Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Το σκούρο άχυρο και το κόκκινο κεντίδι (Του Χάρη Αγγελή)

 

Στο σταυροδρόμι πίσω από την εκκλησία σηκωνόταν κουρνιαχτός. Ο Πίπης, με τη φλόγα στα μάτια, έσπρωχνε τον κύλινδρο με την τσιβέτα, κι ο σίδερος τραγουδούσε στο φως του μεσημεριού, ένα λεπτό σφύριγμα σαν φωνή από άλλον κόσμο. Ο Σιούλας, με τα χέρια στις τσέπες, παρακολουθούσε σοβαρός, ενώ ο Χάρης γύριζε τρεχάτος από το χωράφι, αφού είχε δέσει τη γελάδα στο παλούκι.

— Δοκίμασέ το! φώναξε ο Πίπης και του ’σπρωξε στα χέρια την τσιβέτα.

Ο Χάρης έτρεξε λίγα βήματα, αλλά ο κύλινδρος γκρεμίστηκε. Ο Σιούλας γέλασε σιγανά, εκείνος δεν τα κατάφερνε ποτέ, κι όμως είχε το θάρρος να λέει πως είναι ο πιο σοφός. Απ’ τα χέρια του, ο κύλινδρος έπεφτε πριν καν προλάβει να κυλήσει μια δρασκελιά.

— Τώρα το βρήκες, είπε, που θα πάμε σχολείο…

Ο Πίπης σταμάτησε τον κύλινδρο με τη μύτη του παπουτσιού του.

— Τι ρε; Εγώ δεν έρχομαι.

Ο Σιούλας σήκωσε το φρύδι του με σημασία.

— Μην έρχεσαι… Άμα όμως σου ’ρθει ένα πρόστιμο γερό, θα σε φέρει ο πατέρας σου με το ζόρι.

Ο Χάρης ένιωσε την καρδιά του να τρεμουλιάζει. Πρόστιμο; Σχολείο; Έξοδα; Ποτέ δεν είχε ξανακούσει κάτι τέτοιο. Για να το λέει ο Σιούλας, κάτι θα ξέρει, σκεφτόταν. Ξαφνικά, ο ήλιος τού φάνηκε πιο καυτός κι ο δρόμος πιο μακρύς.

Παράτησε τους φίλους του κι έτρεξε στο σπίτι.

— Μάνα! πεινάω! φώναξε από τη ρούγα.

— Τώρα, παλικάρι μου, έλα λιγάκι να μετρήσουμε το σχοινί απ’ τη σάκα και θα σε βάλω να φας, αποκρίθηκε εκείνη, καθισμένη στον αργαλειό, με το πόδι της να χτυπάει το πετάλι ρυθμικά.

Ήρθε κοντά της με καρδιά βαριά. Στο μυαλό του ο Σιούλας εκτόξευε πέτρες. Πρόστιμο… Να βάλει τον πατέρα σε μπελάδες; Ποτέ.

Η μάνα μέτρησε το σχοινί, το ’κοψε, το ’ραψε και του πέρασε τη σάκα στον ώμο. Η ψάθα γδάρθηκε λίγο πάνω στο δέρμα του, αλλά εκείνος δεν κουνήθηκε.

— Με γεια να τη φορέσεις, παλικάρι μου… και καλή πρόοδο, είπε.

Η σάκα έφτανε ως τα κωλομέρια του, με χρώμα σκούρο άχυρο και ένα κόκκινο κεντίδι στο κέντρο που ’μοιαζε με μάτι που βλέπει και φυλάει.

Την έβγαλε και την κοίταξε. Ήταν όμορφη… Όμορφη σαν κάτι που δεν θέλεις να αγαπήσεις, γιατί φοβάσαι πως σε τραβάει μακριά.

Πώς βρέθηκαν γράμματα και σχολεία στον δρόμο του; Εκείνος ήταν φτιαγμένος για ρούγες, για κύκλους γύρω από τον οντά, για παιχνίδι με τον Πίπη και τον σοφό-άσχετο Σιούλα. Χώρια ο μπέμπης και τα δίδυμα -εκείνα τον καταλάβαιναν με το βλέμμα. Τα παιδιά, σκέφτηκε, μιλούν μια γλώσσα μυστική, που οι μεγάλοι έχουν ξεχάσει.

Όλο το απόγευμα περιδιάβαινε με το σκυλί, χάιδευε τον μικρό, έπαιζε τάχα με τα δίδυμα, μα δεν είχε καρδιά. Ήταν σκεφτικός, μικρός σαν βότσαλο στην άκρη του δρόμου, τον έσπρωχνες κι έπαιρνε να κυλά, όπως ο κύλινδρος του Πίπη - μόνο που εκείνος δεν σφύριζε. Μόνο αναστέναζε.

Το βράδυ, καθώς η μάνα έσβηνε τη λάμπα, ο Χάρης γύρισε στο παράθυρο και κοίταξε τη ρούγα. Εκεί, στο σταυροδρόμι πίσω από την εκκλησία, ακόμη χόρευε στο μυαλό του ο κύλινδρος. Μαζί μ’ εκείνον, χόρευαν και οι φόβοι.

Έσφιξε τη σάκα στην αγκαλιά του.

Αν ήταν να πληρώσει ο πατέρας, τότε… τότε θα πήγαινε σχολείο.

Ακόμη κι αν του ’πεφτε ο κόσμος από τα χέρια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας