Ήταν
χρόνια αλλιώτικα, χρόνια απλά και ανθρώπινα, τότε που ο χρόνος κυλούσε αργά και
οι άνθρωποι ήξεραν να μοιράζονται τη μέρα τους με κουβέντα, γέλιο και
συντροφιά. Στο ζευγαρολίβαδο του Βαλτινού, εκεί όπου απλωνόταν το χορτάρι κάτω
από τον πλατύ θεσσαλικό ουρανό, μαζευόταν συχνά η παρέα του χωριού.
Ο
Βασίλης, ο Μιχάλης, ο Λάζαρος, ο Θωμάς, ο Βασίλης, ο Βαγγέλης και ο Χρήστος
κάθονταν στο χώμα, άλλοι σταυροπόδι, άλλοι ξαπλωμένοι ξυπόλητοι, αφήνοντας τη
γη να τους δροσίζει τα πόδια. Λίγο πιο πέρα τα ζώα έβοσκαν ήσυχα, σκορπισμένα
στο λιβάδι, ενώ ο αέρας έφερνε πότε πότε τον ήχο από τα κουδούνια τους.
Στη
μέση της παρέας ξεχώριζε ο μπάρμπα-Θωμάς. Με λόγο γλαφυρό και βλέμμα που έλαμπε
από ζωή, άρχιζε τις ιστορίες του. Άλλοτε θυμόταν περιστατικά από τα νιάτα του,
άλλοτε έλεγε αστεία και καλαμπούρια που έκαναν τους νεότερους να ξεσπούν σε
γέλια. Κάθε κουβέντα του είχε παλμό, κάθε αφήγηση έκρυβε μέσα της μια μικρή
σοφία της ζωής.
Οι
υπόλοιποι τον άκουγαν με προσοχή και χαμόγελο. Τα πρόσωπά τους φανέρωναν εκείνη
τη γαλήνη που μόνο η αληθινή συντροφιά χαρίζει. Δεν υπήρχε βιασύνη, ούτε έγνοια
για τον χρόνο, μόνο η στιγμή, το μοίρασμα και η χαρά της ανθρώπινης παρουσίας.
Ήταν
μια εποχή που η επικοινωνία είχε ζεστασιά και ψυχή. Οι άνθρωποι κοιτάζονταν στα
μάτια, άκουγαν ο ένας τον άλλον και οι ιστορίες περνούσαν από στόμα σε στόμα
σαν πολύτιμη κληρονομιά.
Σήμερα
η παλιά εκείνη φωτογραφία μένει σαν σιωπηλό αποτύπωμα μιας εποχής που χάθηκε,
μα δεν ξεχάστηκε. Ένα λιβάδι, μια παρέα, λίγα γέλια και μια ιστορία του
μπάρμπα-Θωμά — κι όμως μέσα σε αυτά χωράει ολόκληρη η μνήμη ενός τόπου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου