Το
πρωινό φως άρχιζε να σηκώνεται πάνω από το χωριό όταν ο Σιούλας άνοιξε τα μάτια
του. Με την πρώτη κίνηση αντίκρισε τον Πίπη να ζορίζεται στον δρόμο, κρατώντας
ένα γκιούμι γεμάτο νερό. Το ’χε στο δεξί του χέρι, περπατούσε λίγα βήματα και
μετά σταματούσε να το αλλάξει στο άλλο, λες και το γκιούμι αύξανε βάρος όσο
προχωρούσε.
Ο
πατέρας του Πίπη, πρωτομάστορας στους πλιθάδες, είχε φύγει από νωρίς για τις
γούρνες, εκεί η ομάδα του είχε ήδη αρχίσει να ετοιμάζει το χώμα για τα πλιθιά
της μέρας.
—Πάμε
κι εμείς να δούμε, είπε ο Σιούλας. Πιάνει το γκιούμι από το απέναντι χερούλι κι
έτσι οι δυο μικροί μοιράζονταν το βάρος σαν να κουβαλούσαν θησαυρό.
Ο
Χάρης κοίταξε για μια στιγμή τη Λιάρα, τη βρήκε φρόνιμη να μαρκιώνεται στον
ίσκιο και τους ακολούθησε. Εξάλλου, οι πλιθάδες θα έκοβαν και τα δικά τους
πλιθιά, κι από τις γούρνες μπορούσε να βλέπει τη γελάδα χωρίς έγνοια.
Όταν
έφτασαν, ο μπαρμπα-Γιάννης τούς υποδέχτηκε πλαταγίζοντας τη γλώσσα του στον
ουρανίσκο.
—Καλώς τους πουτσαράδες μου! Πού ’ναι το νερό απ’ τ’ αρτεσιανό; Μπράβο, παιδί
μ’, είπε στον Πίπη. Είδες που μπόρεσες;
Άφησε
κάτω το τσαπί, πήρε το γκιούμι και γέμισε ένα πανάρι που το ήπιε μονορούφι. Το
ίδιο έκαναν κι οι άλλοι μαστόροι, όλοι έπιναν από το ίδιο πανάρι, με τη σειρά,
σαν αδέρφια που μοιράζονται την ίδια δίψα και την ίδια μοίρα.
Ύστερα
γύρισαν στα εργαλεία. Με τα τσαπιά βυθίζονταν στο στεγνωμένο χώμα, το έσπαγαν,
το ξαναχτυπούσαν ανάποδα, ώσπου να γίνει αφράτο. Μαζί με το χώμα ανασύρουν
ρίζες από αγριάδες, τις πετούσαν στην άκρη και συνέχιζαν ακούραστα. Ο
μπαρμπα-Γιάννης, που το μάτι του ήξερε να μετρά χωρίς μέτρο, υπολόγιζε πως η
λάσπη που θα γινόταν θα ’φτανε ίσαμε το μεσημέρι.
—Τώρα
φέρτε νερό! φώναξε.
Τα
μικρότερα αδέρφια του Σιούλα έτρεχαν με τενεκέδες, έριχναν το νερό στο σκαμμένο
χώμα κι όταν αυτό ντουζούνιαζε, πηδούσαν μέσα και το πατούσαν με τα πόδια, όπως
ζυμώνει κανείς ψωμί. Μύριζε γη νωπή, καλοκαιρινή, μυρωδιά δουλειάς και
φτώχειας, αλλά και μιας κρυφής περηφάνιας.
Πασπάλιζαν
άχυρο από πάνω κι η λάσπη ήταν έτοιμη. Ένας φόρτωνε την καζιάκα με το φτυάρι,
δυο παιδιά την κουβαλούσαν και την άδειαζαν στο καλούπι. Ο πατέρας του Πίπη, με
χέρι σίγουρο, την ίσιωνε με το φαρδύ ξύλινο μυστρί, να πάει η ίδια ποσότητα σε
κάθε θήκη. Ύστερα έπιανε το καλούπι από τη μέση, το σήκωνε τελετουργικά κι η
λάσπη έμενε πίσω κομμένη σε οχτώ πλιθιά, οχτώ μικρά τούβλα από κόπο και ήλιο.
Δουλειά
βαριά. Πιο βαριά κι από τον θέρο, γιατί εκεί δούλευες με το δρεπάνι και τον
αέρα στα δάχτυλα, εδώ όμως ο ήλιος έπεφτε κατακέφαλα και το χώμα κολλούσε στα
πόδια σαν να ’θελε να σε τραβήξει μέσα του. Οι γυναίκες σπάνια πατούσαν στις
γούρνες, όχι γιατί δεν άντεχαν, αλλά γιατί οι δυνάμεις τους ήταν ήδη δεμένες
στις άλλες δουλειές του σπιτιού. Οι άντρες των πλιθάδων ήταν οι φτωχότεροι των
φτωχών, δεν είχαν χωράφια να θερίσουν, μόνο μπράτσα να πουλήσουν.
Μα
όποιος ζύμωνε πλιθιά με τον ήλιο κατάσαρκα, ήξερε πως το ψωμί του κάθε μέρας
ήταν κερδισμένο τίμια.
Τα
παιδιά κάθισαν στην άκρη, ιδρωμένα αλλά περήφανα. Ήξεραν πως χωρίς αυτά το
καλούπι δεν θα γέμιζε ποτέ. Ο Σιούλας έσκυψε το κεφάλι του και παρατήρησε τα
γυμνά χωμάτινα πόδια του. Νόμιζε πως ψήλωσε μισή πιθαμή μέσα σε μια μέρα.
Ο
Χάρης χαμογέλασε κρυφά, γιατί από μακριά είδε τη Λιάρα να τον κοιτάζει σαν να
τον καμάρωνε. Κι ο Πίπης, με το γκιούμι άδειο στο χώμα, ένιωσε για πρώτη φορά
πως έπιασαν τόπο τα χέρια του.
Και
μέσα στη ζέστη που κουβαλούσε το μεσημέρι, οι τρεις μικροί φίλοι κατάλαβαν πως
είχαν γίνει, έστω για μια μέρα, εργάτες αληθινοί, που προσφέρουν νερό στους
μεγάλους και κρατούν όρθιο το χωριό τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου