Θυμάμαι
ακόμα τον θείο μου, με εκείνο το μεγάλο μαύρο άλογο, τον Ντορή, που έσκιζε τη
γη σαν να ήθελε να την ξυπνήσει από τον ύπνο του χειμώνα. Ο θείος, όρθιος στη
μέση της σβάρνας, μας φώναζε εμένα και τον αδερφό μου να καθίσουμε δεξιά κι
αριστερά, για να σπάσουν οι χοντρές μάζες του χώματος και να γίνει αφράτο,
έτοιμο για τον σπόρο. Το χώμα μύριζε υπέροχα εκείνες τις μέρες, λίγο λασπερό,
με εκείνη την πλούσια μυρωδιά της γης που ανασαίνει, και μας άρεσε να γεμίζουν
τα παπούτσια μας λάσπες καθώς τρέχαμε δίπλα στο άλογο.
Ο
θείος ήταν πειραχτήρι. Καθώς πηγαίναμε επάνω στη σβάρνα, εκεί που είχαμε
βολευτεί, αυτός τραβούσε ξαφνικά τα γκέμια και ο Ντορής σταματούσε απότομα.
Εμείς γέρναμε μπροστά, γελούσαμε και πριν προλάβουμε να ξαναστηθούμε, ο θείος
άφηνε τον Ντορή να φύγει, κι εμείς πέφταμε ανάσκελα με τα πόδια ψηλά, μέσα στα
χώματα. Εκείνος έκανε πως μάλωνε το άλογο, κι εμείς γελούσαμε τόσο που μας
πονούσε η κοιλιά. Και πάλι απ’ την αρχή, κι ας ήμασταν γεμάτοι χώματα, κι ας
μύριζαν τα ρούχα μας λάσπη. Το χαιρόμασταν αυτό το μικρό ταξίδι πάνω στη
σβάρνα, σαν να ήταν παιχνίδι, σαν να μην υπήρχε άλλος κόσμος έξω από εκείνο το
χωράφι.
Ύστερα
ήρθαν τα τρακτέρ. Ήταν γρήγορα, δυνατά, έκαναν πολλά στρέμματα σε λίγες ώρες,
όργωναν και σβαρνίζανε μαζί, και οι αγρότες ξεκουράστηκαν. Δεν χρειαζόταν πια
τα παιδιά πάνω στη σβάρνα. Ο Ντορής αφέθηκε να γεράσει, κι η γη άνοιγε πλέον με
τον ήχο της μηχανής, όχι με το φύσημα του αλόγου.
Η
ζωή τότε μοιραζόταν ανάμεσα στο χωράφι και τον αχυρώνα. Ο πατέρας μεγάλωνε τον
αχυρώνα, έφερνε χορτάρι και καλαμπόκια, κι η μάνα ήθελε να έχει πάντα δύο
αγελάδες για το γάλα και τα μοσχαράκια, μαζί με το γουρούνι και τις κότες.
Καθάριζε καθημερινά τον στάβλο, έριχνε νερά να φύγουν οι μυρωδιές και φρόντιζε
τα ζώα με στοργή, σαν να ήταν κομμάτι της οικογένειας.
Εγώ,
όμως, είχα μια δική μου εμμονή: το γουρούνι. Καθόμουν και το κοίταζα με τις
ώρες να τρώει φλούδες από κολοκύθες και καρπούζια. Το άκουγα να μασάει με
εκείνον τον αστείο ήχο, «σπλατς πλατς», και να τρέχουν τα ζουμιά από το στόμα
του, τόσο λαίμαργο, τόσο αστείο, που με έκανε να γελάω.
Μια
μέρα, άκουσα τη μάνα να με φωνάζει δυνατά. Έτρεξα κοντά της κι είδα τη γουρούνα
να γεννάει. Τα μικρά, ροζ, με τα ματάκια κλειστά, τρέμαν και σέρνονταν να βρουν
τη μάνα τους για να θηλάσουν. Μα η γουρούνα, καθώς σηκωνόταν ή γύριζε, δεν
καταλάβαινε τίποτα, κι έπεφτε πάνω τους. Πέντε-έξι γουρουνάκια έμειναν εκεί,
λιλιπούτεια, άτυχα, με μια ζωή που δεν πρόλαβε να ξεκινήσει. Εγώ έτρεχα
γύρω-γύρω, τα έπιανα με τα χέρια μου και τα ακουμπούσα δίπλα στη μάνα τους, κι
εκείνα άνοιγαν το στόμα τους για να θηλάσουν και κοιμόντουσαν μετά πάνω στην
κοιλιά της.
Από
τότε πίστεψα πως η γουρούνα είναι κακιά μάνα, γιατί το μόνο που την ένοιαζε
ήταν το φαγητό της. Όμως, κάθε φορά που θυμάμαι εκείνη τη στιγμή, βλέπω τα
μικρά τους να κοιμούνται στην κοιλιά της, και το χώμα να μυρίζει, όπως τότε,
και να θυμάμαι τον θείο με τον Ντορή, το γέλιο πάνω στη σβάρνα, τις φλούδες που
έριχνα στο γουρούνι.
Είναι
κάποιες εικόνες που δεν θα τις ξεχάσω ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου