Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα
Τα
δύο πλινθόκτιστα σπίτια που βρίσκονταν στην ίδια γειτονιά, στέκονταν αντικριστά
στον παγωμένο αέρα του Φλεβάρη, το ένα με τα κατεβασμένα μανίκια της φτώχειας
του, το άλλο με την ίδια γύμνια στα παράθυρα και το τρεμουλιαστό φως από την
λάμπα πετρελαίου που ίσα έβγαζε αναπνοή. Στη μέση του δρόμου, μαζεμένοι οι
χωριανοί με τα χέρια στις τσέπες, κλωτσούσαν χώμα και κουβέντιαζαν ψιθυριστά,
κι όποιος έσκυβε λίγο, θα έβλεπε πως όλοι είχαν την ίδια σκοτεινή σκέψη: «Ποιος
έφταιξε;»
Ο
θρήνος έβγαινε από τα στόματα των γυναικών σαν αέρας από χαλασμένο ακορντεόν.
Από το σπίτι του Τσίχλα ο ήχος της κραυγής της Γεωργίας έσκιζε τη νύχτα, κι από
το σπίτι του Άλκη η Μαρία θρηνούσε με το πρόσωπο θαμμένο στην ποδιά της, μην
ξέροντας αν έπρεπε να κλάψει για τον άντρα της που έγινε φονιάς ή για την
αδερφή της που έμεινε χήρα.
Το
καφενείο του Τάσου, δέκα βήματα από το αίμα που έμεινε στον πάγο σαν μαύρη
λίμνη, ήταν γεμάτο ακόμη από χωριανούς που κουνούσαν τα κεφάλια,
ξαναδιηγούνταν, έβαζαν και έβγαζαν λέξεις. Άλλοι έλεγαν για παγίδα, άλλοι για
συμπλοκή, άλλοι για μαχαίρι που έφεξε στο σκοτάδι τέσσερις φορές και χώθηκε στα
πλευρά του Τσίχλα σαν κατάρα που έψαχνε χρόνια να βρει τόπο να σταθεί.
Ο
Άλκης, με το πρόσωπο του γερασμένου αντάρτη, είχε το βλέμμα του ανθρώπου που
άφησε τη ζωή του σε βουνά και φυλακές, κι όταν επέστρεψε στο χωριό, το 1961,
πίστεψε πως γύρισε για να γεράσει ήσυχα, μα τα δόντια του παρελθόντος έσκαβαν
ακόμη τη γη κάτω από τα πόδια του. Στα καφενεία, κάθε φορά που μιλούσαν για τα
πολιτικά, τα μάτια του Τσίχλα γυάλιζαν ειρωνικά. Ο ένας με την ανάσα της
Αριστεράς μέσα του, ο άλλος με τον αέρα της Χούντας και τις σιωπές της δεξιάς,
καθόντουσαν αντικριστά με τα στόματά τους να στάζουν δηλητήριο, τα χέρια
σφιγμένα, έτοιμα να αρπαχτούν, έτοιμα να σωπάσουν για λίγο πριν ξαναρχίσουν.
Δεν
πήγαν ποτέ σε γάμους παιδιών μαζί, δεν είπαν ποτέ «καλημέρα», μα έβλεπε ο ένας
τον άλλον στην πλατεία, όταν έφτανε το λεωφορείο από τα Τρίκαλα και οι γυναίκες
γύριζαν με τα ψώνια, και περνούσαν σιωπηλοί, με το στόμα στραβό, σαν να φύλαγαν
ο ένας στον άλλον μια προσβολή.
Κι
ήρθε εκείνη η Δευτέρα.
Ο
Άλκης με την κούραση της μέρας στα χέρια, καθόταν στο καφεπαντοπωλείο του
χωριού, έπινε το κρασί του με τον γαμπρό του, τον Βαγγελάρα, κι έλεγαν για τα
παλιά, για τον πόλεμο, για τα χωράφια, για τα χιόνια που δεν έλεγαν να λιώσουν.
Η κουβέντα ήρθε στα πολιτικά, ήρθε και το παλιό βάσανο: ποιος φταίει, ποιος
ήταν με ποιόν, ποιος πρόδωσε ποιον, ποιος ήταν υπεύθυνος στο ΕΑΜ, ποιος φόρεσε την
στολή των ΤΕΑ, ποιος έδειξε σπίτια, ποιος έθαψε όπλα.
Μπήκε
ο Τσίχλας, με τη μπότα χτυπώντας στο κατώφλι, και πήγε κοντά στο τραπέζι.
«Ακόμη εδώ, ρε κουμουνιστή, και θα μας κάνεις και μάθημα;» είπε με το στόμα
στραβό. Ο Άλκης ένιωσε τον ιδρώτα να του στάζει πίσω απ’ το αυτί, μα κράτησε το
βλέμμα. «Μίλα με όποιον θέλεις, όχι με μένα», του είπε, και προσπάθησε να
σηκωθεί, μα η φωνή του Τσίχλα τον πρόφτασε: «Σκασμός, ρε, που θα μας κάνεις και
τον ήρωα. Όλοι ίδιοι είστε, κλέφτες, προδότες…»
Η
κουβέντα έγινε φωνή, η φωνή έγινε κατάρα, η κατάρα έγινε απειλή, κι ο Άλκης
έφυγε, με την ανάσα να καίει, και μπήκε στο σπίτι του. Είπε τα λόγια στη Μαρία,
κι εκείνη, πιο μικρή, πιο αδύναμη, πήρε τη φούστα της και βγήκε, να ζητήσει το
λόγο από την αδερφή της.
Στην
αυλή, τα φώτα τρεμόπαιζαν. Οι δύο γυναίκες άρχισαν να μαλώνουν, να φωνάζουν, να
σπρώχνονται, κι ο Άλκης βγήκε πίσω της, να την τραβήξει πίσω, να την γλιτώσει.
Μα αντί να δει μόνο γυναίκες, είδε τον Τσίχλα να βγαίνει με το στήθος
φουσκωμένο, το πρόσωπο κόκκινο.
«Πατέρα,
το πιστόλι!» φώναξε, κι εκείνη τη στιγμή ο Άλκης είδε όλα τα χρόνια να
μαζεύονται μπροστά του, τις φυλακές, τα βουνά, την πλατεία του χωριού που δεν
τον άφησε ποτέ να ξεχάσει, και κατάλαβε πως ήρθε η ώρα. Έβγαλε το μαχαίρι.
Το
πρώτο κάρφωμα ήρθε σαν απάντηση στον φόβο, το δεύτερο σαν κατάρα, το τρίτο σαν
λύτρωση, το τέταρτο σαν θρήνος.
Ο
Τσίχλας βγήκε στην πλατεία, έσπρωξε την πόρτα του καφενείου του Τάσου, έπεσε
μπρούμυτα και άφησε πίσω του μια μακριά γραμμή αίματος. Οι χωριανοί πάγωσαν. Ο
Τάσος έριξε το ποτήρι από τα χέρια του, οι άντρες έτρεξαν, τον σήκωσαν, τον
έβαλαν στο φορτηγάκι. Το αίμα έτρεχε ακόμη από το στόμα του, τα μάτια του είχαν
μείνει μισάνοιχτα, κι ο ήχος από το ράδιομαγνητόφωνο του καφενείου έπαιζε ακόμη
χαμηλά ένα ρεμπέτικο τραγούδι.
Στο
νοσοκομείο, η Γεωργία είδε το σώμα του να χάνεται μπροστά της, κι έκλαψε με μια
φωνή που έκανε τον διάδρομο να παγώσει.
Ο
Άλκης, πίσω στο σπίτι, έπλυνε τα χέρια του από το αίμα, κοίταξε τη γυναίκα του
που τον κοιτούσε σαν να μην ήξερε ποιος ήταν. Πήρε το μονόκαννο, τα φυσίγγια,
κι έτρεξε στο σπίτι του Αθανάκα. Ανέβηκαν στο τρακτέρ και τράβηξαν μαζί μέχρι το διπλανό χωριό κι ύστερα με ένα αγροτικό αυτοκίνητο,
μέχρι τη Χρυσαυγή. Στο σπίτι του συμπέθερου, τον κοίταξε στα
μάτια:
«Κρύψε
με.»
Ο
συμπέθερος, με τα χέρια σταυρωμένα, τον κοίταξε ώρα, έπειτα έγνεψε και τον
πήγε στο παλιό σπίτι στα Τρίκαλα. Το πρωί, ο Άλκης κοίταξε το ταβάνι και
κατάλαβε πως ήρθε το τέλος. Πήγε στο δικηγόρο του και παραδόθηκε.
Στο
κρατητήριο, όταν τον ρώτησαν, μίλησε ήρεμα. Είπε για τον φόβο που είχε όταν
άκουσε τη λέξη «πιστόλι», είπε για τα χρόνια που κράταγε μέσα του το μίσος,
είπε για την ντροπή, για την προσβολή, για τη μάνα του που πέθανε φτωχή, για τα
17 χρόνια στη φυλακή. «Πως κρατήθηκα τόσο καιρό, ούτε κι εγώ το ξέρω», είπε, κι
έγειρε πίσω.
Στο
χωριό, τα σπίτια έμειναν πάλι πλινθόκτιστα, βουβά, φτωχά. Η πλατεία πάγωσε,
τα παιδιά έπαιζαν από την άλλη μεριά, μα οι μεγάλοι έδειχναν με τα μάτια το
σημείο που έμεινε το αίμα. Κανείς δεν πήγε να σκουπίσει το χώμα, κανείς δεν
μίλησε δυνατά πια.
Η
Μαρία και η Γεωργία, δύο αδερφές, δεν μίλησαν ποτέ ξανά μεταξύ τους. Στην
εκκλησία έμπαιναν από διαφορετικές πόρτες. Όταν περνούσαν από την πλατεία,
έσκυβαν το κεφάλι. Κι οι χωριανοί κουβέντιαζαν ακόμη για το φονικό, άλλος έλεγε
για τα πολιτικά, άλλος για το μαχαίρι, άλλος για την κατάρα που βρήκε τόπο να
σταθεί εκείνο το βράδυ.
Μα
το χωριό δεν ξέχασε ποτέ, κι αν περπατήσεις ακόμη βράδυ, στο καφενείο θα
βρεις κάποιους γέρους να λένε:
«Ήταν
ένα φονικό που το ’φερε το μίσος…»
Και
θα σιωπούν, γιατί όλοι ξέρουν πως αυτό το μίσος δεν πέθανε εκείνο το βράδυ,
μόνο άλλαξε τόπο, άλλαξε στόμα, κι ακόμη ανασαίνει στις πέτρες, στις αυλές και
στα όνειρα των παιδιών που γεννήθηκαν μετά, παιδιά που ποτέ δεν κατάλαβαν γιατί
δύο αδερφές σταμάτησαν να μιλούν, και γιατί το χωριό δεν βρήκε ποτέ ειρήνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου