Τα
φασόλια είχαν απλωθεί χύμα στο καινούργιο αλώνι, ξερά, έτοιμα για το
ξεσπύρισμα. Όμως το βράδυ ήθελαν φύλαξη. Ήταν εύκολο να τα κλέψει κανείς, ακόμη
πιο εύκολο να τα βρουν τα πρόβατα και να τα ρημάξουν. Τα φασόλια ήταν για τα
ζώα σαν γλύκισμα, κάτι που δεν άφηναν ποτέ ασυγκίνητο.
Ύστερα
από το βραδινό, ο πατέρας είπε στη μάνα:
—
Ετοίμασε μια κουρελού και μια φλοκιάρα βελέντζα. Θα πάω να κοιμηθώ δίπλα στ’
αλώνι.
Δεν
πρόλαβε να ολοκληρώσει, κι ο Χάρης πετάχτηκε:
—
Θα ’ρθω κι εγώ!
Το
ζητούσε μέρες τώρα. Ήθελε να κοιμηθεί έξω, ν’ ακούει τα τριζόνια και να βλέπει
τον ουρανό να απλώνεται από πάνω του σαν μεγάλη, φωτεινή σκέπη. Ο πατέρας
συνήθως αρνιόταν. Έλεγε πάντα:
—
Θα μας φάν’ τα σκυλιά, βρε παιδί μ’. Έχουμε άφραγη τη ρούγα.
Αλλά
τώρα, που θα ’ταν κι ο ίδιος εκεί, δεν είχε λόγο να φέρει αντίρρηση. Έτσι,
πατέρας και γιος πήραν τον δρόμο για το αλώνι.
Έστρωσαν
την κουρελού κάτω, τη βελέντζα από πάνω, κι έπεσαν ν’ απολαύσουν τη γλυκιά
ψύχρα της νύχτας. Ο πατέρας έπλεξε τα δάχτυλά του και τ’ ακούμπησε κάτω από το
κεφάλι. Το ίδιο έκανε κι ο μικρός, μια τέλεια μίμηση.
Ο
πατέρας κοιτούσε αφηρημένος, ίσως υπολόγιζε τη σοδειά, ίσως μετρούσε στο νου
του τις δουλειές που απέμεναν. Ο Χάρης, όμως, είχε τα μάτια καρφωμένα στον
ουρανό. Έψαχνε τα αστέρια σαν να ήταν ιερογλυφικά που έπρεπε να
αποκρυπτογραφήσει. Άλλοτε κοίταζε ανατολή–δύση, άλλοτε βοριά–νότο. Κι άκουγε…
άκουγε τα κουδούνια από μακρινά κοπάδια, γαβγίσματα, ανεξήγητα τριξίματα, κι
από κάτω τους αμέτρητα τριζόνια που έφτιαχναν ένα ακορντεόν του καλοκαιρινού
κάμπου.
Όμως,
όπως πάντα με τα παιδιά, κάπου εκεί ξεπετάχτηκε ένας φόβος. Θυμήθηκε το σούρσιμο
των φιδιών στον κουρνιαχτό.
—
Μπαμπάκα… άμα ’ρθει κανένα σκυλί ή κανένα φίδι; Τι θα κάνουμε;
—
Μη σε νοιάζει, είπε ο πατέρας ήρεμα. Κάτω από τις φασουλιές έχω δυο μεγάλα
παλούκια…
Ο
Χάρης αναθάρρησε. Ο πατέρας ήταν εκεί. Αδύνατο να πάθει οτιδήποτε. Τα μάτια του
ξαναγέμισαν αστέρια.
Μετά
άρχισαν οι ερωτήσεις.
—
Αυτός είναι ο ζυγός, του είπε ο πατέρας δείχνοντας έναν αστερισμό. Εκεί είναι η
πυροστιά. Εκεί πέρα είναι η Πούλια… κι αυτά εκεί είναι τ’ άχυρα του παπά.
Ο
μικρός έσκασε στα γέλια.
—
Τ’ άχυρα του παπά;
Κι
ο πατέρας τού διηγήθηκε την παλιά ιστορία: ένας παπάς είχε κλέψει ένα τσουβάλι
άχυρα, κι όση ώρα περπατούσε, έπεφταν λίγο-λίγο. Ο Θεός τον τιμώρησε να
φαίνεται από τη γη για πάντα, για να παραδειγματίζονται οι άνθρωποι.
—
Ο Αυγερινός, που λέει η μάνα, ποιο άστρο είναι; ρώτησε τελικά.
—
Ο Αυγερινός βγαίνει πριν χαράξει. Την αυγή.
Ο μικρός αποφάσισε να τον περιμένει, να τον δει. Αλλά ο ύπνος ήρθε νωρίτερα. Κοιμήθηκε με χαμόγελο.
Το
πρωί ξύπνησε με τον ήλιο να του γαργαλά το πρόσωπο. Ο Αυγερινός ξεχασμένος, η
χαρά όμως μεγάλη: τα φασόλια δεν τα είχε πειράξει κανείς. Προφανώς χάρη και στη
δική του… ηρωική παρουσία.
Ύστερα
το μεσημέρι, ο πατέρας έζεψε τη Λιάρα και την Καράσω. Έδεσε στον άλτσο την
αδοκάνη κι άρχισε να τις φέρνει κύκλο πάνω στο αλώνι. Τα σιδερένια δόντια της
αδοκάνης έκοβαν βλαστούς και καβούκια, κι οι άσπροι καρποί έπεφταν από κάτω σαν
μικρές δροσοσταλίδες της γης.
Η
μάνα αναποδογύριζε τις φασουλιές, να περάσει η αδοκάνη παντού. Οι γονείς,
ακούραστοι, τινάζαν και τα τελευταία φασόλια από τις ξεραμένες φασουλιές, ώσπου
στο τέλος έμειναν στον κύκλο μόνο οι σπόροι, ανακατωμένοι με πράσινη, λεπτή
σκόνη.
Τώρα
ήθελαν αέρα. Ένα ελαφρύ, ευλογημένο αεράκι, για να αρχίσει το λίχνισμα με το
καρπολόι. Μα ο άνεμος δεν υποτασσόταν ποτέ στον άνθρωπο. Μπορεί να ερχόταν σε
ώρα… μπορεί σε μέρες. Κι αν έφερνε και ψιχάλα μαζί του; Τότε το πράσινο χνούδι
θα κόλλαγε στους σπόρους και η τιμή θα έπεφτε. Κι η αγωνία του πατέρα μεγάλωνε.
Όταν,
επιτέλους, άρχισε να φυσά, βγήκαν όλοι στο αλώνι. Ο πατέρας σήκωνε το καρπολόι
ψηλά και το άδειαζε μπροστά στον αέρα. Οι άσπροι σπόροι έπεφταν βαριοί και
καθαροί, κι ό,τι ήταν χνούδι έφευγε με την αύρα.
Μετά,
έσκυψε ο πατέρας στον σωρό, έβαλε τον τενεκέ μέσα, τον σήκωσε, τον γέμισε με τα
χέρια.
—
Φέτος τα φασόλια βγήκαν χοντρά, είπε στον Μπάρμπα-Λία, που είχε τ’ αλώνι
παραπέρα. Λίγα σάπια, ελάχιστα τζούφια. Αν πιάσουμε και καλή τιμή, μπορεί να
μείνει και καμιά πεντάρα.
Η
μάνα κρατούσε το σακί ανοιχτό. Ο πατέρας άδειαζε τον γεμάτο τενεκέ. Δυο
τενεκέδες έκαναν ένα κουβέλι. Με κουβέλια μετρούσαν τον κόπο των ημερών. Κάθε
σακί δένονταν με κανναβόσχοινο. Φορτώνονταν στο κάρο. Στο σπίτι ξεφορτώνονταν
στο χαϊάτι. Τα φασουλόφυλλα μαζεύονταν κι αυτά κι έκαναν μεγάλη θημωνιά πίσω
από το σπίτι, τροφή για τη Λιάρα τον χειμώνα.
Το
σούρουπο, ο πατέρας ξάπλωνε στην κουρελού κάτω από τη σκαμνιά, με τον μπέμπη να
χορεύει στην αγκαλιά του, τ’ άλλα παιδιά γύρω σαν σπουργίτια, και τη γιαγιά
δίπλα να γνέθει την τούφα στη ρόκα της.
—
Μας έμεινε μόνο το καλαμπόκι στον Κάναλο, έλεγε. Ωσότου το μαζέψουμε…
προλαβαίνουμε να πατώσουμε και τον οντά της Λιάρας.
—
Αχ, Παναγιά μ’, έλεγε η γιαγιά κι έκανε τον σταυρό της.
Την
άλλη μέρα, ένα κάρο με πέτρες στεκόταν στη ρούγα. Ο πατέρας και η μάνα είχαν
πάει χαράματα στη Σαλαμπριά, μάζεψαν πέτρες από την ποταμιά, τις φόρτωσαν και
τις έφεραν για το πάτωμα του οντά. Το δωμάτιο καθαρίστηκε από τις κοπριές της
αγελάδας, στρώθηκε με πέτρες και χώμα, παλαμίστηκε από τα χέρια της μάνας. Κι
όταν στέγνωσε, τα πράγματα πήραν τη θέση τους όπως είχε αποφασίσει ο πατέρας.
Το
σιτάρι μοιράστηκε, ό,τι χρειαζόταν για το ψωμί μπήκε στο αμπάρι. Το υπόλοιπο
πουλήθηκε σε μεγάλο έμπορο στην πόλη. Η μάνα ήταν χαρούμενη, θα έφτιαχνε
τραχανάδες, γλυκό, ξινό και μπλουγούρι. Και το φετινό ψωμί, από το καινούργιο
αλεύρι, βγήκε πιο αφράτο και πιο νόστιμο από κάθε άλλη χρονιά.
Κι
ο Χάρης, που κοιμήθηκε μια νύχτα στ’ αλώνι, μεγάλωσε απότομα ένα κομμάτι μέσα
του, σαν να είχε μάθει να διαβάζει όχι μόνο τ’ αστέρια αλλά και τον κόπο των
ανθρώπων. Και να τον αγαπά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου