Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2024

Οι συγχωριανοί που έφυγαν από τη ζωή, το 2024


Το αναπότρεπτο του θανάτου αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης και ύπαρξης.

Άλλη μία χρονιά φθάνει στο τέλος της.  Το 2024 σε λίγο θα είναι πλέον παρελθόν και μαζί με τις όμορφες στιγμές που έφερε για το χωριό μας, επέφερε και σημαντικές απώλειες που σημάδεψαν τη χρονιά.

Στο Βαλτινό, 14 αγαπημένοι άνθρωποι με τους οποίους συμπορευτήκαμε, ζήσαμε και αγαπήσαμε, «έφυγαν» από τη ζωή, αφήνοντας πίσω τους, δυσαναπλήρωτο κενό, πόνο και αναμνήσεις. Κατά χρονολογική σειρά πρόκειται για τους εξής:

 Αθανάσιος Μιχ. Αγγελόπουλος. 87 ετών, απεβίωσε  20 Φεβρουαρίου 2024. (Κηδεύτηκε στα Τρίκαλα).

Ευαγγελία Α. Βαγγελού συζ. Θωμά Μεγαρχιώτη. 83 ετών, απεβίωσε 17 Μαρτίου 2024. (Κηδεύτηκε στο Δενδροχώρι).

Ελευθερία Δ. Πέτρου συζ. Γραβάνη. 84 ετών, απεβίωσε 18 Μαρτίου 2024. (Κηδεύτηκε στα Τρίκαλα).

Γεώργιος Δ. Ψύχος. 94 ετών, απεβίωσε  23 Απριλίου 2024.

Νικόλαος Ηλ. Καραθανάσης. 69 ετών, απεβίωσε  29 Απριλίου 2024. 

Δημήτριος Κων. Καλυβιώτης. 63 ετών, απεβίωσε  2 Μαΐου 2024. 

Γεωργία Βότσιου συζ. Ιωάν. 80 ετών, απεβίωσε 3 Ιουνίου 2024. (Κηδεύτηκε στο Παλαιομονάστηρο).


Βασιλική Πράτα συζ. Αθαν. 83 ετών, απεβίωσε 12 Ιουλίου 2024.

Γεώργιος Π. Τσιγάρας. 26 ετών, απεβίωσε  1 Αυγούστου 2024.

Αθανάσιος Χρ. Πράτας. 86 ετών, απεβίωσε  7 Αυγούστου 2024.

Θωμάς Στυλ Ζαμπακάς. 85 ετών, απεβίωσε  10 Αυγούστου 2024.

Αγγελική Πέτρου συζ. Αθανασίου. 86 ετών, απεβίωσε  1 Νοεμβρίου 2024.

Περσεφόνη Πέτρου συζ. Ευαγγέλου. 91 ετών, απεβίωσε 4 Δεκεμβρίου 2024.

Ελένη Τσιγάρα συζ. Ανδρέα. 90 ετών, απεβίωσε  14 Δεκεμβρίου 2024.



Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2024

Η εφημερίδα του Βαλτινού γιορτάζει τα 30 χρόνια λειτουργίας της


Μια ιστορική αναδρομή στην 30χρονη ιστορία της εφημερίδας «ΤΟ ΒΑΛΤΙΝΟ».

Η  τοπική εφημερίδα με τον τίτλο «Το Βαλτινό» ξεκίνησε να εκδίδεται για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1995, στην αρχή ως έντυπη εφημερίδα και στη συνέχεια ως ψηφιακή.  Κυκλοφορούσε κάθε δίμηνο και το τελευταίο φύλλο σε έντυπη μορφή, εκδόθηκε το 2007.

Από το 2010 η εφημερίδα «Το Βαλτινό» εκδίδεται καθημερινά μέχρι σήμερα σε ηλεκτρονική - ψηφιακή μορφή, στη διεύθυνση: http://tovaltino.blogspot.gr/.

Η ιστορία της έντυπης εφημερίδας «Το Βαλτινό»

Η εφημερίδα «Το Βαλτινό» ήταν μία νεανική προσπάθεια της δημιουργικής ανησυχίας και της ανάγκης έκφρασης και επικοινωνίας σε μία εποχή πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Ο σκοπός της Εφημερίδας του Βαλτινού ήταν να αποτελέσει ένα μέσον επικοινωνίας, ενημέρωσης, ανταλλαγής ιδεών και απόψεων και να συντονίσει τα κοινά μας ενδιαφέροντα στη βάση του τόπου καταγωγής μας. Έτσι λοιπόν το 1994 αποφασίστηκε να εκδίδεται η έντυπη εφημερίδα με τον τίτλο «Το Βαλτινό», διαστάσεων 42 εκ. ύψος Χ 30 εκ. πλάτος, μονόχρωμη, στην αρχή και έγχρωμη κατά περιόδους, διμηνιαία, με 8 σελίδες στην αρχή, στη συνέχεια 12, 16 και 20 σελίδες.

Ανέλαβα την ευθύνη της έκδοσης και την επιμέλεια της ύλης, γράφοντας και συγκεντρώνοντας τα κείμενα τις φωτογραφίες, τις διαφημίσεις και τις διάφορες χορηγίες. Τη στοιχειοθεσία πραγματοποιούσε ο Χρήστος Χαμπέρης και η εκτύπωση γίνονταν στο τυπογραφείο του Θρασύβουλου Βογιαντζόγλου.

Στο πρώτο φύλλο αναγράφονται οι σκοποί, οι επιδιώξεις, οι στόχοι και οι καταστατικές αρχές.

Σκοποί - επιδιώξεις - στόχοι

Η εφημερίδα αυτή, απόσταγμα αγάπης και προσφοράς για τον τόπο μας, που για να προκόψει έχει την ανάγκη όλων μας, ξεκινάει με τους παρακάτω στόχους και σκοπούς:

1) Να προβάλλει τις ανάγκες του χωριού, να τις αξιολογήσει, να βοηθήσει με κάθε τρόπο για να βρουν τη λύση τους.

 2) Να περισώσει και να καταγράψει ιστορικά στοιχεία, λαογραφικά, ήθη, έθιμα, ιστορίες, γεγονότα, ανέκδοτα που κινδυνεύουν να χαθούν.

3) Να καταγράψει τη ζωή του χωριού.

4) Να παρέχει χρήσιμες πληροφορίες σε θέματα υγείας.

5) Να προβάλει και να ευαισθητοποιήσει με θέματα γύρω από σύγχρονα προβλήματα περιβάλλοντος (οικολογικά).

6) Να δώσει τη δυνατότητα επικοινωνίας στα ξενιτεμένα μας αδέλφια.

7) Να γίνει μέσο έκφρασης ιδεών, προτάσεων, λογοτεχνικών κειμένων, ποίησης κλπ.

Καταστατικές αρχές

1) Η εφημερίδα του χωριού μας ανήκει σε όλους μας και η πεμπτουσία αυτής είναι: «Μη ρωτάς τι μπορεί να κάνει ο τόπος σου για σένα, σκέψου εσύ τι μπορεί να προσφέρει σε αυτόν».

 2) Είναι ακομμάτιστη. Απαγορεύεται να γραφεί σ’ αυτήν οτιδήποτε έχει σχέση με την πολιτική, Τυχόν γεγονότα θα δημοσιεύονται απλά σαν ιστορικά γεγονότα χωρίς κομματική κριτική.

 3) Είναι αφιλοκερδής.

4) Μπορεί να γράψει σ’ αυτή κάθε χωριανός τις ιδέες του, τις γνώμες του, για ζητήματα του χωριού μας, αρκεί το κείμενο να είναι γραμμένο σε κόσμιο ύφος, ενυπόγραφο και θα φέρει την ευθύνη των γραφομένων ο ίδιος.

5) Η εφημερίδα θα εκδίδεται κάθε δίμηνο.

Με αυτούς τους σκοπούς και με αυτές τις αρχές ξεκινάμε και ευχόμαστε «Καλή επιτυχία στην εφημερίδα μας».

Συγκεκριμένα τυπώθηκαν τα παρακάτω 13 φύλλα:

Έντυπη διμηνιαία εφημερίδα με τίτλο «ΤΟ ΒΑΛΤΙΝΟ» Διαστάσεων 42 εκ. ύψος Χ 30 εκ. πλάτος, μονόχρωμη και μερικώς έγχρωμη.

Εκδότης -Υπεύθυνος ύλης: Δημήτρης Τσιγάρας

-Έτος 1995, Ιανουάριος – Φεβρουάριος, Σελίδες 8

-Έτος 1995, Μάρτιος – Απρίλιος, Σελίδες 8

-Έτος 1995, Μάιος – Ιούνιος, Σελίδες 12

-Έτος 1995, Ιούλιος – Αύγουστος, Σελίδες 12

-Έτος 1995, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος, Σελίδες 12

-Έτος 1995, Νοέμβριος – Δεκέμβριος, Σελίδες 12

 -Έτος 1996, Ιανουάριος – Δεκέμβριος, Σελίδες 12

-Έτος 1997, Ιανουάριος – Φεβρουάριος, Σελίδες 20

-Έτος 1997, Δεκέμβριος, Σελίδες 16 Διμηνιαία έντυπη εφημερίδα του Δήμου Καλλιδένδρου με τίτλο «ΤΟ ΚΑΛΛΙΔΕΝΔΡΟ» Διαστάσεις 42 εκ. ύψος Χ 30 εκ. πλάτος, Έγχρωμη τα μισά φύλλα και μονόχρωμη τα άλλα μισά. Εκδότης υπεύθυνος ύλης: Δημήτρης Τσιγάρας

-Έτος 2000, Μάρτιος - Απρίλιος, Σελίδες 16

-Έτος 2000, Ιούλιος- Αύγουστος, Σελίδες 16

Έντυπη εφημερίδα με τίτλο «ΤΟ ΒΑΛΤΙΝΟ» Εορταστική έκδοση. Διαστάσεις 42 εκ. ύψος Χ 30 εκ. πλάτος, μονόχρωμη και έγχρωμη. Εκδότης -Υπεύθυνος ύλης: Δημήτρης Τσιγάρας

-Έτος 2005, Αύγουστος, Σελίδες 16 -Έτος 2007 Οκτώβριος, Σελίδες 24

Η έντυπη εφημερίδα διήρκησε από το 1995 έως το 2007.

 

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΙΝΟΥ

Με την είσοδο της ψηφιακής τεχνολογίας και τη διάδοση του διαδικτύου στη ζωή μας, η εφημερίδα προσαρμόστηκε στο νέο περιβάλλον και έτσι, από τις 9 Φεβρουαρίου 2010, έγινε διαδικτυακή, και εκδίδεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση: tovaltino.blogspot.com με τον τίτλο: «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΙΝΟΥ».

Στο μόνιμο σημείωμα του εκδότη αναφέρονται τα εξής:

"Αγαπητοί φίλοι της Ηλεκτρονικής Εφημερίδας του Βαλτινού, γεια σας.
Ο σκοπός της διαδικτυακής Εφημερίδας του Βαλτινού είναι να αποτελέσει ένα μέσον επικοινωνίας, ενημέρωσης, ανταλλαγής ιδεών και απόψεων και να συντονίσει τα κοινά μας ενδιαφέροντα στη βάση του τόπου καταγωγής μας.
Γι’ αυτό όσοι επιθυμείτε μπορείτε να στέλνετε τα δικά σας μηνύματα, τα νέα σας, τα σχόλιά σας, τις απόψεις σας και γενικότερα ότι υλικό νομίζετε ότι έχει ενδιαφέρον και θα φανεί χρήσιμο για τους συγχωριανούς μας.
Με την δική σας συμμετοχή η εφημερίδα μας θα εμπλουτίζεται, θα δυναμώνει και θα γίνει ένα πολύτιμο και χρηστικό εργαλείο στην υπηρεσία όλων των συγχωριανών.
Παράλληλα με την συχνή ενημέρωση και την ποιότητα του περιεχομένου της εφημερίδας, θα μας κάνει να αισθανόμαστε όλοι χαρούμενοι και υπερήφανοι για τον τόπο μας.
Για κάθε απορία σχετικά με την εφημερίδα επικοινωνήστε μαζί μου για να ενημερωθείτε Email:tsigarasdim@gmail.com ή στο τηλέφωνο: 6932754954
Με φιλικούς χαιρετισμούς"

Απευθυνόμενος στους αναγνώστες ως ταπεινός διαχειριστής του δημόσιου λόγου, νομίζω ότι ταιριάζει να κλείσω αυτή την παρουσίαση ως εξής:

«Κύριοι, σαν ήρθε η βραδιά σας λέω την προσευχή μου:

Τσέπη δεν έβλαψα καμία εκτός από τη δική μου.

 Σ’ όλο το βίο μου έγγραφα για να πλουτίζουν άλλοι

και με χαμόγελο έκρυβα το βιοτικό μου χάλι. …


 Για ξένες έγνοιες κούρασα το νου μου και τα χέρια. …

κι απέφευγα σχολαστικά την κάθε μια μιζέρια

Σας χαιρετώ αναγνώστες μου και δεν παραπονιέμαι.

Καμιά φορά γκρινιάζουμε για κείνα που τα θέμε.


Ευχαριστώ για τα βουνά, τους κάμπους που δεν είδα

 Κι έμαθα πως υπάρχουνε απ’ την εφημερίδα».


Δημήτρης Τσιγάρας


Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

Ο Άγιος Βασίλης στο Βαλτινό

 

Η νύχτα που περιμένουν με ανυπομονησία τα παιδιά σε όλον τον πλανήτη, φτάνει όπου ο θρυλικός Santa Claus, Saint Nicholas, Father Christmas ή όπως αλλιώς τον λένε στις διάφορες γλώσσες, ταξιδεύει μεταφέροντας δώρα τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ο Άη Βασίλης κάνει το πέρασμά του από πόλεις και χωριά, και θα περάσει κι από το Βαλτινό, οπότε θα φθάσει οπωσδήποτε κι ως την πόρτα του σπιτιού σας, για να μοιράσει τα δώρα του.

Αξίζει όμως να επισημανθεί κάτι από τα κάλαντα του Αγίου Βασιλείου, που τραγουδούσαμε παλιά και που δεν καταλαβαίναμε την σημασία των στίχων, αλλά ούτε κανένας «δάσκαλος» μας εξήγησε ποτέ:

…«Στην πατερίτσα ακούμπησε να πει την αλφαβήτα
κι η πατερίτσα ήταν ξερή κι απόλυκε κλωνάρι»…
Καταπληκτικοί στίχοι που αναδεικνύουν το συγκλονιστικό μήνυμα της δύναμης των γραμμάτων (της αλφαβήτας) και γενικότερα της παιδείας, η οποία κάνει ακόμα και το ξερό ξύλο να φυτρώσει και να ανθίσει!


Άγιος Βασίλης έρχεται, Γενάρης ξημερώνει.

Βαστά εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι

Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε.

Βασίλη μ’ πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;

Από τον δάσκαλο έρχομαι, στη μάνα μου πααίνω.

Αν έρχεσαι απ’ τον δάσκαλο, πες μας την αλφαβήτα.

Στην πατερίτσα ακούμπησε να πει την αλφαβήτα
κι η πατερίτσα ήταν ξερή κι απόλυκε κλωνάρι,

κλωνάρι χρυσοκλώναρο, χρυσό μαλαματένιο,

που το αμπόλιαζε ο Χριστός με το δεξί το χέρι,

με το δεξί με το ζερβό με τ’ άγιο το βαγγέλιο.

Και του χρόνου».


Οι παλιές Χριστουγεννιάτικες κάρτες

 

Οι μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς κατέχουν κεντρική θέση στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου. Πρόκειται για μια περίοδο που γεφυρώνει το παρελθόν με το παρόν, φέρνοντας στην επιφάνεια -για μερικές ημέρες κάθε έτους- παραδόσεις, έθιμα, γεύσεις και ιστορίες που οι ρίζες τους χάνονται βαθιά μέσα στον χρόνο.

Τέτοιες μέρες παλαιότερα, ο ταχυδρόμος έφερνε τις Χριστουγεννιάτικες κάρτες με τις ευχές για «Καλά Χριστούγεννα και ευτυχές το νέο έτος», που έστελναν συγγενείς και φίλοι από όλο τον κόσμο, με το ταχυδρομείο. Όσοι βέβαια ήταν προνοητικοί και τις έστελναν νωρίς, καθώς υπήρχε και φόρτο εργασίας στα ΕΛΤΑ. Για τους πιο αργοπορημένους πολλές φορές οι κάρτες έφθαναν την επόμενη χρονιά!

Η αποστολή μιας ευχετήριας κάρτας προϋποθέτει επιλογή, αγορά, γραφή, σκέψη, φροντίδα και αποτελεί ιδιαίτερη τιμή και ένδειξη πολιτισμού.

Στο κέντρο της Χριστουγεννιάτικης κάρτας κυριαρχούσε μια οικογενειακή σκηνή, ή ο Άγιος Βασίλης, ή ένα Χριστουγεννιάτικο δέντρο, ή διάφορα αντικείμενα που συμβολίζανε το γούρι και σε κάποιο σημείο ήταν οι ευχές. Πολλές φορές στις κάρτες τυπώνονταν έργα τέχνης με ζωγραφικές εικόνες από την γέννηση του Χριστού.

Στο πίσω μέρος της κάρτας έγραφαν την χριστουγεννιάτικη επιστολή. Ήταν υπογεγραμμένες με τον ξεχωριστό γραφικό χαρακτήρα του καθενός και αυτό αποτελούσε μια πράξη τιμής, σε βαθμό αμοιβαιότητας, για τον αποστολέα και τον παραλήπτη.

Πόσο άλλαξαν, όμως, οι συνήθειες και ο εορτασμός των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στο διάβα των αιώνων και πόσο διαφορετικός είναι σήμερα ανά τον κόσμο;

Τα τηλέφωνα τότε ήταν δυσεύρετα και ακριβά στα χωριά. Σήμερα αυτή η ανάγκη επικοινωνίας και ανταλλαγής ευχών και μηνυμάτων αντικαταστάθηκε με τα κινητά, τα μηνύματα και το διαδίκτυο.

Ωστόσο οι παλιές Χριστουγεννιάτικες καρτ ποστάλ συγχωριανών μας, που δημοσιεύουμε, όχι μόνον ξυπνούν αναμνήσεις αλλά είναι και χαρακτηριστικές για την αισθητική μιας άλλης εποχής, τότε που σε κάθε σπίτι ο εορταστικός διάκοσμος γίνονταν και με τις κάρτες που λάμβαναν με το ταχυδρομείο.

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2024

«Οι καλικάντζαροι και η Μαμή» Παιδικές μνήμες του Θανάση Ζαμπακά

 

Εν Βαλτινώ, τη Παραμονή Χριστουγέννων κάποιας χρονιάς τη δεκαετία του ΄60.

Αφού κάναμε μπάνιο στο σκαφίδι εγώ και η αδερφή μου, φορέσαμε τα φτωχικά μας, αλλά καθαρά ρούχα και το βραδάκι της παραμονής μαζευτήκαμε γύρω από το τζάκι για να ζεσταθούμε. Η μάνα, μας έφτιαξε και μας έδωσε, για βραδινό, ζεστό χαμομήλι με φρέσκο ζυμωτό ψωμί στη γάστρα, καθώς νηστεύαμε και την επόμενη μέρα θα πηγαίναμε στην εκκλησία για να μεταλάβουμε.

-«Άντε καθίστε φρόνημα και η γιαγιά θα σας πει ένα παραμύθι», μας είπε.

Εμείς μαζευτήκαμε στο κρεβάτι και κουρνιάσαμε κάτω από την φλοκάτη.

Η γιαγιά έφτιαξε για λίγο τη φωτιά με τη μάσια, πήρε το ξύλινο σκαμνάκι, έκατσε κι άρχισε να μας διηγείται το παραμύθι.

-«Μια φορά κι ένα καιρό, τέτοιες μέρες Χριστουγέννων, οι καλικάντζαροι ανέβαιναν στον πάνω κόσμο κι έκαναν διάφορες ζαβολιές, πείραζαν τον κόσμο, έκαναν ζημιές, και βρόμιζαν τον τόπο. Ένα βράδυ λοιπόν, που η γυναίκα του Τραγοπόδη αρχικαλικάντζαρου, η Πικασόμπρα,  ήταν έγκυος, την έπιασαν οι πόνοι και ήταν έτοιμη να γεννήσει».

-«Αχ τι θα κάνουμε τώρα, νυχτιάτικα, που θα βρούμε μαμή να ξεγεννήσει;» αναφώνησε ανήσυχος ο καλικάντζαρος.

-«Ξέρω εγώ μια μαμή στο άλλο χωριό», πετάγεται και λέει ο παγανός Τρικλοπόδης.

-«Τρεχάτε να την φέρετε γρήγορα εδώ», διέταξε ο αρχικαλικάντζαρος.

Οι καλικάντζαροι έγιναν αέρας και έφτασαν στο σπίτι της μαμής, στο άλλο χωριό, και άρχιζαν να φωνάζουν.

-«Ε μαμή, Ε μαμηηή βγες έξω».

Που να βγει έξω η μαμή.

-«Αυτοί όλο ζαβολιές και ζημιές κάνουν, που να μπλέκουμε τώρα», είπε σιγανά στον άντρα της.

-«Βγες έξω είναι ανάγκη να ξεγεννήσεις την καλικαντζαρού» ακούστηκε πάλι μια φωνή από τους καλικάντζαρους.

Τι να κάνει κι η μαμή, άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα και είδε ένα τσούρμο από καλικαντζαραίους.

-«Έλα γρήγορα να ξεγεννήσεις την καλικαντζαρού και θα σε χρυσώσει ο αρχηγός μας», είπε ένας καλικάντζαρος.

-«Πώς να ρθώ με ένα γόνα χιόνι έξω;» είπε η μαμή.

-«Θα ζέψουμε το κάρο» είπαν οι καλικάντζαροι.

-«Μπά, φοβάται το άλογο τη νύχτα…», είπε ο άντρας της μαμής, αλλά χωρίς να προλάβει να αποσώσει την κουβέντα του, οι καλικάντζαροι είχαν ζευτεί οι ίδιοι στο κάρο και περίμεναν την μαμή.

Έτσι λοιπόν, ανέβασαν την μαμή στο κάρο και τράβηξαν για το σπίτι του αρχικαλικάτζαρου.

-«Καλώς την κυρά μαμή», είπε ο τραγοπόδης, «έλα κι αν με βγάλεις αρσενικό παιδί θα σε γεμίσω με χρυσάφι και καλούδια, αν όμως με βγάλεις θηλυκό, αλλοίμονό σου!»

Βλέπετε, ο έρμος ο Παγανός, όλο κορίτσια έκανε.

Μπαίνει λοιπόν η μαμή στο διπλανό δωμάτιο και ξεγέννησε την καλικαντζαρού.

Έλα όμως, που το παιδί ήταν πάλι κορίτσι!

-«Αχ, τι κάνουμε τώρα;» συλλογίστηκε η μαμή.

Όμως η καλικαντζαρού, η Πικασόμπρα, που ήταν καλόψυχη, αναγνώρισε τη βοήθεια της μαμής, και της είπε:

-«Φτιάξε με το κερί ένα «τσουτσούνι» και φέρτο να το κολλήσουμε στα σκέλια του παιδιού για να ξεγελάσουμε τον Τραγοπόδη, μέχρι να το καταλάβει θα έχετε επιστρέψει στο σπίτι σας».

Έτσι και έγινε. Βγαίνει μετά η μαμή από το δωμάτιο και φωνάζει:

-«Αγόρι, αγόρι, να σας ζήσει!»

Τρέχει, ο Τραγοπόδης, μέσα στο δωμάτιο, κοιτάζει καλά το παιδί, βλέπει το τσουτσούνι και λέει:

-«Μπράβο κυρά μαμή, μ’ έβγαλες αρσενικό!»

Φόρτωσε μετά το κάρο της κυρά μαμής, με λίρες και καλούδια και είπε στους καλικάντζαρους να την πάνε στο σπίτι της.

Τα παγανά ζεύτηκαν πάλι στο κάρο και κίνησαν για το σπίτι της κυρά μαμής. Στο δρόμο άρχισαν τρικούβερτο, γλέντι, χόρευαν, χοροπηδούσαν, έκαναν σφούρλες και τραγουδούσαν:

«Το ζιοζιό, το ζιοζιό - Γιούργια, φούργια, γιούργια, φούργια - Πατ κιουτ τσιφ τσαφ».

Την άλλη μέρα, στο σπίτι του τραγοπόδη, την ώρα που αλλάζανε πάνες στο μωρό, έπεσε το τσουτσούνι και ο αρχικαλικάντζαρος είδε το παιδί που ήταν θηλυκό και κατάλαβε την κατεργαριά της μαμής. Θύμωσε τόσο πολύ ο Τραγοπόδης και αγριεμένος φώναξε και διέταξε τους καλικαντζαραίους:

-«Να πάτε στο σπίτι της μαμής να το γκρεμίσετε και να φέρετε πίσω τις λίρες και όλα τα καλούδια».

Η μαμή με τον άντρα της έδεσαν το σκύλο στο κοτέτσι, κλειδαμπάρωσαν τις πόρτες, έκλεισαν και τα κανάτια (πατζούρια), έκαιγαν τα γουρνοτσάρουχα, που η μυρωδιά τους διώχνει τους καλικάντζαρους, κι έριχναν συνέχεια ξύλα και θυμίαμα στο τζάκι.

Ε, ρε και σαν έφτασαν οι καλικάντζαροι, και τι δεν έκαναν για να μπουν μέσα στο σπίτι της κυρά μαμής.  Περπατούσαν στα κεραμίδια, κατουρούσαν από πάνω, έριχναν χιόνι στην καμινάδα για να σβήσουν τη φωτιά…

-«Κλείσε και την κλειδαρότρυπα», είπε στον άντρα της η μαμή, «γιατί ο Ψιλοβελώνης και ο Τρίχας περνάνε από τις κλειδαριές και τις χαραμάδες».

Όλη τη νύχτα βαρούσαν χτυπούσαν, έκαναν ζημιές, αλλά μόλις ξημέρωσε έφυγαν, γιατί οι καλικάντζαροι κυκλοφορούν μόνο την νύχτα.

Και όσο μας τα έλεγε αυτά η γιαγιά, όλο και τρυπώναμε κάτω από τη φλοκάτη εμείς.

-«Κι άμα έμπαιναν μέσα οι καλικάτζαροι, τι έπρεπε να κάνατε για να τους διώξετε γιαγιά; λέγαμε κυριευμένοι από το φόβο εμείς.

-«Α, τους δίναμε το κόσκινο να μετρήσουν τις τρύπες και μέχρι να τις μετρήσουν, γιατί λάθευαν κιόλας, ξημέρωνε κι έφευγαν χωρίς να μας πειράξουν. Τα Φώτα έφευγαν κυνηγημένοι από τον παπά μέχρι να γυρίσουν του χρόνου, και φωνάζανε: «Φεύγετε να φεύγουμε, έρχεται ο παπάς με την βρεχτούρα και την αγιαστούρα».

-«Και μετά και μετά» ανυπομονούσαμε εμείς.

-«Μετά πέρασα κι εγώ από εκεί, πήρα παπούτσια από χαρτί, έπιασε βροχή κι έλειωσαν κι αυτά. Άντε τώρα κοιμηθείτε γιατί αύριο θα πάμε στην εκκλησία πρωί-πρωί».

Την άλλη μέρα ξυπνήσαμε πρωί –πρωί από τις φωνές της γιαγιάς.

«Βγάτει βγάτει όξου να ιδείτε χιόνι!»

Πεταχτήκαμε έξω κι αρχίσαμε να παίζουμε με το χιόνι. Ο πατέρας μου άνοιγε δρόμο μ’ ένα φτυάρι από την αυλή μας μέχρι τον δρόμο.

-«Άντε τώρα μπείτε μέσα γρήγορα», είπε η γιαγιά, «πρέπει να πάμε πρώτοι στην εκκλησία», (καθότι ήταν καντηλανάφτισσα για χρόνια στην εκκλησία).

Ντυθήκαμε, γρήγορα φορέσαμε και τις γαλότσες μας πήραμε και ένα τσιολάκι επάνω μας, να μας προφυλάσσει από το χιόνι, βάλαμε από κάτω και τα ξαδέρφια μας τη Βάσω και τον Στέλιο και μπροστά η γιαγιά, πίσω εμείς κινήσαμε το δρόμο για την εκκλησία.

Εγώ παρατηρούσα δίπλα από τον ντορό που άνοιγε η γιαγιά, κάτι μικρές πατημασιές.

-«Ε γιαγιά, τι είναι αυτές οι πατημασιές;» φώναξα.

-«Ξέρω γω, μπορεί να είναι κι από τα καρκατζάλια», είπε η γιαγιά.

Μας έπιασε ένας φόβος, φτερά έβγαλαν τα πόδια μας…, ούτε που καταλάβαμε πότε φτάσαμε στην εκκλησία.

Εκεί ακούσαμε το «Χριστός γεννάται», «Η παρθένος σήμερον» και λίγο πριν το τέλος της λειτουργίας μεταλάβαμε.

Τελειώνοντας η λειτουργία ο παπα-Χρήστος έβγαλε κήρυγμα και μεταξύ άλλων στο τέλος είπε: «Να βγάλετε από μέσα σας τους καλικάντζαρους και να αγαπήσετε αλλήλους. Χρόνια πολλά!»

Πήραμε το αντίδωρο από του παπά το χέρι και κινήσαμε για το σπίτι.

Εγώ στο δρόμο κοίταζα από δίπλα τις πατημασιές και έλεγα με το μυαλό μου: «λες να…, μπα, όχι.» Κι όλο κοίταζα γύρω…

Άντε λοιπόν να βγάλουμε όλοι μας τους καλικάντζαρους από την καρδιά μας και να βασιλεύει η αγάπη και η Ειρήνη στον κόσμο.

Χρόνια πολλά, καλές γιορτές και του χρόνου!


Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2024

Εκδόθηκε ο 44ος τόμος (2024), σελ. 432 του επιστημονικού περιοδικού «ΤΡΙΚΑΛΙΝΑ»

 Περιέχει σημαντικές μελέτες για τον Νομό Τρικάλων

Με πλούσια επιστημονική και ενδιαφέρουσα ύλη, κυκλοφόρησε ο 44ος τόμος (2024) του επιστημονικού περιοδικού «ΤΡΙΚΑΛΙΝΑ», το οποίο εκδίδει ανελλιπώς από το 1981 ο Φιλολογικός, Ιστορικός, Λογοτεχνικός Σύνδεσμος (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) Τρικάλων. Διευθυντής Συντάξεως του τόμου είναι ο φιλόλογος Θεόδωρος Νημάς, πρόεδρος του Συνδέσμου και Μέλη της Συντακτικής Επιτροπής ο δρ Δημήτριος Σούλας, αντιπρόεδρος, και οι εκπαιδευτικοί Ελένη Τζαβέλλα, γεν. γραμματέας, και Παρασκευή Λάππα-Πουλιανίτη, ταμίας.

Ο εν λόγω τόμος, που αποτελείται από 432 σελίδες, περιλαμβάνει 10 ενδιαφέρουσες επιστημονικές μελέτες, καθώς επίσης και λογοτεχνικά κείμενα Τρικαλινών.

Αναλυτικά τα περιεχόμενα του τόμου έχουν ως εξής:

Α. ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ

ΣΤΕΡΓΙΑΝΗ ΖΗΣΗ, φιλόλογος -MSc,

- Πάνω στο «Χαμένο ποίημα» του Ηλία Κεφάλα: Μία ενδοσκόπηση στα κείμενα του ποιητή για την ποίηση (σελ. 7- 12).

Β. ΙΣΤΟΡΙΑ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Α. ΝΗΜΑΣ, φιλόλογος - δρ ιστορίας της εκπαιδεύσεως,

-  Τα ονόματα των κατοίκων 40 διαλυμένων οικισμών του Ν. Τρικάλων στην Οθωμανική Απογραφή του 1454/55 (σελ. 15-58).

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  Ν.  ΑΣΠΡΟΥΔΗΣ, φιλόλογος,

- Τρία έγγραφα των χρόνων της τουρκοκρατίας για τα χωριά Τυχάι (Ξυλοχώρι) και Γκαβαλιώρα (Γλίστρα) (σελ. 59-70).

ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΧΡ. ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΣ, δρ γερμανικής φιλολογίας,

 -  Η πυρπόληση της Μερίτσας (Οξύνειας) από τους Ιταλούς στις 27 Φεβρουαρίου 1943 (με βάση και τα ιταλικά αρχεία) (σελ. 71-102).

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ Η. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, εκπαιδευτικός, πτυχιούχος Παν/μίου Σορβόννης,

- Η δημιουργία και η εξέλιξη του «Βλαχικού ζητήματος» από το 1848 έως τον 21ο αιώνα του δικαιωματισμού και της μετανεωτερικότητας στην Ελλάδα και τη Βόρειο Ήπειρο (σελ. 103-152).

Γ. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ  - ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

† ΙΩΑΝΝΗΣ Β. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ (1893-1953), θεολόγος - νομικός,

- Η Κεντρικὴ πλατεία, το μπεζεστένι, τα λουτρά, οι τεκέδες, τα χαμάμια και οι βρύσες των Τρικάλων (σελ. 155-189).

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΤΡΑΜΑΝΗΣ, ΝΙΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΒΑΪΟΣ ΠΟΖΙΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΦΟΥΤΑΣ, πολιτικοί μηχανικοί,

- Πάρκο Γεφυρών 500 ετών στην περιοχή Τρικάλων από το α΄ μισό  του 16ου αι. έως το 2024  (σελ. 191-219)

ΦΑΝΗ ΛΥΤΑΡΗ, δρ αρχαιολογίας,

- Η διακριτική παρουσία ανώνυμων ζωγράφων στην πόλη της Καλαμπάκας κατά τους 17ο και 18ο αι. Νεότερα στοιχεία  και επισημάνσεις (σελ. 221-250).

Δ. ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Α. ΝΗΜΑΣ, φιλόλογος - δρ ιστορίας της εκπαιδεύσεως,

- Καπνοκαλλιέργεια και αβεβαιότητα. Οι πικρές εμπειρίες των καπνοπαραγωγών του τ. Δήμου Παραληθαίων Τρικάλων (σελ. 253-298).

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΛ. ΡΑΠΤΗΣ, τ. λέκτωρ λαογραφίας Παν/μίου Ιωαννίνων,

- Γαμήλιες εθιμικές τελετές και λαϊκή κοσμοθεωρία στο Μυρόφυλλο Τρικάλων (σελ.  299-328). 

Δ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Κ. ΓΚΙΚΑ (1889-1985), Χρονογραφήματα (σελ. 331-349).

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΑΠΑΝΙΔΑΣ, Πέντε ποιήματα (σελ. 351-352).

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ, Τρία ποιήματα (σελ. 353-354).

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ, Δύο ποιήματα (σελ. 355-356).

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Α. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Τρία ποιήματα (σελ. 357-358).

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΣΠΙΤΑ, Δύο ποιήματα (σελ. 359-360).

Ο τόμος περιέχει ακόμη:

- Βιβλιοκρισίες (σελ. 361-385) - Νέα Βιβλία (σελ. 386-390) – Σχόλια (σελ. 391-400).

- Νεκρολογίες: Χρίστος Καρράς (1930-2023), Αχιλλεύς Γ. Λαζάρου (1930-2023), Γρηγόρης Μ. Σηφάκης (1935-2023), Νίκος Νικονάνος (1936-2024), Michel Sivignon (1936 - 2024), Κώστας Θ. Κλιάφας (1932-2024),  Ιωάννης Φ. Τεντολούρης (1944-2024) (σελ. 401-424).

Τιμηθέντες με το «Βραβείο Φιλίας Τρικάλων» (σελ. 425) - Επίτιμα Μέλη του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. (σελ. 426) - Οι δραστηριότητες του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων (σελ. 427-429) - Οδηγίες προς τους συνεργάτες των «Τρικαλινών» (σελ. 431-432). 

Διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία.  Εκτός Ν. Τρικάλων Κεντρική Διάθεση: Εκδοτικός Οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη (Π. Πατρών Γερμανού 38 - Θεσσαλονίκη, τηλ. 2310-264748).

Χριστούγεννα - Του Μικέλη Άβλιχου

 

Στη φάτνη των χτηνών Χριστός γεννάται
χωρίς της Επιστήμης συνδρομή·
η θεία Φύσις κάνει για μαμή
κι ο δράκος, σαν αρνί, θεός κοιμάται.
 
Αύριο, άντρας, σα ληστής κρεμάται -
νέα του κόσμου θέλει οικοδομή.
Σταυρό του δίνει ο Νόμος πληρωμή -,
πλην άγιο φως στον τάφο του πλανάται.
 
Διάκοι του Βάαλ, δεν είναι δικός σας
αυτός της φάτνης ο φτωχός Χριστός,
που εκήρυξε για νόμο του τη χάρη.
 
Εσάς τιμή σας μόνη το στιχάρι.
Πομπές, θεοπομπές το ιδανικό σας,
κι είν’ ο Θεός σας, σαν κι εσάς, μιαρός!




Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο «Μισοφέγγαρα» του Ηλία Κεφάλα

 

Ο παραγωγικότατος και εξαίρετος ποιητής Ηλίας Κεφάλας μας παραδίδει νέα θαυμάσια ποιήματα, σπάνιας ευαισθησίας απέναντι στη Φύση, που ταυτίζεται πολλές φορές με τον άνθρωπο και τη μοίρα του. Κοινός τόπος η ωρίμανση και ο θάνατος. Δέντρα, ποτάμια, πουλιά, σπίτια όλα δίπλα μας σιωπηλά παρόντα, αδέλφια μας κι αυτά, ζωντανά ή απολεσθέντα, υπάρξεις ταπεινές και παντοδύναμες, μας συνοδεύουν με την οργιώδη πάλλουσα ομορφιά τους, τον τρόπο τους να ζουν και να σβήνουν, όπως εμείς οι άνθρωποι στον κοινό μας αιώνιο δρόμο. Η γλυκιά και πράα παρουσία τους, η ειρηνική υποταγή τους στον ρυθμό της Φύσης, στα κέφια και στα νεύρα της, στις καταστροφές και τις προστασίες της. Και τα ζώα να περνούν σαν όραμα πλάι μας, ή να τα κατέχουμε και κείνα να μας προσφέρουν τα δώρα τους, αγνοώντας την άλλοτε τρυφερή και άλλοτε βάρβαρη συμπεριφορά μας απέναντί τους. Ένα πορτρέτο που ο σύγχρονος άνθρωπος το βλέπει μέσα από την εικονική πραγματικότητα, χωρίς στην ουσία να το βλέπει, αφού δεν το ζει πια. Και μόνο κάτι άδολες ψυχές που κατοικούν πλάι τους σκύβουν το κεφάλι και τα προσκυνούν.

(Μαρία Κουγιουμτζή, από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Χριστός γεννάται!

 

Οι ανισότητες ανάμεσα στις χώρες ή στις πληθυσμιακές ομάδες κάθε χώρας χειροτερεύουν συνεχώς. Χαράδρα απύθμενη, που καταπίνει άτομα, ομάδες, λαούς. Αυτά είναι τα πραγματικά σύνορα που κατακερματίζουν τον πλανήτη.

Τούτες τις μέρες του εθιμικού καταναλωτισμού ας σκεφτούμε ότι πάμπολλοι συνάνθρωποί μας δεν έχουν ούτε στέγη, ούτε ψωμί να φάνε…

Εμείς στο ψεύτικο και εκβιασμένο «Χο! χο! χο!» μας κι εκείνοι στο ανήμπορο «Οχ! Οχ! Οχ!» τους.



Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2024

Το δάσος...της γνώσης!

 

Από μικρή η Ειρήνη αναζητούσε και έψαχνε απάντηση για όλα. Όμορφη και ξύπνια, μα ένιωθε πως αυτά δεν αρκούν. Ήθελε να μάθει τα πάντα, από το λευκό χρώμα στα σύννεφα, μέχρι το γιατί η θάλασσα είναι μπλε. Ζούσε σε μια πολιτεία χαμένη, κάπου σε έναν κόσμο μακρινό όπου οι περισσότεροι ζούσαν συμβατικά.

Μια νύχτα ένας όμορφος νέος – σαν άγγελος φωτεινός – της είπε ότι υπάρχει θησαυρός της γνώσης, κρυμμένος όμως πίσω από ένα μονοπάτι δύσβατο, γεμάτο κινδύνους. Αποφάσισε να πάει. Καθώς το διέσχιζε, άρχισε να τρέχει ακούγοντας βρυχηθμούς περίεργους. Συνάντησε ένα ακόμα μικρό παιδί που της μίλησε για την αθωότητα. «Είναι στολίδι αυτό που έχουμε, πρόσεξε να μην το χάσεις».

Πιο κάτω, εκεί που κοντοστάθηκε να ανασάνει μες στη νύχτα, εμφανίστηκε μπροστά της μια γυναίκα ασπροφορεμένη που της θύμισε τη νεράιδα, την καλότυχη που έλεγε η γιαγιά της. «Όπου κι αν πας μικρή, να έχεις υπομονή», θα τη χρειαστείς για να’ σαι ευτυχισμένη».

Περπάταγε ανάμεσα από θάμνους, δέντρα που θέριευαν και φάνταζαν γίγαντες θεόρατοι μπροστά στο παιδικό κορμάκι της. Πίσω από μια φυλλωσιά καθόταν μια φιγούρα σαν τη μητέρα της, μα πιο αέρινη, αόρατη σχεδόν. «Τι κάνεις εδώ;» τη ρώτησε. «Ψάχνω του κόσμου τις γνώσεις και την αλήθεια» . «Τίποτα δε θα ΄βρεις, κοριτσάκι, δίχως την αγάπη» απάντησε η γυναίκα και έλαμψε προς το απέναντι βουνό σα μια μικρή, έντονη στο βλέμμα αστραπή.

Αποκαμωμένη από το δρόμο η Ειρήνη, είδε πάνω στο λόφο μετά το πυκνοφυτεμένο δάσος μια καλύβα ερημική. Μέσα έκαιγε φωτιά, όλα περιποιημένα και συμμαζεμένα, σα να πήραν με τον καιρό τη θέση τους, ήρεμα πια και αληθινά, δίχως τη βιασύνη του χρόνου να τα βαραίνει. Ένας γεράκος τρυφερός, μειλίχιος την κοίταξε από το παράθυρο, άνοιξε την πόρτα της καλύβας, να κάτσει λίγο στη φωτιά. «Θα πάγωσες, μικρή μου», «Ναι, κουρασμένη και κρυώνω». «Έτσι είναι παιδί μου της γνώσης το μονοπάτι, απρόσιτο και για λίγους, γενναίους σαν εσένα, μα είναι θησαυρός. Έμαθες τώρα ότι αυτό που αναζητάς, είναι μέσα σου, στο δίνει το όμορφο ταξίδι της ζωής. Πήγαινε να το πεις και στα υπόλοιπα παιδιά, να ανάψεις τη σπίθα και του δικού τους ονείρου».

Στιγμή δεν έχασε η Ειρήνη και άρχισε να τρέχει, ξεχνώντας την κούραση, που ένιωθε όμως τώρα πως την έκανε πλούσια, γεμάτη σοφία κι εμπειρίες. Γύρισε στην πολιτεία της και μοιράστηκε με όλα τα παιδιά αυτά που είδε. Το βράδυ έπεσε στο κρεβάτι της γαλήνια, χωρίς να ψάχνει πια. Μόνο εκείνον τον όμορφο νέο θα ήθελα να δει ξανά, της άλλαξε τα πάντα.

Του Κώστα Ε. Στάθη


Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2024

Τα Βαλτσινιώτικα

 Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα

εδώ στα Βαλτσινιώτικα

θα λέμε τον καημό μας,

τα βάσανα, τις πίκρες μας,

τα ωραία απ’ το χωριό μας.

Θα πω με ειλικρίνεια προχθές τι μου συνέβη

κι ο κάθε Βαλτσινιώτης αν θέλει με πιστεύει.

Προχθές λοιπόν που μέθυσα και έγινα σταφίδα

κι απ’ την ταβέρνα έβγαινα, τους τρεις τους Μάγους είδα.

 

Τραβούσαν τις καμήλες τους από το χαλινάρι

και μόλις μ’ είδαν πάραυτα με πήρανε χαμπάρι.

Πλησίασαν κι ο ένας τους ο πιο ηλικιωμένος,

ελληνικά μου μίλησε και μου ’πε ξαναμμένος:

 

-Παρντόν, αν σας ξαφνιάσαμε, με την εμφάνισή μας.

Μπορείτε ν’ απαντήσετε σε μια ερώτησή μας;

-Ω, ξέρω, του ’πα φίλτατε, Βαλτάσαρ, τι ζητάτε.

Γυρεύετε να μάθετε, που ο Χριστός γεννάται;

 

Ο Μάγος εμειδίασε με κάποια ειρωνεία,

κι αφού τους άλλους κοίταξε, μου είπε μ’ αγωνία:

-Γυρεύουμε να μάθουμε το ποιο όμορφο χωριό

που κρύβει μες στις φλέβες του ανήμερο θεριό!

 

-Το Βαλτινό! του απάντησα. Εσείς οι τρεις που ζείτε;

Ο κόσμος όλος βούιξε κι εσείς το αγνοείτε;

Ο Μάγος μ’ ευχαρίστησε, στον Μελχιόρ εστράφη

και του ’πε: «Δος στον κύριο ένα πουγκί χρυσάφι»!


Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2024

Τραγούδησαν τα κάλαντα οι μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Βαλτινού στο Δημοτικό κατάστημα

 

Χαρούμενες παιδικές φωνές και χαμόγελα πλημμύρισαν την Παρασκευή το μεσημέρι, 20-12- 2024, στο Δημαρχείο της Δημοτικής Ενότητας Καλλιδένδρου, του Δήμου Τρικκαίων στο Βαλτινό.

Ήταν οι μικροί μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Βαλτινού, με τη συνοδεία των δασκάλων τους και υπό τους ήχους του ακορντεόν, τραγούδησαν τα κάλαντα και έδωσαν το δικό τους τόνο στην χαρμόσυνη ατμόσφαιρα των ημερών. 

Ο Αντιδήμαρχος του Β΄ τομέα της Δ.Ε. του Δήμου Τρικκαίων, κ. Σάκης Σκρέκας και οι υπάλληλοι του Δημοτικού καταστήματος, υποδέχτηκαν τα παιδιά με μεγάλη χαρά, άκουσαν τα κάλαντα και ευχήθηκαν στους μαθητές καλές γιορτές, με υγεία, χαρά και πρόοδο.



Τέτοια εποχή ήταν…

 Του Χρήστου Γκίμτσα

Δεν μπορείς να το πεις  και ορεινό αυτό το χωριό. Επτακόσια τόσα μέτρα υψόμετρο. Ήταν  όμως κεφαλοχώρι στις καλές εποχές, με δυο χιλιάδες και παραπάνω κατοίκους που το καλοκαίρι γίνονταν περισσότεροι.
Τρία καφενεία είχε τότε, δυο ταβέρνες και άλλα τόσα μπακάλικα. Τώρα έχει μείνει μόνο το καφενείο του Αναστάση, που τα βράδια γίνεται και ταβέρνα.
Δεν ήταν φτωχό χωριό. Είχαν να λένε στην αγορά για τα μήλα τα αχλάδια και τα ζαρζαβατικά που έβγαζε. Αλλά βλέπεις οι καιροί άλλαξαν και όπως έγινε και με τα γύρω χωριά, ερήμωσε και τούτο. Όλοι οι νέοι φευγάτοι και απόμειναν καμιά τριακοσαριά γέροι να κρατάνε ζωντανό τον τόπο.
Μαζί με αυτούς και ο μπάρμπα- Αντρέας. Δυο παιδιά είχε  και κανένα δεν έμεινε πίσω. Λογιστής ο ένας  σε μεγάλο γραφείο στην πρωτεύουσα, λιμενικός ο άλλος σε κάποιο νησί και απόμεινε μόνος με την γυναίκα του την Ευανθία να κρατάνε το σπίτι ανοιχτό.
Αλλά δεν το έβαζε κάτω. Και ένα μικρό μπαξέ σκάλιζε, και όσες μηλιές είχαν απομείνει τις φρόντιζε και ένα μικρό αμπελάκι που είχε σε μία πλαγιά κλάδευε, όταν έρχονταν ο καιρός.
Αλλά τι τα θες, μετά από αυτόν όλα ρημάδια θα έμεναν.

Κοντά στα Χριστούγεννα ήταν και ξεχειμώνιαζε και αυτός μαζί με τους άλλους στο καφενείο του Αναστάση, γύρω από την σόμπα.
Εκεί που μαζεύονταν  κάθε βράδυ, Τσιμπολογούσαν κανένα χοιρινό που έψηνε στα κάρβουνα  ο Ανέστης, έπιναν ντόπιο τσίπουρο και έφερναν την κουβέντα, πάντα στα παλιά.
Εκεί ήλθε η γειτόνισσα η Γεωργία αλαφιασμένη, τρέχοντας και φώναξε από την πόρτα του καφενείου:
«Τρέξε, η Ευανθία…»
Έτρεξε αλλά δεν την πρόλαβε. Βαρύ εγκεφαλικό, είπαν στο νοσοκομείο.
Ήλθαν και τα παιδιά με τις γυναίκες του και τα εγγόνια, την έκλαψαν και την έθαψαν στο κρύο χώμα.
Ο μεγάλος γιος φεύγοντας τον χιλιοπαρακάλεσε.
«Πως θα μείνεις μόνος, μέσα στον χειμώνα. Έλα μαζί μας, έχω μεγάλο σπίτι, δεν θα σου λείψει τίποτα. Άμα ανοίξει ο καιρός, θα δούμε, ξανάρχεσαι πίσω. Και μια που επέμενε και ο μικρός γιος το αποφάσισε. Να έκανε όμως πρώτα τα δεκαήμερα τις Ευανθίας.
Άφησε λίγα χρήματα στην Γεωργία για να περιποιείται τον τάφο της και να ανάβει το καντήλι και ανέβηκε στο λεωφορείο.

Παράπονο δεν είχε. Με τον δικό το δωμάτιο, τον καφέ κάθε πρωί που τον ετοίμαζε η νύφη του, με τα δυο  του εγγόνια να τον χαίρονται. Αλλά όταν έφευγαν όλοι, τα παιδιά στο σχολείο και οι μεγάλοι στην δουλειά, η μοναξιά γινόταν θηρίο μέσα του.
Πλησίαζε το παράθυρο και έβλεπε τον τοίχο της απέναντι πολυκατοικίας. Έβγαινε μπροστά στο μπαλκόνι και τον τρέλαινε ο θόρυβος κι η κυκλοφορία των αυτοκινήτων στο δρόμο.
Βρήκε τελικά  ένα καφενείο κάπου εκεί τριγύρω, έκατσε να πιει καφέ, όμως καμία σχέση με τον Αναστάση. Ξένος μέσα σε ξένους.
Και η Ευανθία να του λείπει αφάνταστα μέρα, νύχτα.

Στο τέλος δεν άντεξε άλλο και μόλις άνοιξε ο καιρός, γύρισε πίσω στην βολή του.
Κλάδεψε τα δέντρα, σκάλισε τον μπαξέ, ξαναβρήκε τους δικούς του, και ήλθε η ψυχή του στον τόπο της.
Έφτασε και το καλοκαίρι, ξανάρθαν τα παιδιά με τα εγγόνια και κάπως μαλάκωσε μέσα του η απουσία της Ευανθίας.
Αλλά όταν έφυγαν, πάλι τον έπνιξε η μοναξιά μέσα στο άδειο σπίτι.

Και πόσες ώρες να περάσει μέσα στο καφενείο μαζί με τους άλλους γύρω από την ξυλόσομπα. Γιατί ο χειμώνας είχε φτάσει και από ότι έλεγαν θα ήταν άγριος αυτή την χρονιά.

Ένα βράδυ που είχε απομείνει τελευταίος στο μαγαζί, φωνάζει τον Αναστάση και του λέει:
«Αναστάση, η Ευανθία χρονίζει. Θέλω να της κάνουμε το μνημόσυνο.»
«Μετά χαράς,  ότι θέλεις.»
«Όχι όμως με καφέδες κονιάκ παξιμάδια και τέτοια. Θέλω γλέντι. Να βάλεις στην ψησταριά δυο σφαχτά, να βρεις κι ένα καλό κρασί, να φωνάξεις τον Βάγγο με το κλαρίνο  και τον Κιτσάρα με το λαούτο  και να το κάψουμε. Να την θυμηθούμε να ευχαριστηθούμε και εμείς κι εκείνη καθώς θα μας βλέπει από ψηλά, γιατί ξέρεις η μακαρίτισσα τα αγαπούσε τα γλέντια.
Έτσι είπε και έτσι έγινε. Ήλθε όλο το χωριό. Χόρεψαν, ήπιαν και όλοι θυμήθηκαν πόσο λεβέντισσα, πόσο νοικοκυρά και αγαπητή ήταν η  συγχωρεμένη.
Πέρασε η ώρα. Οι άνθρωποι κουράστηκαν, και άρχισαν αραιώνουν.
Τελευταίοι έφυγαν ο Βάγγος και ο Κιτσάρας, αφού πρώτα πληρώθηκαν και με το παραπάνω.

Έξω είχε αρχίσει να χαράζει και από το τζάμι φαίνονταν πως είχε αρχίσει να χιονίζει.
«Άντε την τιμήσαμε την Ευανθία είπε ο Αναστάσης, Πρέπει να μείνατε και εσύ και αυτή ευχαριστημένοι. Ώρα να πας στο σπίτι κι εγώ να αρχίσω να συμμαζεύω λίγο εδώ μέσα».
«Που με στέλνεις μέσα στο κρύο και την ερημιά. Η γυναίκα μου δεν είναι που έφυγε, είναι που τα πήρε όλα μαζί της. Άδειασε το σπίτι. Τίποτα δεν έχει μείνει εκεί μέσα, μόνο η μοναξιά.»
Εκείνη την στιγμή έφερε το χέρι του στο στήθος. Ο  Αναστάσης δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα.
Με ένα φορτηγάκι τον πήγαν στο νοσοκομείο. Έμφραγμα είπαν πως ήταν.

Τα παιδιά μαυροφόρεσαν ακόμα μία φορά. Τον έθαψαν δίπλα στην μάνα τους μέσα στο χιόνι που είχε σκεπάσει το χωριό.
Ο μπάρμα – Αντρέας θα πρέπει να ένοιωθε ζεστά διπλά στην Ευανθία.
Τα κατάφερε ο αθεόφοβος. Αυτά τα Χριστούγεννα θα τα έκανε μαζί της.


επικοινωνιστε μαζι μας