Το
μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς μαζευόμασταν γύρω από την τάβλα. Ο πατέρας σταύρωνε
τη βασιλόπιτα, έλεγε τις ευχές του και άρχιζε να την κόβει. Το χέρι του, όμως,
πήγαινε πάντα στο ίδιο σημείο. Ήξερε πού ήταν το δίφραγκο. Εγώ κι ο αδερφός μου
μαλώναμε ποιος θα το κερδίσει, γινόταν χαμός κάθε φορά. Κι έτσι, σχεδόν πάντα,
το φλουρί κατέληγε στους γονείς.
Ο
πατέρας ποτέ δεν παραδέχτηκε πως ήξερε το μυστικό. Εγώ όμως είχα προσέξει το
ταψί: απ’ έξω είχε ένα μικρό βαθούλωμα. Εκεί ακριβώς έβαζε η μάνα το δίφραγκο.
Παρ’ όλα αυτά, μάθαμε να χάνουμε, να δεχόμαστε την τύχη μας χωρίς φασαρίες και
κλάματα. Κι όμως, κάθε χρόνο ελπίζαμε. «Φέτος μπορεί να το πετύχουμε», λέγαμε.
Κι αν όχι, «του χρόνου».
Την
ημέρα των Φώτων η μάνα έφτιαχνε μικρές κουλουρίτσες, στρογγυλές σαν τα
κουλούρια της Θεσσαλονίκης. Περίμενε τον παπά Χρήστο να περάσει για τον
αγιασμό, να του τις δώσει με ευλάβεια και χαμόγελο.
Τις
Απόκριες το σπίτι μοσχοβολούσε. Γαλακτομπούρεκο, κανταΐφι, κουραμπιέδες, όλα
φτιαγμένα από τα χέρια της μάνας. Ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά του κουραμπιέ, τη
γεύση του. Αγόραζε και χαλβά με σουσάμι και γάλα, σκληρό μα νοστιμότατο.
Το
μεγάλο γλέντι άρχιζε την Κυριακή των Απόκριων. Μασκαράδες μικροί και μεγάλοι
ξεχύνονταν στον δρόμο του χωριού, με γέλια, πειράγματα και τραγούδια. Γύριζαν
από πόρτα σε πόρτα ως αργά το βράδυ. Στολές δεν υπήρχαν, μόνο αυτοσχέδιες
μεταμφιέσεις από παλιά ρούχα. Ντύνονταν γέροι, γριές, γυναίκες. Έπαιρναν την
τσίπα, το μαύρο μαντήλι της γιαγιάς, και το φορούσαν στο πρόσωπο για μάσκα.
Οι
νοικοκυρές τους καλοδέχονταν με χαρά.
«Καλός τους! Περάστε μέσα, μην ξεπαγιάσετε. Τι θα κεράσουμε; Γλυκό, τσίπουρο ή
λικέρ;»
Προσπαθούσαν να τους τραβήξουν το μαντήλι, μα δύσκολα τα κατάφερναν. Ήρθαν και
στο σπίτι μας. Η μάνα άνοιξε διάπλατα την πόρτα, τους έβαλε να καθίσουν, τους
κέρασε απ’ όλα.
«Εσύ ποιος είσαι, ρε; Ούι, δεν δίνεις ντιπ γνώρου!» έλεγε γελώντας.
Στο τέλος, όμως, αποκάλυπταν το πρόσωπό τους.
Εκείνη
τη χρονιά είχε πολύ χιόνι. Κι όμως, οι μασκαράδες συνέχιζαν το κέφι τους μέσα
στο άσπρο τοπίο.
Ακόμα
κι όταν το χιόνι σκέπαζε τα πάντα, το κέφι δεν σταματούσε. Οι φωνές αντηχούσαν
στα σοκάκια, κι η χαρά περνούσε από σπίτι σε σπίτι.
Τι
όμορφα χρόνια! Τι αγνοί άνθρωποι! Οι πόρτες ανοιχτές για όλους, χωρίς φόβο,
χωρίς δικαιολογίες.
Τώρα
όλα αυτά χάθηκαν. Τα καλύτερά μας χρόνια δεν ξαναγυρίζουν. Εμείς, η ξυπόλητη
γενιά, κάναμε φίλο το διαδίκτυο και χάσαμε τους αληθινούς φίλους μας. Κοιτάξαμε
να περάσουμε καλά, να φτιάξουμε χρήματα, κι έτσι, κοιτώντας το δέντρο, χάσαμε
το δάσος.
Κι
έτσι έμεναν οι γιορτές εκείνες στη μνήμη μας: με απλά φαγητά, ανοιχτές πόρτες
και ανθρώπους κοντά ο ένας στον άλλον. Σαν ένα ζεστό φως που, όσο κι αν περνούν
τα χρόνια, συνεχίζει να μας συντροφεύει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου