα εορταστικό έθιμο που άντεξε, είναι και μια υπενθύμιση ότι η παράδοση ζει όσο υπάρχουν άνθρωποι που τη σηκώνουν στους ώμους τους, όχι σαν βάρος, αλλά σαν πολύτιμο φορτίο μνήμης και ταυτότητας.


Ανασκόπηση της χρονιάς - Του Προέδρου Τ.Κ. Βαλτινού Βάιου Τσιγάρα

 

Στο πλαίσιο της δημόσιας λογοδοσίας και της ουσιαστικής ενημέρωσης των πολιτών, ο Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας Βαλτινού, κ. Βάιος Τσιγάρας, παρουσιάζει την ανασκόπηση της χρονιάς που πέρασε.
Έναν απολογισμό έργων, παρεμβάσεων και δράσεων που αποτυπώνουν την καθημερινή προσπάθεια για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, με σεβασμό στο περιβάλλον, την ιστορία και τον άνθρωπο. Ένα κείμενο που καταγράφει όσα έγιναν -και όσα απομένουν να γίνουν- με οδηγό τη συνεργασία και τη συλλογική ευθύνη.

Το κείμενο της δημόσιας λογοδοσίας έχει ως εξής: 

Ήταν μια χρονιά δουλειάς, συνεργασίας και ουσιαστικών παρεμβάσεων για το χωριό μας. Με μικρά και μεγάλα έργα, με σεβασμό στο περιβάλλον, στην ιστορία και στους ανθρώπους του Βαλτινού, καταφέραμε να βελτιώσουμε την εικόνα και την καθημερινότητά μας.

Υποδομές – Καθημερινότητα

Πραγματοποιήθηκε καθαρισμός κεντρικών φρεατίων, καναλιών και ρεμάτων. Έγιναν αποκαταστάσεις σε χαλασμένα οδοστρώματα και ευπρεπισμοί που είχαν να γίνουν εδώ και χρόνια.
Στα σχολεία του χωριού πραγματοποιήθηκαν παρεμβάσεις με γνώμονα την ασφάλεια και την καθημερινότητα των παιδιών μας. Κλαδεύτηκαν δέντρα που ακουμπούσαν σε καλώδια της ΔΕΗ, εξασφαλίζοντας την ασφάλεια μαθητών και προσωπικού, ενώ τοποθετήθηκαν παγκάκια για την καλύτερη εξυπηρέτηση των παιδιών.

Περιβάλλον – Δημόσιος χώρος

Καθαρίστηκε και έκλεισε οριστικά η μεγάλη παράνομη χωματερή στην είσοδο του χωριού. Ξεκίνησε ο καθαρισμός του χώρου μετά το νεκροταφείο, με στόχο τη μελλοντική αναδιάπλαση του συγκεκριμένου δάσους.
Τοποθετήθηκαν τέσσερις (4) νέοι μέλιγοι στον χώρο της Παναγίας, ενώ σύντομα θα προστεθούν και άλλοι. Παραδόθηκαν δέκα (10) ξύλινοι τραπεζόπαγκοι, κατασκευασμένοι από ξύλα της Παναγίας, ως ανταποδοτικό έργο για το χωριό, τους χωριανούς και τους επισκέπτες.
Υλοποιήθηκε η καμπάνια «Σεβάσου το δάσος – Ρίξε τα σκουπίδια στον κάδο», με προειδοποιητικές πινακίδες που μείωσαν εμφανώς το πρόβλημα της ρύπανσης.

Πολιτισμός – Ιστορία

Πραγματοποιήθηκε βάψιμο και καθαρισμός του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη. Παράλληλα, βάφτηκαν τα πέντε (5) κεντρικά ΚΑΦΑΟ, βελτιώνοντας αισθητικά την εικόνα του χωριού.

Εκδηλώσεις – Ζωή στο χωριό

Το χωριό «βούλιαξε» από κόσμο με την παράσταση θεάτρου σκιών Καραγκιόζη, με συμμετοχή που άγγιξε τα 100 παιδιά. Με ιδιαίτερη επιτυχία πραγματοποιήθηκε το 1ο Τουρνουά «Γιώργος Τσιγάρας», με πλήθος κόσμου να κατακλύζει το γήπεδο.
Μεγάλη επιτυχία σημείωσε το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου, με τη σημαντική συμβολή εθελοντών που καθάρισαν το δασάκι για να υποδεχτεί τον κόσμο. Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν και η μεγαλοπρεπής τιμητική εκδήλωση για τον πάτερ Κωνσταντίνο Ζαχαράκη, ο οποίος υπηρέτησε το Βαλτινό για 48 ολόκληρα χρόνια.

Κοινωνική μέριμνα

Επιτεύχθηκε παράταση στη διακοπή υδροδότησης για χωριανούς με οφειλές, δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο ώστε να μπορέσουν να τακτοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους.

Ψηφιακές & τεχνολογικές παρεμβάσεις

Τοποθετήθηκε κάμερα ζωντανής μετάδοσης (live), ώστε να μπορεί ο καθένας — και ιδιαίτερα οι απόδημοι — να βλέπει το χωριό μας. Εγκαταστάθηκε μετεωρολογικός σταθμός για τη συλλογή πολύτιμων δεδομένων και την καλύτερη αντιμετώπιση έκτακτων καιρικών φαινομένων.
Μετά από πολλές προσπάθειες, επιτεύχθηκε η μετάπτωση στο πρόγραμμα «Σύζευξις ΙΙ» στο Δημαρχείο Βαλτινού και αναβαθμίστηκε η ταχύτητα διαδικτύου από 0,37 Mbps σε 9 Mbps, για άμεση και ποιοτικότερη εξυπηρέτηση των πολιτών.

Φωτισμός – Ασφάλεια

Τοποθετήθηκαν νέες κολώνες ηλεκτροφωτισμού σε κατοικίες που δεν διέθεταν, ενώ αναμένονται και άλλες σύντομα. Φωτίστηκε η πολύπαθη διασταύρωση προς Διαλεκτό με σύγχρονα φωτοβολταϊκά φωτιστικά, αλλάζοντας πλήρως την εικόνα της εισόδου του χωριού, χωρίς οικονομική επιβάρυνση των κατοίκων.

Για όλα τα παραπάνω, θα ήθελα να ευχαριστήσω:
την Περιφέρεια και ιδιαίτερα την Αντιπεριφερειάρχη κα Χρύσα Ντιντή, που είναι πάντα δίπλα μας,
τον Δήμο και τους Αντιδημάρχους για τη συνεργασία και τη στήριξη,
τους διευθυντές των σχολείων του χωριού μας για την άψογη συνεργασία και το έργο τους προς όφελος των παιδιών μας,
τους υπαλλήλους όλων των συνεργείων και υπηρεσιών,
τους εθελοντές και όλους τους χωριανούς που στηρίζουν έμπρακτα το Βαλτινό.

Κλείνοντας, θέλω να τονίσω πως, πέρα από τα θετικά, υπήρξαν και αστοχίες ή παραλείψεις. Αυτό είναι αναπόφευκτο όταν υπάρχει καθημερινή προσπάθεια. Εδώ είναι που χρειαζόμαστε τη συνδρομή όλων, με ενημέρωση, προτάσεις και παρατηρήσεις, ώστε να παρεμβαίνουμε έγκαιρα και να βελτιωνόμαστε συνεχώς.
Το 2025 απέδειξε ότι με δουλειά, επιμονή και συνεργασία, ακόμη και ένα μικρό χωριό μπορεί να προχωρά μπροστά. Με αισιοδοξία, ευχόμαστε το 2026 να είναι ακόμη πιο δημιουργικό.
Πληροφοριακά, από την αρχή της θητείας μου έχουν κοπεί 15 δέντρα, έχουν φυτευτεί 6 νέα, και δεσμεύομαι ότι στο άμεσο μέλλον θα φυτευτούν υπερδιπλάσια, στα ίδια σημεία.

Συνεχίζουμε…

 


Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Γιορτές γύρω από την τάβλα (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς μαζευόμασταν γύρω από την τάβλα. Ο πατέρας σταύρωνε τη βασιλόπιτα, έλεγε τις ευχές του και άρχιζε να την κόβει. Το χέρι του, όμως, πήγαινε πάντα στο ίδιο σημείο. Ήξερε πού ήταν το δίφραγκο. Εγώ κι ο αδερφός μου μαλώναμε ποιος θα το κερδίσει, γινόταν χαμός κάθε φορά. Κι έτσι, σχεδόν πάντα, το φλουρί κατέληγε στους γονείς.

Ο πατέρας ποτέ δεν παραδέχτηκε πως ήξερε το μυστικό. Εγώ όμως είχα προσέξει το ταψί: απ’ έξω είχε ένα μικρό βαθούλωμα. Εκεί ακριβώς έβαζε η μάνα το δίφραγκο. Παρ’ όλα αυτά, μάθαμε να χάνουμε, να δεχόμαστε την τύχη μας χωρίς φασαρίες και κλάματα. Κι όμως, κάθε χρόνο ελπίζαμε. «Φέτος μπορεί να το πετύχουμε», λέγαμε. Κι αν όχι, «του χρόνου».

Την ημέρα των Φώτων η μάνα έφτιαχνε μικρές κουλουρίτσες, στρογγυλές σαν τα κουλούρια της Θεσσαλονίκης. Περίμενε τον παπά Χρήστο να περάσει για τον αγιασμό, να του τις δώσει με ευλάβεια και χαμόγελο.

Τις Απόκριες το σπίτι μοσχοβολούσε. Γαλακτομπούρεκο, κανταΐφι, κουραμπιέδες, όλα φτιαγμένα από τα χέρια της μάνας. Ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά του κουραμπιέ, τη γεύση του. Αγόραζε και χαλβά με σουσάμι και γάλα, σκληρό μα νοστιμότατο.

Το μεγάλο γλέντι άρχιζε την Κυριακή των Απόκριων. Μασκαράδες μικροί και μεγάλοι ξεχύνονταν στον δρόμο του χωριού, με γέλια, πειράγματα και τραγούδια. Γύριζαν από πόρτα σε πόρτα ως αργά το βράδυ. Στολές δεν υπήρχαν, μόνο αυτοσχέδιες μεταμφιέσεις από παλιά ρούχα. Ντύνονταν γέροι, γριές, γυναίκες. Έπαιρναν την τσίπα, το μαύρο μαντήλι της γιαγιάς, και το φορούσαν στο πρόσωπο για μάσκα.

Οι νοικοκυρές τους καλοδέχονταν με χαρά.
«Καλός τους! Περάστε μέσα, μην ξεπαγιάσετε. Τι θα κεράσουμε; Γλυκό, τσίπουρο ή λικέρ;»
Προσπαθούσαν να τους τραβήξουν το μαντήλι, μα δύσκολα τα κατάφερναν. Ήρθαν και στο σπίτι μας. Η μάνα άνοιξε διάπλατα την πόρτα, τους έβαλε να καθίσουν, τους κέρασε απ’ όλα.
«Εσύ ποιος είσαι, ρε; Ούι, δεν δίνεις ντιπ γνώρου!» έλεγε γελώντας.
Στο τέλος, όμως, αποκάλυπταν το πρόσωπό τους.

Εκείνη τη χρονιά είχε πολύ χιόνι. Κι όμως, οι μασκαράδες συνέχιζαν το κέφι τους μέσα στο άσπρο τοπίο.

Ακόμα κι όταν το χιόνι σκέπαζε τα πάντα, το κέφι δεν σταματούσε. Οι φωνές αντηχούσαν στα σοκάκια, κι η χαρά περνούσε από σπίτι σε σπίτι.

Τι όμορφα χρόνια! Τι αγνοί άνθρωποι! Οι πόρτες ανοιχτές για όλους, χωρίς φόβο, χωρίς δικαιολογίες.

Τώρα όλα αυτά χάθηκαν. Τα καλύτερά μας χρόνια δεν ξαναγυρίζουν. Εμείς, η ξυπόλητη γενιά, κάναμε φίλο το διαδίκτυο και χάσαμε τους αληθινούς φίλους μας. Κοιτάξαμε να περάσουμε καλά, να φτιάξουμε χρήματα, κι έτσι, κοιτώντας το δέντρο, χάσαμε το δάσος.

Κι έτσι έμεναν οι γιορτές εκείνες στη μνήμη μας: με απλά φαγητά, ανοιχτές πόρτες και ανθρώπους κοντά ο ένας στον άλλον. Σαν ένα ζεστό φως που, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, συνεχίζει να μας συντροφεύει.


Γέφυρα Χρόνου πάνω από το Βαλτινό

 

Στην ανατολή του νέου έτους, το ουράνιο τόξο στάθηκε πάνω από το Βαλτινό και η Μαρία – Χριστίνα Βότσιου το κατάγραψε με το φακό της. Δεν έσκισε τον ουρανό, τον ένωσε. Τα χρώματά του δεν φώναζαν, συνομιλούσαν χαμηλόφωνα με το γκρίζο του χειμώνα, με τα χωράφια που ακόμη κοιμούνται, με τα σπίτια που κρατούν μέσα τους τη μνήμη των ανθρώπων.

Το ουράνιο τόξο δεν εμφανίστηκε μετά την καταιγίδα, αλλά μαζί της. Κι αυτό ίσως είναι το πιο βαθύ του μήνυμα, ότι η ελπίδα δεν έρχεται όταν όλα έχουν τελειώσει, αλλά όταν ακόμη συνυπάρχουν το φως και η υγρασία, η υπόσχεση και το βάρος. Στο Βαλτινό, τόπο γης και μόχθου, όπου ο χρόνος μετριέται με εποχές και όχι με ημερολόγια, το ουράνιο τόξο δεν είναι σύμβολο φυγής αλλά συμφιλίωσης, του ουρανού με τη γη, του παλιού με το καινούργιο.

Η ανατολή του νέου έτους το βρήκε εκεί, σαν γέφυρα χωρίς προορισμό, παρά μόνο πέρασμα. Δεν οδηγούσε κάπου αλλού, μας καλούσε να σταθούμε. Να θυμηθούμε ότι κάθε αρχή είναι συνέχεια μεταμορφωμένη. Ότι τα χρώματα δεν ακυρώνουν το σκοτάδι, αλλά το διαπερνούν. Ότι ο χρόνος δεν αλλάζει απότομα, αλλάζει όταν τον κοιτάζουμε αλλιώς.

Ίσως, τελικά, το ουράνιο τόξο πάνω από το Βαλτινό να μην ήταν μήνυμα για το μέλλον, αλλά μια υπενθύμιση για το παρόν, πως ακόμη κι εδώ, ακόμη έτσι, ακόμη τώρα, ο κόσμος βρίσκει τρόπους να μιλά με ομορφιά, αρκεί να σηκώσουμε το βλέμμα.


Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Βεντούζες. Να τραβήξουμε το κρύο

 

Το δωμάτιο μύριζε οινόπνευμα πριν ακόμη ανάψει η φωτιά. Ήταν εκείνη η γνώριμη μυρωδιά που προμήνυε πως κάτι θα γινόταν, μα όχι βιαστικά, όχι πρόχειρα, αλλά με τρόπο δοκιμασμένο. Ο άρρωστος ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα στο κρεβάτι, με το κεφάλι γυρισμένο στο πλάι, μισοκλείνοντας τα μάτια. Δεν μιλούσε. Ήξερε τη διαδικασία. Την είχε ξαναζήσει.

Η γυναίκα στεκόταν από πάνω του με ήρεμες κινήσεις. Πήρε το πιρούνι, τυλιγμένο σφιχτά με βαμβάκι, το βούτηξε στο οινόπνευμα και το άναψε. Η φλόγα τρεμόπαιξε για μια στιγμή, μικρή και πειθαρχημένη, σαν να ήξερε κι αυτή τι έπρεπε να κάνει. Το πέρασε γρήγορα στο στόμιο του γυάλινου ποτηριού και, χωρίς δισταγμό, το κόλλησε στην πλάτη του αρρώστου. Ένα ελαφρύ τράβηγμα, ένα ανεπαίσθητο ρίγος και μετά σιωπή.

«Να τραβήξει το κρύο», είπε χαμηλόφωνα, περισσότερο σαν επιβεβαίωση παρά σαν εξήγηση.

Το ένα ποτήρι ακολούθησε το άλλο. Πέντε, έξι συνολικά, απλωμένα σε όλη την πλάτη, σαν μικρά διάφανα σημάδια φροντίδας. Η γυναίκα δούλευε αργά, με ρυθμό σταθερό, σχεδόν τελετουργικό. Δεν υπήρχαν ρολόγια, ούτε οδηγίες γραμμένες σε χαρτί. Υπήρχε μόνο η γνώση που περνούσε από χέρια σε χέρια, από γενιά σε γενιά, χωρίς να χρειάζεται απόδειξη.

Ο άρρωστος άφησε την αναπνοή του να βαραίνει. Το σώμα του ζεσταινόταν σιγά σιγά και, μαζί με τη ζέστη, κάτι χαλάρωνε μέσα του. Ίσως ήταν το στήθος που άνοιγε λίγο περισσότερο, ίσως ο πόνος που υποχωρούσε, ίσως απλώς η σιγουριά πως κάποιος είχε αναλάβει το βάρος του.

Λέγανε πως οι βεντούζες είχαν αποτέλεσμα. Και πράγματι, όταν τελείωνε η διαδικασία και τα ποτήρια αφαιρούνταν ένα ένα, ο άρρωστος ένιωθε πιο ελαφρύς. Όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στην ψυχή. Γιατί εκείνη την ώρα, μέσα στο απλό δωμάτιο, η αρρώστια δεν ήταν κάτι απρόσωπο. Είχε όνομα, είχε τρόπο, και κυρίως είχε απέναντί της μια ανθρώπινη παρουσία.

Και ίσως αυτό να ήταν το μεγαλύτερο γιατρικό απ’ όλα.


Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Για εκείνους που θα έρθουν»: ο Καποδίστριας ως τραγικό όραμα

 Του Δημήτρη Τσιγάρα

Ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή δεν επιχειρεί απλώς την αναπαράσταση μιας ιστορικής μορφής, αλλά τη σκιαγράφηση ενός τραγικού πολιτικού οράματος. Η ταινία αναδεικνύει μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, όχι ως αμιγώς ηρωικό πρόσωπο, αλλά ως φορέα μιας ανεκπλήρωτης αποστολής.

Η κριτική μου ματιά εστιάζει στη σκηνή της παράδοσης του φακέλου στον υπασπιστή και στη φράση «γι’ αυτούς που θα έρθουν και θα θελήσουν», η οποία λειτουργεί ως συμπυκνωμένος κινηματογραφικός υπαινιγμός της τραγικής συνείδησης ενός ανθρώπου που θέλησε να συγκροτήσει την Ελλάδα ως κράτος, αλλά δεν πρόλαβε - ή δεν του επετράπη - να ολοκληρώσει το έργο του.

Η φράση του Ιωάννη Καποδίστρια στην ταινία -«να τον παραδώσεις σ’ αυτούς που θα έρθουν και θα θελήσουν»- λειτουργεί ως πυκνός φιλοσοφικός πυρήνας, γύρω από τον οποίο οργανώνεται όχι μόνο η δραματουργία της συγκεκριμένης σκηνής, αλλά και ολόκληρη η στοχαστική πρόταση της ταινίας. Δεν πρόκειται απλώς για τα λόγια ενός ανθρώπου που προαισθάνεται τον θάνατό του, είναι η παρακαταθήκη ενός πολιτικού που αντιλαμβάνεται ότι η Ιστορία δεν ολοκληρώνεται με τη βιολογική παρουσία εκείνων που τη θεμελιώνουν.

Ο Σμαραγδής κινηματογραφεί τον Καποδίστρια ως τραγική μορφή, όχι ως ήρωα με την κλασική έννοια της νίκης, αλλά ως ήρωα της ήττας, η οποία μετασχηματίζεται σε ηθική υπεροχή. Η επίγνωση της επικείμενης δολοφονίας δεν τον οδηγεί σε πικρία ή καταγγελία, αλλά σε μια πράξη βαθιάς πολιτικής ταπεινότητας. Ο φάκελος δεν παραδίδεται στους ισχυρούς του παρόντος, αλλά σε εκείνους που «θα θελήσουν» στο μέλλον. Η λέξη «θελήσουν» είναι καθοριστική, δεν αναφέρεται στη δύναμη ούτε στη γνώση, αλλά στη βούληση. Η Ελλάδα, υπονοεί ο Καποδίστριας της ταινίας, δεν απέτυχε επειδή δεν διέθετε ανθρώπους, αλλά επειδή δεν είχε ακόμη τη συλλογική θέληση να γίνει κράτος.

Σε αυτό το σημείο η ταινία υπερβαίνει την ιστορική αναπαράσταση και εισέρχεται στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας. Ο Καποδίστριας δεν παρουσιάζεται ως σωτήρας που απλώς προδόθηκε από τους προύχοντες, αλλά ως φορέας μιας πρόωρης συνείδησης. Επιχείρησε να οικοδομήσει ένα κράτος δικαίου πάνω σε μια κοινωνία εθισμένη στην προσωποπαγή εξουσία, στο τοπικό συμφέρον και στην ιδέα της ελευθερίας χωρίς ευθύνη. Η αποτυχία του, έτσι, δεν είναι μόνο ιστορική, είναι υπαρξιακή. Η Ελλάδα, όπως την οραματίστηκε, δεν υπήρχε ακόμη.

Ο Σμαραγδής, πιστός στο ποιητικό και συμβολικό του ύφος, χρησιμοποιεί τη σκηνή αυτή ως γέφυρα ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Ο φάκελος μετατρέπεται σε σύμβολο ανολοκλήρωτου σχεδίου, αλλά και διαρκούς πρόσκλησης. Δεν περιέχει απλώς έγγραφα ή ιδέες, εμπεριέχει ένα ερώτημα: «Θέλουμε;». Και το ερώτημα αυτό δεν απευθύνεται μόνο στους χαρακτήρες της ταινίας, αλλά στους θεατές, στους πολίτες κάθε εποχής.

Η στοχαστική δύναμη της ταινίας έγκειται ακριβώς εδώ: δεν εξιδανικεύει τον Καποδίστρια ως άμεμπτο άγιο της πολιτικής, αλλά τον αναδεικνύει ως καθρέφτη των ορίων μας. Εκείνος «θέλησε να φτιάξει την Ελλάδα», αλλά η Ελλάδα δεν θέλησε ακόμη να φτιαχτεί. Έτσι, ο θάνατός του δεν αποτελεί μόνο πολιτική δολοφονία, συνιστά ρήξη ανάμεσα στο όραμα και στην κοινωνική ωριμότητα.

Η τελευταία αυτή παρακαταθήκη, δοσμένη αθόρυβα στον υπασπιστή, μοιάζει με ψίθυρο μέσα στον χρόνο. Δεν καταγγέλλει, δεν εκδικείται, δεν επιβάλλεται. Περιμένει. Και η ταινία, μέσα από αυτή τη σιωπηλή αναμονή, θέτει το πιο ανήσυχο ερώτημα της νεοελληνικής ιστορίας: μήπως ο φάκελος παραμένει ακόμη ανοιχτός, επειδή εκείνοι που «θα θελήσουν» δεν έχουν έρθει ακόμη;


ΣΠΑΤΑΛΟ ΦΩΣ

 

Το δυναμικό φως που έρχεται φυσικό ή τεχνητό να διαλύσει τα σκοτάδια της ψυχής μας αποτυγχάνει διαρκώς, όταν η ψυχή μας έχει αποθέματα σκοταδιού και θλίψης. Το φως διαχέεται σπάταλο χωρίς να βρίσκει τον στόχο του. Αχ ψυχή, ψυχή μας, πού κρύβεσαι και κρύβεις τα ερέβη σου, πες μου πώς να σε ξαλαφρώσω έστω και μέσα στο μισοσκόταδο, εκεί όπου το φως μαραζώνει δειλό στη γωνιά του. Ας είναι καλή η νέα μας χρονιά, όσο το μπορέσει. 

Του Ηλία Κεφάλα


Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Η Πρωτοχρονιά στο Βαλτινό

 

Η Πρωτοχρονιά στο Βαλτινό μπήκε αθόρυβα, σαν πάχνη που απλώθηκε τη νύχτα πάνω στα χωράφια και στα χαμηλά μας σπίτια, χωρίς να τη δούμε, αλλά τη νιώσαμε το πρωί. Ο χρόνος άλλαξε, μα το χωριό στάθηκε ακόμα μια φορά όρθιο μέσα στον χειμώνα, κι εμείς μαζί του.

Ο Ιανουάριος είναι μήνας λιτός για μας. Τα χρώματα λιγοστά, οι κινήσεις μετρημένες, οι κουβέντες πιο βαριές, σαν να κουβαλούν το βάρος όσων περάσαμε. Τα πρωινά καπνίζουν οι καμινάδες και οι δρόμοι κρατούν ακόμη τα ίχνη από παλιές πατημασιές, ανθρώπινες και ζωικές, για να μας θυμίζουν πως εδώ ο χρόνος δεν τρέχει, αλλά περπατά μαζί μας.

Δεν μιλάμε πολύ για «στόχους» και «αλλαγές». Η Πρωτοχρονιά είναι για μας περισσότερο λογαριασμός παρά υπόσχεση. Κοιτάμε πίσω με τη σιωπή εκείνου που ξέρει πως ό,τι έγινε δεν ξεγίνεται, κι ύστερα μπροστά με τη σοβαρότητα ανθρώπων που γνωρίζουν ότι τίποτα δεν χαρίζεται. Ένας ακόμα χρόνος σημαίνει αντοχή, να κρατήσουμε τα σπίτια μας όρθια, τα χωράφια ζωντανά, τις μνήμες ακέραιες.

Ο Ιανουάριος μας φέρνει πιο κοντά στη φωτιά και μεταξύ μας. Στα χαμηλόφωνα καφενεία, στις κουζίνες με τη μυρωδιά του ξύλου, ο χρόνος παίρνει μορφή αφήγησης. «Θυμάσαι εκείνον τον χειμώνα…» λέμε, και ξαφνικά ο παλιός πόνος, η παλιά χαρά, ο παλιός μόχθος ξαναζούν. Για μας, ο χρόνος δεν είναι ημερολόγιο, είναι ιστορία που περνά από στόμα σε στόμα.

Η Πρωτοχρονιά δεν είναι γιορτή του καινούργιου, αλλά επιβεβαίωση της συνέχειας. Ότι, παρά τις απουσίες, τις φθορές και τις αλλαγές, το χωριό μας ανασαίνει ακόμα. Ότι εμείς, με τα λίγα μας, στεκόμαστε μέσα στον Ιανουάριο σαν δέντρα γυμνά, μα βαθιά ριζωμένα.

Κι ίσως αυτός να είναι ο κρυφός μας στοχασμός για τον μήνα και για την αρχή του χρόνου: πως η αληθινή ανανέωση δεν φαίνεται. Συμβαίνει αθόρυβα, μέσα στην επιμονή να ξημερώσει άλλη μια μέρα, να ανάψει άλλη μια φωτιά, να ειπωθεί άλλη μια ιστορία. Εκεί, στη σιωπηλή αυτή συνέχεια, βρίσκουμε κι εμείς το νόημα του χρόνου.

Από την εφημερίδα μας, ευχές σε όλους για μια ευτυχισμένη χρονιά!


Με αφορμή την αλλαγή του χρόνου

 

Με αφορμή την αλλαγή του χρόνου ακολουθεί ένας προσωποποιημένος λόγος σε μορφή διαδοχικής προσφώνησης, όπου ο παλαιός και ο νέος χρόνος απευθύνονται στον άνθρωπο, ο καθένας υπερασπιζόμενος τα δώρα του. Ο παλαιός χρόνος μιλά από τη θέση της εμπειρίας και της μνήμης, ζητώντας όχι δικαίωση αλλά ευγνωμοσύνη για το βίωμα και τη γνώση που προσφέρθηκαν μέσα από χαρές, δοκιμασίες και απώλειες. Δεν διεκδικεί την παραμονή του, παρά μόνο την αναγνώριση της συμβολής του στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης.

Ο νέος χρόνος, αντίθετα, απευθύνεται στον άνθρωπο από το πεδίο του ενδεχόμενου και της προσδοκίας. Δεν υπόσχεται βεβαιότητες, αλλά ανοίγει χώρο για ελπίδες, επιλογές και πράξεις που μπορούν να μετατρέψουν τη γνώση του παρελθόντος σε υπεύθυνη στάση ζωής. Ανάμεσα στους δύο χρόνους δεν τίθεται δίλημμα, ο άνθρωπος καλείται να σταθεί ως γέφυρα, κρατώντας τη μνήμη ως θεμέλιο και την ελπίδα ως προσανατολισμό.

Ο Παλαιός Χρόνος: Σε σένα μιλώ, άνθρωπε, που στέκεσαι στο κατώφλι και κοιτάς πίσω με αμφιθυμία.
Μη με προσπερνάς βιαστικά. Δεν ήμουν μόνο κόπος και φθορά. Υπήρξα το πεδίο όπου έμαθες να αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Κάθε σου βήμα πάνω μου άφησε ίχνος, κι εγώ σου απάντησα με εμπειρία.

Σου πρόσφερα το βίωμα: τη χαρά που σε άνοιξε, τη λύπη που σε βάθυνε, την απώλεια που σου έμαθε το μέτρο των πραγμάτων. Μέσα μου έμαθες ότι τίποτα δεν χαρίζεται χωρίς τίμημα και τίποτα δεν χάνεται χωρίς να αφήσει γνώση. Αν σήμερα στέκεσαι όρθιος, είναι γιατί δοκιμάστηκες.

Δεν σου ζητώ να με υμνήσεις ούτε να με νοσταλγείς. Σου ζητώ μόνο ευγνωμοσύνη, όχι για όσα πέτυχαν, αλλά για όσα σε διαμόρφωσαν. Εγώ έγινα η μνήμη σου, κι η μνήμη είναι το πρώτο θεμέλιο της σοφίας.

Ο Νέος Χρόνος: Κι εγώ σε χαιρετώ, άνθρωπε, όχι από το βάθος της μνήμης, αλλά από το άνοιγμα του ορίζοντα. Δεν έρχομαι με αποδείξεις, έρχομαι με υποσχέσεις. Δεν κουβαλώ γεγονότα, αλλά δυνατότητες.

Σε μένα μπορείς να δοκιμάσεις ό,τι φοβήθηκες, να διορθώσεις ό,τι έμαθες, να μετατρέψεις τη γνώση σε πράξη. Σου προσφέρω την ελπίδα όχι ως αυταπάτη, αλλά ως ευθύνη: να γίνεις πιο συνειδητός, πιο δίκαιος, πιο ανθρώπινος.

Δεν σου εγγυώμαι ευκολία. Σου προσφέρω όμως χώρο, για νέες αρχές, για σχέδια που ακόμη δεν τολμήθηκαν, για νοήματα που δεν έχουν ειπωθεί. Αν ο παλαιός χρόνος σου έμαθε ποιος είσαι, εγώ σου δίνω την ευκαιρία να αποφασίσεις ποιος θέλεις να γίνεις.

Επίλογος (σιωπηλός):Ανάμεσα στην ευγνωμοσύνη και την ελπίδα, άνθρωπε, βρίσκεται η ωριμότητά σου. Κράτησε τον παλαιό χρόνο μέσα σου ως γνώση. Και υποδέξου τον νέο ως πράξη.


Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Καλή Πρωτοχρονιά σε όλους!

 Του Δημήτρη Τσιγάρα

Καθώς πλησιάζει η Πρωτοχρονιά, το σπίτι ντύνεται ξανά με φως. Μα φέτος, ανάμεσα στα χρυσά στολίδια και στα λαμπιόνια που τρεμοπαίζουν, ανακαλύπτω πως υπάρχει στ’ αλήθεια ένας Άγιος Βασίλης, ένας άγιος που δεν κατεβαίνει από καμινάδες, μα έρχεται αθόρυβα, τη στιγμή που η ζωή αποφασίζει να χαρίσει δυο νέες ανάσες στον κόσμο.

Μπροστά μου, δύο μικρά πλάσματα φωτίζουν το δωμάτιο περισσότερο κι από το στολισμένο δέντρο. Το ένα, όρθιο, αφήνει το βλέμμα του να χαθεί μέσα στις μπάλες που καθρεφτίζουν το θαύμα της παιδικής απορίας. Το άλλο, τυλιγμένο σε μια ροζ κουβέρτα, κοιτάζει τα φώτα σαν να είναι οι πρώτες του χρυσές νιφάδες στον κόσμο.

Και μέσα σ’ αυτή τη γλυκιά σιωπή, νιώθω πως η αληθινή Πρωτοχρονιά αρχίζει από εδώ, από ένα παιδικό βλέμμα που αγγίζει το φως, από μια μικροσκοπική καρδιά που χτυπά μέσα στη ζεστασιά της αγάπης.

Φέτος, ο Άγιος Βασίλης μού έφερε τα μεγαλύτερα δώρα. Δεν είναι παιχνίδια, δεν είναι αντικείμενα. Μου έφερε δύο θαύματα που ανασαίνουν. Δύο εγγόνια που ξαναγράφουν μέσα μου την έννοια της χαράς, της συνέχειας, της τρυφερότητας.

Και τότε καταλαβαίνω. Το θαύμα της ζωής δεν είναι μακρινό, φωλιάζει μέσα σε δύο μικρά χέρια, σε δύο φωνές που ακόμη ψιθυρίζουν τον κόσμο. Φωλιάζει σε μια αγάπη που κυλά σαν φως από γενιά σε γενιά, ανάβοντας κάθε φορά ένα νέο κερί.

Κι εγώ, μπροστά σε αυτό το φως, νιώθω μόνο ευγνωμοσύνη,
τόση που χωράει όλες τις Πρωτοχρονιές του κόσμου.

Καλή Πρωτοχρονιά σε όλους!



Έξω από τα αποδυτήρια

 

Μια φωτογραφία αξιώσεων, με  καλλιτεχνική λήψη που δεν φωνάζει, απλά ψιθυρίζει, είναι αυτή που ένας άνθρωπος κάθεται μόνος, όχι όμως εγκαταλελειμμένος. Το σώμα του ακουμπά στη βαρύτητα του χρόνου, μα το βλέμμα του, κρυμμένο πίσω από τα γυαλιά, μοιάζει να έχει συμφιλιωθεί με όσα πέρασαν και με όσα δεν θα ’ρθουν.

Ο Γιώργος Ριζαργιώτης δεν ποζάρει, παρίσταται, κάθεται μπροστά στα αποδυτήρια του γηπέδου, σε μια καρέκλα που γνωρίζει καλά το σώμα του. Από εδώ έχει περάσει αμέτρητες φορές, όρθιος, ανήσυχος, με το βλέμμα καρφωμένο στον αγωνιστικό χώρο, άλλοτε με φωνή δυνατή, άλλοτε με σιωπή βαριά. Τώρα κάθεται. Παρακολουθεί.

Στο γήπεδο Βαλτινού διεξάγεται ποδοσφαιρικός αγώνας. Τα βήματα δεν είναι πάντα σωστά, οι πάσες συχνά κόβονται, μα η πρόθεση είναι καθαρή. Ο Γιώργος το ξέρει αυτό. Το ξέρει καλύτερα από πολλούς. Ανάβει τσιγάρο, πίνει μια γουλιά καφέ. Ο καπνός ανεβαίνει αργά, όπως ανέβαιναν κάποτε οι σκέψεις του για το πώς στήνεται μια ομάδα, πώς κρατιέται όρθιο ένα σωματείο με λίγα χρήματα και πολλή αγάπη.

Κάποτε ήταν παράγοντας ποδοσφαίρου. Πρόεδρος στον Α.Ο. Βαλτινού. Υπέγραφε χαρτιά, μάλωνε για διαιτησίες, πάλευε με ελλείψεις, με χρέη, με υποσχέσεις που δίνονταν πρόχειρα και ξεχνιούνταν εύκολα. Ήξερε τα αποδυτήρια όχι ως χώρο, αλλά ως ψυχή, τις φωνές πριν τον αγώνα, τις σιωπές μετά την ήττα, τα γέλια μιας απρόσμενης νίκης.

Τώρα κάθεται έξω από αυτά. Δεν μπαίνει. Δεν χρειάζεται. Ό,τι είχε να ζήσει εκεί μέσα, το έζησε. Ο αγώνας κυλά, οι φωνές ακούγονται μακρινές, σαν ανάμνηση που δεν πονά πια. Δεν κρίνει αυστηρά, δεν παρεμβαίνει. Παρακολουθεί με εκείνη τη γνώση που έρχεται όταν έχεις περάσει από την ευθύνη και έχεις επιστρέψει στη χαρά.

Ο Γιώργος δεν είναι πια στο κέντρο των αποφάσεων, μα είναι ακόμη μέσα στο παιχνίδι. Σαν άνθρωπος που έμαθε ότι το ποδόσφαιρο, όπως και η ζωή, δεν ανήκει σε όσους φωνάζουν πιο δυνατά, αλλά σε όσους μπορούν, κάποια στιγμή, να καθίσουν ήσυχα και να δουν. Με καφέ στο χέρι, με καπνό στον αέρα και με μια μνήμη που ξέρει πότε να σωπαίνει.


Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Ο Άγιος Βασίλης στο Βαλτινό

Τα Βαλτσινιώτικα

Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα,
εδώ στα Βαλτσινιώτικα,
θα λέμε τον καημό μας,
τα βάσανα, τις πίκρες μας,
τα ωραία απ’ το χωριό μας.

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, θα φέξει πέρα ως πέρα,
κοντεύει το ξημέρωμα, που θα 
ναι μια άλλη μέρα.

Άγιος Βασίλης έφτασε από την Καισαρεία,
φέτος μας ήρθε στο χωριό, δεν άλλαξε πορεία.

Από τη μάνα τ’ έρχεται, στο Βαλτινό πηγαίνει,
έχει τους φίλους του εκεί, δώρα πολλά τους φέρνει.

Ας τον καλωσορίσουμε στο όμορφο χωριό μας,
είναι καλοδεχούμενος σε κάθε σπιτικό μας.

Στην πατερίτσα ακούμπησε κι ήπιε τον καφέ του,
μας πρόσφερε τα δώρα του, λέγοντας τις ευχές του:

—Σ’ αυτό το όμορφο χωριό, πέτρες να μη ραγίστε,
και όλοι οι νοικοκύρηδες χρόνια πολλά να ζήστε.

Να ζήστε χρόνους εκατό και να τους ξεπερνάτε,
και στων παιδιών σας τις χαρές κουφέτα να κερνάτε.

Ανοίξτε τα πουγκάκια σας, τα μαργαριταρένια,
να σας κεράσω εγώ φλουριά, χρυσά και ασημένια.

Κυρά χρυσή, κυρ’ αργυρή, κυρά μαλαματένια,
να σε χτενίζουν άγγελοι με τα χρυσά τους χτένια.

Εσένα, αφέντη, πρέπει σου καρέκλα καρυδένια,
για ν’ ακουμπάς τη μέση σου τη μαργαριταρένια.

Και πάλι ξανά πρέπει σου, βάλε στραβά το φέσι σου,
και δίπλα το βρακί σου, να σκάσουν οι εχθροί σου.

Χρόνια πολλά σας εύχομαι, σ’ όλους βοήθειά σας,
Υγεία, Αγάπη και Χαρά ναν’ το ξημέρωμά σας.



Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

Απολογισμός Μνήμης για το Έτος 2025 στο Βαλτινό

Το αναπότρεπτο του θανάτου αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης και ύπαρξης, μια υπενθύμιση της εύθραυστης πορείας μας μέσα στον χρόνο. Καθώς άλλη μία χρονιά φθάνει στο τέλος της, το 2025 ετοιμάζεται να γίνει παρελθόν, παίρνοντας μαζί του στιγμές χαράς, δημιουργίας και συλλογικής ζωής για το χωριό μας. Ωστόσο, παράλληλα με όσα όμορφα βιώσαμε, η χρονιά αυτή σφραγίστηκε και από σημαντικές απώλειες, που άφησαν βαθιά το αποτύπωμά τους στη μικρή μας κοινότητα.

Στο Βαλτινό, είκοσι τρεις αγαπημένοι άνθρωποι, συγγενείς, φίλοι, γείτονες, άνθρωποι με τους οποίους συμπορευτήκαμε, ζήσαμε, μοιραστήκαμε στιγμές και αγαπήσαμε, «έφυγαν» από κοντά μας. Η απουσία τους αφήνει πίσω ένα δυσαναπλήρωτο κενό, πόνο αλλά και πολύτιμες αναμνήσεις που θα μας συνοδεύουν για πάντα.

Κατά χρονολογική σειρά, πρόκειται για τους εξής:


Γεωργία Ζαμπακά - Βότσιου συζ. Αθανασίου. 63 ετών. Απεβίωσε 7 Ιανουαρίου 2025.


Στεφανία Βαγγελού συζ. Κων/νου. 87 ετών... Απεβίωσε 17 Ιανουαρίου 2025. (Κηδεύτηκε στην Λαμία).


Δημήτριος Χρ. Κατσιούλης. 50 ετών. Απεβίωσε  21 Ιανουαρίου 2025.


Μαρία – Γούσιου - Τζίκα συζ. Αστέριου. 82 ετών. Απεβίωσε 24 Ιανουαρίου 2025.


Στεργιανή Καραμπάση συζ. Νικολάου Τάσιου. 74 ετών. Απεβίωσε 26 Ιανουαρίου 2025.


Μαργαρίτα Πράτα συζ. Γεωργίου. 99 ετών. Απεβίωσε 27 Ιανουαρίου 2025.


Αθανάσιος Γεωργ. Πέτρου. 89 ετών. Απεβίωσε 3 Φεβρουαρίου 2025.


Βασιλική Δήμου συζ. Αθανασίου. 83 ετών. Απεβίωσε 6 Απριλίου 2025.


Αθανάσιος Ευαγγ. Απόχας. 79 ετών. Απεβίωσε 7 Απριλίου 2025.


Μαρία (Γεωργ. Σταυρέκα), σύζ. Χρ. Σατρατζέμη. 86 ετών... Απεβίωσε 15 Μαΐου 2025.


Μαρία Χήρα, σύζ. Σωτηρίου 70 ετών. Απεβίωσε 23 Μαΐου 2025.


Αθανασία (Γεωργ. Κουφοχρήστου), σύζ. Βασ. Ζησόπουλου. 74 ετών. Απεβίωσε 29 Μαΐου 2025. (Κηδεύτηκε στα Τρίκαλα).


Κωνσταντινιά Βασ. Μαντόλια 80 ετών. Απεβίωσε 31 Μαΐου 2025.


Στέργιος Σωτ. Σταμούλης 91 ετών. Απεβίωσε 19 Ιουνίου 2025.


Ιωάννης Κων. Γκαβοκώστας. 83 ετών. Απεβίωσε 13 Ιουλίου 2025. (Κηδεύτηκε στα Τρίκαλα).


Ηλίας Νικ. Καραθανάσης. 86 ετών... Απεβίωσε 24 Σεπτεμβρίου 2025.


Αναστασία (Ανδρ. Καραθανάση), σύζ. Σεραφείμ Αλεξίου. 84 ετών... Απεβίωσε 25 Σεπτεμβρίου 2025.


Μαρία (Νικ. Βότσιου), σύζ. Σπυρίδωνος Λάππα. 57 ετών. Απεβίωσε 24 Οκτωβρίου 2025.


Φωτεινή Ψαρρά, σύζ. Γεωργίου. 84 ετών. Απεβίωσε 19 Νοεμβρίου 2025.


Χριστόφορος Χαρ. Χριστάκος 84 ετών. Απεβίωσε 21 Νοεμβρίου 2025. 
(Κηδεύτηκε στο Μικρό Κεφαλόβρυσο).


Θεόδωρος Αριστ. Αθάνατος. 72 ετών. Απεβίωσε 3 Δεκεμβρίου 2025.











Ιωάννης Θεόδ. Πολύμερος. 78 ετών. Απεβίωσε 8 Δεκεμβρίου 2025.


Παρασκευή Σταμούλη συζ. Κων/νου. 77 ετών. Απεβίωσε 13 Δεκεμβρίου 2025.


Ο Κυριακάτικος Καφές στο Αετών Μέλαθρον

 

Ήταν από εκείνες τις χειμωνιάτικες Κυριακές που δεν ζητούν τίποτε παραπάνω από έναν καφέ και λίγη ανθρώπινη παρουσία. Μέρες Χριστουγέννων. Το «Αετών Μέλαθρον» ζεστό, φωτεινό, με τον ήλιο να περνά από τα ψηλά παράθυρα και να στέκεται για λίγο πάνω στα τραπέζια, σαν να ήθελε κι αυτός να ακούσει.

Η παρέα είχε ήδη καθίσει. Δεν υπήρχε βιασύνη, ούτε ανάγκη για μεγάλες κουβέντες. Ο καθένας ήξερε τη θέση του, όχι την καρέκλα, αλλά τον ρόλο του μέσα στη συντροφιά. Δεξιά, ο Νίκος Πράτας, ο γηραιότερος. Συνταξιούχος δάσκαλος από το Βαλτινό, μα κυρίως ο άνθρωπος που κρατούσε δεμένη την οικογένεια, σαν κόμπο που δεν λύνεται εύκολα. Το μπαστούνι ακουμπισμένο στο χέρι του, περισσότερο συνήθεια παρά στήριγμα, κι ένα βλέμμα καθαρό, που είχε δει πολλά και δεν χρειαζόταν να τα επαναλαμβάνει.

Δίπλα του ο Χρήστος Πράτας, ανεψιός του, κι αυτός δάσκαλος στα χρόνια που πέρασαν. Ανάμεσά τους υπήρχε εκείνη η άνεση που γεννιέται όταν η σιωπή δεν βαραίνει. Μιλούσαν λίγο, χαμογελούσαν συχνά, σαν να συνέχιζαν μια παλιά συζήτηση που είχε ξεκινήσει δεκαετίες πριν, σε αυλές σχολείων και χειμωνιάτικα σπίτια.

Οι σύζυγοι συμπλήρωναν τον κύκλο. Ένα φιλικό ζευγάρι έδινε τον τόνο της απλότητας. Ποτήρια με νερό, καφές που αχνίζει, μικρές κινήσεις, ένα χέρι στον ώμο, ένα νεύμα, ένα βλέμμα που λέει «είμαστε εδώ». Κανείς δεν φωτογραφιζόταν για να φανεί, η στιγμή τους βρήκε έτσι όπως ήταν.

Η φωτογραφία δεν κρατά μόνο πρόσωπα, κρατά μια στάση ζωής. Την επιμονή στη συνάντηση, την αξία του «μαζί», τη σιωπηλή συμφωνία πως, όσο υπάρχουν τέτοιες Κυριακές, ο κόσμος παραμένει κατοικήσιμος. Κι ίσως αυτό να είναι το πιο αληθινό χριστουγεννιάτικο μήνυμα: όχι τα λαμπιόνια, αλλά οι άνθρωποι που κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και συνεχίζουν -αθόρυβα- να ανήκουν ο ένας στον άλλον.


Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Παραμονή Πρωτοχρονιάς (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Παραμονή Πρωτοχρονιάς κι η μάνα από τη χαραυγή είχε πιάσει δουλειά. Ζύμωσε την παραδοσιακή κουλούρα κι από το ίδιο ζυμάρι έφτιαξε επάνω της ολόκληρη την οικογένειά μας. Πρώτα την αγελάδα, έπειτα τον ζυγό και το αλέτρι, τον πατέρα να το κρατάει και πίσω του τη μάνα με το χέρι απλωμένο να σπέρνει. Πιο πίσω, εμείς τα παιδιά. Σαν αληθινή καλλιτέχνης, μας πέτυχε όλους. Κοιτούσα τα σχέδια και θαρρούσες πως ζωντάνευαν.

Όταν ψήθηκε η κουλούρα, την άφησε να κρυώσει. Την τύλιξε σε ένα άσπρο καρεδάκι, κεντημένο από τα χέρια της με μικρά λουλουδάκια, και πήγε στον αχυρώνα. Το έθιμο ήθελε να την ακουμπήσει στα κέρατα της αγελάδας και με μια γερή κίνηση να τη σπάσει στη μέση. Ήταν για να πάει καλά η χρονιά, για ανθρώπους και ζωντανά. Ύστερα την έφερνε στο σπίτι και τη μοιραζόμασταν, λέγοντας «καλή χρονιά» στο σπιτικό μας.

Εμείς, τα παιδιά της γειτονιάς, είχαμε μαζευτεί έξω. Δεν παίζαμε, μιλούσαμε ασταμάτητα για τον Άγιο Βασίλη. Τα κορίτσια θέλαμε κούκλες, τα αγόρια μπάλες, μηχανάκια, παπούτσια. Ό,τι μας έλειπε, ό,τι ονειρευόμασταν.

Το μεσημέρι, γύρισα σπίτι και ρώτησα τη μάνα με αγωνία:
«Λες φέτος να μην τον διώξουν πάλι τα σκυλιά τον Άγιο Βασίλη;»
«Θα τα δέσει καλά ο πατέρας σου», μου είπε. «Κι όταν έρθει, θα του πω να πάει να πάρει καινούργιο άλτσο».

Είχαμε δύο μεγάλα λυκόσκυλα, άγρια, φύλακες του σπιτιού. Το σπίτι μας ήταν το τελευταίο του χωριού, έξω στα τριφυλλοτόπια. Γύρω χωράφια, σκοτάδι, κρύο. Τότε υπήρχαν κλέφτες, πεινασμένος κόσμος, και τον χειμώνα κατέβαιναν και λύκοι, αλεπούδες, ζλάπια.

Όταν νύχτωσε, ρώτησα τον πατέρα:
«Τα έδεσες καλά τα σκυλιά;»
«Τα έδεσα με χοντρή αλυσίδα. Μη φοβάσαι».

Καθόμουν στο παράθυρο και κοιτούσα τον ουρανό, μήπως δω το έλκηθρο.
«Έλα να κοιμηθείς», είπε η μάνα. «Αν δεν κοιμηθείς, δεν έρχεται ο Άγιος Βασίλης».
«Θα ξέρει σε ποιο δωμάτιο να πάει;»
«Στο καλό μας δωμάτιο. Κοιμήσου».

Το πρωί ξύπνησα από τον θόρυβο. Η μάνα άνοιγε φύλλα για τη βασιλόπιτα, θα έβαζε μέσα το δίφραγκο, το καλαμπόκι, το φασόλι και το κλίμα. Έτρεξα στο καλό δωμάτιο. Κοίταξα γύρω μου. Τίποτα. Κανένα δώρο. Ούτε κάτω από το τραπέζι.

Άρχισα να κλαίω με όλη μου τη δύναμη. Φώναζα, γιατί δεν ήρθε. Γιατί; Ο πατέρας με πήρε αγκαλιά. Όταν ηρέμησα, μου είπε:
«Τα παλιόσκυλα έκοψαν πάλι τον άλτσο και κυνήγησαν τον Άγιο Βασίλη. Του φώναζα να γυρίσει πίσω, μα αυτός τρόμαξε κι έφυγε».

Τότε ακούστηκαν φωνές απ’ έξω. Η γειτόνισσα με τα δυο της αγόρια. Το ίδιο είχαν πάθει κι εκείνοι. Ο πατέρας είπε την ίδια ιστορία. Τα παιδιά έφυγαν απογοητευμένα, πιστεύοντας πως ο Άγιος Βασίλης είναι φοβιτσιάρης.

Τον ρώτησα αργότερα:
«Και γιατί στης Ευθυμίας πάει κάθε χρόνο;»
«Πάει από τον άλλο δρόμο», μου είπε. «Δεν τον βλέπει το σκυλί μας».

Τι να μας έλεγαν οι γονείς μας; Χρήματα δεν υπήρχαν. Σε όλο το χωριό λίγα παιδιά έπαιρναν δώρο. Σε εμάς, δεν ήρθε ποτέ. Κι έτσι, σιγά σιγά, στο σπίτι μας το είχαμε πάρει απόφαση.
Δεν τον περιμέναμε πια τον Άγιο Βασίλη.


Ο αυλόγυρος που θυμάται

 

Και τέλος, η Λουκία (μετά από τις τρεις προηγούμενες αναρτήσεις).
Όχι σε γιορτινό τραπέζι, ούτε μπροστά σε κεράκια, αλλά στον αυλόγυρο του πατρικού της σπιτιού στο Βαλτινό, εκεί όπου ο χρόνος δεν γιορτάζεται, παρά ψιθυρίζεται.

Ζει στη Φλώρινα, στις Πρέσπες, σε τόπο νερών και συνόρων, μα η επιστροφή της στο χωριό δεν είναι μετακίνηση στον χώρο, είναι κάθοδος στη μνήμη. Στη φωτογραφία τη βλέπουμε να στέκει ήσυχα, με κάτι από τη γαλήνη εκείνων που δεν βιάζονται να μιλήσουν. Κρατά λίγους καρπούς στα χέρια της, σαν μικρά αποδεικτικά ότι η γη ακόμη θυμάται όσους την αγάπησαν.

Ο αυλόγυρος είναι το πρώτο σύμπαν. Εκεί όπου παίχτηκαν τα παιδικά παιχνίδια, ειπώθηκαν οι πρώτες φωνές, χαράχτηκαν οι πρώτες απουσίες. Τα δέντρα, τα λουλούδια, τα παλιά ξύλα στοιβαγμένα στην άκρη, δεν είναι φθορά, είναι ίχνη ζωής. Και η Λουκία τα κοιτά όχι με νοσταλγία βαριά, αλλά με εκείνη τη λεπτή συγκίνηση που μοιάζει με ευγνωμοσύνη.

Αναζητά μνήμες, όχι για να επιστρέψει σε αυτές, αλλά για να επιβεβαιώσει ότι υπάρχουν. Ότι η παιδική ηλικία δεν χάνεται, απλώς περιμένει σε έναν αυλόγυρο, κάτω από ένα δέντρο, μέσα σε μια μυρωδιά χώματος. Κι ότι, όσο μακριά κι αν ζεις -ακόμη και στις άκρες της χώρας- υπάρχει πάντα ένας τόπος που σε αναγνωρίζει χωρίς να σε ρωτά.

Αν ο Αχιλλέας στάθηκε όρθιος στο παρόν και η Ντίνα έσβησε ένα ερωτηματικό για τον χρόνο, η Λουκία κάνει κάτι άλλο, εξίσου γενναίο:
σκύβει λίγο προς τα πίσω.
Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή κίνηση, ο αυλόγυρος του Βαλτινού γίνεται ξανά σπίτι.


επικοινωνιστε μαζι μας