Στο
Βαλτινό, τη δεκαετία του 1970, ζούσε ένα σκυλί ράτσας Γκριφόν, με το όνομα Βέλη.
Τη Βέλη, θα την θυμούνται πολλοί στο χωριό καθώς δεν ήταν σαν τα άλλα σκυλιά.
Ήταν ένα κυνηγόσκυλο εκπαιδευμένο με αγάπη και υπομονή από τον ιδιοκτήτη του Κώστα
Αγγελόπουλο, έναν άνθρωπο που αγαπούσε τα ζώα και είχε αποφασίσει να κάνει τη
Βέλη το πιο υπάκουο και έξυπνο σκυλί στον κόσμο.
Η
Βέλη πράγματι, ήταν ένα κυνηγόσκυλο που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Το τρίχωμα
της ήταν καφέ και τα μάτια της είχαν ένα βλέμμα γεμάτο αποφασιστικότητα και ευφυΐα.
Από μικρή έδειχνε μια ξεχωριστή ικανότητα να κατανοεί τα πάντα γύρω της. Ήταν
πολύ παρατηρητική και μπορούσε να διακρίνει τις πιο μικρές κινήσεις των ζώων
και να τις αναλύει με εξαιρετική ακρίβεια.
Όσο
για το κυνήγι ήταν πραγματική καλλιτέχνης. Η Βέλη με την εξαιρετική της όσφρηση,
εντόπιζε τα ίχνη των ζώων με τρομερή ακρίβεια και σε ελάχιστο χρόνο. Αγαπούσε
το παιχνίδι στο κυνήγι, και το απολάμβανε με τον ίδιο ενθουσιασμό που θα είχε
ένα παιδί που ανακαλύπτει τον κόσμο για πρώτη φορά.
Όμως
η εξυπνάδα της Βέλης δεν περιοριζόταν μόνο στις κυνηγετικές της ικανότητες.
Όταν ο ιδιοκτήτης της, ο Κώστας, της έδινε κάποια εντολή, η Βέλη την
καταλάβαινε σχεδόν αμέσως, σαν να είχε αποθηκεύσει κάθε πληροφορία στο μυαλό
της. Ένα σημάδι του χεριού ή μια μικρή αλλαγή στη φωνή του Κώστα, αρκούσε για
να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει.
Η
Βέλη όμως, μπορούσε να εκτελεί κάθε εντολή με απόλυτη ακρίβεια. Όταν την έλεγες
«κάθισε», καθόταν αμέσως, χωρίς να διστάσει. Αν της έλεγες «φύγε», απομακρυνόταν
χωρίς κανέναν δισταγμό. Όταν την έλεγες «κάνε γεια σου», σήκωνε το ένα της πόδι
και το πρότεινε να το πιάσεις και να τη χαιρετήσεις. Όμως, το πιο εντυπωσιακό
ήταν όταν της ζητούσαν να κάνει θελήματα.
Μια
μέρα, ο Κώστας και η Βέλη βρέθηκαν στο μπακάλικο του χωριού. Ο Κώστας έκανε τα
απαραίτητα ψώνια, και στη συνέχεια κρέμασε την σακούλα στο λαιμό της Βέλης, και τη
πρόσταξε: «σπίτι Βέλη». Η Βέλη χωρίς να αργοπορήσει, ξεκίνησε και πήγε τα
ψώνια στο σπίτι, στη γυναίκα του τη Ζωή.
Ήταν
τόσο έξυπνη που πολλές φορές έκανε πράγματα χωρίς να της τα ζητήσει κανείς. Ένα
πρωί, ενώ ο Κώστας ετοιμαζόταν να φύγει για τη δουλειά του, το σκυλί τον
ακολούθησε στο αυτοκίνητο και περίμενε υπομονετικά να τον δει να μπαίνει στο
όχημα. Είχε καταλάβει ότι εκείνη τη μέρα είχαν να πάνε για κυνήγι. Αφού ο
Κώστας καθόταν πίσω από το τιμόνι, η Βέλη πήδηξε στο κάθισμα του συνοδηγού,
έτοιμη για την επόμενη περιπέτεια.
Η
ικανότητά της να αντιλαμβάνεται τις διαθέσεις και τα συναισθήματα του Κώστα
ήταν επίσης μοναδική. Όταν ο Κώστας ένιωθε άγχος ή θλίψη, η Βέλη τον πλησίαζε
με έναν ήρεμο και τρυφερό τρόπο, με το κεφάλι της γερμένο στο πλευρό του,
δίνοντάς του μια αίσθηση ανακούφισης. Οι δυο τους είχαν αναπτύξει μια βαθιά
σύνδεση, που ξεπερνούσε την απλή σχέση ανθρώπου και ζώου.
Ήταν
το είδος του σκύλου που καταλάβαινε αμέσως πότε έπρεπε να χαλαρώσει και πότε να
γίνει σοβαρός και η αφοσίωση του στον Κώστα ήταν αδιαμφισβήτητη.
Γι’
αυτό ο Κώστας την θυμάται με νοσταλγία, γιατί, εκτός από ένα
έξυπνο κυνηγόσκυλο ήταν και ένας πιστός σύντροφος, φίλος και συνεργάτης.
Η
ιστορία της Βέλης πέρασε από στόμα σε στόμα, και η φήμη της σαν το πιο υπάκουο
σκυλί του χωριού έγινε θρύλος. Και έτσι, η Βέλη έμεινε για πάντα στην καρδιά
των ανθρώπων, όχι μόνο για την εξαιρετική της εκπαίδευση, αλλά και για την
αφοσίωση και την καλοσύνη της, που της επέτρεψαν να γίνει κάτι πολύ περισσότερο
από έναν απλό σκύλο, σε έναν αληθινό φίλο!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου