Σάββατο 30 Αυγούστου 2025

Ο καραγκούνικος γάμος στο Βαλτινό

 

Η πλατεία του Βαλτινού έσφυζε από κόσμο εκείνο το αποκριάτικο μεσημέρι της δεκαετίας του ’80. Οι φωνές, τα γέλια, οι πειραχτικές κουβέντες ανακατεύονταν με τον ήχο από το μεγάφωνο που έτριζε. Στη μέση, ο παπάς –μαυροφορεμένος, με ψεύτικα γένια και ένα βιβλίο ανά χείρας– διάβαζε με στόμφο τα λόγια του μυστηρίου. Η νύφη, με πέπλο στραβοφορεμένο και μισοχαμόγελο κάτω απ’ το μουστάκι, έριχνε κλεφτές ματιές στο κοινό. Ήταν ο Γιώργος, που μόλις λίγες ώρες πριν είχε ντυθεί με το ζόρι, με τη λευκή καραγκούνικη φορεσιά, για να δώσει σάρκα και οστά στο πανάρχαιο έθιμο. Δίπλα του, ο γαμπρός –η Σταυρούλα με αντρικό κοστούμι και γαρύφαλλο στο πέτο– κρατούσε το χέρι του, σαν να φοβόταν μήπως της ξεφύγει και το σκάσει από το γάμο.

Τα παιδιά, ντυμένα με παραδοσιακές στολές, στέκονταν ανάμεσα στους μεγάλους, άλλοι σοβαροί, άλλοι απορημένοι, μα όλοι με μάτια γεμάτα περιέργεια. Ένα αγοράκι, με το πρόσωπο κατσουφιασμένο, στεκόταν στην άκρη και κοιτούσε με ύφος σαν να μην καταλάβαινε γιατί γελούν όλοι.

Το πλήθος χειροκροτούσε, γελούσε, σχολίαζε. Οι βλάμηδες και οι καλεσμένοι, όλοι μέλη του Εκπολιτιστικού Συλλόγου, είχαν μπει τόσο βαθιά στο παιχνίδι που έμοιαζε να μην παριστάνουν πια – μα να ζουν στ’ αλήθεια τον καραγκούνικο γάμο, όπως γινόταν κάποτε.

Κι ενώ το γέλιο ξεχείλιζε, πίσω από τη φάρσα απλωνόταν μια γλυκιά συγκίνηση. Οι άνθρωποι δεν έκαναν μονάχα μια αποκριάτικη φάρσα∙ έπιαναν το νήμα της παράδοσης, το ξετύλιγαν μπροστά στα μάτια των παιδιών τους και το έδεναν με τη μνήμη του χωριού. Η πλατεία είχε γίνει σκηνή, μα και βωμός μνήμης: εκεί όπου το χθες και το σήμερα ενώνονταν σε μια κοινή γιορτή.

Ο παπάς, με τα ψεύτικα γένια του στραβά, σήκωσε το χέρι και διάβαζε με σοβαροφανή φωνή:

— Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός… ε, του Χωριού και των Αποκριών!

Το πλήθος ξέσπασε σε γέλια. Ένας από τους ψάλτες, κρατώντας το μικρόφωνο, έσκυψε δίπλα του:

— Παπά, διάβαζε καλά, μη μας μείνει κάνας ανύπαντρος!

— Σώπα, ψάλτη, μη σε βγάλω έξω απ’ το μυστήριο!

Η «νύφη», με το φουστάνι να την στενεύει και το μουστάκι να γλιστρά, κοίταξε τον «γαμπρό» και χαμογέλασε στραβά:

— Σταυρούλα… εεε… γαμπρέ μου, πού με βάζουνε; Μη με φιλήσεις κιόλας, δεν το αντέχω!

Η «γαμπρός», σοβαρή σαν αληθινός, του ψιθύρισε:

— Σώπα, Γιώργο, κάνε κουράγιο. Μόνο να κρατηθείς, μη σκάσουμε απ’ τα γέλια πριν τελειώσει ο παπάς!

Απ’ το πλήθος ακούστηκαν φωνές:

— Να ζήσουνε!
— Κουμπάρε, ρίξε το στεφάνι πιο ίσια!
— Πότε θα βγει ο χορός;

Ένα παιδί τράβηξε το μανίκι της μάνας του.

— Μαμά, είναι στ’ αλήθεια γάμος αυτός;
— Γάμος είναι, παιδάκι μ’, μα πιο γλυκός. Γιατί παντρεύεται η χαρά με το χωριό μας!

Όταν ο παπάς έκλεισε το βιβλίο και φώναξε «Και νυν… γλέντι!», τα όργανα ξεκίνησαν. Η νύφη έπιασε τον γαμπρό από το χέρι κι έκαναν τα πρώτα βήματα. Οι βλάμηδες μπήκαν στον κύκλο, οι καλεσμένοι χτυπούσαν παλαμάκια.

Ο ψάλτης σιγομουρμούρισε:

— Αυτός ο γάμος, λες να κρατήσει;
Κι ο παπάς, χωρίς να χάσει την ευκαιρία, του απάντησε:
— Αν είναι να κρατήσει, θα κρατήσει όσο και το χωριό μας. Όσο εμείς γελάμε και θυμόμαστε, δε θα χωρίσουμε ποτέ από την παράδοσή μας.

Η νύχτα τους βρήκε όλους να τραγουδούν γύρω από την πλατεία. Και το Βαλτινό, μέσα στη σάτιρα και το γλέντι, είχε ξαναβρεί για μια στιγμή τον παλιό του εαυτό.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας