Στέκονται μέσα στην πλούσια χλόη του Βαλτινού σαν να ρίζωσαν για μια στιγμή επάνω στη γη που τους γέννησε. Εννιά άντρες, καλοντυμένοι, καλοστεκούμενοι, με τα κουστούμια τους προσεγμένα και τις γραβάτες δεμένες με επιμέλεια, κοιτούν τον φακό με εκείνο το μειδίαμα που ισορροπεί ανάμεσα στη σοβαρότητα και στη χαρά. Είναι η δεκαετία του 1960, μια εποχή που ήθελε τους άντρες στητούς, με το βλέμμα καθαρό και το σώμα ευθυτενές, σαν να έπρεπε η ίδια η στάση τους να αποδείξει πως στέκονται όρθιοι και στη ζωή.
Η
χλόη γύρω τους είναι πυκνή, ζωντανή, σχεδόν ατίθαση. Πίσω τους, τα δέντρα
σχηματίζουν ένα φυσικό σκηνικό, μια αυλή της φύσης που αγκαλιάζει την παρέα.
Δεν είναι μια τυχαία συνάθροιση. Τα κουστούμια, τα γυαλιά ηλίου, τα γυαλισμένα
παπούτσια μαρτυρούν γιορτή. Ίσως γάμος, ίσως πανηγύρι, ίσως μια κοινωνική
στιγμή όπου το χωριό αφήνει για λίγο τον μόχθο και ντύνεται τα καλά του. Σε
τέτοιες περιστάσεις δεν φωτογραφίζονταν απλώς πρόσωπα, αποτυπωνόταν η τιμή, η
συνοχή, η αξιοπρέπεια μιας κοινότητας.
Κάποιος,
στο κέντρο, τείνει το χέρι σαν να συστήνει έναν φίλο ή σαν να σχολιάζει κάτι
που μόλις ειπώθηκε. Η κίνηση παγώνει στον χρόνο, μα η ζωντάνια της διαπερνά τη
φωτογραφία. Άλλος χαμογελά διακριτικά, άλλος σφίγγει τα χείλη με
αυτοσυγκράτηση, άλλος γέρνει ελαφρά προς τον διπλανό του, σαν να δηλώνει
άρρηκτα δεμένος μαζί του. Δεν είναι μόνο εννιά άντρες, είναι εννιά ιστορίες,
εννιά οικογένειες, εννιά μονοπάτια ζωής που διασταυρώνονται σε ένα καλοκαιρινό
μεσημέρι.
Τα
κουστούμια τους, ίσως ραμμένα σε ράφτη της πόλης, ίσως φορεμένα και σε άλλες
μεγάλες στιγμές, φέρουν επάνω τους τη φιλοδοξία μιας γενιάς που ήθελε να
προκόψει. Είναι η γενιά που γνώρισε στερήσεις, που έμαθε να παλεύει με τη γη,
που είδε τον κόσμο να αλλάζει γρήγορα. Κι όμως, εδώ, μέσα στη χλόη του
Βαλτινού, δείχνουν γαλήνιοι. Σαν να συμφιλιώνονται με τον χρόνο, σαν να
δηλώνουν πως, παρά τις δυσκολίες, η ζωή έχει και τις γιορτές της.
Η
φωτογραφία αυτή δεν είναι απλώς ενθύμιο. Είναι μαρτυρία. Μαρτυρία της ανδρικής
φιλίας που δεν χρειαζόταν πολλά λόγια, της συντροφικότητας που σφυρηλατούνταν
στα χωράφια, στα καφενεία, στις κοινές χαρές και λύπες. Είναι η στιγμή που το
χωριό αναπνέει συλλογικά και οι άνθρωποί του γίνονται εικόνα - μια εικόνα που
θα μείνει στα παιδιά και στα εγγόνια ως απόδειξη ότι κάποτε, σε εκείνη τη γωνιά
της Θεσσαλίας, η ζωή είχε πρόσωπο, είχε κοστούμι, είχε βλέμμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου