Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Οι Καλότυχες του Κουρνιαχτού - Του Χάρη Αγγελή

 

Εκείνο το γιόμα, ο Σιούλας είχε διαταγή από τη μάνα του να πάει ψωμί στον πατέρα, που βοσκούσε τα πρόβατα στις Χαλκιές. Ήταν απ’ τις μέρες που όλοι είχαν δουλειά στο χωράφι και το σπίτι έμενε σχεδόν έρημο. Ετοίμασε τον τρουβά με το ψωμί, πήρε τη φτσέλα με το νερό στον ώμο κι έκανε να ξεκινήσει.

— Θα ’ρθω κι εγώ, του είπε ο Χάρης. Να ιδώ τους δικούς μου. Βγάζουν τα φασόλια εκεί πέρα.

Ο δρόμος μέχρι τη γέφυρα της Φλέβας ήταν γνωστός, πέρασαν το Ζευγαρολίβαδο σιγά-σιγά, σαν να ήθελαν να καθυστερήσουν την ώρα που θα πατούσαν στον χωματόδρομο. Από εκεί και πέρα άρχιζε η δοκιμασία. Ο κουρνιαχτός ανέβαινε ως τα γόνατα και έκαιγε τα πόδια. Βάτα δεξιά κι αριστερά, φορτωμένα κόκκινα μούρα, είχαν τα φύλλα τους πασπαλισμένα από σκόνη και ήλιο.

Περπατούσαν ξυπόλυτοι, όπως όλα τα παιδιά εκείνα τα καλοκαίρια. Για να γλιτώνουν το κάψιμο, σβαρνούσαν τα πόδια μέσα στη σκόνη, αφήνοντας πίσω τους ένα μονοπάτι που έμοιαζε με ζωγραφιά πάνω στον χρυσαφένιο κουρνιαχτό. Και μετρούσαν τους φιδόδρομους, τις αυλακιές που άφηναν τα φίδια όταν έσερναν τις κοιλιές τους.

— Ετούτος είναι πολύ φαρδύς, είπε ο Χάρης. Σαν χοντρή ταινία μοιάζει. Σίγουρα θα ’ναι μεγάλο φίδι… κι ίσως να ’χει και κέρατα.

— Όχι, ρε, απάντησε ο Σιούλας με σιγουριά. Από χελώνα είναι. Δεν βλέπεις παραδίπλα τις νυχιές των ποδιών της;

Πάντα ο Σιούλας ήξερε να ξεχωρίζει τα ίχνη. Από μικρός τριγυρνούσε με τον πατέρα του στα ζώα και μάθαινε τα σημάδια της γης σαν να διάβαζε παλιό, ιερό βιβλίο.

Λίγο παρακάτω σηκώθηκε αέρας. Ένας μικρός ανεμοστρόβιλος περπάτησε πλάι τους, σήκωσε φύλλα ξερά, κουρνιαχτό και λίγες πεταμένες χλόες που στριφογύρισαν σαν μικρές χρυσές σβούρες.

— Αυτές είναι οι Καλότυχες, είπε ο Σιούλας, με ύφος σοβαρό, όπως όταν επαναλάμβανε ιστορίες του πατέρα του. Τη νύχτα τραγουδούν. Αν μαγέψουν ένα παιδί… μπορεί να το πάρουν μαζί τους. Για πάντα.

Ο Χάρης ένιωσε ένα ρίγος να του σφίγγει τα σωθικά, όχι τόσο για τις Καλότυχες όσο για τον κόμπο που του ανέβαινε στη θωριά, μόλις είδε από μακριά τους γονείς του σκυμμένους πάνω στις φασουλιές. Ήταν μια εικόνα που πάντα τον λύγιζε. Οι δικοί του, λουσμένοι στον ιδρώτα, η μάνα με το μαντήλι μουσκίδι, ο πατέρας με τη ράχη σκυφτή σαν ν’ αγκάλιαζε όλο το χωράφι.

— Όταν μαυρίσουν τα μούρα στα βάτα, θα ’ρθουμε να τα μαζέψουμε, είπε ο Σιούλας, κι έστριψε προς τις Χαλκιές.

Ο Χάρης πήρε τον άλλο δρόμο προς το χωράφι των δικών του. Σαν τον είδαν, ξαφνιάστηκαν.

— Κάτσε κάτω απ’ τον φτελιά, του φώναξε η μάνα. Σε λίγο τελειώνουμε να φύγουμε μαζί.

— Γιατί, βρε παιδί μου, περπατάς ξυπόλυτος; είπε ο πατέρας, σκουπίζοντας τον ιδρώτα με την ανάστροφη της παλάμης. Δεν σε πήρα καβουτσούκια;

— Πεινάω, είπε ο Χάρης, και κάθισε σταυροπόδι στον ίσκιο.

Η μάνα του έφερε το φαγητό τους, σκορδάρι, στουμπισμένο σκόρδο με ξίδι κι αλάτι, ανακατεμένο στο νερό. Φαγητό των φτωχών, μα δροσερότατο. Ο Χάρης βούτηξε το ψωμί και ένιωσε το στόμα του να γεμίζει από μια απλή, θεϊκή νοστιμιά. Μες στη λάβα του μεσημεριού, το σκορδάρι έγινε βάλσαμο.

Στο γυρισμό, η μάνα του τού ’βαλε στο κεφάλι το μεσάλι από το ψωμί για να μην τον καίει ο ήλιος. Βαδίζοντας ανάμεσα στους δυο τους, ένιωθε ασφαλής, σαν να περπατούσε μέσα σε κάστρο χτισμένο από αγάπη. Κι αν τολμούσαν οι Καλότυχες… ας έβγαιναν τώρα!

— Μπαμπάκα, ρώτησε, γιατί δεν κάνετε δεματικά να δέσετε τις φασουλιές, όπως τα στάχια;

Ο πατέρας γέλασε.

— Γιατί δεν γλιστράν όπως τα στάχια, παλικάρι μου. Με το δέσιμο θα τριφτούν τα καβούκια και θα πέσουν τα φασόλια χάμω.

Όταν τελείωσαν το ξερίζωμα, φόρτωσαν τα φυτά στο κάρο και τα πήγαν σ’ ένα καινούργιο αλώνι. Τα άπλωσαν στον ήλιο να στεγνώσουν ακόμη, κι άρχισε το συμβούλιο για το ξεσπύρισμα. Με παλούκια; Ή με την αδοκάνη;

Ο πατέρας, όπως πάντα, είπε τον τελευταίο λόγο:

— Με την αδοκάνη.

Η αδοκάνη ήταν ένα τριγωνικό ξύλινο σκεύασμα, σαν σβάρνα, με σιδερένια τριγωνικά δόντια στη μία πλευρά. Τη δένανε στα ζώα, που τη τραβούσαν πάνω από τις φασουλιές, σπάζοντας τα καβούκια και ελευθερώνοντας τον καρπό.

Ο Χάρης στάθηκε στη σκιά κι έβλεπε τον πατέρα να δένει τα ζώα και τη μάνα να ισιώνει τις φασουλιές με μια κίνηση που θύμιζε χάδι. Μέσα στον κουρνιαχτό που σηκωνόταν, μέσα στο φως που έκανε τα πάντα να τρεμοπαίζουν σαν ζωγραφιά, ο κόσμος έμοιαζε μεγάλη, χρυσή αγκαλιά.

Κι εκεί, για πρώτη φορά, του πέρασε μια σκέψη, πως οι άνθρωποι που σκύβουν στη γη, που παλεύουν με τον κάματο και το λιοπύρι, έχουν μέσα τους μια κρυφή, ανεξήγητη δύναμη. Σαν τις Καλότυχες, μόνο που εκείνοι δεν παίρνουν τα παιδιά. Αντίθετα, τα κρατούν.

Και τα μαθαίνουν να πατούν στη γη χωρίς φόβο.

Αργά το απόγευμα, όταν η αδοκάνη άρχισε να χτυπά ρυθμικά τις φασουλιές, ο ήχος έμοιαζε με τραγούδι. Όχι απόκοσμο, σαν των Καλότυχων, μα ανθρώπινο, βαρύ και αληθινό. Ένα τραγούδι δουλειάς, καλοκαιριού και ζωής που ξέρει να συνεχίζεται κόντρα σε κάψες, κουρνιαχτούς και βάτα.

Και ο Χάρης, ακουμπώντας το κεφάλι στα γόνατα της μάνας του, ένιωσε πως ποτέ άλλοτε ο κόσμος δεν ήταν τόσο απλός, και τόσο ασφαλής.

 

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Η πιο σιωπηλή επιβράβευση της ζωής μου - Στη μνήμη του πατέρα μου, Αντώνη

 

Ο πατέρας μου ήταν αγροφύλακας και άνθρωπος της γης.
Όχι γιατί δούλευε μόνο με τα χέρια, αλλά γιατί ήξερε να στέκεται χαμηλά, εκεί όπου τα πράγματα δεν κάνουν θόρυβο. Αρκούνταν στα λίγα, όχι από φτώχεια, αλλά από επίγνωση. Η αυτάρκεια ήταν το άτυπο μάθημά του. Ένας τρόπος να αντέχει τον κόσμο και, σιωπηλά, να μας μαθαίνει να αντέχουμε κι εμείς.

Όταν κάποτε του είπα πως θα κατέβω στις εκλογές, η γαλήνη του ράγισε. Δεν αντέδρασε με λόγια, διάλεξε τη σιωπή. Απέφευγε να με κοιτάζει κατάματα, σαν να φοβόταν ότι, αν μιλούσαμε, η απόφαση θα έπαιρνε σάρκα και οστά. Περίμενε να υποχωρήσω. Να επιστρέψω στο μέτρο που εκείνος πίστευε πως προστατεύει. Μα εγώ προχώρησα. Κατάρτισα συνδυασμό. Έβαλα υποψηφιότητα. Πήρα το ρίσκο που εκείνος δεν ήθελε να σηκώσω.

Το απόγευμα των εκλογών, στο εκλογικό κέντρο της Φωτάδας, ο χρόνος έμοιαζε να κρατά την ανάσα του. Κι όταν έφτασαν τα τελικά αποτελέσματα και επιβεβαίωσαν την εκλογή μου, η χαρά ξέσπασε σαν νερό που έσπασε φράγμα. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και κατευθυνθήκαμε για το Βαλτινό. Εκεί ο κόσμος είχε ήδη μαζευτεί, πυκνός σαν πανηγύρι ψυχών. Δεν πρόλαβα να πατήσω καλά-καλά στο χώμα, χέρια με σήκωσαν, ώμοι με κράτησαν ψηλά, φωνές με συνόδευσαν μέσα σε επευφημίες. Για λίγα μέτρα έπαψα να ανήκω στο έδαφος.

Ύστερα ήρθαν οι αγκαλιές. Φιλιά, συγχαρητήρια, πρόσωπα φωτεινά. Και μέσα σε αυτό το πλήθος, σαν ήρεμο ρεύμα που διασχίζει φουρτουνιασμένο ποτάμι, είδα τη μάνα μου και τον πατέρα μου να πλησιάζουν. Στα μάτια τους διάβασα κάτι που δεν χωρούσε σε λόγια: χαρά, ναι, αλλά και ανακούφιση, ικανοποίηση για έναν στόχο που έπιασε τόπο.

Άρπαξα τη μάνα μου πρώτη. Την αγκάλιασα σφιχτά, σαν να ήθελα να επιστρέψω μέσα της όλα όσα μου είχε δώσει. Κι ύστερα ήρθε ο πατέρας μου. Αγκαλιαστήκαμε. Σφιχτά. Και για λίγα δευτερόλεπτα ακουμπήσαμε τα μάγουλά μας. Μια κίνηση απλή, σχεδόν ανεπαίσθητη για τους άλλους, μα για μένα κοσμογονική.

Δεν ήταν άνθρωπος των εκδηλώσεων. Η επιβράβευση του φαινόταν επικίνδυνη, φοβόταν πως θα φουσκώσουν τα μυαλά μου, πως η υπερηφάνεια θα ξεπεράσει το μέτρο. Ίσως πίσω από αυτόν τον φόβο να κρυβόταν η δική του ανασφάλεια. Όμως εκείνη τη στιγμή κάτι λύγισε μέσα του. Ίσως ένιωσε πως δεν κινδυνεύω πια. Ίσως πως στάθηκα όρθιος. Και αφέθηκε.

Εκείνο το άγγιγμα των μάγουλων ήταν η σιωπηλή του ευλογία.
Και για μένα, μέσα σε όλες τις φωνές, τα χειροκροτήματα και τους τίτλους, ήταν το μεγαλύτερο τρόπαιο της ζωής μου.

Δ.Τ.

Επίσκεψη μαθητών του ΓΕΛ Βαλτινού στο Δημαρχείο Τρικάλων

 

Μαθητές και μαθήτριες της Β’ και Γ’ τάξης του Γενικού Λυκείου Βαλτινού επισκέφθηκαν την Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026 το Δημαρχείο Τρικάλων, στο πλαίσιο εκπαιδευτικής δράσης με στόχο τη γνωριμία τους με τη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τις σύγχρονες αναπτυξιακές πρωτοβουλίες του Δήμου Τρικκαίων.

Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου, όπου τους μαθητές υποδέχθηκε ο Αντιδήμαρχος Παιδείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού κ. Μιχάλης Λάππας. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, τον λόγο πήρε ο εκπρόσωπος Τύπου του Δήμου Τρικκαίων κ. Θανάσης Μιχαλάκης, ο οποίος παρουσίασε αναλυτικά τις δράσεις, τα έργα και τις δραστηριότητες του Δήμου, με έμφαση στο Στρατηγικό Πλάνο της Έξυπνης Πόλης και τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε σε εμβληματικές πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις, όπως ο «Μύλος των Ξωτικών», η πλούσια πολιτιστική παράδοση της περιοχής, καθώς και οι καινοτόμες ψηφιακές εφαρμογές του Δήμου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Ψηφιακό Ασκληπιείο. Οι μαθητές είχαν την ευκαιρία να ενημερωθούν για τον ρόλο της τεχνολογίας στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών και να θέσουν ερωτήματα σχετικά με το μέλλον των Τρικάλων ως σύγχρονης, βιώσιμης πόλης.

Τους μαθητές συνόδευαν οι εκπαιδευτικοί κ.κ. Νατάσα Ρίζου, Ματίνα Νταφούλη, Νίκος Παπακωνσταντίνου και Γιάννης Ιακωβάκης, οι οποίοι συνέβαλαν στην παιδαγωγική αξιοποίηση της επίσκεψης. Η δράση άφησε θετικές εντυπώσεις και ενίσχυσε το ενδιαφέρον των μαθητών για τα κοινά, την αυτοδιοίκηση και τη σύγχρονη αστική ανάπτυξη.


Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Κι όμως υπάρχει ελπίδα…

 

Ένας γέροντας προχωρούσε σε μια παραλία πολύ νωρίς το πρωί και είδε έναν νεαρό να ρίχνει στη θάλασσα τους αστερίες που είχαν ξεβράσει τα κύματα.
Του έπιασε κουβέντα και τον ρώτησε γιατί τους πετούσε ξανά στο νερό.
Ο νέος του απάντησε πως ο αστερίας θα πέθαινε, εάν ο πρωινός ήλιος τον έβρισκε στην ακτή.
Ο γέροντας αντέδρασε: «Μα η παραλία είναι χιλιάδες μέτρα και οι αστερίες εκατομμύρια. Πως μπορεί η δική σου προσπάθεια να αλλάξει την κατάσταση;»
Ο νέος κοίταξε για λίγο τον αστερία που κρατούσε στα χέρια του και ρίχνοντας τον και αυτόν στην αγκαλιά των κυμάτων αποκρίθηκε:
«Εγώ αυτόν τον έσωσα, η κατάσταση άλλαξε γι’ αυτόν εδώ».

Σχολιασμός

Το κείμενο αυτό αρθρώνει έναν διαχρονικό διάλογο ανάμεσα σε δύο στάσεις ζωής: τη στάση της ψυχρής λογικής και τη στάση της ηθικής ευθύνης. Τη σύγκρουση δύο οπτικών: της αποθαρρυντικής λογικής του μεγέθους και της ενσυναισθητικής λογικής της ευθύνης. Ο γέροντας δεν είναι κακόβουλος, είναι φορέας εμπειρίας, αριθμών, ματαιώσεων. Εκφράζει τη φωνή του κόσμου όπως «είναι»: απέραντος, άνισος, συχνά αδιόρθωτος. Ο νέος, αντίθετα, ενσαρκώνει τον κόσμο όπως «θα έπρεπε να είναι», όχι ως σύνολο, αλλά ως άθροισμα μοναδικών ζωών.

Η ένσταση του γέροντα είναι απόλυτα λογική: η πράξη του νέου δεν αλλάζει το γενικό αποτέλεσμα. Κι όμως, η απάντηση του νέου μετατοπίζει ριζικά το ερώτημα. Δεν απαντά στο «πόσοι σώζονται», αλλά στο «ποιος σώζεται». Εκεί ακριβώς συντελείται η φιλοσοφική ανατροπή: το νόημα δεν γεννιέται από την κλίμακα, αλλά από τη σχέση. Η αξία της πράξης δεν μετριέται ποσοτικά, αλλά υπαρξιακά.

Ο αστερίας γίνεται σύμβολο του «ενός», του συγκεκριμένου ανθρώπου, του συγκεκριμένου πόνου, της συγκεκριμένης στιγμής όπου κάποιος επιλέγει να μη γυρίσει το βλέμμα αλλού. Μέσα σε έναν κόσμο που συχνά δικαιολογεί την αδράνεια με το μέγεθος του προβλήματος, το κείμενο υπενθυμίζει ότι η απάθεια δεν είναι ουδετερότητα, αλλά επιλογή.

Η φράση «Εγώ αυτόν τον έσωσα, η κατάσταση άλλαξε γι’ αυτόν εδώ» δεν είναι απλώς απάντηση, είναι ηθική δήλωση. Δηλώνει ότι ο κόσμος δεν σώζεται συνολικά, αλλά αποκαθίσταται τοπικά, κάθε φορά που κάποιος σκύβει. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η ελπίδα: όχι στην αυταπάτη ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα πάντα, αλλά στη βεβαιότητα ότι μπορούμε να αλλάξουμε κάτι. Και ότι αυτό το «κάτι», όταν αφορά μια ζωή, δεν είναι ποτέ λίγο.



Η ζεστασιά του λίγο

 

Τον χειμώνα, όταν ο κόσμος μικραίνει και η μέρα μαζεύεται νωρίς γύρω από τη φωτιά, η ομορφιά μας ψιθυρίζει. Είναι εκεί, στα πιο ταπεινά πράγματα. Στη φλόγα που τρεμοπαίζει χωρίς βιασύνη, στο ψωμί που κόβεται με το χέρι, στο κρασί που κοκκινίζει το ποτήρι και τη σκέψη.

Μια στάμνα πλεγμένη πρόχειρα, σαν να την έφτιαξε ο χρόνος κι όχι άνθρωπος. Λίγες ελιές, πικρές και γυαλιστερές, χόρτα βρασμένα, τυρί λευκό σαν το πρώτο φως. Τίποτα περιττό. Κι όμως, όλα είναι αρκετά. Γιατί η αφθονία δεν κατοικεί στο πλήθος, αλλά στη συμφιλίωση με το λίγο.

Η φωτιά δεν ζεσταίνει μόνο το σώμα, ζεσταίνει τη μνήμη. Φέρνει κοντά όσα ο χειμώνας χωρίζει. Κάνει το απλό να μοιάζει γιορτή και το καθημερινό να αποκτά νόημα. Εκεί, μπροστά στη χόβολη, μαθαίνεις ξανά να βλέπεις. Να χαίρεσαι χωρίς θόρυβο. Να ευγνωμονείς χωρίς λόγια.

Η ικανότητα να βρίσκεις ομορφιά στα πιο ταπεινά πράγματα κάνει τη ζωή, τώρα τον χειμώνα, ευτυχισμένη και ωραία. Γιατί τότε καταλαβαίνεις πως η ευτυχία δεν είναι κάτι που έρχεται απ’ έξω, αλλά κάτι που ανάβει σιγά-σιγά μέσα σου, όπως αυτή η φωτιά, με λίγα ξύλα, λίγη υπομονή και πολλή σιωπή.


Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Το κούρεμα με τα μισά και τα ολόκληρα

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Ο μπάρμπα-Στέφανος ήταν ένας από τους καλύτερους κουρείς του Βαλτινού. Όχι γιατί είχε σπουδάσει την τέχνη σε μεγάλες πόλεις ή γιατί είχε βιτρίνα με καθρέφτες και φωτάκια, αλλά γιατί είχε χέρι σταθερό, μάτι κοφτερό και γλώσσα που έκοβε πιο βαθιά κι από το ξυράφι του.

Ένα ψαλίδι, μια χτένα, μια χειροκίνητη κουρευτική μηχανή, ένα λευκό πανί και ελάχιστα ξυριστικά σύνεργα -δυο ξυράφια, ένα ακονιστήρι, ένα πινέλο, ένα μεταλλικό κουπάκι για τον αφρό και στο τέλος λίγο οινόπνευμα στα μάγουλα για την απολύμανση- όλα στριμωγμένα μέσα σ’ ένα κασελάκι, ήταν τα εργαλεία του κουρέα του χωριού μας. Και μ’ αυτά έβγαζε το μεροκάματο, το ψωμί του και κανένα τσιπουράκι για το κέφι.

Το κατάστημα, όταν το επέτρεπε ο καιρός, ήταν υπαίθριο: πότε στο μπαλκόνι του σπιτιού του, πότε στην αυλή, πότε στα καφενεία του χωριού, ανάμεσα σε τάβλια, καφέδες και πολιτικές αναλύσεις. Όταν πάλι έπιανε κρύο ή βροχή, το κουρείο μεταφερόταν μέσα στο σπίτι, δίπλα στη σόμπα, με τη γυναίκα του, τη Μαγδαληνή να γκρινιάζει πως γέμισε τρίχες το πάτωμα. Κάποιες φορές πήγαινε και σε γάμους, να κουρέψει και να ξυρίσει τους γαμπρούς, που έτρεμαν περισσότερο από συγκίνηση παρά από το ξυράφι.

Οι απαιτήσεις των ηλικιωμένων πελατών ήταν ελάχιστες. «Κόψ’ τα λίγο να μη μπαίνουν στα μάτια» και «χτένισέ με να φαίνομαι άνθρωπος». Πού και πού κανένα ξύρισμα και λίγη φροντίδα του προσώπου. Για τα μικρά παιδιά, που κουρεύονταν στην πρώτη ψιλή, η δουλειά ήταν ακόμη πιο εύκολη, εκεί σάρωνε η χειροκίνητη μηχανή κουρέματος σαν θεριστική μηχανή στον κάμπο.

Μια μέρα, λοιπόν, τον επισκέφθηκε στο κουρείο του ο αφελής Βασίλης για κούρεμα. Ο Βασίλης ήταν καλό παιδί, αλλά ό,τι του έλεγες το πίστευε χωρίς δεύτερη σκέψη. Έκατσε στην καρέκλα, έδεσε ο μπάρμπα-Στέφανος το άσπρο πανί στον λαιμό του και τότε ήρθε η ερώτηση.

—Μπάρμπα-Στέφω, πόσο κάνει το κούρεμα;
—Δέκα δραχμές, του απάντησε ο κουρέας χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.
—Α… δεν έχω τόσα! Γίνεται να με κουρέψεις για πέντε δραχμές;

Ο μπάρμπα-Στέφανος σταμάτησε, τον κοίταξε μέσα απ’ τον καθρέφτη και χαμογέλασε στραβά.

—Γίνεται, βρε Βασίλη, γίνεται. Αλλά να ξέρεις, για πέντε δραχμές κουρεύω μόνο το μισό κεφάλι.

Ο Βασίλης ξύνισε λίγο τα μούτρα του.

—Πώς δηλαδή;
—Να… ή το δεξί μισό ή το αριστερό. Διάλεξε!

Ο Βασίλης το σκέφτηκε σοβαρά, σαν να του πρότειναν μεγάλη επένδυση.

—Κούρεψέ μου το αριστερό, μπάρμπα-Στέφω. Το δεξί δεν φαίνεται τόσο…

Ο κουρέας έσφιξε τα χείλη να μη γελάσει, πήρε τη μηχανή και άρχισε το έργο. Σε δέκα λεπτά, το αριστερό μισό του κεφαλιού του Βασίλη ήταν γυαλισμένο σαν αυγό, ενώ το δεξί παρέμενε φουντωτό και αγέρωχο.

—Έτοιμος! είπε ο μπάρμπα-Στέφανος.
—Μα… έτσι θα βγω έξω;
—Αν θες και το άλλο μισό, άλλες πέντε δραχμές.

Ο Βασίλης έβαλε το χέρι στην τσέπη, έβγαλε τις πέντε δραχμές, τις κοίταξε με λύπη και τις παρέδωσε.

—Άντε, κούρεψέ το κι αυτό…

Όταν τελείωσε, ο μπάρμπα-Στέφανος τίναξε το πανί, πέρασε λίγο οινόπνευμα στα μάγουλα του Βασίλη και του έδωσε τον καθρέφτη.

—Πώς σου φαίνεται;
—Σαν καινούριος! είπε ο Βασίλης χαρούμενος.

Πριν φύγει, γύρισε και ρώτησε:

—Μπάρμπα-Στέφω… αν ερχόμουν μόνο για ξύρισμα, πόσο θα ’κανε;
—Πέντε δραχμές.
—Κι αν είχα μόνο δυο;
—Τότε, Βασίλη μου, θα σου ξύριζα μόνο το ένα μάγουλο. Το άλλο θα στο ’κανα δώρο να το βλέπεις και να θυμάσαι.

Κι έτσι έμεινε στο Βαλτινό η φήμη πως ο μπάρμπα-Στέφανος δεν κούρευε απλώς κεφάλια, κούρευε και την αφέλεια, με το ίδιο του το ψαλίδι.


Χαμόγελα στα καλά και στα κακά: ο αληθινός εορτασμός της ζωής

 

Με αφορμή την ανάρτηση της συγχωριανής μας Ειρήνης, που γιόρτασε τα γενέθλιά της όχι απλώς ως μια ακόμη επέτειο χρόνου, αλλά ως μια στιγμή ευγνωμοσύνης και μοιράσματος, μπορούμε να σταθούμε λίγο πιο στοχαστικά απέναντι στο ίδιο το νόημα των γενεθλίων.

Η γιορτή των γενεθλίων είναι, πράγματι, η ετήσια εορτή της ημέρας της γέννησής μας. Μια ημέρα που δεν συνδέεται με κάποιο όνομα, με κάποια παράδοση ή με μια εξωτερική σύμβαση, αλλά με το πιο θεμελιώδες γεγονός της ύπαρξής μας: το ότι ήρθαμε στον κόσμο. Και αφού η ζωή είναι μία και μοναδική, η ημερομηνία της γέννησης έχει ένα βάρος υπαρξιακό, σχεδόν ιερό, είναι το σημείο εκκίνησης της προσωπικής μας διαδρομής, με όλα τα φώτα και τις σκιές της.

Ίσως γι’ αυτό τα γενέθλια έχουν τη δύναμη να γίνονται αληθινές στιγμές συνάντησης. Όχι μόνο με τους άλλους, αλλά και με τον εαυτό μας. Είναι μια ήσυχη υπενθύμιση ότι μεγαλώνουμε, αλλά και ότι συνεχίζουμε. Ότι αντέξαμε, γελάσαμε, πληγωθήκαμε, χαμογελάσαμε ξανά. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ευχή της Ειρήνης αποκτά ιδιαίτερο βάθος: υγεία και χαμόγελα, όχι μόνο στα καλά, αλλά και στα δύσκολα. Γιατί το χαμόγελο δεν είναι άρνηση της πραγματικότητας, είναι στάση ζωής.

Τα γενέθλια, τελικά, δεν είναι τόσο γιορτή του χρόνου που πέρασε, όσο του χρόνου που ζήσαμε συνειδητά και του χρόνου που επιλέγουμε να ζήσουμε με νόημα. Είναι μια γιορτή της ύπαρξης, της σχέσης και της ελευθερίας. Και όταν συνοδεύονται από αυθεντικές ευχές, μικρές εκπλήξεις και λόγια αγάπης, τότε δεν μετριούνται σε κεράκια, αλλά σε χαμόγελα που –όπως σωστά ειπώθηκε– αξίζει να τα κρατάμε δυνατά, και στα καλά και στα κακά.


Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

(Σελίδες από την ιστορία του τόπου μας) Το πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Καλλιδένδρου (1999–2002)

 Η αρχή μιας κοινής πορείας

Η φωτογραφία αποτυπώνει μια ιστορική στιγμή για τον Δήμο Καλλιδένδρου: τον Δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους του πρώτου Δημοτικού Συμβουλίου, στην έναρξη της δημοτικής περιόδου 1999–2002. Στημένοι σε ευθεία γραμμή, με φόντο το φυσικό τοπίο και το πράσινο που συμβολίζει τη γονιμότητα και τη συνέχεια του τόπου, οι εκπρόσωποι των πολιτών κοιτούν τον φακό με σοβαρότητα, αίσθημα ευθύνης και συγκρατημένη αισιοδοξία.

Πρόκειται για ανθρώπους που προέρχονται από τα τέσσερα Δημοτικά Διαμερίσματα -το Βαλτινό, το Δενδροχώρι, την Κάτω Ελάτη και τη Φωτάδα- και που κλήθηκαν να σηκώσουν το βάρος μιας νέας αυτοδιοικητικής αρχής, σε μια περίοδο αλλαγών και προσδοκιών. Η ενδυμασία τους λιτή, καθημερινή αλλά αξιοπρεπής, αντανακλά το ήθος της εποχής και τη λαϊκή προέλευση της τοπικής αυτοδιοίκησης: ανθρώπους της δουλειάς, της γης, του επαγγέλματος, που περνούν από τον ιδιωτικό βίο στην υπηρεσία του κοινού καλού.

Η αναμνηστική αυτή φωτογραφία, είναι ένα τεκμήριο συλλογικής ευθύνης και κοινής πορείας. Κάθε πρόσωπο φέρει τη δική του ιστορία, αλλά όλοι μαζί συγκροτούν ένα σώμα με κοινό όραμα: την πρόοδο του Δήμου, τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών, τη συνεργασία και τη συνοχή των κοινοτήτων. Με όνειρα και προσδοκίες για το μέλλον, το πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Καλλιδένδρου ξεκίνησε τη θητεία του με διάθεση προσφοράς στα κοινά, αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη του τόπου.

Η σύνθεση του σώματος αντανακλούσε τον νέο, ενιαίο δήμο με τα χωριά και τους οικισμούς του, επιτρέποντας στην τοπική αυτοδιοίκηση να λειτουργήσει με εκπροσώπηση από όλη την επικράτεια του Καλλιδένδρου.

Δήμαρχος Καλλιδένδρου: Δημήτριος Αντ. Τσιγάρας

Μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου:

·         Παπακώστας Μιχαήλ του Ευαγγέλου – Πρόεδρος Τ. Σ. Βαλτινού

·         Ζαμπακάς Αθανάσιος του Γεωργίου

·         Γουλόπουλος Στέργιος του Αντωνίου

·         Απόχας Ευάγγελος του Νικολάου

·         Τσιγάρας Γεώριος του Στεφάνου

·         Κωσταρέλλος Χρήστος του Νικολάου

·         Σταμούλης Βασίλειος του Βαΐου

·         Σχολής Χρήστος του Αποστόλου

·         Πέτρου Ιωάννης του Κων/νου

·         Ευθυμίου Γεώργιος του Δημητρίου

·         Κυριάκος Κων/νος του Νικολάου – Πρόεδρος Τ. Σ. Φωτάδας

·         Καλαμαράς Στέφανος του Γεωργίου

·         Τζάλας Σωτήριος του Γεωργίου – Πρόεδρος Τ. Σ. Κάτω Ελάτης

·         Γκαμπλιώνης Κων/νος του Ευαγγέλου

·         Αλαφοστέργιος Ιωάννης του Δημητρίου – Πρόεδρος Τ. Σ. Δενδροχωρίου

Η συμβολή των δημοτικών συμβούλων και των προέδρων των τοπικών συμβουλίων υπήρξε καθοριστική για τη λειτουργία και την πορεία του Δήμου στην πρώτη του τετραετία.


Δράση Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από την Κινητή Ομάδα Υγείας (ΚΟΜΥ) του ΕΟΔΥ στο Βαλτινό

 

Η Τοπική Κοινότητα ενημερώνει τους κατοίκους του Βαλτινού και της ευρύτερης περιοχής ότι την Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026 η Κινητή Ομάδα Υγείας (ΚΟΜΥ) του ΕΟΔΥ θα βρίσκεται στο Βαλτινό, στον χώρο του Δημαρχείου Βαλτινού, για την υλοποίηση δράσης δωρεάν πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.

Η δράση αποσκοπεί στην πρόληψη, την έγκαιρη ανίχνευση αναγκών υγείας και την ενημέρωση του πληθυσμού, με ιδιαίτερη έμφαση στις ευπαθείς ομάδες και την τρίτη ηλικία.

Πρόγραμμα δράσης

·         Κατ’ οίκον επισκέψεις: 09:00 – 11:00
(Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθούν κατ’ οίκον επισκέψεις, η ανοιχτή δράση θα ξεκινήσει από τις 09:00)

·         Ανοιχτή δράση στον χώρο του Δημαρχείου: 11:00 – 14:00

Παρεχόμενες δωρεάν υπηρεσίες

Η Κινητή Ομάδα Υγείας του ΕΟΔΥ θα προσφέρει:

·         Λήψη ιατρικού ιστορικού και καταγραφή αναγκών υγείας

·         Κλινική εξέταση ενηλίκων

·         Μέτρηση αρτηριακής πίεσης και κορεσμού οξυγόνου

·         Υπολογισμό Δείκτη Μάζας Σώματος (BMI)

·         Ενημέρωση για το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού 2025, με έμφαση στην τρίτη ηλικία

Η συμμετοχή είναι δωρεάν και απευθύνεται σε όλους τους κατοίκους. Η παρουσία της ΚΟΜΥ στο Βαλτινό ενισχύει την ισότιμη πρόσβαση των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας και συμβάλλει ουσιαστικά στη φροντίδα και την πρόληψη σε τοπικό επίπεδο.

Καλούνται οι πολίτες να προσέλθουν και να αξιοποιήσουν τη σημαντική αυτή δράση για την υγεία και την ευεξία τους.


Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

«Το κουτί με τις εικόνες» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Στο παντοπωλείο του χωριού, που λειτουργούσε και ως καφενείο, μαζεύονταν οι άντρες κάθε απόγευμα. Ήταν ο τόπος συνάντησης, το «κέντρο αποφάσεων» του μικρού κόσμου μας. Έπαιζαν χαρτιά, όχι για λεφτά, μονάχα για ένα λουκούμι. Κέρδιζε κανείς; Το ‘λεγε με καμάρι. «Ένα λουκουμάκι, παρακαλώ!» και το κέρδος του αποκτούσε άλλη βαρύτητα όταν το μοιραζόταν με την οικογένειά του.

Ο πατέρας μου, τον χειμώνα που δεν είχε δουλειά, πήγαινε σχεδόν κάθε απόγευμα. Κι όταν γύριζε σπίτι με μισό λουκούμι, μάς το πρόσφερε σαν θησαυρό. «Κέρδισα δύο λουκούμια», έλεγε γελώντας, κι ας ήταν ένα κομμένο στη μέση. Μερικές φορές έφερνε και ολόκληρα -τα είχε αγοράσει- και τότε η χαρά μας ήταν διπλή: και γλυκό, και ιστορίες από το καφενείο.

Ένα βράδυ καλοκαιρινό, μάς ανακοίνωσε κάτι ασυνήθιστο: «Θα φέρει ο Βαγγέλης μια συσκευή στο καφενείο… ένα κουτί που δείχνει εικόνες. Τηλεόραση τη λένε». Το είπε κι άστραψε το βλέμμα του σαν μικρού παιδιού.

Όλο το χωριό το ’μαθε. Όταν έφτασε το πολυπόθητο κουτί, το παντοπωλείο γέμισε κόσμο. Καρέκλες στήθηκαν έξω, τραπέζια τοποθετήθηκαν στην αυλή, παιδιά, γυναίκες, άντρες, όλοι μαζεμένοι γύρω απ’ την τηλεόραση, που έμοιαζε σχεδόν μαγική. Ήταν μικρή, ασπρόμαυρη, αλλά μας μάγεψε.

Εκείνο το πρώτο βράδυ είδαμε τη σειρά Το τζίνι και η Τζίνι, με τα μαγικά και τα γέλια της. Και αργότερα οι μεγάλοι έβλεπαν Άγνωστο Πόλεμο, σιωπηλοί, σκυφτοί σχεδόν. Η τηλεόραση δεν ήταν πια απλώς ένα κουτί, ήταν παράθυρο στον κόσμο.

Σιγά σιγά, η «μαγεία» μεταφέρθηκε στα σπίτια. Ο πατέρας μου ήταν από τους πρώτους που αγόρασε τηλεόραση. Η αυλή μας γέμισε παιδιά και γειτόνισσες, φίλους και συγγενείς. Μεγαλώσαμε σχεδόν όλοι μαζί, μια γειτονιά-οικογένεια. Η Λένα και η Λουκία, γετονόπουλα, έρχονταν σχεδόν κάθε βράδυ. Βλέπαμε θρίλερ και καουμπόικα έργα, και μετά τις συνοδεύαμε μαζί με τον αδερφό μου στο σπίτι τους, φοβόντουσαν. Κι όταν γυρνούσαμε, τρέχαμε κι εμείς σαν παλαβοί από φόβο, λες και κάτι σκοτεινό παραμόνευε πίσω απ’ τις μουριές.

Η αγαπημένη μου σειρά ήταν Το μικρό σπίτι στο λιβάδι. Δεν την έχανα ποτέ. Με συγκινούσε αυτή η απλή ζωή, η αγάπη και η ενότητα της οικογένειας. Οι γονείς που αγαπούσαν τα παιδιά τους, τα στήριζαν, κουβέντιαζαν, έλυναν τα προβλήματά τους με αγκαλιές και κουβέντα. Ήταν το δικό μου όνειρο αυτό. «Τέτοια οικογένεια θέλω να κάνω όταν μεγαλώσω», έλεγα στις φίλες μου.

Κι η δική μας οικογένεια ήταν αγαπημένη. Οι γονείς μου εργάζονταν σκληρά, δεν μας έλειψε ποτέ τίποτα. Φαγητό, ρούχα, ζέστη, χαμόγελα, όλα τα είχαμε. Η μάνα μας, μας μάθαινε να σεβόμαστε, να μη γελάμε με τα ελαττώματα των άλλων, να μην κλέβουμε, να μη χτυπάμε. «Αν κάνετε καμιά ζαβολιά και μου το πουν, θα γίνει χαμός», μας έλεγε. Κι εμείς ρωτούσαμε: «Κι αν μας χτυπήσουν εμάς;» – «Θα το πείτε σε μένα ή στη δασκάλα σας».

Μα εγώ, ήμουν λίγο ζωηρή. Αν με αδικούσαν, δεν το άφηνα έτσι. Έριχνα και καμιά... ψιλή. Μετά δεν με πείραζαν. Ήξεραν ότι δεν χαριζόμουν.

Όμως η μεγαλύτερη παρακαταθήκη που πήρα από τους γονείς μου δεν ήταν ούτε το λουκούμι του πατέρα ούτε οι τηλεοπτικές σειρές. Ήταν οι αρχές τους. Οι συμβουλές τους. Η καθημερινή τους στάση. Ήταν οι πρώτοι μου δάσκαλοι. Κι όπως περνούν τα χρόνια, όσο μεγαλώνω, τόσο πιο βαθιά καταλαβαίνω το μέγεθος αυτής της κληρονομιάς.

Σήμερα, όταν ακούω το γνώριμο ήχο του κουτιού που ανοίγει, θυμάμαι εκείνο το πρώτο καλοκαιρινό βράδυ στην αυλή του καφεπαντοπωλείου. Τότε που όλο το χωριό έγινε μια αγκαλιά γύρω από μια μικρή, ασπρόμαυρη τηλεόραση.

Και συγκινούμαι. Γιατί θυμάμαι πως κάποτε, η εικόνα δεν ήταν μόνο ό,τι έβλεπες στο γυαλί, αλλά ό,τι ένιωθες στη ψυχή.

Το τσέρκι

 

Κάποτε, πριν από τις οθόνες και τους ήχους που έρχονται από μακριά, υπήρχε ένα παιχνίδι απλό, ένα μεταλλικό στεφάνι από παλιό βαρέλι, κι ένα παιδί που έτρεχε δίπλα του. Το έλεγαν τσέρκι. Δεν είχε χρώματα ούτε μηχανισμούς, δεν ήθελε μπαταρίες. Μόνο δυο χέρια κι ένα μικρό κομμάτι σύρμα, την τσιβέτα, που έδινε στο στεφάνι κατεύθυνση, ρυθμό και φόρα.

Κι ωστόσο, μέσα σε αυτό το λιτό παιχνίδι κρυβόταν μια ολόκληρη φιλοσοφία. Το τσέρκι ήταν ένας τροχός που κυλούσε μπροστά, κι ένα παιδί που προσπαθούσε να το κρατήσει όρθιο, έτσι όπως προσπαθούμε όλοι να κρατήσουμε όρθια τα πράγματα που αγαπούμε στον κόσμο. Ένα μικρό λάθος, μια ανισορροπία, κι ο τροχός έγερνε, έπεφτε. Μα το παιδί ξαναδοκίμαζε. Και πάλι. Και πάλι.

Αυτή η επανάληψη, το συνεχές πρόσταγμα της κίνησης, γεννούσε μια μορφή σιωπηλής πειθαρχίας. Το τσέρκι δεν συγχωρούσε την αφηρημάδα. Ήσουν μαζί του ή το έχανες. Έπρεπε να βλέπεις μπροστά, να αφουγκράζεσαι το έδαφος, να νιώθεις τη δόνηση του μετάλλου στη συρμάτινη τσιβέτα. Κι ίσως, μέσα από αυτό, ένα παιδί μάθαινε, χωρίς κανείς να του το διδάξει, πως η ζωή προχωράει μόνο όταν την ακολουθείς με προσοχή και τρυφερή αποφασιστικότητα.

Υπήρχε κι ένα άλλο μυστικό στο τσέρκι, ο κόσμος γινόταν δρόμος. Γι’ αυτό και το παιδί δεν έπαιζε απλώς, ταξίδευε. Περνούσε στις ανηφόρες, στις στροφές, στις σκόνες των χωματόδρομων, κι ο τροχός άφηνε μια αχνή γραμμή, σαν στιγμιαίο ίχνος που σβήνεται μόλις φυσήξει λίγο αέρα. Έτσι κυλάει και ο χρόνος. Κυλά, χάνεται, κι όμως κάτι μένει, η μνήμη της κίνησης.

Σήμερα, ίσως να μη βλέπεις παιδιά με τσέρκια. Μα αν κλείσεις τα μάτια και σκεφτείς τον στενό δρόμο ενός χωριού, θα ακούσεις ακόμα τον μεταλλικό ήχο - τακ, τακ, τακ - και ένα γέλιο να τον συνοδεύει. Είναι εκείνα τα παλιά παιχνίδια που μας θυμίζουν πως η χαρά δεν βρίσκεται στα πράγματα, μα στο πώς τα κυλάμε μπροστά. Στο πώς τρέχουμε πλάι τους, κρατώντας για όσο μπορούμε την ισορροπία.

Κι ίσως, τελικά, κι εμείς οι ίδιοι να είμαστε λίγο σαν το τσέρκι, ένας κύκλος που θέλει μια μικρή ώθηση, ένα άγγιγμα, για να συνεχίσει την πορεία του.



Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Το τραινάκι που δεν σφυρίζει πια

 

Στέκει ακίνητο πια το παλιό τραινάκι στον σταθμό των Τρικάλων, σαν μνήμη που έπαψε να τρέχει αλλά αρνείται να σβήσει. Το σίδερο του, σκουρόχρωμο από τον χρόνο, κουβαλά ακόμη την καπνιά του κάρβουνου και τη δίψα του νερού, τα δύο στοιχεία που του έδιναν ζωή, όπως το αίμα και η ανάσα στον άνθρωπο. Από το 1886 όργωνε τον θεσσαλικό κάμπο, όχι μόνο πάνω στις ράγες, αλλά και μέσα στις ζωές των ανθρώπων, ενώνοντας χωριά, πόλεις, ελπίδες.

Το έλεγαν «καπνοτραίνο», όχι μόνο για τον μαύρο καπνό που τύλιγε τον ουρανό, αλλά γιατί άφηνε πίσω του ένα ίχνος μνήμης, βαρύ και επίμονο, σαν την οσμή της φωτιάς που δεν φεύγει εύκολα από τα ρούχα. Οκτώ ώρες χρειαζόταν το ταξίδι από τα Τρίκαλα ως τον Βόλο, χρόνος αργός με τα σημερινά μέτρα, μα τότε ήταν χρόνος γεμάτος. Χρόνος για κουβέντες, για σιωπές, για βλέμματα που χάνονταν στα χωράφια. Ήταν τέτοια η ταχύτητά του, ώστε οι άνθρωποι μπορούσαν να κατεβαίνουν, να περπατούν δίπλα του για να ξεμουδιάσουν και να ξανανέβουν. Σαν να περπατούσε η ζωή παράλληλα με την πρόοδο, χωρίς να βιάζεται να την προσπεράσει.

Και όταν η ανάγκη μεγάλωνε, οι επιβάτες στοιβάζονταν στα φορτηγά βαγόνια, στα περίφημα «άνδρες 24, ίπποι 6». Εκεί, ανάμεσα σε σώματα και αποσκευές, χωρούσαν ιστορίες, φόβοι και όνειρα. Το τρένο δεν ξεχώριζε ανθρώπους, όλους τους μετέφερε με τον ίδιο αργό ρυθμό, σαν να τους υπενθύμιζε ότι το ταξίδι έχει μεγαλύτερη σημασία από τον προορισμό.

Η άφιξή του στον σταθμό των Τρικάλων ήταν γιορτή και αναστάτωση μαζί. Φιλιά και αγκαλιές, δάκρυα χαράς, αμάξια και κάρα που περίμεναν, εμπορεύματα που άλλαζαν χέρια, καροτσάκια που έτρεχαν. Κι εκεί, οι παλιοί εφημεριδοπώλες, με τα μάτια καρφωμένα στο βαγόνι των δεμάτων, περίμεναν τις αθηναϊκές εφημερίδες, την είδηση του κόσμου που ερχόταν καθυστερημένη, μα πολύτιμη.

Σήμερα το τραινάκι δεν σφυρίζει πια. Μα στέκει σαν σιωπηλός αφηγητής, υπενθυμίζοντας πως υπήρξε μια εποχή όπου ο χρόνος είχε βάρος, ο δρόμος είχε διάρκεια και η άφιξη άξιζε την αναμονή. Κοιτώντας το, εκτός από μουσειακό έκθεμα, βλέπεις και τον θεσσαλικό κάμπο να περνά αργά, ανθρώπους να βαδίζουν δίπλα στις ράγες της ζωής τους και μια πόλη που μάθαινε να υποδέχεται, όχι απλώς τρένα, αλλά το ίδιο της το μέλλον.


Μεγάλο «διπλό» και κορυφή για τον Α.Ο. Βαλτινού στην Κρύα Βρύση (2-3)

 

Σπουδαία εκτός έδρας νίκη πέτυχε ο Α.Ο. Βαλτινού απέναντι στην Α.Ε. Κρύας Βρύσης με σκορ 2-3, αποτέλεσμα που τον επανέφερε στην πρώτη θέση της βαθμολογίας και επιβεβαίωσε την εξαιρετική αγωνιστική του κατάσταση.

Ο αγώνας ξεκίνησε με τον Α.Ο.Β. να πατά καλύτερα στον αγωνιστικό χώρο, δείχνοντας από νωρίς τις προθέσεις του. Η υπεροχή αυτή καρποφόρησε στο 21ο λεπτό, όταν ο Νικλητσιώτης, έπειτα από ωραία συνδυαστική ενέργεια, εξαπέλυσε δυνατό σουτ από το ύψος της μεγάλης περιοχής και άνοιξε το σκορ για τους φιλοξενούμενους (0-1).

Η Α.Ε. Κρύας Βρύσης εκμεταλλεύτηκε αδράνεια της άμυνας του Α.Ο.Β. και στην πρώτη της ουσιαστική ευκαιρία κατάφερε να ισοφαρίσει στο 28ο λεπτό. Ωστόσο, η αντίδραση του Βαλτινού ήταν άμεση. Στο 40ο λεπτό, ο Νικλητσιώτης χτύπησε ξανά, πετυχαίνοντας το δεύτερο προσωπικό του γκολ και διαμορφώνοντας το 1-2, σκορ με το οποίο ολοκληρώθηκε το πρώτο ημίχρονο.

Στην επανάληψη, ο Α.Ο. Βαλτινού συνέχισε με συγκέντρωση και σωστή τακτική. Στο 71ο λεπτό, ο Δημήτρης Κοθράς με δυνατό σουτ έστειλε την μπάλα στα δίχτυα, ανεβάζοντας το σκορ στο 1-3 και δίνοντας σαφές προβάδισμα στην ομάδα του.

Το μόνο που κατάφεραν οι γηπεδούχοι ήταν να μειώσουν στο 95ο λεπτό σε 2-3, χωρίς όμως να αλλάξει κάτι στην τελική έκβαση του αγώνα, με τον Α.Ο.Β. να πανηγυρίζει μια τεράστια νίκη.

Α.Ο. Βαλτινού αγωνίστηκαν οι:
Ντανίκας, Γιώτας, Καραλής, Σπυρόπουλος, Κοθράς Κ., Παπαθανασίου, Σφυρλίδας (Καμέας), Γιαννόπουλος, Τσαρούχας, Νικλητσιώτης (Μαντέλλος), Κοθράς Δ. (Μουρίτσας).

Ο Α.Ο. Βαλτινού συνεχίζει δυναμικά την πορεία του στο πρωτάθλημα, δείχνοντας χαρακτήρα, ποιότητα και αποφασιστικότητα για τη συνέχεια.


Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Το γάλα των διακοσίων πενήντα γραμμαρίων

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Στο Βαλτινό, τη δεκαετία του εβδομήντα, μετρούσαν τη μέρα με τα ζώα. Πριν λαλήσει καλά-καλά ο πετεινός, ακουγόταν το τρίξιμο της πόρτας του στάβλου και το μεταλλικό χτύπημα από τα δοχεία. Ο Αποστόλης είχε μία και μοναδική αγελάδα. Δεν ήταν φτώχεια, ήταν τρόπος ζωής. Το γάλα της έφτανε ίσα-ίσα για το σπίτι και, αν περίσσευε λίγο, το πήγαιναν στον γαλατά.

Τη γαλακτοπαραγωγική περίοδο, μόλις τελείωναν το άρμεγμα, γέμιζαν το δοχείο και έπαιρναν τον δρόμο για τον γαλατά. Παραλήπτης ήταν ο Βασίλης Αγγελής, άνθρωπος γνωστός στο χωριό, με το βιβλίο του πάντα κάτω από τη μασχάλη. Ζύγιζε το γάλα κάθε παραγωγού, σημείωνε την ημερομηνία και τα κιλά στο βιβλίο παραλαβής και στο δεφτέρι τους. Ήταν μια διαδικασία απλή, σχεδόν τελετουργική. Κανείς δεν αμφισβητούσε κανέναν.

Ύστερα όμως οι καιροί άρχισαν να αλλάζουν. Από το εργοστάσιο γάλακτος Τρικάλων έστελναν κατά διαστήματα συνεργεία ελέγχου. Έλεγαν πως ήθελαν να πατάξουν τη νοθεία, το νερό που έριχναν κάποιοι στο γάλα. Οι έλεγχοι γίνονταν αιφνιδιαστικά, με μπουκαλάκια των διακοσίων πενήντα γραμμαρίων. Περνούσαν από τα γαλατάδικα, άνοιγαν τα δοχεία και έπαιρναν δείγμα.

Σε κάθε έλεγχο αφαιρούσαν διακόσια πενήντα γραμμάρια από κάθε παραγωγό. Μπορεί να ακουγόταν λίγο, μα για εκείνους δεν ήταν. Ήταν κόπος, ήταν ιδρώτας, ήταν χρήμα. Και το χειρότερο: το έπαιρναν πριν από το ζύγισμα.

Εκείνη την ημέρα ο Αποστόλης δεν άντεξε. Όταν ήρθε το συνεργείο, είπε αυτό που σκεφτόταν καιρό. Ότι η διαδικασία ήταν άδικη. Ότι το δείγμα έπρεπε να το χρεώνεται το εργοστάσιο, όχι ο παραγωγός. Ότι, αν ήθελαν δείγμα, ας το έπαιρναν από το ζυγισμένο γάλα, όχι από το αζύγιστο.

Στην αρχή, όλοι συμφώνησαν. Για λίγο, το Βαλτινό στάθηκε όρθιο. Κανείς δεν παρέδιδε γάλα. Οι άντρες μιλούσαν χαμηλόφωνα, οι γυναίκες κρατούσαν τα δοχεία τους κλειστά. Τα βλέμματα συναντιούνταν, η σιωπή βάραινε, κι έμοιαζε πως το δίκιο ένωνε.

Μα η αποφασιστικότητα κράτησε όσο κρατά ένα σύννεφο τον Αύγουστο.

Ένας-ένας οι συγχωριανοί άρχισαν να λυγίζουν.
«Τι να κάνουμε;»
«Μη μπλέξουμε.»
«Έτσι είναι ο κανονισμός.»

Το δοχείο άνοιγε, το μπουκαλάκι γέμιζε, το γάλα χανόταν. Κι ο Αποστόλης έμεινε μόνος.

Δεν παρέδωσε το γάλα. Όχι από πείσμα, αλλά από ευθιξία. Δεν μπορούσε να δεχτεί να τον κλέβουν στο όνομα του ελέγχου. Την επόμενη ημέρα ήρθε η τιμωρία: απεριόριστος αποκλεισμός από το εργοστάσιο.

Πήγε στα Τρίκαλα. Βρήκε τους διευθυντάδες, τους μίλησε ήρεμα. Τους εξήγησε την αδικία, τη στάση του, την αξιοπρέπεια του μικρού παραγωγού. Εκείνοι όμως είχαν άλλη άποψη. Πίστευαν πως δεν παρέδωσε το γάλα επειδή το είχε, λέει, νοθευμένο.

Του ζήτησαν να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση ότι δεν θα ξανανοθεύσει το γάλα, για να του χαρίσουν την ποινή.

Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του. Πώς να υπογράψει ένα ψέμα; Πώς να παραδεχτεί μια ατιμία που δεν έκανε; Προσπάθησε ξανά να εξηγήσει, μα ήταν σαν να μιλούσε σε τοίχο. Δεν καταλάβαιναν - ή δεν ήθελαν να καταλάβουν.

Το πήρε κι αυτός στραβά. Σηκώθηκε κι έφυγε.

Την επόμενη ημέρα πούλησε την αγελάδα. Τόσο απλά. Έκλεισε έτσι ένας κύκλος. Ησύχασε από αυτούς και τις διαδικασίες τους, μα όχι από τη σκέψη.

Λίγο καιρό αργότερα έμαθε πως ο δειγματοληπτικός έλεγχος γινόταν πλέον με φιάλες των είκοσι πέντε γραμμαρίων. Φαίνεται πως αποφάσισαν να μικρύνουν το μέγεθος της κλοπής.

Στο Βαλτινό όμως, κάθε φορά που περνούσε από την πλατεία, θυμούνταν εκείνα τα διακόσια πενήντα γραμμάρια. Όχι για το γάλα, μα για την αξιοπρέπεια που χάθηκε και δεν ξαναζυγίστηκε ποτέ.

***

Ανάλυση του διηγήματος «Το γάλα των διακοσίων πενήντα γραμμαρίων»

Το διήγημα «Το γάλα των διακοσίων πενήντα γραμμαρίων» είναι ένα λιτό, ρεαλιστικό αφήγημα κοινωνικής μνήμης, όπου το μικρό, μετρήσιμο γεγονός (250 γραμμάρια γάλα) λειτουργεί αλληγορικά ως μέτρο δικαιοσύνης, αξιοπρέπειας και συλλογικής ευθύνης. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Αποστόλης, όχι ως ήρωας με την κλασική έννοια, αλλά ως φορέας μιας σιωπηρής, εσωτερικής ηθικής αντίστασης.

Η αρχική στάση του Αποστόλη: ο άνθρωπος του μέτρου και της εμπιστοσύνης

Στην αρχή του διηγήματος, ο Αποστόλης παρουσιάζεται πλήρως ενταγμένος στην κοινοτική τάξη πραγμάτων. Έχει μία και μοναδική αγελάδα, όχι ως ένδειξη φτώχειας αλλά ως επιλογή ζωής. Αυτό το στοιχείο είναι κρίσιμο:

δείχνει αυτάρκεια, αποδοχή του ορίου, και σεβασμό στον κόπο.

Η σχέση του με τον γαλατά και το σύστημα παραλαβής βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Η ζύγιση είναι «τελετουργική», σχεδόν ιερή. Ο Αποστόλης δεν είναι καχύποπτος, πιστεύει στη δικαιοσύνη ως αυτονόητη πρακτική, όχι ως επιβεβλημένο κανονισμό.

Η αντίδραση: όχι έκρηξη, αλλά διατύπωση αρχής

Όταν εμφανίζονται οι έλεγχοι, η αδικία δεν είναι μόνο οικονομική, είναι συμβολική. Τα 250 γραμμάρια: αφαιρούνται πριν από το ζύγισμα, χωρίς συναίνεση, και χωρίς απόδοση ευθύνης στο εργοστάσιο.

Η αντίδραση του Αποστόλη δεν είναι βίαιη ούτε παρορμητική.
Μιλά καθαρά, ήρεμα, τεκμηριωμένα. Δεν αρνείται τον έλεγχο, αρνείται τον τρόπο. Αυτό τον διαφοροποιεί από τον «ταραξία» και τον τοποθετεί στη θέση του ηθικού διαπραγματευτή.

Η στάση του έχει τρία χαρακτηριστικά:

Δικαιοσύνη – ο έλεγχος πρέπει να χρεώνεται σε αυτόν που τον ζητά.

Ισοτιμία – ο παραγωγός δεν είναι ύποπτος εκ προοιμίου.

Αξιοπρέπεια – δεν δέχεται απώλεια κόπου χωρίς αναγνώριση.

Η μοναχική του θέση: από το «εμείς» στο «εγώ»

Η πιο δραματική καμπή του διηγήματος είναι η στιγμή της αρχικής συλλογικής στάσης και της γρήγορης κατάρρευσής της. Για λίγο, το χωριό στέκεται ενωμένο, όμως αυτή η ενότητα αποδεικνύεται εύθραυστη.

Ο Αποστόλης δεν αλλάζει στάση, σε αντίθεση με τους άλλους. Αυτό είναι κομβικό:

Οι συγχωριανοί υποχωρούν από φόβο, συνήθεια και επίκληση του «κανονισμού».

Ο Αποστόλης μένει μόνος, όχι επειδή το επιδιώκει, αλλά επειδή αρνείται να προδώσει τον εαυτό του.

Η μοναξιά του δεν είναι ηρωική με εξωτερική λάμψη, είναι βαριά, καθημερινή και σιωπηλή.

Η άρνηση υπογραφής: ηθικό όριο χωρίς επιστροφή

Η κορύφωση της στάσης του Αποστόλη έρχεται όταν του ζητείται να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση ότι δεν θα ξανανοθεύσει το γάλα.

Εδώ η σύγκρουση παύει να είναι οικονομική ή γραφειοκρατική και γίνεται υπαρξιακή:

Η υπογραφή ισοδυναμεί με αποδοχή μιας ψευδούς ενοχής.

Η άρνηση ισοδυναμεί με αποκλεισμό.

Ο Αποστόλης επιλέγει το δεύτερο. Δεν διαπραγματεύεται την αλήθεια του.
Η αντίδρασή του («το πήρε στραβά») δεν είναι θυμός εκδίκησης, αλλά αγανάκτηση ηθικού ανθρώπου που βλέπει το σύστημα να του ζητά συνενοχή.

Η τελική στάση: αποχώρηση αντί προσαρμογής

Η πώληση της αγελάδας είναι η πιο σκληρή, αλλά και η πιο καθαρή πράξη του. Δεν είναι ήττα, είναι απόσυρση αξιοπρέπειας. Ο Αποστόλης:

δεν προσαρμόζεται σε μια άδικη κανονικότητα,

δεν συμβιβάζεται για να επιβιώσει μέσα στο σύστημα,

επιλέγει να βγει έξω από αυτό.

Το τίμημα είναι μεγάλο, αλλά συνειδητό.

Συμπέρασμα: ο Αποστόλης ως μέτρο ηθικής

Ο Αποστόλης δεν αλλάζει τον κόσμο. Αλλάζει όμως το μέτρο με το οποίο τον κοιτάμε.
Τα 250 γραμμάρια γάλα δεν είναι απώλεια ύλης, είναι απώλεια δικαίου. Η μείωσή τους αργότερα σε 25 γραμμάρια δεν αποκαθιστά την αδικία - απλώς τη σμικρύνει τεχνικά.

Η μνήμη του χωριού δεν κρατά το γάλα, κρατά τη μοναχική αντίσταση, τη σιωπηλή ήττα της συλλογικότητας, και την αξιοπρέπεια που «δεν ξαναζυγίστηκε ποτέ».

Ο Αποστόλης, τελικά, δεν είναι τραγικός επειδή έχασε. Είναι τραγικός επειδή είχε δίκιο και έμεινε μόνος.



Το βάρος του πορτοφολιού και η ελαφρότητα της εμπιστοσύνης

 

Το πορτοφόλι είναι μικρό, σχεδόν ταπεινό. Μια θήκη που χωράει κέρματα, λίγα χαρτονομίσματα, ίσως και μια απόδειξη ξεχασμένη. Στη φωτογραφία μοιάζει ανοιχτό, εκτεθειμένο, σαν να αποκαλύπτει όχι μόνο το περιεχόμενό του, αλλά και κάτι από τον άνθρωπο που το κρατά. Τα κέρματα, παλιά και διαφορετικά μεταξύ τους, κουβαλούν ίχνη χρόνου, αλλαγών, αξιών που κάποτε μετρούσαν περισσότερο από ό,τι σήμερα.

Πέρα όμως από την πρακτική του χρήση, το πορτοφόλι έχει φορτωθεί με νόημα βαρύ. Έγινε σύμβολο δύναμης, μέτρο αξίας, κριτής σχέσεων. «Η δύναμη στον άνθρωπο είναι στο πορτοφόλι», λέγαν κάποιοι, κι έτσι το δέρμα του άρχισε να ζυγίζει περισσότερο από την ψυχή. Όσο πιο γεμάτο, τόσο πιο “σημαντικός” ο άνθρωπος. Όσο πιο άδειο, τόσο πιο αόρατος. Φίλοι που πλησιάζουν, πόρτες που ανοίγουν, λόγια που ακούγονται - όλα συχνά περνούν από το φίλτρο των χρημάτων.

Κι όμως, αυτή η δύναμη είναι εύθραυστη σαν τα κέρματα που γλιστρούν από τα δάχτυλα. Σήμερα λάμπουν, αύριο σκουριάζουν. Το πορτοφόλι μπορεί να γίνει εργαλείο εξουσίας, αλλά ποτέ δεν έγινε εργαλείο αγάπης. Δεν αγοράζει την εμπιστοσύνη, ούτε εγγυάται τη συντροφικότητα. Μπορεί να εξασφαλίσει παρουσία, όχι όμως αλήθεια.

Η αληθινή σχέση των ανθρώπων θα ’πρεπε να βασίζεται στην εμπιστοσύνη, σε εκείνο το άυλο νόμισμα που δεν φυλάσσεται σε θήκες και δεν μετριέται σε αξίες. Στη ματιά που μένει, στο χέρι που απλώνεται χωρίς αντάλλαγμα, στη φιλία που δεν ρωτά αν το πορτοφόλι είναι γεμάτο ή άδειο. Γιατί στο τέλος, όταν κλείσει η θήκη και σβήσει ο ήχος των κερμάτων, αυτό που μένει είναι ο άνθρωπος, και η σχέση που κατάφερε να χτίσει χωρίς να την πληρώσει.


Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

ΒΡΟΧΗ

 

«Όλα στάζουν βροχή, καημός του Βούδα για τον άνθρωπο», γράφει ο Κομπαγιάσι Ίσσα (1763-1828) κι εγώ μπαίνω στον πειρασμό να τον παραφράσω: Βρέχει σιγανά κι ακατάπαυστα και νιώθω διαρκώς τον καημό των προγόνων, που θέλουν να τους θυμηθούμε. Κι είμαι μαζί τους μέσα σ’ αυτή την αραιή βροχή, που αφήνει διαβάσεις ανάμεσα στις ροές της για να περάσουν οι Παλιοί. Τι απόκοσμο ημίφως. Μια απραξία σαν ανυπαρξία. Σιωπηλοί επιπλέουμε πάνω στο τίποτα. Μια μουσική νερού κατεβαίνει, γλείφοντας τα κλαδιά των δέντρων και ξεπλένοντας τα πέτρινα σκαλιά. Κάποιες δαμασκηνιές λάμπουν μακριά από ένα αιφνίδιο φως. Μια ανεπαίσθητη άχνα σχηματίζει τα πρόσωπα των Παλιών. Βρίσκονται εδώ κι εγγράφονται μαζί μας και σιγά σιγά βρέχει όλο και πιο δυνατά. Καταφθάνει κάτι που μας συναρπάζει από μέσα μας. 

Του Ηλία Κεφάλα


επικοινωνιστε μαζι μας