Πάσχα
2004. Μεγάλη εβδομάδα στο φούρνο που δούλευα, και το μαγαζί μοσχοβολούσε
μαστίχα, βανίλια, βούτυρο. Σαν να περνούσαν από παντού μυρωδιές παιδικών
χρόνων, που κολλούσαν πάνω μου καθώς έπλαθα τα τσουρέκια και τα πασχαλινά
κουλούρια. Οι πελάτες έμπαιναν λαχανιασμένοι από τις δουλειές, χαμογελούσαν,
εύχονταν «Καλό Πάσχα» και «Καλή Ανάσταση» πριν χαθούν πάλι στους δρόμους της
Αθήνας, με τις σακούλες να κουνιούνται ρυθμικά από το χέρι τους σαν μικρά
κουδουνάκια.
Το
μεσημέρι, όταν πια οι φούρνοι έσβησαν για λίγο, κάθισα στο πεζούλι απέξω να
ξεκουραστώ. Τότε, ήρθε η σκέψη του χωριού μου. Ένα σφίξιμο, γλυκό και πικρό
μαζί, μου τρύπησε την καρδιά, κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου χωρίς να το
καταλάβω. Τρίτη χρονιά που έκανα Πάσχα στην Αθήνα, χωρίς να ακούσω τον κόκορα
του χωριού τα χαράματα, χωρίς να δω τον ήλιο να ανατέλλει και να χρωματίζει ροζ
τα κεραμίδια των σπιτιών.
Σκέφτηκα
τη Μεγάλη Εβδομάδα στο χωριό. Τη Μεγάλη Πέμπτη, που βάφαμε μαζί με τη γιαγιά τα
αυγά κόκκινα, και μου έδινε εκείνο το παλιό πετσετάκι να τα γυαλίζω ένα-ένα με
λίγο λάδι, για να μοιάζουν σαν μικρές καρδιές που πάλλονταν στο πιάτο. Τη
Μεγάλη Παρασκευή, που με τα κορίτσια πηγαίναμε στον Επιτάφιο, κρατώντας κεριά
που έσταζαν πάνω στα δάχτυλά μας, κι η μυρωδιά από τα λουλούδια του επιταφίου
μας τύλιγε. Και τα αγόρια, με τα καλαθάκια τους, γύριζαν τραγουδώντας «Σήμερα
μαύρος ουρανός», με φωνές που έσπαγαν τη σιωπή του απογεύματος, ανάμεσα στις
μυρωδιές του βρεγμένου χώματος και της λεβάντας.
Σκεφτόμουν
τις λαζαρίνες, τα κορίτσια που το Σάββατο του Λαζάρου στόλιζαν τα καλαθάκια
τους με λουλούδια και πρασινάδες και γύριζαν στα σπίτια, τραγουδώντας τον
Λάζαρο. Οι νοικοκυρές άνοιγαν τις αυλόπορτες, γελούσαν, έδιναν καρύδια, αυγά,
καραμέλες, και τα καλαθάκια γέμιζαν, όπως γέμιζε και η καρδιά μας. Θυμήθηκα τις
γυναίκες του χωριού που μάζευαν λουλούδια για τον Επιτάφιο, περνούσαν από τα
σοκάκια με τα κοφίνια στο χέρι, κι η μυρωδιά από τις πασχαλιές, τα ζουμπούλια
και τα άγρια τριαντάφυλλα γινόταν ευχή και προσευχή μαζί.
Το
μυαλό μου γύρισε ακόμη πιο πίσω, στην παιδική μου ηλικία, τότε που έτρεχα
ξυπόλητη στα σοκάκια, γελούσα με τις φίλες μου κάτω από τον ήλιο της άνοιξης,
πίναμε νερό από την βρύση στην πλατεία, και μετά τρέχαμε στο ποταμάκι που
περνούσε μπροστά από τα σπίτια. Εκεί που οι πάπιες με τα μικρά τους, τα
κιτρινόμαυρα, κολυμπούσαν και βουτούσαν τα κεφαλάκια τους στο νερό, τινάζοντας
τα φτερά τους κι έκαναν φασαρία, σαν μικρές φωνές χαράς που αντιλαλούσαν στο
χωριό.
Θυμήθηκα
τις Κυριακές, που ανεβαίναμε στο δάσος της Παναγίας, μαζεύαμε μαργαρίτες και
τρέχαμε στα μονοπάτια του. Τα βράδια, το χωριό μύριζε καμένο άχυρο, κομμένο
τριφύλλι, μυρωδιά από ξύλα που έσπαγαν στη φωτιά και κάπνιζαν τον αέρα, κι όλα
αυτά τα αρώματα γίνονταν μνήμες που έμπαιναν μέσα μου χωρίς να το ξέρω.
Στον
δρόμο για τη γιαγιά, θυμήθηκα τις ακακίες, με τα λευκά λουλούδια τους να
μοσχοβολούν όλο τον μαχαλά. Σταματούσα, μύριζα βαθιά το άρωμα τους, κι ένιωθα
πως με αγκάλιαζε η άνοιξη, όπως τότε, που δεν ήξερα τι σημαίνει μοναξιά ή
νοσταλγία.
Το
απόγευμα, επέστρεψα στο φούρνο. Έξω, ο ήλιος έδυε πίσω από τις πολυκατοικίες,
βάφοντας τον ουρανό χρυσοκόκκινο. Έβαλα το τελευταίο ταψί με κουλούρια στον
φούρνο, και για μια στιγμή έκλεισα τα μάτια μου, αφήνοντας τη μυρωδιά της
βανίλιας να με τυλίξει, σαν να ήμουν στο χωριό. Σαν να άκουσα πάλι τις
λαζαρίνες, τον ήχο του ποταμιού, τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν στις αλάνες,
και τη φωνή της γιαγιάς που με καλούσε να γυρίσω.
Κι
εκεί, μπροστά στον φούρνο, μέσα στην κούραση και τον ιδρώτα, κατάλαβα πως όσο
μακριά κι αν βρίσκομαι, το Πάσχα, οι μνήμες γίνονται πατρίδα. Κι αυτή η πατρίδα
θα με περιμένει, κάθε άνοιξη, να επιστρέψω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου