Του Δημήτρη Τσιγάρα
Στην πλατεία των Τρικάλων, δυο γέροι κάθονται στο
παγκάκι τους, εκεί όπου κάθε απόγευμα μαζεύεται ο χρόνος και γίνεται κουβέντα.
Η είδηση του δυστυχήματος στη βιομηχανία Βιολάντα έχει πέσει πάνω στην πόλη σαν
βαριά σκιά. Δεν είναι μόνο ένα γεγονός, είναι ένας καθρέφτης που αναγκάζει τους
ανθρώπους να κοιτάξουν μέσα τους.
—Τα έμαθες, πολλοί εργαζόμενοι συγκεντρώθηκαν έξω
από το δικαστικό μέγαρο για συμπαράσταση προς τον υπεύθυνο του εργοστασίου…
Η φωνή του πρώτου είναι χαμηλή, σαν να φοβάται μήπως
διαταράξει μια εύθραυστη ισορροπία.
—Τι να κάνουν; φοβούνται μην χάσουν την εργασία
τους… Βλέπεις, το φάσμα της ανεργίας πλανάται παντού στην περιοχή μας.
Η απάντηση δεν είναι κατηγορία, είναι διαπίστωση.
Στις μικρές πόλεις η εργασία δεν είναι απλώς μέσο βιοπορισμού, είναι νήμα που
κρατά δεμένες ολόκληρες οικογένειες. Όταν αυτό το νήμα απειλείται, οι άνθρωποι
σφίγγουν τα χέρια τους γύρω του, ακόμη κι αν καίγονται.
—Μα δεν σκέφτονται τις πέντε γυναίκες που έχασαν τη
ζωή τους στα καλά καθούμενα; Δεν συναισθάνονται την ορφάνια, τον πόνο των
οικογενειών τους;
Η ερώτηση αιωρείται. Δεν ζητά απάντηση, ζητά
συνείδηση. Το δυστύχημα δεν είναι μόνο αριθμοί και ανακοινώσεις. Είναι άδειες
καρέκλες στα τραπέζια, ρούχα που έμειναν διπλωμένα, φωνές που δεν θα
ξανακουστούν. Είναι η βίαιη υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε παραγωγή, κάθε κέρδος,
κάθε ρυθμό μηχανής, υπάρχει ο εύθραυστος άνθρωπος.
Ο άλλος γέρος αναστενάζει.
—Αχ φίλε μου, δυστυχώς ο Μινώταυρος ζει και πάντα θα
χρειάζεται να θυσιάζουμε νέους για χάρη του…
Η αρχαία εικόνα ξεπροβάλλει απρόσμενα σύγχρονη. Ο
Μινώταυρος δεν κατοικεί πια σε λαβύρινθο από πέτρα, αλλά σε λαβυρίνθους
οικονομικούς και κοινωνικούς. Είναι η αδυσώπητη λογική που μετατρέπει τον
άνθρωπο σε μέσο, που ζητά θυσίες στο όνομα της ανάπτυξης, της επιβίωσης, της
ανάγκης. Κάθε εποχή αλλάζει τα ονόματα των τεράτων της, μα η ουσία τους μένει
ίδια.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σκοτεινή αλληγορία, υπάρχει
και μια άλλη δυνατότητα: να αναγνωρίσουμε τον λαβύρινθο και να αναζητήσουμε την
έξοδο. Η συμπαράσταση των εργαζομένων γεννιέται από τον φόβο, αλλά και από την
ανάγκη για σταθερότητα. Ο πόνος των οικογενειών γεννιέται από την απώλεια, αλλά
και από την απαίτηση για δικαιοσύνη. Αν αυτές οι δύο πραγματικότητες
παραμείνουν αντίπαλες, ο Μινώταυρος θα συνεχίσει να τρέφεται.
Οι δυο γέροι σωπαίνουν. Γύρω τους η πόλη συνεχίζει
τον ρυθμό της: μαγαζιά ανοίγουν, παιδιά γελούν, αυτοκίνητα περνούν. Η ζωή
επιμένει, μα κουβαλά πλέον ένα επιπλέον βάρος μνήμης. Το δυστύχημα γίνεται
σιωπηλό ερώτημα προς όλους: ποια αξία δίνουμε στην ανθρώπινη ζωή και ποιο
τίμημα είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχτούμε;
Ίσως η αληθινή πρόκληση να είναι να χτίσουμε έναν
κόσμο όπου κανένας δεν θα χρειάζεται να διαλέγει ανάμεσα στον φόβο της ανεργίας
και στον σεβασμό προς τη ζωή. Έναν κόσμο όπου οι θυσίες δεν θα θεωρούνται
αναπόφευκτες, αλλά αποτυχίες που μας καλούν σε αλλαγή. Μέχρι τότε, οι κουβέντες
στα παγκάκια θα συνεχίζουν να κρατούν ζωντανή τη συνείδηση - μικρές εστίες
σκέψης απέναντι σε έναν λαβύρινθο που ζητά, ξανά και ξανά, να τον διαβούμε με
περισσότερη ανθρωπιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου