Καθώς
ο Αύγουστος πλησίαζε και ο κάμπος άναβε σαν αναμμένο τηγάνι, οι τρεις φίλοι, ο
Σιούλας, ο Χάρης και ο Πίπης, είχαν βρει καταφύγιο στον βαθύ ίσκιο των θεόρατων
δέντρων γύρω από την εκκλησία. Τα κλαδιά τους έτριζαν από το βάρος των
τζιτζικιών, που ατέλειωτα τραγουδούσαν τον θρίαμβο της ζέστης.
Ο
Πίπης, με τη γνωστή μανία του να αιχμαλωτίζει κάθε ζωντανό που σκαρφάλωνε σε
κλαρί, είχε αλλάξει τώρα στόχο, από τις κολοφωτιές πέρασε στους τζίτζηκες. Τους
έπιανε με τρόπο, τους έδενε σε ένα σκοινί και το κρεμούσε από το παντελόνι του
σαν παράσημα. Οι «παππούδες», εκείνοι οι μεγάλοι, νωχελικοί, που κούρνιαζαν
στους χοντρούς κορμούς, ήταν εύκολη λεία. Οι άλλοι όμως, οι δυνατοί, οι ψηλοί
τραγουδιστές που τζιτζίριζαν μέχρι να σου τρυπήσουν τα αυτιά, απαιτούσαν
σκαρφάλωμα, υπομονή και τύχη. Κι όταν τους έπιανε, ο Πίπης τους έβαζε άχυρο
στον πισινό και τους αμολούσε σαν αεροπλάνα. Οι κακόμοιροι πτηνοπόροι έπεφταν
λίγα μέτρα παραπέρα, πληγωμένοι και συγχυσμένοι.
Εκεί
τριγύρω σύχναζε και ο Προκόπης, ένας άντρας που κουβαλούσε στο κεφάλι τον
πόλεμο και στην καρδιά μια παιδική αθωότητα. Τα μαλλιά του ήταν κουρεμένα σαν
σχολιαρόπαιδο, τα μάτια του πότε σκοτεινιάζανε και πότε φέγγιζαν σαν πρωινή
δροσιά. Περπατούσε με το μπαστούνι, μιλούσε μόνος του, τραγουδούσε, θύμωνε,
πετούσε πέτρες σε αόρατους εχθρούς, κι έπειτα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα,
καθόταν δίπλα στα παιδιά και τους εξηγούσε προβλήματα του σχολείου, που ακόμη
κι οι δάσκαλοι δυσκολεύονταν να λύσουν. Κάτι είχε πάθει στον πόλεμο, έλεγαν οι
χωριανοί, και το μυαλό του είχε «τσιακατιστεί», μα η ψυχή του ήταν καλοσυνάτη
σαν στάρι.
Το
σπίτι του βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο μπακάλικο του Καραμήτσιου και απέναντι
από το παλιό κοινοτικό γραφείο, που άλλοτε ήταν σχολείο. Το καμίνι του
Καλαμπάκα έβγαζε τις μυρωδιές του ασβέστη, κι όλη εκείνη η γειτονιά γύρω από
την εκκλησία είχε μια υφή ανάμεσα στο ιερό και στο καθημερινό.
Μια
Κυριακή, μετά τη λειτουργία, ξεπρόβαλε ένας κύριος ξένος προς το χωριό. Φορούσε
άσπρο πουκάμισο, γκρι παντελόνι και κάτι παρδαλά, καρακαξένια σκαρπίνια που
έλαμπαν κάτω από τον ήλιο. Στο χέρι κράταγε ένα ψάθινο καπέλο και το
ανεβοκατέβαζε στο πρόσωπο για αέρα. Δίπλα του περπατούσε ο γραμματικός του
χωριού, ο Μήτσος. Οι δυο τους κοίταζαν τα δέντρα και συζητούσαν για τις ρίζες
τους, λες και μιλούσαν για αρχαία μνημεία.
Όταν
ο κύριος είδε τα τρία αγόρια, τα ισχνά τους ποδαράκια, τα μαυρισμένα
προσωπάκια, τις από καιρό στεγνωμένες μύξες, τα φώναξε κοντά του. Με κίνηση
αργή, σχεδόν ιερατική, έβγαλε ένα δίφραγκο και το έβαλε στο χέρι του Χάρη.
—
Πηγαίνετε στο μπακάλη να σας δώσει καραμέλες, είπε με φωνή ήρεμη και απαλή.
Το
δίφραγκο πέρασε από χέρι σε χέρι σαν θησαυρός. Το ζύγισαν, το χάιδεψαν, το
κοίταξαν κόντρα στον ήλιο.
—
Το φαλακρό κεφάλι είναι του βασιλιά, έλεγε ο Σιούλας σοβαρά. Κι από την άλλη… η
κορώνα του.
Τα άλλα δύο συμφωνούσαν χωρίς να πολυκαταλαβαίνουν.
Στο
μπακάλικο, που μύριζε σαπούνι πράσινο και μπαγιάτικο σιτάρι, ο Καραμήτσιος
ρώτησε δυνατά, με την κουφαμάρα της ηλικίας:
—
Τι καραμέλες θέλτεεε;
Πριν
προλάβουν οι άλλοι να πάρουν απόφαση:
—
Ξεμπλέτσωτες! φώναξε ο Πίπης, κι έτσι έληξε κάθε συζήτηση.
Ο
μπακάλης έφτιαξε ένα μεγάλο χωνί από παλιά εφημερίδα και το γέμισε με
μακρουλές, γυμνές καραμέλες. Ήταν τόσες πολλές, που ο Πίπης πρότεινε να
επιστρέψουν πίσω τις μισές και να κρατήσουν τη δραχμή, για να πάρουν παγωτό στο
πανηγύρι της Παναγίας.
—
Τι χαζομάρες λες; είπε κοφτά ο Σιούλας.
Κι αυτό ήταν. Το δίφραγκο είχε πλέον γίνει σιρόπι και ζάχαρη στα δόντια τους.
Στα
χαϊάτια της εκκλησίας κάθισαν στη δροσιά και μοίρασαν τις καραμέλες μία - μία,
επιβάλλοντας δικαιοσύνη δική τους, παιδική και απόλυτη. Κάποια στιγμή, ο Προκόπης
πέρασε χαμογελαστός και τους είπε ένα γρίφο. Ο Σιούλας τον έλυσε πρώτος και ο Προκόπης
έγνεψε με περηφάνια, σαν να ήταν δικά του παιδιά.
Όταν
ο Χάρης γύρισε σπίτι, έδωσε καραμέλες στα αδέρφια του και στη γιαγιά, που τον
κοίταζε με μισό μάτι, έτοιμη για ανάκριση.
—
Από πού τις βρήκες, παιδάκι μ’;
— Μας τις έδωσε ο γραμματικός, απάντησε εκείνος, και καθησύχασε κάθε υποψία.
Το
δίφραγκο είχε πια εξαφανιστεί, μα όχι η χαρά. Οι ξυπόλητοι πρίγκιπες είχαν
ζήσει μια μικρή βασιλική μέρα, με καραμέλες, τζίτζηκες και τον αέρα του
Αυγούστου να μοσχοβολάει θερμό παιδικό καλοκαίρι.
Και
όσο η εκκλησία έριχνε τη σκιά της πάνω τους, ένιωθαν πως ο κόσμος δεν ήταν μόνο
ζέστη και σκόνη, ήταν και στιγμές που, ακόμα κι ένα δίφραγκο, μπορούσε να γίνει
θησαυρός.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου