Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Στρατιώτης

 Γεώργιος Στ. Σταμούλης

Ήμουνα κληρωτός το δεκατέσσερα. Νέος, ούτε μουστάκι καλά καλά. Με στείλανε στις Σέρρες. Τότες δεν ήξερα από βασιλείς και Βενιζέλους, ήξερα μονάχα πως είχα χωράφι, δυο χέρια και μια μάνα που περίμενε να γυρίσω στο Βαλτινό.

Ύστερα τσακώθηκαν οι μεγάλοι. Ο βασιλιάς με τον Βενιζέλο. Κι εμείς βρεθήκαμε στη μέση, σαν τα πρόβατα που τα σπρώχνουν από πίσω και δεν ξέρουν πού πάνε. Μια μέρα μας φωνάζουν οι αξιωματικοί:
«Θα πάμε στην Καβάλα».

Με τα πόδια. Σειρά, σκόνη, ιδρώτας. Από πάνω μας οι Εγγλέζοι με τα αεροπλάνα να μας βαράνε. Τάχα δεν ήξεραν πως είμαστε Έλληνες. Τρεις μέρες κάναμε. Νηστεία. Γαλέτα ξερή, να σου κόβει τα δόντια. Το στομάχι κολλημένο στην πλάτη.

Μόλις φτάνουμε Καβάλα, μας λένε:
«Θα πάμε στη Δράμα».

Πάλι δρόμος. Πάλι νηστικοί και κακορίζικοι. Στη Δράμα έβρασαν φασόλια. Ένα καζάνι μεγάλο, αχνιστό, να σου τρέχουν τα σάλια. Ένας στρατιώτης από την Τσιάρα, Μπούγλας τον λέγαν, έφαγε πολύ. Είχε μέρες να δει φαΐ. Έσκασε για σημάδι. Έπεσε κάτω και δεν ξανασηκώθηκε. Έτσι απλά. Σαν να ’ταν τίποτα.

Εκεί στη Δράμα τα συνεννοήθηκαν οι μεγάλοι. Τα κέρατα οι αξιωματικοί. Μας λένε:
«Τώρα παιδιά, θα φύγουμε δια μέσου Κορυτσάς».

Μας βάλαν σε τρένα, αποστολές, ταξίδι μεγάλο. Και μια μέρα ανοίγουμε τα μάτια μας και βρισκόμαστε στη Γερμανία.
«Εδώ παιδιά θα περάσουμε καλά», μας είπαν.

Μας δώσαν μακαρόνια. Ψωμί καθόλου. Ύστερα μας βάλαν στο φιλότιμο.
«Ο ελληνικός στρατός είναι περήφανος».

Μπροστά οι μουσικές, βήμα κανονικό, και μπαίνουμε στην πόλη. Γκαίρλιτς τη λέγαν. Εκεί βρήκαμε κι άλλους δικούς μας. Τετάρτο Σώμα Στρατού. Χιλιάδες άνθρωποι, παραδομένοι χωρίς να πολεμήσουν.

«Τι γίνεται εδώ, μωρέ παιδιά;» ρωτήσαμε.
«Σφίχτε την κοιλιά σας μ’ ένα λουρί», μας είπαν, «για να βαστάξει».

Μας δώσαν μια κουραμάνα, πλιθί. Οι Γερμανοί δεν μας χώνευαν.
«Εδώ δεν έχουμε να φάμε εμείς, ήρθατε κι εσείς…»

Δυόμισι χρόνια μείναμε εκεί. Οι αξιωματικοί φοβόνταν τον Βενιζέλο και δεν γυρνούσαν πίσω. Κι εμείς λιώναμε. Πείνα, ψείρα, ντροπή. Στο τέλος κάναμε στάση.
«Πεθαίνουμε από την πείνα», είπαμε. «Τι χαλεύουμε εμείς στη Γερμανία;»

Μας αφήσαν να δουλέψουμε. Εγώ πήγα σ’ ένα εργοστάσιο που το χτίζαν. Με ρίξαν στα χαντάκια να περνάω τα ρούλια, τα κιούγκια. Δέκα μάρκα τη μέρα. Έξι μήνες. Ήταν η πρώτη φορά που δούλεψα και δεν ήξερα αν είμαι εργάτης ή αιχμάλωτος.

Ύστερα μάθαμε πως οι αξιωματικοί κάναν πάλι χαρτιά για να μείνουμε. Εκεί έγινε το κακό. Ξεσηκωθήκαμε.
«Θέλουμε να φύγουμε».

Οι υπαξιωματικοί μας είπαν:
«Θα σπάσουμε τις αποθήκες».

Σπάσαμε. Πήραμε ρούχα, τρόφιμα. Οι Γερμανοί μας είδαν, μα δεν κουνήθηκαν. Φύγαμε με τα πόδια, παρέες παρέες. Έναν Γερμανό τον πληρώσαμε να μας πάει σε σταθμό. Παντού Έλληνες. Πληρώσαμε εισιτήριο. Μας τα ’δωσαν πίσω.
«Αιχμάλωτοι και να πληρώνουν; Αντροπή».

Μας πήγε το τρένο στη Ρουμανία. Μετά καράβι, δρόμος, πάλι πόδια, κι ύστερα Βάρνα. Εκεί Άγγλοι, Γάλλοι, Βούλγαροι. Μας είπαν να υποδεχτούμε έναν στρατηγό. Φτιάξαμε έναν τσολιά όπως όπως, μια σημαία, και πήγαμε.

Μόλις πέρασε, τον χαιρετίσαμε. Χάρηκε.
Μόλις έφυγε, οι Βούλγαροι όρμησαν να μας πάρουν τη σημαία. Χέρια, πέτρες, μαχαίρια φτιαγμένα στο πόδι. Μακελειό. Κάθε μέρα. Οι Άγγλοι γελούσαν. Γούστο κάναν.

Στο τέλος μας πήραν σε καράβι. Είπαμε σωθήκαμε. Μα βγήκαμε στην Κωνσταντινούπολη. Κόσμος πολύς. Ρωτούσαν για τα παιδιά τους. Γιατροί, εξετάσεις, κι ύστερα Κρήτη. Ηράκλειο. Μας είχαν για βασιλικούς. Εκεί χορτάσαμε. Φάγαμε. Έξι μήνες.

Μας δώσαν άδεια. Γύρισα στο Βαλτινό. Κρύφτηκα. Δεν ήθελα άλλο στρατό. Είχα μπουχτίσει. Ύστερα ήρθαν οι Κρητικοί, πιάσαν τις οικογένειες. Βγήκαμε. Φωνάζαν:
«Λιποτάχτες».

Ένας αξιωματικός, Δασκαλόπουλος, μας έσωσε.
«Καλώς τα παιδιά», είπε και μας κέρασε τσιγάρο.

Ξαναπήγαμε στις Σέρρες. Κι από τότε, χρόνια ολόκληρα, ήμουνα στρατιώτης. Όταν με ρωτούσαν τι δουλειά κάνω, έλεγα:
«Στρατιώτης».

Είχα ξεχάσει πως ήμουνα αγρότης.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας