Στο
χωριό, η άνοιξη δεν ερχόταν με τα ημερολόγια, αλλά με τις φωνές των παιδιών.
Και για τον Χάρη, όλα άρχιζαν εκείνη τη μέρα που περνούσαν οι λαζαρίνες.
Με
τα καλαθάκια τους στολισμένα με λουλούδια, έμοιαζαν σαν μικρές πολύχρωμες
πομπές που έφερναν μαζί τους την υπόσχεση της γιορτής. «Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν
τα Βάϊα…» τραγουδούσαν, και οι νοικοκυρές έβγαιναν στις αυλόπορτες με χαμόγελο,
γεμίζοντας τα καλάθια τους με ξυλοκέρατα, καραμέλες, αυγά και σύκα.
Από
εκείνη τη στιγμή, για τον Χάρη, το Πάσχα είχε ήδη αρχίσει.
Το
σχολείο έκλεινε και η γειτονιά γέμιζε φωνές, γέλια και τρεχαλητά. Όμως εκείνος
αγαπούσε περισσότερο τα βράδια στην εκκλησία. Μαζεύονταν όλα τα παιδιά του
χωριού, στριμώχνονταν στις γωνιές, άκουγαν τις ψαλμωδίες και, κρυφά-κρυφά,
έπαιζαν και κανένα κρυφτό. Μέχρι που η φωνή του παπά έκοβε τη σκανταλιά:
«Αμαρτία είναι, παιδάκια… ο Χριστός περνά τα πάθη Του».
Τα
μεσημέρια, οι γυναίκες κουβαλούσαν νερό με τα γκιούμια και έπλεναν την
εκκλησία, μέσα κι έξω. Τα κορίτσια έφερναν λουλούδια από τις αυλές, και
σιγά-σιγά ο επιτάφιος στολιζόταν σαν ανοιξιάτικο περιβόλι.
Εκεί,
στο προαύλιο, ο Χάρης έκανε φίλους. Τον Γκέλια, τον Σιούλα, κι ύστερα τον Πίπη -
ένα παιδί από την άλλη γειτονιά, που ήξερε όλα τα τραγούδια. Μαζί περνούσαν
κάτω από τον επιτάφιο, στην αρχή με τις μανάδες τους, ύστερα μόνοι τους,
γελώντας, σαν να ήταν παιχνίδι. Μα βαθιά μέσα τους κάτι τους έλεγε πως δεν
ήταν.
Τη
Μεγάλη Παρασκευή το πρωί, πήραν τα καλάθια τους και βγήκαν να πουν τα κάλαντα.
Ο Πίπης άρχισε πρώτος:
«Σήμερα μαύρος ουρανός…»
Οι
άλλοι ακολούθησαν, άλλος σωστά, άλλος φάλτσα, μα με ψυχή. Και τα καλάθια
γέμιζαν ξανά. Καραμέλες, σύκα, αυγά, καμιά φορά και καμιά παράδα. Τα κόκκινα
αυγά όμως δεν τα άγγιζαν.
«Αμαρτία είναι πριν την Ανάσταση», έλεγε η γιαγιά. Κι αυτό έφτανε.
Το
Μεγάλο Σάββατο το σπίτι ήταν γεμάτο φωνές. Η μάνα κυνηγούσε τα παιδιά να τα
λούσει, εκείνα φώναζαν πως πεινούσαν. Εκείνη τους έδινε ψωμί με ζάχαρη και λίγο
νερό για να «κρατάει», κι ύστερα, με απειλές και παρακάλια, κατάφερνε να τα
καθαρίσει.
Ξημέρωνε
Ανάσταση.
Η
καμπάνα χτύπησε από τα χαράματα. Η μάνα έντυσε τα παιδιά, φόρεσε κι εκείνη το
καλό της φουστάνι και πήραν όλοι μαζί τον δρόμο για την εκκλησία.
Ο
χώρος έλαμπε. Καντήλες, λαμπάδες, κεριά - φως παντού. Τα πρόσωπα των ανθρώπων
φωτίζονταν όπως και των αγίων στις εικόνες. Οι ψαλμωδίες γέμιζαν τον αέρα.
Ο
Χάρης ξέφυγε από την οικογένεια και βγήκε έξω. Οι φίλοι του ήταν ήδη εκεί,
στάζοντας κερί στα δάχτυλα και στα νύχια, γελώντας σιγανά.
Και
ύστερα-
«Χριστός Ανέστη!»
Η
εκκλησία σείστηκε. Οι καμπάνες χτυπούσαν δυνατά, τόσο που νόμιζες πως σκίζουν
τον ουρανό. Τα πουλιά σώπασαν, κι οι κουκουβάγιες πέταξαν μακριά.
Στο
νεκροταφείο, μικρά φώτα άναβαν πάνω στους τάφους. Ο Σιούλας είπε με σιγουριά:
«Στη Δευτέρα Παρουσία θα αναστηθούν όλοι».
Ο
Χάρης το ήθελε αυτό. Ήθελε να ξαναδεί τον παππού του.
Μα
η ζωή συνέχιζε.
Τα
παιδιά τσούγκριζαν αυγά, γελούσαν, μάλωναν για το ποιο ήταν πιο γερό. Ο πατέρας
έσφαζε το αρνί στην αυλή, με κινήσεις σίγουρες, και η μάνα ετοίμαζε το φαγητό.
Και
το μεσημέρι άρχιζε το γλέντι.
Στην
εκκλησία μαζεύονταν όλοι. Οι οργανοπαίχτες έπαιζαν, οι γυναίκες πιάνονταν
χέρι-χέρι, οι άντρες πίσω τους. Ζευγάρια, συγγενείς, αρραβωνιασμένοι. Κι όταν
άρχιζε ο χορός, έπεφταν παράδες στα όργανα.
Κάτω
από τα δέντρα, καραμελάδες και παγωτατζήδες είχαν απλώσει την πραμάτεια τους.
Τα
παιδιά στάθηκαν μπροστά στο τρίκυκλο με τα παγωτά. Μιάμιση δραχμή δεν είχε
κανείς. Ο παγωτατζής το έκοψε στα τρία.
Ο
Πίπης δεν πήρε. Κοιτούσε μόνο. Τις κινήσεις, τα χέρια, τις σακούλες. Και όταν
οι άλλοι έφευγαν, εκείνος μάζευε μια άδεια χάρτινη σακούλα, την φούσκωνε και
την έσπαγε στο γόνατό του.
Για
λίγο, ήταν σαν να είχε κι αυτός παγωτό.
Το
απόγευμα, ο εσπερινός σταματούσε το γλέντι. Τα παιδιά έψαχναν στο χώμα για
ξεχασμένα νομίσματα, σαν μικρά λαγωνικά.
Και
ύστερα… όλα τελείωναν.
Την
τρίτη μέρα, μετά τη λειτουργία, οι χωριανοί έλεγαν:
«Και του χρόνου».
Ο
Χάρης στεκόταν σιωπηλός.
Γιατί
ήξερε πως το «του χρόνου» ήταν πολύ μακριά. Και το Πάσχα, που τόσο περίμενε,
είχε ήδη αρχίσει να γίνεται ανάμνηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου