Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Τα γουρουνάκια, τα βάτια και το μαύρο κολιέ (του Χάρη Αγγελή)

 

Το μεσημέρι της Δευτέρας ο πατέρας γύρισε από την πόλη με δυο σακιά στον ώμο και μια παράξενη χαρά στο βλέμμα. Στο πρώτο σακί γρυλίζανε δυο γουρουνάκια, ένα αρσενικό, ψηλό και ζωηρό σαν να ’χε καταπιεί άνεμο, κι ένα θηλυκό μακρουλό, καμαρωτό σαν κοπέλα που μεγαλώνει γρήγορα.

— Έψαξα όλο το παζάρι, είπε, και το πέτυχα! Δώδεκα βυζιά! Θα το ’χουμε για έχος. Μπορεί να μας μεγαλώσει καμιά ντουζίνα γουρουνάκια.

Στο άλλο σακί είχε δυο καρπούζια, μεγάλα σαν κεφάλια γίδας. Μόλις τα είδαν τα παιδιά, ξέχασαν την πείνα και το παράπονο.

— Όχι τώρα, είπε η μάνα. Θα τα βάλουμε στο νερό της τουλούμπας να κρυώσουν.

Και τα βάφτισε στο παγωμένο νερό, χτυπώντας την αντλία με ρυθμό σαν να έλεγε τραγούδι.

Ο Χάρης, όμως, δεν συμμεριζόταν τη χαρά. Ήταν σαν ξεφούσκωτη φούσκα. Ο πατέρας, ψάχνοντας στον τρουβά, έβγαλε μια πλάκα και ένα πλακοκόντυλο.

— Για το σχολείο, παιδί μ’, είπε με περηφάνεια. Έτσι γράφαμε κι εμείς.

Η μάνα τον παρατήρησε. Τα μάτια του είχαν θαμπώσει.

— Χάρηλάκο, μήπως δε θες να πας σχολείο;

Εκείνος κατέβασε το βλέμμα.

— Θα πάω… απάντησε.

Αλλά η φωνή του ήταν τόσο υγρή που φαινόταν πως εννοούσε το αντίθετο.

Η μάνα τον χάιδεψε με τα λόγια:

— Μωρέ χαζό, μήπως θα ’σαι μονάχος σου; Όλα τα παιδάκια θα ’ναι εκεί. Εδώ τι να κάνεις; Να μαλώνεις με τα κούτσκα;

Κάτι μέσα του μαλάκωσε. Πήγε στον αργαλειό, ξεκρέμασε τη σάκα, έβαλε μέσα την πλάκα και το κοντύλι.

Ύστερα, σαν από κάλεσμα της εποχής, τα παιδιά βγήκαν στο ζευγαρολίβαδο. Τα μούρα στα βάτια είχαν μαυρίσει -γυάλιζαν στον ήλιο σαν μάτια από γάτα νυχτερινή. Ο Σιούλας πρότεινε να τα φτάσουν.

Σαν έφτασαν στις πρώτες βατιώνες, άρχισαν να τρώνε απευθείας από το τσαμπί. Ο χυμός τους έβαφε τα δάχτυλα μωβ. Κι όταν χόρταιναν, τρυπούσαν τα μούρα σε μια αγριοκαροτιά, κάνοντας ένα κολιέ μαύρο, γυαλιστερό και δροσερό.

Ένα σφύριγμα διέκοψε το πανηγύρι των καρπών. Ο Πίπης έσκουζε από μακριά με τον κύλινδρό του, κάνοντας στροφές σαν ζαλισμένος.

— Έρχεται κι ο Γκέλιας! φώναξε.

Κι ως να το πει, φάνηκε στην άκρη του λιβαδιού ένα ψηλό παιδί. Ήρθε λαχανιασμένο, με χέρια γεμάτα κάλους και μάτια που είχαν δει περισσότερη δουλειά απ’ όση έπρεπε για την ηλικία τους.

— Έφυγα από τσοπάνος, είπε. Δεν άντεχα… Ύπνος δεν μας έπιανε, τα χέρια μας έπαιρναν φωτιά από το άρμεγμα… Και το αφεντικό, παμπόνηρο. Τα μεσάνυχτα χτυπούσε τα τσίγκια, να νομίζουμε πως ξημέρωσε, για να δουλεύουμε παραπάνω.

Κούνησε το κεφάλι του με πίκρα.

— Θα μου δώσει το μισό στάρι μόνο από ό,τι συμφωνήσαμε. Αλλά δεν γυρίζω πίσω. Θα πάω σχολείο. Από την αρχή. Τσομπάνος δεν ξαναγίνομαι!

Τα λόγια του έπεσαν στη γη σαν βαριά πέτρα. Τα τρία μεγαλύτερα αδέρφια του δούλευαν από το ένα πανηγύρι στο άλλο, χωρίς γιορτές, χωρίς ανάσα. Ο Γκέλιας όμως είχε πάρει απόφαση: να κόψει τον δρόμο της κούρασης και να στρίψει προς τα γράμματα.

Ο Χάρης τον κοίταξε σιωπηλός. Στην καρδιά του κάτι άρχισε να ξεκουμπώνεται. Ίσως το σχολείο να μην ήταν εχθρός, ίσως να ήταν μια πόρτα. Και η σάκα με το κόκκινο κεντίδι… ίσως να μην ήταν βάρος, αλλά κλειδί.

Ο ήλιος έγερνε κι η μυρωδιά των βάτων γλύκανε τον αέρα. Τα παιδιά γύρισαν στο χωριό με τα χείλη μαύρα από τα μούρα και τις καρδιές λίγο πιο γεμάτες.

Κι ο Χάρης, για πρώτη φορά, ένιωσε πως ίσως -ίσως- να μπορεί να πάει σχολείο χωρίς να νιώθει πως του κόβουν κομμάτι από το παιχνίδι του.

Ίσως να κέρδιζε κάτι άλλο.
Κάτι που ούτε ο κύλινδρος του Πίπη ούτε τα βάτια μπορούσαν να του δώσουν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας