Στα
Ζαγοροχώρια ο χρόνος μοιάζει να κυλά διαφορετικά - πιο αργά, πιο βαθιά, σαν τα
νερά των ποταμών που χαράζουν υπομονετικά την πέτρα. Η Στεφανία, καθισμένη στην
όχθη, αφήνεται στη σιωπή του τοπίου. Το πέτρινο γεφύρι ορθώνεται σαν μνήμη
αιώνων, ενώ το ποτάμι ψιθυρίζει ιστορίες που μόνο όποιος σταματά να ακούσει
μπορεί να καταλάβει. Μακριά από τον θόρυβο της καθημερινότητας, η εκδρομή με
τις φίλες της γίνεται μια μικρή τελετουργία επιστροφής στη φύση, μια υπενθύμιση
ότι ο άνθρωπος ανήκει πρώτα στο χώμα, στο νερό, στον αέρα.
Οι
στιγμές αυτές δεν είναι μόνο εικόνες, αλλά αισθήσεις που χαράζονται μέσα της:
το κρύο άγγιγμα της πέτρας, η μυρωδιά της υγρής γης, οι γεύσεις της ηπειρώτικης
κουζίνας που ζεσταίνουν την καρδιά όπως ένα οικογενειακό τραπέζι. Τα γέλια
μπερδεύονται με το κελάηδισμα του νερού, και η συντροφικότητα γίνεται γέφυρα -σαν
εκείνες τις πέτρινες - που ενώνει τις ψυχές. Μέσα σε αυτή την απλότητα, η
Στεφανία νιώθει πως η αληθινή πολυτέλεια βρίσκεται στην παρουσία: να κοιτάς το
ποτάμι, να μοιράζεσαι ψωμί και ιστορίες, να αφήνεις τον εαυτό σου να γίνει
μέρος του τοπίου.
Κι
έτσι, ανάμεσα στα γεφύρια και στους ποταμούς, γεννιέται μια ήσυχη σκέψη: ότι η
ζωή, όπως και το νερό, βρίσκει πάντα τον δρόμο της όταν της επιτρέπουμε να
κυλήσει ελεύθερα. Οι εκδρομές τελειώνουν, οι άνθρωποι επιστρέφουν στις πόλεις
τους, όμως κάτι από αυτή τη γαλήνη μένει μέσα τους - μια μικρή εσωτερική όχθη
όπου μπορούν πάντα να επιστρέφουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου