«Όλα στάζουν βροχή, καημός του Βούδα για τον άνθρωπο», γράφει ο Κομπαγιάσι Ίσσα (1763-1828) κι εγώ μπαίνω στον πειρασμό να τον παραφράσω: Βρέχει σιγανά κι ακατάπαυστα και νιώθω διαρκώς τον καημό των προγόνων, που θέλουν να τους θυμηθούμε. Κι είμαι μαζί τους μέσα σ’ αυτή την αραιή βροχή, που αφήνει διαβάσεις ανάμεσα στις ροές της για να περάσουν οι Παλιοί. Τι απόκοσμο ημίφως. Μια απραξία σαν ανυπαρξία. Σιωπηλοί επιπλέουμε πάνω στο τίποτα. Μια μουσική νερού κατεβαίνει, γλείφοντας τα κλαδιά των δέντρων και ξεπλένοντας τα πέτρινα σκαλιά. Κάποιες δαμασκηνιές λάμπουν μακριά από ένα αιφνίδιο φως. Μια ανεπαίσθητη άχνα σχηματίζει τα πρόσωπα των Παλιών. Βρίσκονται εδώ κι εγγράφονται μαζί μας και σιγά σιγά βρέχει όλο και πιο δυνατά. Καταφθάνει κάτι που μας συναρπάζει από μέσα μας.
Του Ηλία Κεφάλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου