Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Το πανηγύρι του λιβαδιού και το πρώτο αντίο

 Του Χάρη Αγγελή

Τις μέρες γύρω από το Πάσχα, τότε που η άνοιξη είχε πια φουντώσει για τα καλά και η γη μοσχοβολούσε ζωή, δεν γιόρταζαν μόνο οι άνθρωποι, γιόρταζαν και τα ζώα. Στο ζευγαρολίβαδο, εκεί όπου το χορτάρι ψήλωνε τόσο που ξεπερνούσε το γόνατο, ο αγροφύλακας έδινε το σύνθημα: η βόσκηση επιτρεπόταν.

Και τότε άρχιζε το πανηγύρι.

Τα ζευγάρια των χωραφιών - αγελάδες και άλογα, μαθημένα όλο τον χειμώνα στο ζυγό και στο όργωμα - αφήνονταν ελεύθερα για λίγες μέρες στο καταπράσινο λιβάδι. Στην αρχή επικρατούσε ένας αληθινός χαλασμός. Μουγκρίσματα βαριά, χλιμιντρίσματα κοφτά, πατήματα ανυπόμονα πάνω στο μαλακό χώμα. Οι αγελάδες, άγνωστες μεταξύ τους, δοκίμαζαν τις δυνάμεις τους, χτυπιούνταν κεφάλι με κεφάλι, έτρεχαν σε κύκλους, κυνηγιούνταν σαν να ’ταν μικρά μοσχάρια κι όχι δουλεμένα ζώα. Μα σιγά σιγά, καθώς περνούσαν οι μέρες, «γνωρίζονταν». Η ένταση έσβηνε και τη θέση της έπαιρνε μια ήρεμη, σχεδόν τελετουργική βοσκή.

Ξεχώριζε ανάμεσά τους ένα ζώο παράξενο και συνάμα κωμικό: ο κοκκίνης του Σιούλα.

Ήταν γερασμένος, με μια κοιλιά βαριά και φουσκωμένη, και τον σβέρκο του γυμνό και ροζιασμένο από τα χρόνια κάτω από το ζυγό. Είχε σύρει κάρα φορτωμένα, είχε τραβήξει αλέτρια και σβάρνες, είχε δουλέψει όσο λίγα ζώα. Κι όμως, μόλις πατούσε στο λιβάδι, μεταμορφωνόταν.

Κατέβαζε το κεφάλι, μούγκριζε βαθιά, σχεδόν επίσημα, σαν να ανακοίνωνε την παρουσία του. Έπειτα έμπηγε τα μπροστινά του πόδια στο χώμα και τα τραβούσε με δύναμη προς τα πίσω, σηκώνοντας σύννεφα από κουρνιαχτό. Και μετά άρχιζε την παράξενη τελετή του: πλησίαζε μία μία τις αγελάδες, έβαζε τη μουσούδα του χαμηλά, στις γέννες τους, κι ύστερα σήκωνε απότομα το κεφάλι ψηλά, ανοιγοκλείνοντας τα χείλη του σαν να δοκίμαζε τον αέρα.

Το ίδιο έκανε και εκεί όπου είχαν κατουρήσει οι αγελάδες.

Κάτι έψαχνε ο κοκκίνης. Κάτι που δεν έβρισκε. Ίσως γιατί δεν υπήρχε πια. Ίσως γιατί τα χρόνια τον είχαν αφήσει πίσω.

Τα άλογα, πάλι, ήταν άλλο πράγμα. Γρήγορα, νευρικά, με δύναμη που φόβιζε. Όταν περνούσαν μπροστά από το σπίτι, η γιαγιά ανησυχούσε, φώναζε τα εγγόνια κοντά της, μην τύχει και κάποιο βρεθεί στο διάβα τους. Ο καλπασμός τους ακουγόταν σαν βροντή, κι η καρδιά της σφιγγόταν κάθε φορά.

Το πανηγύρι των μεγάλων ζώων κρατούσε όσο κρατούσε και το ψηλό χορτάρι. Όταν πια το λιβάδι χαμήλωνε και η πρασινάδα λιγόστευε, έπαιρναν τη σειρά τους τα πρόβατα και τα γαϊδούρια. Οι νοικοκυραίοι διάλεγαν τόπο κοντά στη φλέβα, εκεί που το νερό κυλούσε δροσερό, κι έστηναν τα τσαρδάκια τους. Εκεί θα περνούσε το καλοκαίρι ο τσομπάνος με το κοπάδι.

Κάθε μεσημέρι, όταν ο ήλιος ανέβαινε ψηλά και οι άνθρωποι ξυπνούσαν από τον πρωινό τους ύπνο, αντάμωναν ο Χάρης, ο Σιούλας και ο Πίπης. Πήγαιναν στο τσαρδάκι όπου δούλευε ο Γκέλιας, για να του κρατήσουν συντροφιά. Μαζί τους ήταν και ο Νικόλας, ο Γκόλας, κι όλοι μαζί είχαν «ροϊαστεί» τσοπαναραίοι για το καλοκαίρι στο κοπάδι του αδερφού του παππά. Αντάλλαγμα: δυο σακιά σιτάρι ο καθένας.

Ο Γκέλιας ήταν ο μεγαλύτερος. Ψηλός, δυνατός, με βλέμμα που έδειχνε πως είχε ήδη μάθει πράγματα που οι άλλοι μόλις άκουγαν. Τον θαύμαζαν. Κι εκείνος, καθώς σκούπιζε το τσαρδάκι από τις κακαράντζες που είχαν αφήσει τη νύχτα τα πρόβατα, τους μιλούσε.

Τους έλεγε ιστορίες.

Για κορομηλιές γεμάτες κόκκινα κορόμηλα και για κερασιές που λύγιζαν από τους ώριμους καρπούς. Για τα βράδια που οι μεγάλοι τσοπαναραίοι έκλεβαν λίγα λίγα φρούτα, τόσο όσο να μη γίνουν αντιληπτοί. Για τα μποστάνια που ετοιμάζονταν να δώσουν τα πρώτα καρπούζια και πεπόνια. Και για τη φλέβα, δίπλα στη γέφυρα, εκεί που το νερό σχημάτιζε ένα βαθύ «κουλούρι», όπου είχε μάθει να κολυμπά.

Τα μάτια του Χάρη άστραφταν καθώς τον άκουγε.

Όταν τελείωνε το σκούπισμα, άρχιζε το άρμεγμα. Ο Γκέλιας έπιανε μία μία τις προβατίνες, έβαζε το καρδάρι ανάμεσα στα πόδια τους και, με γρήγορες, σίγουρες κινήσεις, τραβούσε τις ρόγες. Το γάλα έπεφτε ρυθμικά, ζεστό, αφρίζοντας ελαφρά. Ήταν δουλειά κουραστική, μα εκείνος την έκανε με τέχνη.

Μέχρι να τελειώσει, ο ήλιος είχε φτάσει στο καταμεσήμερο. Ύστερα έπρεπε να κοιμηθεί. Τα πρόβατα βοσκούσαν τη νύχτα, στη δροσιά, και τη μέρα έμεναν κάτω από τον ίσκιο του τσαρδακιού. Η ευθύνη ήταν μεγάλη, ένα λάθος, ένα ξένο χωράφι, κι ο αγροφύλακας θα έριχνε πρόστιμο βαρύ.

Ο Χάρης, όμως, δεν έβλεπε τη δυσκολία. Έβλεπε μόνο την περιπέτεια.

Το ίδιο βράδυ περίμενε τον πατέρα του. Ήθελε να του μιλήσει.

—Πατέρα, να πάρουμε πρόβατα…

Ο πατέρας χαμογέλασε κουρασμένα.

—Θα σε πάρω, γιόκα μου, του είπε. Μα πρώτα να τελειώσεις το σχολείο.

Ο μικρός δεν επέμεινε. Μα μέσα του είχε ήδη γίνει τσομπάνος.

Λίγες μέρες αργότερα, ήρθε ο γάμος της θείτσας. Ήταν Μάης, μήνας λουλουδιασμένος. Το σπίτι γέμισε κόσμο, φωνές, τραγούδια. Κι ύστερα άδειασε.

Η θείτσα έφυγε. Πήγε στο σπίτι του θείου Κώτσιου, στον πέρα μαχαλά.

Όταν ο Χάρης κατάλαβε πως δεν θα ξαναγύριζε να μείνει μαζί τους, κάτι ράγισε μέσα του. Έπεσε στην αγκαλιά της γιαγιάς και ξέσπασε σε λυγμούς.

Το λιβάδι συνέχιζε να πρασινίζει. Τα ζώα συνέχιζαν το δικό τους πανηγύρι. Μα για τον μικρό, εκείνη η άνοιξη είχε πια μια σκιά.

Ήταν η πρώτη φορά που καταλάβαινε πως, όπως τα χορτάρια θεριεύουν και ύστερα χάνονται, έτσι αλλάζουν και οι ζωές των ανθρώπων.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας