Ο Κόζιακας ήταν πάντα εκεί. Όχι απλώς σαν βουνό, αλλά
σαν παρουσία. Έστεκε απέναντι από το Βαλτινό, στα ριζά του χωριού, και μας
κοίταζε όπως κοιτάζουν οι παλιοί τους νεότερους: σιωπηλά, με υπομονή, με μια
βεβαιότητα πως ό,τι κι αν γίνει, εκείνος δεν θα φύγει.
Τον θυμάμαι από παιδί. Γεμάτος έλατα και πεύκα,
καστανιές και κρανιές, μυρωμένος από ρίγανη και τσάι του βουνού. Την άνοιξη
πρασίνιζε τόσο που νόμιζες πως το πράσινο ξεχείλιζε και κατέβαινε μέχρι τις
αυλές μας. Οι ράχες του γέμιζαν παπαρούνες, κόκκινες σαν μικρές φωτιές, κι εγώ
είχα την εντύπωση πως αν έκλεινα τα μάτια και άπλωνα τα χέρια, θα τις άγγιζα.
Τις νύχτες, όμως, γινόταν θαύμα. Τα χωριουδάκια που
την ημέρα χάνονταν μέσα στο πράσινο, άναβαν τα φώτα τους και φάνταζαν σαν να
είχαν πέσει όλα τα αστέρια από τον ουρανό και να κάθισαν πάνω στο βουνό.
Τρεμόπαιζαν σαν πυγολαμπίδες. Καθόμουν και τα χάζευα, κι η μάνα μου έδειχνε με
το δάχτυλο: «Εκεί είναι το τάδε χωριό, παραπέρα το άλλο». Τα ήξερε όλα τα
ονόματα, λες και τα είχε βαφτίσει η ίδια.
Σε εκείνες τις νύχτες ήταν πάντα και η Νίκη δίπλα μου.
Η Νίκη, η πιο καλή μας φίλη. Από παιδιά καρδιακές. Ψηλή, πανύψηλη – ένα και
ογδόντα δύο –, όμορφη, με κορμί που ξεχώριζε, με γέλιο πλατύ που φώτιζε τα
πάντα. Κι όμως, μέσα της κουβαλούσε μια συστολή, μια έλλειψη αυτοπεποίθησης,
σαν να μην πίστευε ποτέ πόσο εντυπωσιακή ήταν. Εμείς το ξέραμε. Και
προσπαθούσαμε, όπως μπορούσαμε, να της το θυμίζουμε.
Όταν έβρεχε και ξεπρόβαλλε το ουράνιο τόξο, ο Κόζιακας
το φορούσε σαν στεφάνι. Από τη μια άκρη ως την άλλη, πολύχρωμο, σαν κορδέλα στα
μαλλιά ενός μικρού κοριτσιού. Τότε η Νίκη γελούσε και έλεγε πως το βουνό
στολίστηκε για χάρη μας. Άλλες φορές πάλι ο Κόζιακας χανόταν για μέρες κάτω από
βαριά σύννεφα και τότε το χωριό έμοιαζε πιο μικρό, πιο μόνο. Μα όταν έβγαινε ο
ήλιος, ήταν σαν να μας έπαιρνε όλους στην αγκαλιά του.
Πρωτομαγιά ανεβαίναμε στον Πρόδρομο. Ξεκινούσαμε
χαράματα, με το ραδιάκι, την τριχιά για την κούνια, λίγα μπισκότα, τσίχλες και
καμιά κονσέρβα. Η Νίκη πάντα μπροστά, με μεγάλα βήματα, κι ας παραπονιόταν πως
κουράστηκε. Όποιος μας έβλεπε στο δρόμο φώναζε: «Ελάτε κορίτσια, ανεβείτε». Και
εμείς, χωρίς δεύτερη σκέψη, πηδούσαμε στις καρότσες, κι η Νίκη γελούσε δυνατά,
κρατώντας τα μαλλιά της για να μη φύγουν στον αέρα.
Εκεί, στη μέση του βουνού, στήναμε πρώτα την κούνια. Η
Νίκη ήταν η πρώτη που ανέβαινε. Η πιο ψηλή, η πιο τολμηρή, κι όμως κάθε φορά
φώναζε σαν μικρό παιδί. Ύστερα γυρίζαμε από παρέα σε παρέα, χαιρετούσαμε
γνωστούς, μυρίζαμε τα ψητά που έψηναν στις ψησταριές τους. Μας πρόσφεραν κρέας,
μα εμείς ντρεπόμασταν να πάρουμε. Τώρα γελάω με την ντροπή μας, τότε μας
φαινόταν σωστό.
Το μεσημέρι πηγαίναμε στον βράχο. Μια πέτρα μόνη της,
γύρω στο ένα μέτρο, στενή, ξεκομμένη απ’ όλα, λες και είχε ξεχαστεί εκεί από
τον καιρό. Κάθε χρόνο στον ίδιο βράχο. Δεν τον αλλάζαμε.
Ένα αγόρι με φωτογραφική μηχανή μας έβγαζε φωτογραφίες,
του δίναμε λίγα λεφτά και κρατούσαμε το χαρτί σαν θησαυρό.
Ήμασταν κουρασμένες, ξεθεωμένες, αλλά γεμάτες χαρά.
Μας έφταναν αυτά. Η παρέα, τα γέλια, η αίσθηση πως τίποτα κακό δεν μπορούσε να
μας αγγίξει.
Χρόνια μετά, παντρεμένη πια, είπα να πάμε μια μέρα με
τον άντρα μου τον Δημήτρη στον Πρόδρομο, στο δάσος του Αϊ Γιάννη. Πήγαμε ένα
πρωινό. Όλα ήταν όπως τότε. Τα δέντρα, τα μονοπάτια, η μυρωδιά. Του έδειχνα τα
μέρη και ξαφνικά άρχισα να ψάχνω τον βράχο.
Ήταν μπροστά μου και δεν τον έβλεπα.
Όταν τον αναγνώρισα, φώναξα. Πλησίασα με ένα σφίξιμο
στο στομάχι. Η Νίκη δεν ήταν πια δίπλα μου. Είχε φύγει χρόνια πριν, άδικα, σε
ένα τροχαίο. Μαζί της έφυγε κι ο μικρός της Άκης, μόλις πέντε χρονών, και η
αγέννητη κορούλα της, οχτώ μηνών στην κοιλιά της. Τρεις ζωές σε μια στιγμή.
Τα δάκρυα ήρθαν μόνα τους. «Ο βράχος τι θα πάθει;»
είπα μέσα μου. «Οι άνθρωποι φεύγουν». Μια ανατριχίλα με διαπέρασε. Ανέβηκα
πάνω, όπως τότε, για μια φωτογραφία. Και για μια στιγμή μου φάνηκε πως άκουσα
γέλια. Το γέλιο της Νίκης. Το ίδιο πλατύ, το ίδιο ζωντανό.
Στάθηκα και της μίλησα σιωπηλά. Γλυκιά μου Νίκη,
μοναδικό μου πλάσμα. Μας λείπεις. Μου λείπεις. Να ξέρεις πως δεν σε ξεχάσαμε
και δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα είσαι πάντα στην
παρέα μας, στη μνήμη μας. Είμαι σίγουρη πως γελάς από εκεί που είσαι, με τα
αστεία μας, όπως τότε.
Έβγαλα μια τελευταία φωτογραφία. Μόνο την πέτρα. Και
φύγαμε.
Όταν κατεβαίνω τώρα από το χωριό για την Αθήνα, τον
χαιρετώ όπως παλιά. Κοιτάζω τον Κόζιακα και του λέω: «Γεια σου, γερο-Κόζιακα.
Θα τα πούμε πάλι». Και ξέρω πως εκείνος θα είναι εκεί. Να κρατά για μένα τη
Νίκη, τα γέλια μας και όλα όσα ο χρόνος δεν κατάφερε να πάρει.

.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου